Günter Kunert: Σύντομη ἐξέταση τοῦ μικροῦ διηγήματος

 

 

Γκύντερ Κοῦνερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Σύν­το­μη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος

(Kurze Betrachtung der Kurzgeschichte) 

 

ΤΟΝ ΓΕ­ΝΕ­ΘΛΙΟ τό­πο του, τὴν μη­τρι­κή του χώ­ρα, τὴν m­o­t­h­e­r­l­a­nd ἐν προ­κει­μέ­νῳ, τὸ ὀ­νο­μά­ζουν φυ­τὸ ποὺ θε­ρι­εύ­ει, πό­τε-πό­τε ἀ­πὸ μιὰν ὕ­πο­πτη ἀ­νω­μα­λί­α· σπα­νί­ως θὰ τὸ βρεῖς τε­λεί­ως ἄ­νο­στο, σὲ κα­τα­πλήσ­σει ὅ­μως μὲ τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κή του φύ­ση. Κα­τα­βο­λά­δες τέ­τοι­ες δὲν ἐν­νο­οῦν νὰ πιά­σουν ἐ­δῶ. Στοὺς γερ­μα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς κα­τε­βαί­νουν σω­ρη­δὸν οἱ ἰ­δέ­ες ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό, λὲς καὶ γρά­φουν σὲ τε­τρά­δια πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, ὀ­κτα­κό­σι­ες, χί­λι­ες, γιὰ νὰ κοι­τά­ζουν, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σει αὐ­τὸς ὁ σω­ρός, τὶς πιὸ πολ­λὲς φο­ρὲς ἄ­χρη­στο χαρ­το­μά­νι, ὑ­πε­ρή­φα­νοι κι ἀ­νυ­πό­μο­νοι γύ­ρω τους, ποῦ εἶ­ναι ἐ­πι­τέ­λους ἡ δάφ­νη. Πέ­ρα, κά­τω στοὺς πρό­πο­δες τοῦ Ὀ­λύμ­που*, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις διὰ γυ­μνοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ, βρί­σκε­ται τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἀ­πὸ τὰ ὕ­ψη τῆς τρι­λο­γί­ας ἢ τε­τρα­λο­γί­ας τὸ βλέμ­μα τοῦ νέ­ου ὀ­λύμ­πιου Θε­οῦ ρί­χνε­ται πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ σκω­λη­κο­ει­δῆ ἀ­πό­φυ­ση. Ὑ­γι­ὲς ἀ­να­κλα­στι­κό, νὰ πε­ρι­φρο­νεῖς ὅ,τι δὲν φτά­νεις νὰ γευ­τεῖς. Πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ὑ­γι­εῖς συγ­γρα­φεῖς. Μὲ πάμ­πολ­λα πό­δια ὑ­γιᾶ, ὅ­που, σύμ­φω­να μὲ τὸν He­ming­way, πρέ­πει κα­νεὶς νὰ γρά­φει ἱ­στά­με­νος στὸ ἕ­να, γιὰ νὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νει λι­τό­τη­τα καὶ σα­φή­νεια.

         Ἴ­σως ἡ ἔλ­λει­ψη μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των νὰ μὴν προ­έρ­χε­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὴν ὑ­γεί­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πί­σης πε­ρι­ο­δι­κῶν. Τὸ S­h­o­rt s­t­o­ry εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ τρό­που δι­α­νο­μῆς, ἀ­κρι­βῶς δη­λα­δὴ τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, τῶν M a g a z i n s, ποὺ μὲ τὴν προ­σφο­ρὰ ποι­κί­λων κει­μέ­νων καὶ θε­μά­των προ­σκα­λοῦν στὴν ἄ­με­ση κα­τα­νά­λω­ση, νὰ δι­α­βα­στοῦν, νὰ πε­τα­χτοῦν καὶ νὰ λη­σμο­νη­θοῦν μέ­χρι τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἑ­πό­με­νου τεύ­χους. Τὸ S­h­o­rt s­t­o­ry συν­δέ­ε­ται στε­νὰ μὲ τὸν ἀ­νερ­χό­με­νο κα­τα­να­λω­τι­σμό. Ἡ ἥ­συ­χη, στο­χα­στι­κὴ Νέ­α Ἀγ­γλί­α φθί­νει, μί­α αὐ­θεν­τι­κό­τα­τη ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ἀ­να­τα­ρα­χὴ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἡ βι­ο­μη­χα­νο­ποί­η­ση ἀρ­χί­ζει τὴν κα­τα­στρο­φι­κή, νι­κη­φό­ρα πο­ρεί­α της.

        Τὸ 1833 δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ P­h­i­l­a­d­e­l­p­h­ia S­a­t­u­r­d­ay C­o­u­r­i­er τὸ πρῶ­το μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἑ­νὸς πα­σί­γνω­στου ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­χρι τό­τε εἶ­χε γρά­ψει καὶ δη­μο­σι­εύ­σει μό­νο ποι­ή­μα­τα, καὶ προ­σπά­θη­σε πρῶ­τος αὐ­τὸς νὰ ὁ­ρί­σει τὴν ἔν­νοι­α τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Ἕ­να S­h­o­rt s­t­o­ry, γρά­φει ὁ κύ­ριος Poe, πρέ­πει νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται μο­νο­ρού­φι, γιὰ νὰ γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ στο­χευ­μέ­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἐν­τύ­πω­ση. Ὁ ἴ­διος κέρ­δι­σε δύ­ο φο­ρὲς λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα πε­ρι­ο­δι­κὰ θέ­σπι­ζαν χρη­μα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, προ­κή­ρυσ­σαν δι­α­γω­νι­σμοὺς γιὰ τὰ «κα­λύ­τε­ρα», ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως τό­τε δὲν ἦ­ταν πολ­λά. Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα αὐ­τὸ δὲν ἐ­ξα­σφά­λι­ζε ἀ­κό­μη τὸν ἐ­πι­ού­σιον. Ὁ P­oe ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­να­λά­βει πό­στο ἀν­τα­πο­κρι­τῆ, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει (καὶ νὰ πί­νει). Ἡ ἐν­σω­μά­τω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἀ­γο­ρά, στὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ.

        Τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ἄν­θι­ζαν, ἔ­σβη­ναν, με­τέ­βαλ­λαν ἐ­νί­ο­τε καὶ τὸν χα­ρα­κτή­ρα τους, ὅ­μως εἶ­χαν πλέ­ον ἐγ­και­νιά­σει καὶ κα­θι­ε­ρώ­σει τὸ S­h­o­rt s­t­o­ry. Σή­με­ρα ἡ ἐ­ξει­δί­κευ­ση τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, κα­θὼς καὶ τῶν συγ­γρα­φέ­ων, ἔ­χει ἐ­ξε­λι­χθεῖ μέ­σῳ τῶν φα­να­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους· ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­ο­δι­κὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες τρό­μου, γιὰ βί­αι­ες ἱ­στο­ρί­ες μὲ ντε­τέ­κτιβ, ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ λοι­πά. Μό­νον φι­λό­δο­ξα πε­ρι­ο­δι­κά, ὅ­πως τὰ The N­ew Yor­ker, Ever­gre­en Re­view, Texas Quar­ter­ly με­τα­ξὺ ἄλ­λων, δι­α­τη­ροῦν χα­ρα­κτή­ρα πραγ­μα­τι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φύλ­λων. Ὅ­που τὰ Fan-Ma­ga­zi­ne ποὺ ἀ­να­φέρ­θη­καν, ὅ­πως αὐ­τὰ γιὰ οὐ­το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, δὲν ὑ­πο­κύ­πτουν ἀ­πα­ραι­τή­τως στὴν τά­ση τῆς φτη­νῆς δι­α­σκέ­δα­σης. Συγ­γρα­φεῖς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας σὰν τὸν Brad­bu­ry ἢ τὸν Asi­mov ξε­περ­νοῦν τὰ ὅ­ρια τῆς ἁ­πλῆς δι­α­σκέ­δα­σης καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν σκλη­ρό­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κὴ στὸ σή­με­ρα.

        Ἀλ­λὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα δι­α­τη­ρεῖ ἀ­λη­θο­φα­νῆ τὴν γο­η­τεί­α του μέ­σῳ τῆς [δρα­μα­τι­κῆς] «πε­ρι­πέ­τεια­ς», ἐ­πά­νω στὴν ὁ­ποί­α δο­μεῖ­ται, τῆς ἐν­τυ­πω­σια­κῆς με­τα­στρο­φῆς, τῆς ἀ­προσ­δό­κη­της γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν οἱ­ο­νεὶ ὁ­μα­λό­τη­τα τοῦ εἶ­ναι του, κι ἐ­κεῖ­νος συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­το­μά­τως τὶς ἀ­δι­α­νό­η­τες, ἀ­θρό­ες δυ­να­τό­τη­τες τῆς λε­γό­με­νης ζω­ῆς. Μί­α μι­κρό­τε­ρου βαθ­μοῦ ἀλ­λὰ ὄ­χι λι­γό­τε­ρο ση­μαί­νου­σα κά­θαρ­σις (K­a­t­h­a­r­s­is) συν­τε­λεῖ­ται μὲς ἀ­πὸ τὴν κα­τά­πλη­ξη καὶ τὸ ξάφ­νια­σμα, ὅ­ταν τὰ πάν­τα ἀ­να­τρέ­πον­ται, γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει κα­νεὶς ὅ­τι ὁ κό­σμος δὲν εἶ­ναι μό­νο μη­χα­νὴ ποὺ ἀ­λέ­θει σάρ­κες. Στὸν ἴ­διο βαθ­μὸ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα δι­α­θέ­τει ὕ­φος ἐ­πα­να­στα­τι­κό, ἀ­φοῦ στὸ τέ­λος ἐ­ξε­γεί­ρε­ται κα­τὰ τῆς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης πλο­κῆς. Λα­κτί­ζει πρὸς κέν­τρα χτυ­πών­τας τὸ προ­βλε­πό­με­νο, τὸ πι­θα­νὸ καὶ τυ­πο­ποι­η­μέ­νο. Τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μά του εἶ­ναι ταυ­το­χρό­νως καὶ ὁ κίν­δυ­νός του: ἡ πλα­νε­ρὴ τε­χνι­κὴ τῆς ξαφ­νι­κῆς φώ­τι­σης με­γι­στο­ποι­εῖ στὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ ἀ­στρα­πη­βό­λου καὶ τὸν ἐ­ξαν­τλεῖ τό­σο ποὺ ἐ­κεῖ­νος χά­νει τὸ νό­η­μα τῆς κο­σμι­κῆς καὶ λο­γι­κῆς τά­ξης. Στὸ τέ­λος μέ­νει μό­νον ἡ ἐν­τύ­πω­ση.

        Τε­λει­ώ­νον­τας, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ση­μει­ώ­σει ἐ­πι­πλέ­ον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ ποὺ εἰ­πώ­θη­κε στὴν ἀρ­χή: Ὅ­τι στὸν τό­πο μας δὲν θέ­λει νὰ εὐ­δο­κι­μή­σει. Αὐ­τὸ ἴ­σως ὀ­φεί­λε­ται στοὺς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους· ἢ στοὺς θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς, τοὺς ποι­η­τές. Οἱ συν­θῆ­κες εἶ­ναι πάν­το­τε ἀ­θῶ­ες, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι. Ἐ­μεῖς, ὅ­μως, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε κά­πως κα­λύ­τε­ροι.

*********** 

 * Στὸ κεί­με­νο «G­a­u­r­i­s­a­n­k­ar», τὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος τῶν βου­δι­στῶν καὶ ἰν­δου­ι­στῶν, ἕ­δρα τοῦ Θε­οῦ S­h­i­va. Βρί­σκε­ται στὸ Νε­πάλ, 60 χλμ. δυ­τι­κὰ τοῦ Ἔ­βε­ρε­στ. Ἡ ἀ­νά­βα­ση σ’ αὐ­τὸ ἐ­πε­τρά­πη μό­λις τὸ 1979, με­τά, δη­λα­δή, τὴν συγ­γρα­φὴ τοῦ πα­ρόν­τος δο­κι­μί­ου (Σ.τ.μ.­).

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­­πὸ τὴν συλ­­λο­γὴ δο­κι­μί­ων Για­τί γρά­φου­με; Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνία (Warum Schreiben? Notizen zur Literatur, Carl Hanser Verlag, München 1976, σσ. 211-213).

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Διαφημίσεις