Φαῖδρος Μπαρλᾶς: Ὁ Λήσταρχος

 

 

Φαῖ­δρος Μπαρ­λᾶς

 

Ὁ Λήσταρχος

 

ΠΙ ΕΤΗ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ὁ λή­σταρ­χος ἐ­και­ρο­φυ­λά­κτει εἰς τὴν ἰ­δί­αν πάν­το­τε στε­νω­πὸν καὶ κα­τε­λή­στευ­ε τοὺς δι­ερ­χο­μέ­νους. Ἀλ­λοί­μο­νον εἰς ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πε­πει­ρῶν­το νὰ δι­έλ­θουν ἐ­κεῖ­θεν, φέ­ρον­τες με­θ’ ἑ­αυ­τῶν τι­μαλ­φῆ ἢ χρυ­σόν. Ἀ­πη­νής, ὁ λή­σταρ­χος ἥρ­πα­ζε τὰ πάν­τα, κω­φεύ­ων εἰς τὰς σπα­ρα­κτι­κὰς ἱ­κε­σί­ας καὶ τὰ δά­κρυ­α τῶν θυ­μά­των του.

         Εἰς μά­την ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ἐ­πε­χεί­ρη­σαν τὰ κα­τα­δι­ω­κτι­κὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ ζω­γρή­σουν αὐ­τὸν καὶ τοὺς συν­τρό­φους του. Ὁ λή­σταρ­χος δι­έ­φευ­γεν ἐ­πι­τυ­χῶς ἐκ τοῦ δη­μι­ουρ­γου­μέ­νου κλοι­οῦ, συ­χνά­κις δὲ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα κα­τέ­λει­πον ἐ­πὶ τό­που νε­κροὺς καὶ τραυ­μα­τί­ας.

        Ἀλ­λ’ ἡ μα­κρὰ πα­ρα­μο­νὴ εἰς τὰ ὄ­ρη εἶ­χε πλέ­ον κου­ρά­σει τὸν λή­σταρ­χον. Εἶ­χεν ἐξ ὅ­λης ψυ­χῆς βα­ρυν­θῆ τὴν φορ­τι­κὴν ἐ­πα­νά­λη­ψιν τῆς ἰ­δί­ας καὶ ἀ­ναλ­λοι­ώ­του δι­α­δι­κα­σί­ας: Τὴν κύ­κλω­σιν τῶν ἐφ’ ἁμά­ξης διερ­χομένων τὴν στε­νωπόν, τὴν ἀ­πει­λη­τι­κὴν προ­βο­λὴν τῶν ὅ­πλων, τὴν ἐκ­φώ­νη­σιν τῆς ἐ­πι­τα­κτι­κῆς ἐν­το­λῆς «ψη­λὰ τὰ χέ­ρια!» καί, τέ­λος, τὴν ἀ­φαί­ρε­σιν τῶν χρη­μά­των καὶ τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων ποι­ᾶς τι­νος ἀ­ξί­ας, ποὺ ἔ­φε­ρον μεθ’ ἑ­αυ­τῶν οἱ τα­ξι­δεύ­ον­τες.

        Πα­λαι­ό­τε­ρον, ἠ­γά­πα αὐ­τὸν τὸν τρό­πον ζω­ῆς. Τὸν ἐ­θε­ώ­ρει ὡς τολ­μη­ρόν, ρι­ψο­κίν­δυ­νον, ἀ­συ­νή­θη, πλή­ρως ἁρ­μό­ζον­τα εἰς ἄν­δρα μὲ ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­αν ἀ­νή­συ­χον, ὡς ἐ­πί­στευ­εν ἑ­αυ­τόν. Πλὴν ὁ ἀρ­χι­κός του ἐ­κεῖ­νος ἐν­θου­σια­σμὸς εἶ­χεν ἤ­δη κα­τα­πέ­σει. Καὶ ἔ­βλε­πε τὴν ζω­ήν του ὡς ζω­ὴν ὑ­παλ­λή­λου, ζω­ὴν ἀ­πελ­πι­στι­κῶς μο­νό­το­νον, προ­σκε­κολ­λη­μέ­νην πάν­το­τε εἰς τὰ ἴ­δια, τὰς ἰ­δί­ας λέ­ξεις, τὰς ἰ­δί­ας κι­νή­σεις καὶ ἐ­νερ­γεί­ας. Ὁ λή­σταρ­χος εἶ­χε χά­σει τὴν κα­λήν του δι­ά­θε­σιν καὶ ἐ­ξε­τέ­λει τὰς λη­στεί­ας του μη­χα­νι­κῶς σχε­δὸν πλέ­ον, ἐκ κε­κτη­μέ­νης τα­χύ­τη­τος καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὅ­τι πᾶν ἕ­τε­ρον βι­ο­πο­ρι­στι­κὸν μέ­σον τοῦ εἶ­χεν ἀ­πο­κλει­σθῆ.

        Ἐν τού­τοις, τὴν ἐ­α­ρι­νὴν ἐ­κεί­νην πρω­ΐ­αν, οἱ σύν­τρο­φοί του, ποὺ τὸν ἔ­βλε­πον μο­νί­μως σκυ­θρω­πὸν καὶ με­λαγ­χο­λι­κόν, εἶ­δον ἀ­νελ­πί­στως εἰς τὸ πρό­σω­πόν του «ἄλ­λον ἄν­θρω­πον». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­μει­δί­α, ἠ­στε­ΐ­ζε­το καὶ —πρᾶγ­μα ἐ­ξό­χως ἀ­σύ­νη­θες καὶ ἀ­πί­θα­νον— ἐ­τε­ρέ­τι­ζεν, ἀ­πὸ δι­α­στή­μα­τος εἰς δι­ά­στη­μα, ἕ­να χα­ρω­πὸν σκο­πόν.

        Ἠ­πό­ρουν οἱ λη­σταὶ διὰ τὴν ἀ­πό­το­μον αὐ­τὴν ἀλ­λα­γὴν δι­α­θέ­σε­ως τοῦ ἀρ­χη­γοῦ των καὶ τὴν ἐ­σχο­λί­α­ζον χα­μη­λο­φώ­νως με­τα­ξύ των, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ τολ­μοῦν νὰ ἐ­ρω­τή­σουν ἐ­κεῖ­νον πε­ρὶ τῆς αἰ­τί­ας της. Ἐ­γνώ­ρι­ζον, ὅ­τι ὁ λή­σταρ­χος οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρει τοὺς ἀ­δι­α­κρί­τους καὶ τοὺς αὐ­θά­δεις.

        Ἐ­ξαίφ­νης, τὰς συ­ζη­τή­σεις δι­έ­κο­ψεν ἡ κραυ­γὴ τοῦ σκο­ποῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πε­σή­μα­νεν ἅ­μα­ξαν προ­σεγ­γί­ζου­σαν εἰς τὴν εἴ­σο­δον τῆς στε­νω­ποῦ. Με­τ’ ὀ­λί­γον, ἡ ἅ­μα­ξα εἶ­χε κυ­κλω­θῆ ἀ­πὸ τὴν λη­στρι­κὴν συμ­μο­ρί­αν καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς αὐ­τῆς, ἀ­να­γνω­ρί­ζων, ὅ­τι πᾶ­σα ἀ­πό­πει­ρα δι­α­φυ­γῆς ἦ­το πλέ­ον ἀ­δύ­να­τος, ἐ­στά­θη, ἀ­να­μέ­νων τὴν μοι­ραί­αν ἐ­ξέ­λι­ξιν.

        Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­προ­χώ­ρη­σε πρὸς τήν ἀ­κι­νη­τή­σα­σαν ἅ­μα­ξαν, νεύ­ων, συγ­χρό­νως, πρὸς τοὺς συν­τρό­φους του νὰ μὴν τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν.

        Ἐ­χαι­ρέ­τη­σε προ­ση­νῶς, διὰ κλί­σε­ως τῆς κε­φα­λῆς, τὸν ὁ­δη­γόν, καὶ ἐ­κά­λε­σεν ἀ­κο­λού­θως τοὺς ἐ­πι­βαί­νον­τας νὰ κα­τέλ­θουν. Αὐ­τοὶ ὑ­πή­κου­σαν, ὠ­χροὶ καὶ τρέ­μον­τες.

        Ὁ λή­σταρ­χος τοὺς ἠ­τέ­νι­σεν, ἐ­πὶ μι­κρόν, σι­ω­πη­λός. Ἐ­λα­φρὸν μει­δί­α­μα ἤν­θι­ζεν εἰς τὰ χεί­λη του καὶ ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α του ἐ­κα­τό­πτρι­ζε τὴν φι­λο­παίγ­μο­να δι­ά­θε­σίν του.

        — Πα­ρα­κα­λῶ, εἶ­πεν εἰς ἤ­πιον τό­νον, πα­ρα­κα­λῶ, τὶς ἀ­στυ­νο­μι­κές σας ταυ­τό­τη­τες.­..

        Ἐ­κεῖ­νοι ἀλ­λη­λο­ε­κυτ­τά­χθη­καν ἔκ­πλη­κτοι. Τί ἐ­σή­μαι­νε πά­λιν αὐ­τό; Τί τὰς ἤ­θε­λε τὰς ταυ­τό­τη­τάς των, ὁ λη­στής; Ἀλ­λ’ ἡ προ­τε­τα­μέ­νη κάν­νη τοῦ ὅ­πλου του ὑ­πε­δεί­κνυ­εν, ὅ­τι ὤ­φει­λον νὰ πει­θαρ­χή­σουν ἄ­νευ χρο­νο­τρι­βῆς.

        Ὁ λή­σταρ­χος ἔ­λα­βεν ἀ­νὰ χεῖ­ρας τάς ἀ­στυ­νο­μι­κὰς ταυ­τό­τη­τας, τὰς ἤ­λεγ­ξεν ἐ­πι­με­λῶς καὶ εὐ­συ­νει­δή­τως. Δι­ε­πί­στω­σεν, ὅ­τι ἔ­φε­ρον ὅ­λαι τὴν σφρα­γῖ­δα τοῦ οἰ­κεί­ου ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ τμή­μα­τος, τὸν ἀ­ριθ­μὸν μη­τρώ­ου ἑ­νὸς ἑ­κά­στου, τὴν ὑ­πο­γρα­φὴν τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ δι­ευ­θυν­τοῦ, ὅ­τι ἦ­σαν γνή­σιαι, μὴ ἐ­πι­δε­κτι­καὶ ὑ­πο­ψί­ας πλα­στό­τη­τος.

        Τὰς ἐ­πέ­στρε­ψε τό­τε εἰς τοὺς κα­τό­χους των.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, κύ­ριοι, εἶ­πε. Εἶ­σθε ἐν τά­ξει. Τί­πο­τε ἄλ­λο. Μπο­ρεῖ­τε νὰ πη­γαί­νε­τε.

        Καὶ βλέ­πων, ὅ­τι ὁ ὁ­δη­γὸς εἶ­χεν ἀ­πο­μεί­νει ἀ­κί­νη­τος καὶ τὸν ἠ­τέ­νι­ζεν ἔκ­θαμ­βος:

        — Ἐμ­πρός! τὸν δι­έ­τα­ξε, ἐ­πα­νευ­ρί­σκων τὸν στι­βα­ρὸν τό­νον φω­νῆς, ποὺ ἐ­νέ­πνε­εν εἰς ὅ­λους τὸ δέ­ος.

        Ὁ ὁ­δη­γός, συ­νελ­θὼν ἀ­πο­τό­μως, ἐ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν θέ­σιν του καὶ ἡ ἅ­μα­ξα ἀ­πε­μα­κρύν­θη ὁ­λο­τα­χῶς.

        Ὁ λή­σταρ­χος εἰ­σέ­πνευ­σεν ἀ­πλή­στως τὸν ἐ­α­ρι­νὸν ἄ­νε­μον, τὸν κα­τά­φορ­τον ἀ­πὸ ὀ­σμὰς εὐ­φρο­σύ­νης. Καί, αἴφ­νης, ἐ­ξέ­σπα­σεν εἰς γέ­λω­τα βρον­τώ­δη. Ἐ­γέ­λα, ἐ­γέ­λα, ἐ­νῶ ἐκ τοῦ μα­κρό­θεν οἱ λη­σταὶ τὸν ἐ­θε­ώ­ρουν ἀ­πο­ροῦν­τες, ἐ­γέ­λα ἀ­κα­τα­παύ­στως ἐ­πὶ ὥ­ραν πολ­λὴν καὶ αἱ κλι­τῦ­ες τοῦ ὄ­ρους ἀν­τή­χουν τὸν γέ­λω­τά του, γέ­λω­τα χαρ­μό­συ­νον, ἱ­λα­ρόν, ἀ­θῶ­ον, γέ­λω­τα παι­δι­κόν καὶ δαι­μο­νι­κὸν συ­νά­μα, ποὺ τὸν ἤ­κου­ον, ὡς μα­κρυ­νὴν βο­ήν, καὶ ἐρ­ρί­γουν οἱ ἐ­πι­βά­ται τῆς ἀ­πο­μα­κρυ­νο­μένης ἁ­μά­ξης, σφίγ­γον­τες εἰς τὸ στῆ­θος τὰ ἀ­νε­ξη­γή­τως δι­α­σω­θέν­τα βα­λάν­τιά των.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ Ἐ­πί­σκε­ψις, Ἐκ­δό­σεις Φέ­ξη, Ἀ­θῆ­ναι, 1963.

 

Μπαρ­λᾶς Φαῖ­δρος (Ἀ­θή­να, 1925-1975). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το βι­βλί­ο του: Δώ­δε­κα τρα­γού­δια, ἐκδ. Ἀ­ε­τός, Ἀ­θή­να, 1943. Ἅ­παν­τα, Τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά, Ἀ­θή­να, 1980.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 07-04-2010)

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: