Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Γιὰ τὸν Günter Kunert καὶ τὸ σύντομο διήγημα

 

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

 

Γιὰ τὸν G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt

καὶ τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα

 

GÜNTER KUNERT, πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος, γεν­νή­θη­κε τὸ 1929 στὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀπ’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ W­o­lf B­i­e­r­m­a­nn. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς δι­α­κό­σιους). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (k­l­e­i­ne P­r­o­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

         Οἱ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ σχο­λια­στὲς τοῦ ἔρ­γου του ἀ­να­ρω­τιοῦν­ται, τὶ εἶ­ναι πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ὁ G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt. «Ἡ γρα­φή μου», ὑ­πο­στη­ρί­ζει, «εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἀ­ναγ­κα­στι­κῆς νεύ­ρω­σης». Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ ἐ­ξη­γή­σει κα­νεὶς τοὺς δι­α­κό­σιους τίτ­λους βι­βλί­ων; Τὸ ἀ­πό­σταγ­μα, πάν­τως, αὐ­τῆς τῆς πλη­θω­ρι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι, κα­θ’ ὁ­μο­λο­γί­αν του, ἡ ποί­η­ση. Ὁ K­u­n­e­rt εἶ­ναι p­ar e­x­c­e­l­l­e­n­ce ποι­η­τής. Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τὸν τὸν πυ­ρή­να. Καὶ πα­ρα­δό­ξως σ’ αὐ­τὸν τὸν πυ­ρή­να ἡ λέ­ξη-κλει­δὶ εἶ­ναι ἡ Ἱ­στο­ρία. Ἂν δὲν τὸν ἐμ­πό­δι­ζε ὁ πό­λε­μος, θὰ σπού­δα­ζε ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α. Ἔ­τσι, συ­νέ­χι­σε ἀ­να­σκά­πτων λέ­ξεις καὶ ἔν­νοι­ες ποὺ δι­έ­σω­σε «ἡ λή­θη», καὶ ἄλ­λες ἔν­νοι­ες λη­σμο­νη­μέ­νες πί­σω ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες. Ὁ G­ü­n­t­er πά­λε­ψε μὲ τὸ χῶ­μα, τὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα, τὴν ἐ­πι­φά­νεια. Κι ὅ­πως συμ­βαί­νει μ’ ἐ­κεί­νους ποὺ «βα­δί­ζουν στὰ σκο­τει­νά», ἀ­να­κά­λυ­πτε συ­χνὰ τά­φους καὶ ἱ­ε­ρὰ ἤ­δη συ­λη­μέ­να. Στὸ πλη­θω­ρι­κὸ ἔρ­γο του δι­α­σώ­ζον­ται σή­με­ρα ἐ­λά­χι­στα κτε­ρί­σμα­τα καὶ θραύ­σμα­τα πρω­το­τυ­πί­ας. Μᾶλ­λον δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­κε γι’ αὐ­τό. Πα­ρὰ τὸν θυ­μο­σο­φι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, ἑλ­κύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξη στά­ση. Ἡ γρα­φή του ἐ­πι­στρέ­φει σ’ ἕ­να πα­ρελ­θὸν συ­χνὰ σκο­τει­νό. Εἶ­ναι ὁ Ἑ­βραῖ­ος ποὺ δὲν μπο­ρεῖ να σκε­φτεῖ τὸ μέλ­λον. Τὸν πρό­σε­ξε ὁ B­r­e­c­ht καὶ προ­σπά­θη­σε, μέ­σα ἀ­π’ αυ­τόν, νὰ κα­τα­λά­βει πῶς σκέ­φτε­ται ἡ πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κὴ γε­νιά στὴν Γερ­μα­νί­α. Ἦ­ταν τὸ σύν­το­μο κα­λο­καί­ρι τῆς «ρε­α­λι­στι­κῆς οὐ­το­πί­ας». Τὸ 1962 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεῖ­ο H­e­i­n­r­i­ch M­a­nn. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ «τεί­χους», τῶν πολ­λα­πλῶν (καὶ δι­ό­λου ἀ­νε­παί­σθη­των) ἀ­πο­κλει­σμῶν. Ὁ G­ü­n­t­er ἀν­τι­δρᾶ. Ὅ­ταν ἀ­φαι­ρεῖ­ται ἡ ἰ­θα­γέ­νεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο του W­o­lf B­i­e­r­m­a­nn, ὁ ἴ­διος θε­ω­ρεῖ ἑ­αυ­τὸν ἄ­πα­τριν καὶ ἀ­να­ζη­τεῖ νέα πα­τρί­δα στὴ Δύ­ση. Στὴν οὐ­σί­α, ἡ γρα­φή του ἔ­χει χά­σει, καὶ δὴ πρὸ πολ­λοῦ, τὸ ὑ­πό­στρω­μά της. Προ­βλέ­πει, ὡ­στό­σο, τὰ δει­νὰ ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θή­σουν. Τὸν βα­φτί­ζουν «Κασ­σάν­δρα τοῦ Kais­bor­stel». K­a­i­s­b­o­r­s­t­el εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ὅ­που ἀ­να­ζή­τη­σε κα­τα­φύ­γιο, ἡ Ἰ­θά­κη του. Ἡ πέ­να του τὸν βο­η­θεῖ νὰ δεῖ τὸν “μα­κρό­κο­σμο” μὲ χει­ρουρ­γι­κὴ ἀ­κρί­βεια. Πε­ρι­γρά­φει τὴν στά­ση του διὰ στό­μα­τος τοῦ ἐκ­δι­ωγ­μέ­νου ἀ­πὸ τοὺς να­ζι­στὲς ποι­η­τῆ Fe­lix Bol­lak: «Ὁ σω­στὸς μάν­της πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μάν­της δει­νῶν». Ἑ­τοι­μά­ζει τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του δι­ευ­ρύ­νον­τας ἐ­σχα­το­λο­γι­κὰ τὸν “μι­κρό­κο­σμό” του σὲ ἐ­πί­πε­δο πλα­νη­τι­κό. «Ἡ ἐ­περ­χό­με­νη κα­τα­στρο­φὴ θὰ εἶ­ναι κα­θο­λι­κή». Θε­μα­το­ποι­εῖ μὲ «ἱ­λα­ρὴ με­λαγ­χο­λί­α» τὴν πτώ­ση τοῦ τεί­χους τὸ 1989 στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ F­r­e­md d­a­h­e­im (Ξέ­νος ἐν οἴ­κῳ). Ἡ κα­τα­βύ­θι­ση μιᾶς χώ­ρας καὶ ὁ ἀρ­νη­τι­κὸς θρί­αμ­βος τοῦ πεσ­σι­μι­στῆ. Ἔ­κτο­τε γρά­φει ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας σχή­μα­τα φθαρ­μέ­να.

        Γιὰ τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πλη­θώ­ρα βρα­βεί­ων (Βρα­βεῖ­ο F­r­i­e­d­r­i­ch H­ö­l­d­e­r­l­in τῆς πό­λης B­ad H­o­m­b­u­rg, Βρα­βεῖ­ο G­e­o­rg T­r­a­kl) καὶ ἀ­να­δει­χθεῖ σὲ Ἐ­πί­τι­μο Δι­δά­κτο­ρα Πα­νε­πι­στη­μί­ων στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἀ­με­ρι­κή.

 

«Τὸ κέρ­δος τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς κα­τά­στα­σης».

Ἡ θη­τεί­α τοῦ K­u­n­e­rt στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα. 

 

Ἡ ἐμ­μο­νὴ τοῦ K­u­n­e­rt στὸ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» (K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­te) ἔ­χει, κα­θ’ ὁ­μο­λο­γί­αν του, τὶς ρί­ζες της στὸ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, Βε­ρο­λῖ­νο τοῦ 1945· στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ «ὥ­ρα μη­δὲν» τῆς Γερ­μα­νί­ας, τὴν ἐκ­ποί­η­ση τῶν προ­γό­νων ἐν ὄ­ψει τῆς νέ­ας ἀρ­χῆς. Ἡ σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ ταί­ρια­σε ἀ­πο­λύ­τως στὴν ἀ­σθμα­τι­κὴ ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ γερ­μα­νοῦ στρα­τι­ώ­τη ποὺ ἐ­πέ­ζη­σε. Τὴν υἱ­ο­θέ­τη­σε πρώ­τη ἡ πε­ρί­φη­μη G­r­u­p­pe 47. Ἀ­σφα­λῶς, ἔ­χουν προ­η­γη­θεῖ —ση­μαν­τι­κοὶ ὁ­δο­δεῖ­κτες— οἱ «Ἱ­στο­ρί­ες τοῦ κυ­ρί­ου Κό­υ­νερ» («G­e­s­c­h­i­c­h­t­en vom H­e­r­rn K­e­u­n­er») τοῦ B­r­e­c­ht ποὺ γρά­φον­ταν διὰ βί­ου ἀ­πὸ τὸ 1926.

        Κα­τὰ τὸν K­u­n­e­rt, γε­νέ­θλιον ἔ­τος τοῦ εἴ­δους (ἂν νο­οῦν­ται γε­νέ­θλια εἴ­δη στὴν λο­γο­τε­χνί­α) εἶ­ναι τὸ 1833, ὅ­ταν ὁ P­oe δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα («Μπο­τί­λια στὸ πέ­λα­γος», «MS. F­o­u­nd in a B­o­t­t­le»­). Πα­ρα­δό­ξως, δὲν εἶ­ναι ὁ B­r­e­c­ht οὔ­τε ἡ S­e­g­h­e­rs ἢ ὁ B­ö­ll (κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν θαυ­μα­στὴς τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος), οὔ­τε ἀ­κό­μη ὁ H­e­m­i­n­g­w­ay, τὸ «Ἅ­γιον Πνεῦ­μα τῆς γερ­μα­νι­κῆς “σχο­λῆ­ς”», αὐ­τοὶ ποὺ ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν K­u­n­e­rt, ἀλ­λὰ ὁ B­a­u­d­e­l­a­i­re («Ἡ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ», «Le s­p­l­e­en de P­a­r­is», p­o­s­t­h­um 1869) καὶ τὸ κρι­τι­κὸ ὕ­φος τοῦ B­e­n­j­a­m­in στὸ «Τὸ κα­θῆ­κον [ἢ μή­πως Ἡ πα­ραί­τη­ση;] τοῦ με­τα­φρα­στῆ» («D­ie A­u­f­g­a­be d­es Ü­b­e­r­s­e­t­z­e­rs», 1921). Σὲ σχε­τι­κὴ «συ­ζή­τη­ση ἐρ­γα­στη­ρί­ου» μὲ τὸν M. Dur­zak (1977), ὁ K­u­n­e­rt ἀ­να­φέ­ρει ἀ­κό­μη τοὺς Faul­k­n­er καὶ An­der­son, τὸν H­e­i­ne γιὰ τὴν δι­α­βρω­τι­κὴ εἰ­ρω­νεί­α του, τὸν Mar­tin Bu­ber τῶν πα­ρα­βο­λῶν τῆς ἰ­ου­δα­ϊ­κῆς πα­ρά­δο­σης.

        Ἂν ὑ­πάρ­χει μί­α λέ­ξη-κλει­δὶ ἱ­κα­νὴ νὰ ὁ­ρί­σει τὸ ἐ­κρη­κτι­κὸ μίγ­μα αὐ­τοῦ τοῦ μι­κροῦ σύμ­παν­τος, εἶ­ναι ἡ λέ­ξη Ἐ­πι­φά­νια (E­pi­pha­nie): ἀ­στρα­πια­ία σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς συ­νά­φειας τῶν πραγ­μά­των (μα­θη­τεί­α στὸ «Δου­βλι­νέ­ζοι»­). Ποι­ῶν ὅ­μως πραγ­μά­των; Μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ ἑ­στί­α του βρί­σκε­ται «στὸν ὀμ­φα­λὸ τοῦ κό­σμου», ὁ K­u­n­e­rt εἰ­σχω­ρεῖ στὴν πλα­νη­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ κα­κοῦ (οἱ θά­λα­μοι ἀ­ε­ρί­ων εἶ­ναι ἡ κο­ρύ­φω­ση τῆς συ­νεκ­δο­χῆς του), γιὰ νὰ καρ­πω­θεῖ «τὸ κέρ­δος τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς κα­τά­στα­ση­ς». Ἔ­τσι χα­ρα­κτη­ρί­ζει, λό­γου χά­ριν, τὶς πα­ρα­μορ­φω­μέ­νες εἰ­κό­νες τῶν ἀ­στῶν, τὸ θη­ρι­ο­τρο­φεῖ­ο τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ. Ἡ μα­τιὰ ἐ­πά­νω στὴν ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὴ καὶ «γκρο­τέ­σκα», δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κή. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­μορ­φώ­νει τὴν γρα­φή του καὶ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸ φαν­τα­στι­κό (ὅ­πως τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ K­a­f­ka), προ­κει­μέ­νου νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἕ­να τέ­τοι­ο «σύν­το­μο, φαν­τα­στι­κό, γκρο­τέ­σκο δι­ή­γη­μα» μπο­ρεῖ νὰ αἰφ­νι­διά­σει τὸν ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ εἰ­θι­σμέ­νου στὸν ἐ­πί­πε­δο, ἄ­νο­στο ρε­α­λι­σμὸ ἀ­να­γνώ­στη. Ἰ­δοὺ τὸ νέ­ο, ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ εἶ­δος γρα­φῆς.

        Ἡ ἄλ­λη λέ­ξη εἶ­ναι ἡ ἀ­να­τρο­πή, τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος, ποὺ ἡ κα­τα­κλυ­σμι­κὴ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο χρή­ση του, ἰ­δί­ως στὰ σύν­το­μα ποι­ή­μα­τα, ἀ­δυ­να­τί­ζει σή­με­ρα τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ξί­α. Πάν­τως, ἡ κα­τα­γω­γὴ αὐ­τῆς τῆς τε­χνι­κῆς βρί­σκε­ται στὴν ποι­η­τι­κὴ τῆς τρα­γω­δί­ας, στὴν πε­ρι­πέ­τεια καὶ τὴν ἀ­κό­λου­θη κά­θαρ­ση. Κα­τὰ τὸν K­u­n­e­rt, «ἡ ἀ­να­τρο­πὴ εἶ­ναι τὸ πρω­τεῦ­ον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος», ἂν καὶ ἐ­δῶ «ἐ­νε­δρεύ­ει ὁ κίν­δυ­νος, ἡ ξαφ­νι­κὴ ἀ­πο­κά­λυ­ψη νὰ σκιά­σει τὸ νό­η­μα ὑ­πὲρ τῆς ἐν­τύ­πω­σης». Εὐ­τυ­χῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ἐ­τή­ρη­σε μὲ συ­νέ­πεια αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χή, ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς λέ­ξεις νὰ τὸν «ἀ­πο­πλα­νή­σουν», ὅ­πως εἶ­πε, ἀ­φέ­θη­κε στὴν γο­η­τεί­α τῆς γρα­φῆς, στὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ αἰφ­νι­δια­σθεῖ ὁ ἴ­διος. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐ­κτο­πί­στη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἀ­π’ τὸ ποι­η­τι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, καὶ ὁ γρά­φων βρῆ­κε τὴν θέ­ση του στὸ κέν­τρο τῆς γρα­φῆς του.

        Ἴ­σως ὅ­μως, τὸ μυ­στι­κὸ τῆς γρή­γο­ρης, πυ­κνῆς καὶ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κῆς μα­τιᾶς τοῦ K­u­n­e­rt ἐ­πά­νω στὰ “πράγ­μα­τα” βρί­σκε­ται στὴν δη­μι­ουρ­γί­α τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς εἰ­κό­νας, στὸ μον­τὰζ καὶ τὴν θε­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς σε­κάνς, τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας δη­λα­δὴ τῶν εἰ­κό­νων. Ὁ ἴ­διος δὲν εἶ­ναι μό­νον μα­νι­ώ­δης θε­α­τὴς κι­νη­μα­το­γρά­φου ἀλ­λά, προ­πάν­των, κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Τὸ μά­τι του βρί­σκε­ται στα­θε­ρὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κά­με­ρα, καὶ στὸ χέ­ρι κρα­τᾶ, πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν πέ­να, ψα­λί­δι. Τε­μα­χί­ζει τὴν ἀ­φή­γη­ση καὶ τὴν ξα­να­μοι­ρά­ζει μὲ ἄλ­λη σει­ρά. Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἡ σε­κὰνς τῆς φιλ­μι­κῆς γρα­φῆς του.

        Ὁ K­u­n­e­rt ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὸ εἶ­δος —με­τα­ξὺ ἄλ­λων— στὸ «Σύν­το­μη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» («K­u­r­ze B­e­t­r­a­c­h­t­u­ng d­er K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­te») ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ων του Για­τί γρά­φου­με; Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α (W­a­r­um S­c­h­r­e­i­b­en? N­o­t­i­z­en z­ur L­i­t­e­r­a­t­ur, C­a­rl Hanser Ve­r­l­ag, M­ü­n­c­h­en 1976, σσ. 211-213). Εἶ­ναι ἕ­να ἀπ’ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας θέ­τει εἰς ἑ­αυ­τόν, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι «ἡ ψευ­δαί­σθη­ση δὲν ἀ­παν­τᾶ πλέ­ον στὸ τη­λέ­φω­νο».

 

******** 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Manfred Durzak, Die deutsche Kurzgeschichte der Gegenwart – Autorenporträts Werkstattgespräche Interpretationen, Reclam, Stuttgart 1980, ³2002.

Hans-Christoph Graf von Nayhauss (ἐπιμ.), Theorie der Kurzgeschichte, Reclam, Stuttgart 2004.

Leonie Marx, Die deutsche Kurzgeschichte, Metzler, Stuttgart-Weimar, ³2005.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: