Günter Kunert: Καρυάτιδες

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Κα­ρυ­ά­τι­δες

(K­a­r­y­a­t­i­d­en)

 

ΙΚΟΣΙ ΚΙΟΛΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε γι’ αὐ­τὲς πὼς δὲν θὰ εἶ­χαν πιὰ τί­πο­τε νὰ ψά­ξουν καὶ νὰ κά­νουν στὰ σπί­τια τοῦ Βε­ρο­λί­νου: αὐ­τὲς οἱ ξέ­στη­θες κυ­ρί­ες ποὺ ἔ­κρυ­βαν τὸ τρί­χω­μα τῆς ἥ­βης πί­σω ἀ­πὸ τσι­μεν­τέ­νι­ες ρυ­τί­δες, μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο πε­ρι­δε­ὲς στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης, ἀ­π’ ὅ­που τὶς εἶ­χαν ἐ­ξο­ρί­σει. Ὁ σφι­χτο­δε­μέ­νος αὐ­χέ­νας τους οὐ­δό­λως τὶς προ­στά­τευ­ε, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος καὶ ξα­νά­λε­γε, καὶ τὰ γε­μά­τα μπρά­τσα τους τεν­τώ­νον­ταν χω­ρὶς κα­νέ­να βά­ρος ἀ­πὸ πά­νω.

         Ὅ­ταν ὡ­στό­σο, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰν ἀ­πὸ τὶς ἔ­σχα­τες συν­τέ­λει­ες τοῦ κό­σμου τὰ σπί­τια πυρ­πο­λή­θη­καν μέ­χρι τὰ κε­λά­ρια, οἱ σα­θρὲς προ­σό­ψεις κα­τέ­πε­σαν ἐ­ρεί­πια σω­ρός. Τὰ κε­ρα­μί­δια τι­νά­χτη­καν κομ­μά­τια κι ὅ τι ἀ­πέ­μει­νε, ἦ­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φι­γοῦ­ρες νὰ προ­ε­ξέ­χει μο­να­χι­κή, οἱ μαυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ ὦ­μοι φορ­τώ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ μ’ ἕ­να βά­ρος ποὺ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να ἄλ­λο στή­ριγ­μα πα­ρὰ μο­νά­χα αὐ­τούς. Κι ἔ­τσι, ἀ­πὸ μιὰ ὕ­παρ­ξη δι­α­κο­σμη­τι­κὴ ἔ­φθα­σαν ἀ­νέλ­πι­στα στὴν παμ­πά­λαι­η ἐν­το­λή: Νὰ ση­κώ­σουν τὸν οὐ­ρα­νό.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Βιέννη, Κοινοβούλιο. Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto, 2004.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: