Ἀχιλλέας Κυριακίδης: [Περνάει ὁ καιρὸς κι ὁ Λάζαρος…]

 

 

Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης

 

[Περ­νά­ει ὁ και­ρός κι ὁ Λάζαρος…]

 

ΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ κι ὁ Λά­ζα­ρος ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ, κλει­σμέ­νος μὲς στὸ σπή­λαι­ο ποὺ τό ‘­χει φέ­ρει ὅ­λο πά­νω κά­τω ψη­λα­φών­τας τὰ ὑ­γρὰ τοι­χώ­μα­τά του, σὰν μυ­στι­κὸ βρα­δυ­φλε­γὲς ποὺ γυ­ρο­φέρ­νει μὲς σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο σφρα­γι­σμέ­νο στό­μα, ἢ σὰν φω­νὴ ποὺ δί­στα­σε τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στοί­χει­ω­σε, ἐν μα­λα­καῖς πα­ρειαῖς ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­θέ­α­τη, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ὑ­πάρ­χει σκο­τά­δι μὲ τό­σο σχῆ­μα, εἶ­ναι ὅ­μως καὶ φο­ρὲς ποὺ νι­ώ­θει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται σ’ ἕ­να στε­ρέ­ω­μα ρευ­στό, νὰ κο­λυμ­πᾶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα σὲ μιὰ πε­ρί­ερ­γη δε­ξα­με­νὴ ἐ­λα­φρό­τη­τας, πῶς ἦ­ταν τὶς πα­λι­ὲς ἡ­μέ­ρες μὲ τὴν ἀ­να­σφά­λεια ποὺ τὸν πη­γαι­νό­φερ­ναν οἱ σκο­τοῦ­ρες του κι ἔ­ψα­χνε τό­τε, πρὶν τὸν θά­να­το μι­λᾶ­με, νά ‘­βρει τὴν κί­νη­ση ἢ τὸν λό­γο ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ τοῦ ‘­δι­νε τὴ δύ­να­μη νὰ πλο­η­γή­σει πά­λι τὴ ζω­ή του, νὰ πι­στέ­ψει σὰν κα­λὸς θνη­τὸς πὼς ὅ­λα παί­ζον­ται, πὼς καὶ τὸ θαῦ­μα ἀ­κό­μα ἀ­νή­κει στὴν ἁ­πλό­τη­τα τῆς λο­γι­κῆς, πῶς τώ­ρα θά ‘­ταν ἐ­δῶ μέ­σα, πε­ρι­μέ­νον­τας στὸν σκο­τει­νὸ προ­θά­λα­μο, δί­νον­τας χρώ­μα­τα στὶς σκέ­ψεις του μὴν τρε­λα­θεῖ, κόκ­κι­νο καὶ τρι­αν­τα­φυλ­λὶ καὶ κί­τρι­νο κι αὐ­τὸ τὸ χρῶ­μα ποὺ δὲν ἔ­χει ὄ­νο­μα ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει, κα­θὼς κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ θὰ πρω­ταν­τί­κρι­ζε ἐ­ξερ­χό­με­νος, καὶ πῶς ἀν­τέ­χε­ται τό­ση πολ­λὴ λευ­κό­τη­τα αἰφ­νι­δί­ως, ὅ­ταν θὰ ‘ρ­θεῖ ἡ στιγ­μὴ κι ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ ποὺ ξέ­ρει ἀ­πὸ πα­λιὰ νὰ λέ­ει δεῦ­ρο, καὶ νι­ώ­σει μιὰ γι­γάν­τια πί­ε­ση νὰ τὸν σπρώ­χνει, σὰν ἀ­κυ­βέρ­νη­τη πι­ρό­γα νὰ ὁ­δεύ­ει γιὰ τὸν βέ­βαι­ο κα­ταρ­ρά­κτη, μιὰ θύ­ελ­λα φω­τα­ψί­ες νὰ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται, καὶ γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ νὰ βρί­σκε­ται ἄ­λα­λο ἕρ­μαι­ο μιᾶς γνώ­ρι­μης λα­βῆς, καὶ γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ νὰ τὸν χτυ­ποῦν στὴν πλά­τη, ν’ ἀ­κού­ει τὸ νὰ σᾶς ζή­σει, καὶ νὰ βά­ζει τὰ κλά­μα­τα.

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης, Δι­ε­στραμ­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να 1988, [ἱ­στο­ρί­α ι­α’].

 

Α­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης (Κά­ι­ρο, 1946). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μι­κρὰ πε­ζά, δο­κί­μια, σε­νά­ρια γιὰ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Πρῶ­το του βι­βλί­ο η συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Δι­α­φά­νεια, ἐκδ. Δω­δώ­νη, Ἀθήνα, 1973. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πό τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ γαλ­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Embryo. Φωτ.: Eddie Lee

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: