Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Φιλαρέσκεια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου

 

Φι­λα­ρέ­σκεια

 

 ΕΛΕΕΙΝΟΣ αὐ­τὸς και­ρός, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ τὴν σε­λή­νην ἀ­πέ­κρυ­ψε ἐν­τὸς τῶν σκο­τει­νῶν σα­βά­νων του, ἐ­μα­ταί­ω­σε τὴν νυ­κτε­ρι­νὴν θα­λασ­σί­αν ἐκ­δρο­μήν.

         Ὅ­λοι ἐ­σκυ­θρώ­πα­σαν· προ­πάν­των ὅ­μως ὁ δι­ορ­γα­νω­τὴς τῶν ἐκ­δρο­μῶν, ἀ­νὴρ με­σῆ­λιξ μὲ κε­φα­λὴν με­γα­λο­πρε­πῆ, φω­τι­ζο­μέ­νην ἀ­πὸ κυα­νοὺς βα­θεῖς ὀ­φθαλ­μούς.

        Πε­ρι­ήρ­χε­το ἀ­πὸ ὁ­μί­λου εἰς ὅ­μι­λον, προ­σπα­θῶν νὰ ζω­ο­γο­νή­σῃ τὴν συν­δι­ά­λε­ξιν καὶ νὰ θερ­μά­νῃ τὰ ψυ­χρα­θέν­τα πνεύ­μα­τα.

        Ἡ ἀ­νέλ­πι­στος κα­κο­και­ρί­α ἦ­το σφάλ­μα τοῦ και­ροῦ, ἀλ­λ’ ὁ κύ­ριος Λέ­ων προ­σε­πά­θει νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸ σφάλ­μα τοῦ­το.

        Με­ρι­κοὶ ἐκ τῶν κυ­ρί­ων ἤρ­χι­σαν νὰ στρέ­φουν βλέμ­μα­τα πο­λὺ στορ­γι­κὰ πρὸς τὴν τρά­πε­ζαν τῶν παι­γνι­ο­χάρ­των.

        Οἱ νε­ώ­τε­ροι ἐ­σχη­μά­τι­σαν κύ­κλον πε­ρὶ τὰς κυ­ρί­ας καὶ ἤρ­χι­σεν ἡ συν­δι­ά­λε­ξις, κα­τ’ ἀρ­χὰς μὲ λέ­ξεις ὀ­λι­γο­συλ­λά­βους, ἐ­νι­σχυ­ο­μέ­νας ἀ­νια­ρῶς, κα­τό­πιν ζω­η­ρὰς καὶ ἀ­νημ­μέ­νας.

        Ἡ φι­λα­ρέ­σκεια ἦ­το τὸ θέ­μα, πε­ρὶ τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­πλέ­κε­το τὸ ἀρ­γυ­ροῦν δί­κτυ­ον τῆς συν­δι­α­λέ­ξε­ως.

        —Γυ­νὴ χω­ρὶς φι­λα­ρέ­σκειαν εἶ­νε ἄ­κομ­ψος, ἔ­λε­γε κύ­ριος πο­λὺ φι­λά­ρε­σκος, ρί­πτων βλέμ­μα­τα εἰς κυ­ρί­αν πα­ρα­κα­θη­μέ­νην, ἡ ὁ­ποί­α κα­τε­κρί­νε­το ὡς πο­λὺ ἀ­φε­λὴς πε­ρὶ τὸν ἱ­μα­τι­σμόν.

        —Μὰ καὶ ἀ­νὴρ φι­λά­ρε­σκος πο­λὺ ἀ­η­δής· εἶ­πεν ἐ­κεί­νη, ἀν­τα­πο­δί­δου­σα τὸ ρά­πι­σμα.

        Ὁ κ. Λέ­ων ἐ­πε­νέ­βη καὶ τὰ με­λι­στα­γῆ χεί­λη του ἐ­πα­νέ­φε­ρον τὴν γα­λή­νην.

        —Ἡ φι­λα­ρέ­σκεια εἶ­νε ἔμ­φυ­τος, εἶ­πε μί­α γραῖ­α κυ­ρί­α, κομ­ψευ­ό­με­νη ἀ­κό­μη.

        —Ἐ­γὼ εἶ­μαι τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι δι­δά­σκε­ται με­τὰ προ­σο­χῆς ἱ­ε­ρᾶς, ὡς μά­θη­μα ἀ­πο­λύ­τως ἀ­ναγ­καῖ­ον ἀ­πὸ τὰς τρυ­φε­ρὰς μη­τέ­ρας. Ὁ με­σαι­ὼν μά­λι­στα ὕ­ψω­σε τὴν φι­λα­ρέ­σκειαν εἰς τὴν πε­ρι­ω­πὴν ἐ­πι­στή­μης.

        Ὁ κ. Λέ­ων ἐ­πε­νέ­βη καὶ πά­λιν:

        —Δὲν γνω­ρί­ζω, εἶ­πεν, ἂν ἡ φι­λα­ρέ­σκεια ὑ­πάρ­χει συ­νά­μα, ἢ ἂν δι­δά­σκε­ται· δὲν ἐ­ξε­τά­ζω δὲ ἂν ὠ­φε­λῇ ἢ βλά­πτῃ ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω ὅ­τι εἶ­νε δύ­να­μις.

        —Δυ­να­μί­τις!­!!

        —Δὲν τὴν ἐ­ξε­τά­ζω ὡς ὅ­πλον τὴν δύ­να­μιν αὐ­τήν. Θὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ μί­αν ἱ­στο­ρί­αν, τὴν ὁ­ποί­αν εἶ­δον εἰς τὸν βί­ον μου καὶ θὰ ἐν­νο­ή­σε­τε ποί­ου εἴ­δους δύ­να­μιν ἐν­νο­ῶ.

        Ἠ­κού­σθη θό­ρυ­βος κι­νου­μέ­νων κα­θε­κλῶν.­.. Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον συ­νε­σφίγ­γε­το διὰ νὰ ἀ­κού­σῃ καλ­λί­τε­ρον.

        —Ἐ­γνώ­ρι­σα δύ­ο ἀ­δελ­φὰς δι­δύ­μους· ἦ­σαν καλ­λι­τε­χνή­μα­τα τοῦ Θε­οῦ. Τε­λει­ο­τέ­ραν καλ­λο­νὴν δὲν συ­νήν­τη­σα ἀ­κό­μη, ἂν καὶ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριόν μου ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ καλ­λο­νὰς δι­α­φό­ρων τύ­πων.

        Ἠ­γα­πῶν­το καὶ ὡς ἀ­δελ­φαὶ δί­δυ­μοι πο­λύ, ἀλ­λὰ καὶ ὡς πα­νο­μοι­ό­τυ­πα ἀλ­λή­λων ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρον. Ὁ χρό­νος προ­σέ­θε­τε νέ­ας χά­ρι­τας καὶ τὸ κά­το­πτρον ἐ­δεί­κνυ­εν τὴν καλ­λι­τε­χνι­κὴν μορ­φήν των κα­θ’ ἡ­μέ­ραν μὲ νέ­αν λάμ­ψιν.

        Ἡ Σο­φί­α τό­σῳ πο­λὺ ἠ­γά­πα τὴν καλ­λο­νήν της, ὥ­στε ἐ­νῷ ἐ­κτέ­νι­ζε τὴν μα­κρὰν κό­μην της, ἐ­λη­σμο­νεῖ­το πρὸ τοῦ κα­τό­πτρου καὶ τὴν ἀ­φύ­πνι­ζον πολ­λά­κις με­τὰ δυ­σκο­λί­ας ἀ­πὸ τῆς ἐκ­στά­σε­ως ἐ­κεί­νης.

        Πο­τὲ ὁ συρ­μὸς δὲν τὰς πα­ρέ­συ­ρεν εἰς τὰς γε­λοί­ας ἰ­δι­ο­τρο­πί­ας του, ἐ­κεῖ­ναι ἐ­νε­δύ­ον­το κα­τὰ τὴν ἰ­δι­κήν των κα­λαι­σθη­σί­αν· ἐκ τῶν ἰ­δι­ο­τρο­πι­ῶν τοῦ Πρω­τέ­ως συρ­μοῦ λαμ­βά­νου­σαι μό­νον ὅ­σα συ­νε­φώ­νουν μὲ τὰς κλί­σεις των.

        Εἰς τὰς συ­να­να­στρο­φάς, ἡ μί­α ἐ­θώ­πευ­ε τὴν ἄλ­λην καὶ πα­ρε­τη­ροῦν­το ὡς νὰ κα­τω­πτρί­ζον­το.

        Θ’ ἀ­γα­πή­σουν πο­τέ!­!! ἐ­σκε­πτό­μην, δι­ό­τι πάν­το­τε φο­βοῦ­μαι γυ­ναῖ­καν αὐ­τά­ρε­σκον.

        Ἡ Σο­φί­α ἠ­γά­πη­σεν ἐ­πὶ τέ­λους με­τα­ξὺ τῶν τό­σων θαυ­μα­στῶν της —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων συγ­κα­τε­λε­γό­μην καὶ ἐ­γὼ, μὲ 20 ἔ­τη ὀ­λι­γώ­τε­ρα— ἕ­ναν νέ­ον πε­ρι­η­γη­τὴν τα­ξι­δεύ­ον­τα ἐν­τὸς πο­λυ­τε­λοῦς θα­λα­μη­γοῦ.

        Ἄλ­λοι εἶ­πον ὅ­τι ἠ­γά­πη­σε τὴν θα­λα­μη­γόν, ἄλ­λοι τὰ τα­ξεί­δια διὰ τῶν ὁ­ποί­ων θὰ κα­θί­στα­το γνω­στο­τέ­ρα ἡ καλ­λο­νή της καὶ ἄλ­λοι τέ­λος, ἀν­θρω­πι­νώ­τε­ρα σκε­πτό­με­νοι, ἀ­πε­φά­σι­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­σουν πο­λὺ σι­γὰ «ὅ­τι πι­θα­νὸν νὰ ἠ­γά­πη­σε τὸν πε­ρι­η­γη­τὴν».

        Πο­τὲ ἡ νυμ­φι­κὴ ἐ­σθής, ἡ ὁ­ποί­α καὶ τὰς ἀ­σχή­μους ὡ­ρα­ΐ­ζει, δὲν ἐ­στό­λι­σεν νύμ­φην ὡ­ραι­ο­τέ­ραν.

        Ἡ πα­ρά­νυμ­φος δὲν ἀ­πέ­σπα τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πὸ τὴν ἀ­δελ­φήν της.

        —Ναί, κ’ ἐ­γὼ τοια­ύτη νύμ­φη θὰ γεί­νω, ἔ­λε­γε, μει­δι­ῶ­σα θρι­αμ­βευ­τι­κῶς.

        Ἀ­πε­φα­σί­σθη μιὰ μα­κρὰ γα­μή­λιος πε­ρι­ο­δεί­α.

        Ἡ Ἑ­λέ­νη ἐ­λυ­πή­θη διὰ τὸν χω­ρι­σμόν, ἀλ­λὰ θὰ ἤρ­χε­το τό­σον γρή­γο­ρα ἡ ἀ­δελ­φή της, ὥ­στε πα­ρη­γο­ρή­θη.

        Με­τ’ ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας, τη­λε­γρά­φη­μα ἀ­νήγ­γει­λε «τὴν κα­τα­βύ­θι­σιν τῆς θα­λα­μη­γοῦ κα­τό­πιν συγ­κρού­σε­ως καὶ ὅ­τι ἐ­σώ­θη ὁ ὑ­πο­πλοί­αρ­χος καὶ εἷς ναύ­της μό­νον. Ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Σο­φί­ας ἠ­ρώ­τη­σεν ἂν ἐ­σώ­θη ἡ σύ­ζυ­γός του καὶ λα­βὼν ἀ­πάν­τη­σιν ἀρ­νη­τι­κὴν ἐρ­ρί­φθη πά­λι εἰς τὰ κύ­μα­τα».

        Ἦ­το φο­βε­ρὸν τὸ κτύ­πη­μα διὰ τὴν δυ­στυ­χῆ Ἑ­λέ­νην. Δὲν ἔ­τρω­γε, δὲν ἐ­κοι­μᾶ­το.­.. μί­αν ἡ­μέ­ρα τὴν εἶ­δον εἰς τὸ πα­ρά­θυ­ρον ὠ­χρὰν καὶ ἀ­τη­μέ­λη­τον· ὡ­μοί­α­ζε φά­σμα ἑ­αυ­τῆς. Τὸ ζή­τη­μα τῆς ἡ­μέ­ρας ἦ­το ἡ κα­τά­στα­σις τῆς Ἑ­λέ­νης. Ἐ­λη­σμό­νη­σαν τὴν ἀ­τυ­χῆ νε­κρὰν καὶ ὅ­λοι ἐ­σκέ­πτον­το καὶ ἐ­θλί­βον­το διὰ τὴν ζῶ­σαν.

        —Θά ζή­σῃ; δι­η­ρω­τῶν­το ὅ­λοι φρίσ­σον­τες.

        —Δὲν πι­στεύ­ω· ἔ­λε­γον οἱ ἄλ­λοι ἀ­πηλ­πι­σμέ­νοι.

        Τὰ ἄν­θη τοῦ παλ­κο­νιοῦ της ἐ­μα­ράν­θη­σαν. Δὲν ἐ­ξήρ­χε­το πλέ­ον νὰ τὰ πο­τί­σῃ μὲ τὰς φαν­τα­στι­κὰς πρω­ϊ­νὰς ἐ­σθῆ­τας της. Ἐ­πό­τι­ζε καὶ ἐ­δρό­σι­ζε τὰ ἄν­θη καὶ ἐ­φλό­γι­ζεν ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν ἤ­θε­λον νὰ χά­σουν τὴν μα­γι­κὴν ὀ­πτα­σί­αν.

        Ἡ ἐ­ξα­δέλ­φη μου ἦ­το στε­νὴ τῶν δύ­ο ἀ­δελ­φῶν φί­λη, ἀλ­λὰ ἂν καὶ ἐ­πε­σκέ­πτε­το συ­νε­χῶς τὴν Ἑ­λέ­νην, σπα­νι­ώ­τα­τα ὅ­μως ὡ­μί­λει πε­ρὶ αὐ­τῆς.

        Με­τὰ ἕ­να μῆ­να εἰς τὸν πε­ρί­πα­τον με­τ’ ἐκ­πλή­ξε­ως εἶ­δον ὅ­λοι τὴν Ἑ­λέ­νην στη­ρι­ζο­μέ­νην ἐ­πὶ τοῦ βρα­χί­ο­νος τοῦ πα­τρός της. Ὡ­ραί­αν ἐν­τὸς τῆς πεν­θί­μου ἐ­σθῆ­τος της, ρο­δό­χρουν μὲ τὴν συμ­με­τρι­κὴν εὐ­σαρ­κί­αν της, νὰ χαι­ρε­τᾷ μει­δι­ῶ­σα τούς φί­λους καὶ τὰς φί­λας της.

        Ἔ­μει­ναν ὅ­λοι ἔκ­πλη­κτοι, καὶ ἐ­γὼ ὅ­στις τὴν εἶ­δον ὠ­χρὰν ὡς πτῶ­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρον ἔκ­πλη­κτος τῶν ἄλ­λων.

        Ἠ­ρώ­τη­σα τὴν ἐ­ξα­δέλ­φην μου, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­πε μὲ θρη­σκευ­τι­κὸν σε­βα­σμόν.

        —Τὴν ἔ­σω­σεν ἡ φι­λα­ρέ­σκεια. Πρέ­πει νὰ ἠ­ξεύ­ρῃς ὅ­τι εἶ­νε δύ­να­μις ἐ­πι­βλη­τι­κὴ ἡ φι­λα­ρέ­σκεια. Δὲν ἤ­κου­ε τὰς πα­ρα­κλή­σεις τοῦ γέ­ρον­τος πα­τρός της, οὔ­τε τὰς πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰς τῆς φι­λί­ας λέ­ξεις.­.. τί­πο­τε.­.. δὲν ἔ­τρω­γεν οὔ­τε ἐ­κοι­μᾶ­το.­.. οὔ­τε ἤ­θε­λε νὰ λά­βῃ τὰ φάρ­μα­κα τοῦ ἰα­τροῦ· ἐ­πε­ζή­τει τὸν θά­να­τον. Εἶ­χε στιγ­μὰς πα­ρα­φρο­σύ­νης, συ­νω­μί­λει με­τὰ τῆς νε­κρᾶς με­γα­λο­φώ­νως καὶ ὅ­ταν συ­νήρ­χε­το, ἐ­πε­κα­λεῖ­το τὸν θά­να­τον, ὁ ὁ­ποῖ­ον θὰ τὴν ἔ­σω­ζεν ἀ­πὸ τὰ βά­σα­να τῆς ζω­ῆς.

        Μί­αν ἡ­μέ­ραν ἐ­πλη­σί­α­σε τὸ κά­το­πτρον, πα­ρα­μέ­ρι­σε τὸν μαῦ­ρον πέ­πλον, ὅ­στις τὸν ἐ­κά­λυ­πτε κα­τὰ δι­α­τα­γήν της καὶ εἶ­δε τὴν φθο­ρὰν τῆς καλ­λο­νῆς της.

        Ἐ­μει­δί­α­σε πα­ρα­δό­ξως καὶ ἐ­ζή­τη­σε νὰ φά­γῃ, ἐ­δέ­χθη τὰ ἰ­α­τρι­κὰ καὶ ἔ­κτο­τε δὲν εἶ­πε λέ­ξιν διὰ τὴν νε­κράν.

        —Ν’ ἀ­πο­θά­νω, τὸ ἐν­νο­ῶ, μοῦ εἶ­πεν μί­αν ἡ­μέ­ραν, ἀλ­λὰ νὰ χά­σω θε­λη­μα­τι­κῶς τὴν καλ­λο­νήν μου.­.. εἶ­νε ἱ­ε­ρο­συ­λί­α.

        Τὴν βα­θεῖ­αν θλί­ψιν της μό­νον ἡ φι­λα­ρέ­σκεια ἠ­δυ­νή­θη νὰ τὴν ἐ­που­λώ­σῃ. Εἶ­νε λοι­πὸν δύ­να­μις ἢ ὄ­χι; ἠ­ρώ­τη­σεν ἡ ἐ­ξα­δέλ­φη μου.

        Τὴν ἰ­δί­αν ἐ­ρώ­τη­σιν σᾶς ἀ­πο­τεί­νω: εἶ­νε δύ­να­μις ἢ ὄ­χι;

        —Ναί, αὐ­τὴ ἡ ἀν­θρω­πί­νη ἀ­δυ­να­μί­α πολ­λά­κις κα­θί­στα­ται καὶ δύ­να­μις· εἶ­πε μί­α ἐκ τῶν κυ­ρι­ῶν.

        —Δύ­να­μις!­!! βέ­βαι­α καὶ δύ­να­μις μά­λι­στα εὐ­ερ­γε­τι­κή.

        —Ἄγ­γε­λος πα­ρή­γο­ρος!­!!

        —Δαί­μων κα­τα­στρε­πτι­κός.­.. εἶ­πεν εἷς σύ­ζυ­γος, τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ θυ­λά­κια πολ­λά­κις ἠ­λά­φρυ­νε ἡ δύ­να­μις αὕ­τη τῆς συ­ζύ­γου του.

        —Πταί­ο­μεν ἡ­μεῖς; τοια­ύτας μᾶς θέ­λε­τε, ἀ­πήν­τη­σεν ἡ χα­ρι­ε­στά­τη, ἀ­λη­θῶς, σύ­ζυ­γός του· ἡ φι­λα­ρέ­σκειά μας, ἓν ἀ­μυν­τι­κὸν ὅ­πλον ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀ­πι­στί­ας σας.

        —Καὶ μί­α δύ­να­μις! Αὐ­τὸ δὲν θέ­λω νὰ τὸ λησμονῆτε, εἶπεν ὁ κομψευόμενος κύριος.

 

 

Πηγή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήνα, 1993.

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­λης Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: