Ἀθανάσιος Θ. Γκράβαλης: Οἰδίποδας

  

 

  

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης 

  

Οἰ­δί­πο­δας

  

Η­ΤΙΑ­ΝΑ Η­ΤΑΝ ἡ Βγέ­νι­κου, μὰ στὸ νάρ­θη­κα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας δὲν στά­θη­κε πο­τὲς γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σει χέ­ρι κι οὔ­τε στὶς πόρ­τες πα­ρα­στό­λια­σε*. 

         Πά­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σιὰ γιὰ νὰ κά­νει τὸ σταυ­ρό της μο­νά­χα. Ἦ­ταν τα­χτι­κὴ στὸν σπερ­νὸ καὶ στὴ λει­τουρ­γί­α ἀ­π’ τὸν ὄρ­θρο κι εἶ­χε μα­ζί της πάν­τα καὶ τὸ μου­ρό της τοὺ Νι­κου­λέ­λι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ πα­πὰς περ­νοῦ­σε τ’ ἅ­για κι ἔ­λε­γε τὸ «Πάν­των ἡ­μῶν», τοὺ Νι­κου­λέ­λι ξα­πλω­νό­τα­νε πλα­τὺ μα­κρὺ ἀ­πά­νω στὰ μάρ­μα­ρα κι ἡ πα­πὰς τὸ δι­α­σκε­λοῦ­σε. Καὶ σὰν ἔ­λε­γε τὸ Βαγ­γέ­λιο ἡ πα­πάς, πά­λι τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­σκυ­βε μπρο­στά του ὥ­σπου ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ κε­φά­λι του στὸ βι­βλί­ο. 

        Τὴ Βγέ­νι­κου τὴν ξέ­ρα­νε οὗ­λοι, καὶ στὸ μα­χα­λὰ καὶ πα­ρα­μά­χα­λα. 

        Χή­ρα πρὶν χρό­νια εἶ­χε ἀ­κό­μη τὶς πα­λι­ές της ‘­μορ­φι­ές. 

        Δου­λειά της ἦ­ταν νὰ γυ­ρί­ζει. Ἀ­π’ τὸ πουρ­νὸ ἴ­σα­με τὸ βρά­δυ πά­γαι­νε στὰ σπί­τια. Ἔ­κα­νε χου­σμέ­τια*. Ἔ­παιρ­νε λά­δι ν’ ἀ­νά­ψει κα­νὲ καν­τή­λι στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Πά­γαι­νε τὴν πι­α­τέ­λα τὰ κόλ­λυ­βα στὴν ἐκ­κλη­σιά. Καὶ πό­τε-πό­τε, σὰν τὴν κα­τα­φέρ­να­νε οἱ κου­πε­λοῦ­δες, ἔ­βλε­πε καὶ τὸν κα­φὲ κι ἔ­λε­γε τὴ μοί­ρα τους. 

        Ἡ Βγέ­νι­κου ἦ­ταν ἡ πιὸ κα­λὴ ἡ κου­πα­κού. Μέ­σα σὲ πό­σα τέρ­μι­να θὰ γι­νό­τα­νε τὸ κά­θε πρά­μα τό ‘­ξε­ρε πάν­τα. Στῶν κο­ρι­τσι­ῶν τὶς φλυτ­ζά­νες εὕ­ρι­σκε οὗ­λο σταυ­ρούς. Σφα­λοῦ­σε τό­τε μὲ πο­νη­ρά­δα τό ‘­να της τὸ μά­τι. Τὰ κο­ρί­τσια σὰν τὸ βλέ­πα­νε αὐ­τὸ κοκ­κι­νί­ζα­νε καὶ τὴ γνέ­φα­νε μὴν τυ­χὸν καὶ τὸ πεῖ. Ἡ Βγέ­νι­κου τό ‘­ξε­ρε. Ὁ σταυ­ρὸς μέ­σα στὸ πη­χτά­ρι τοῦ κα­φε­διοῦ ἤ­τα­νε σί­γου­ρα γαμ­πρός, προ­ξε­νιὰ τὸ δί­χως ἄλ­λο. 

        Ἔ­τσι ποὺ γύ­ρι­ζε στὰ σπί­τια ἡ Βγέ­νι­κου κορ­φα­δι­α­ζό­τα­νε πάν­τα. Ὅ,τι τῆς δί­να­νε τό ‘­παιρ­νε. Κι οὗ­λα ποὺ τῆς δί­να­νε τὰ σμά­ζευ­ε γιὰ τὸ μου­ρό της τοὺ Νκου­λέ­λι. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι εἶ­χε σφα­λί­ξει τὰ τριά­ντα καὶ πορ­πα­τοῦ­σε γιὰ τὰ σα­ράν­τα. 

        Ἀ­κοῦ­στε νὰ δεῖ­τε τί λου­γιοῦ ἤ­τα­νε τοὺ Νι­κου­λέ­λι. 

        Ἦ­ταν ὄ­μορ­φο πρῶ­τα-πρῶ­τα. Μαυ­ρο­μού­στα­κο. Ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ ἔ­τσι ποὺ τὸ κοί­τα­ζες σὲ ρου­φοῦ­σε ἀ­πὸ μέ­σα. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι δὲν δού­λε­ψε στὴ ζω­ή του πο­τές, με­γά­λω­σε στὰ γό­να­τα τῆς μά­νας του κι ἤ­τα­νε μου­ρὸ πάν­τα. 

        Ἅ­μα ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­φευ­γε γιὰ τὴ βόλ­τα, τοὺ Νκου­λέ­λι κα­θό­τα­νε στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους καὶ τὴν ἀ­πάν­τε­χε νὰ γυ­ρί­σει. Κά­τι θὰ τό ‘­φερ­νε πάν­τα, ἕ­να σύ­κο, ἕ­να λου­κού­μι, γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι μέν­τα. 

        Μο­να­χό του στὸ δρό­μο δὲν ἔ­βγαι­νε, δὲν δι­α­σκε­λοῦ­σε τὴν μπε­ζού­λα. Πάν­τα μὲ τὴ μά­να του μα­ζί, γιὰ νὰ μὴν τὸ πει­ρά­ζουν τὰ μω­ρὰ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα σὰν κι αὐ­τόν. Ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­λε­γε πὼς τὸ κά­να­νε ἀ­πὸ ζού­λια. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι τὰ μου­ρὰ τὸ φω­νά­ζα­νε: «κου­λι­α­βί­δα βίκ-βίκ». 

        Τό­τες, σὰν τ’ ἄ­κου­γε αὐ­τὸ τοὺ Νι­κου­λέ­λι, ἔ­κλαι­γε μὲ δυ­να­τὰ οὐρ­λια­χτὰ καὶ πα­σπά­τευ­ε τὴ γῆς νὰ πιά­σει κα­μιὰ κα­γιά­δα*. Ἡ Βγέν­κου κα­τα­ρι­ό­τα­νε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό της, ζη­τών­τας νὰ δεῖ ἀ­ψη­λὰ τὸ Θε­ό. 

        Αὐ­τὸ γι­νό­τα­νε πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­πα­θε τοὺ κα­η­μέ­νου καὶ σα­κα­τεύ­θη­κε. 

        Τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἤ­τα­νε σχε­δὸν στρα­βό. Τὰ μά­τια του τζιμ­πλι­α­σμέ­να, κόκ­κι­να, φο­νιά­δες. Στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ πο­λὺ τὸ φῶς πο­τὲς δὲν ἄ­νοι­γα­νε. Μὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τοὺ Νι­κου­λέ­λι τό ‘­πια­νε κι ἡ «ἐ­ξ’ ἀ­πὶ ‘­δῶ» —σι­λι­νια­σμός—, ὅ­πως ἔ­λε­γε σκου­πί­ζον­τας τὰ μά­τια της ἡ Βγέν­κου. 

        Σὰν τὸ πρω­το­έ­πια­σε σκά­ψα­νε στὸ χῶ­μα ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­πε­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ βρή­κα­νε ἕ­να κάρ­βου­νο ἀ­ναμ­μέ­νο. Τὸ σβή­σα­νε τό­τες μέ­σα στὸν ἁ­για­σμό, τὸ τρί­ψα­νε καὶ τοῦ τὸ πο­τί­σα­νε. Λέ­νε πὼς για­ίνει μ’ αὐ­τὸ ὁ ἄρ­ρω­στος. 

        Σὰν τὸ ἔ­πια­νε τὸ κα­κὸ τοὺ Νι­κου­λέ­λ’ ἔ­πε­φτε κά­του καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν σκυ­λό­ψα­ρο. Τὸ στό­μα του γέ­μι­ζε ἀ­φρό. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό­με­νε ξε­ρὸ καὶ ρο­χά­λι­ζε. Σὰν ξυ­πνοῦ­σε ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­νο καὶ συλ­λο­γι­σμέ­νο. 

        Τῆς Βγέν­κους τ’ ἀ­χεί­λι ἤ­τα­νε κά­θε τό­σο πι­κρό, ψα­κί*. 

        Πό­τε-πό­τε τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­κα­νε κι ἄλ­λα πρά­μα­τα χει­ρό­τε­ρα. Τὸ πιά­να­νε πα­ρο­ξυ­σμοί. Έ­βα­ζε τὶς πλα­λι­ὲς* καὶ γύ­ρευ­ε νὰ βρεῖ γυα­λιὰ νὰ βγά­λει τὰ μά­τια του ποὺ δὲν βλέ­πα­νε. Τό­τες ἡ Βγέ­νι­κου μα­δι­ό­τα­νε σὰν τὸ πα­γώ­νι. Ἔ­τρε­χε ἀ­πὸ πί­σω του, τοῦ φώ­να­ζε «μου­ρὸ μ’ Νι­κου­λέ­λι», τὸ πα­ρα­κα­λοῦ­σε, ἔ­κλαι­γε, λα­χά­νια­ζε, φώ­να­ζε τὰ μου­ρὰ νὰ τὸ πιά­σουν. 

        Κι ἐ­κεῖ­να φω­νά­ζα­νε τό­τες πιὸ πο­λὺ ἀ­κό­μα «κου­λι­α­βί­δα βίκ-βίκ». 

        Σὰν κα­τα­λά­για­ζε μὲ τὰ πολ­λὰ τοὺ Νι­κου­λέ­λι, ἡ Βγέ­νι­κου τό ‘­παιρ­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ πα­γαί­να­νι σπί­τι τους. 

        Τό­τες ἔ­τσι ποὺ τὰ μου­ρὰ φω­νά­ζα­νε ἀ­πὸ πί­σω τους «βίκ-βίκ» ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­κλαι­γε βου­βὰ καὶ τοὺ Νι­κου­λέ­λι βλα­στή­μα­γε τὴ μά­να ποὺ τὸν γέν­νη­σε.

 

 

*********

 

* παραστολιάζω = στέκομαι κοντὰ σὲ κάποιον

* χουσμέτι = ἐξυπηρέτηση, θέλημα

* καγιάδα = πέτρα

* ψακί = φαρμάκι

* πλαλιά = τρεχάλα

 

 

 Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). 

  

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ. 

 

Günter Kunert: Συνέντευξη στὸ Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι

 

 

Günter Kunert: Συνέντευξη στὸ Πλανόδιον

– Ἱστορίες Μπονζάι

 

ΕΡ.: Μο­λο­νό­τι ἡ μι­κρὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, μυ­θο­πλα­στι­κὴ καὶ δι­δα­κτι­κὴ συ­νή­θως, μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο ἀ­κό­μη, τοὺς ἀρ­χαί­ους πα­ρα­δο­ξο­γρά­φους καὶ τὰ με­σαι­ω­νι­κὰ ἀ­σκη­τι­κὰ καὶ ἁ­γι­ο­λο­γι­κὰ κεί­με­να, καὶ θὰ συ­ναν­τή­σου­με σ’ ὅ­λες σχε­δὸν τὶς φι­λο­λο­γι­κὲς πα­ρα­δό­σεις ἀρ­κε­τὰ ἀν­τί­στοι­χα πα­ρα­δείγ­μα­τα τό­σο τὸν 19ο ὅ­σο καὶ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α πα­ρα­τη­ροῦ­με μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­σή της σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο. Ποῦ κα­τὰ τὴν γνώ­μη σας ὀ­φεί­λε­ται τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τό;

 

G.K.: Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες μου στὸν χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ­σως εἶ­ναι ἐλ­λι­πεῖς, ἀλ­λὰ δὲν γνω­ρί­ζω νὰ ­πάρ­χει ἄν­θι­ση τοῦ μι­κροῦ πε­ζο­γρα­φή­μα­τος. ­σεῖς ­χε­τε πι­θα­νὸν κα­λύ­τε­ρη ­νη­μέ­ρω­ση. Τὸ ­ρώ­τη­μα πρέ­πει νὰ τε­θεῖ δι­α­φο­ρε­τι­κά: ­πο­τε­λεῖ τὸ μι­κρὸ πε­ζο­γρά­φη­μα ξε­χω­ρι­στὸ εἶ­δος; Τὸ μο­να­δι­κὸ κοι­νὸ στοι­χεῖ­ο αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων βρί­σκε­ται ἁ­πλῶς στὴν ἔ­κτα­σή τους, δηλ. τὴν συν­το­μί­α τους. Πέ­ραν τού­του δι­α­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους ρι­ζι­κὰ ὡς πρὸς τὴν με­θο­δο­λο­γί­α, τὴν στό­χευ­ση. Τὰ κεί­με­να ἁ­πλώ­νον­ται ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση μέ­χρι τὸ ἀ­νέκ­δο­το, καὶ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τε­θοῦν κά­τω ἀ­π’ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ἂν πράγ­μα­τι ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ ἡ πα­ρα­γω­γή τους, συ­νει­σφέ­ρουν μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὶ πα­ρά­γον­τες. Ποι­ός ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει σή­με­ρα νὰ θυ­σιά­σει χρό­νια γιὰ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ κα­νεὶς με­τὰ δὲν τυ­πώ­νει; Λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦν δια­ρκῶς σύν­το­μα κεί­με­να, προ­σφέ­ρον­ται γιὰ ἄ­σκη­ση ἢ ἐ­κλέ­πτυν­ση τῶν προ­σω­πι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν μέ­σων. Ἐξ ἄλ­λου, στὴν Γερ­μα­νί­α ὑ­πάρ­χουν ἀ­να­ρίθ­μη­τοι μι­κροὶ ἐκ­δο­τι­κοὶ οἶ­κοι ποὺ προ­τι­μοῦν (καὶ εἶ­ναι σὲ θέ­ση) νὰ τυ­πώ­νουν μι­κρὰ πα­ρὰ ὀγ­κώ­δη βι­βλί­α. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, πα­ρα­τη­ρεῖ κα­νεὶς στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ χρή­ση τῆς γλώσ­σας μιὰ ρο­πὴ στὴν συν­το­μί­α. Τὸ S­MS θρι­αμ­βεύ­ει καὶ κα­νεὶς σχε­δὸν δὲν γρά­φει πλέ­ον τὴν κλα­σι­κὴ ἐ­πι­στο­λή.

 

ΕΡ.: Τί κα­τὰ τὴ γνώ­μη σας συ­νι­στᾶ τὸ “μι­κρὸ” ἢ “ὑ­περ­μι­κρὸ” δι­ή­γη­μα; Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων (καὶ ποιός μπο­ρεῖ ἢ θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι αὐ­τός) ὑ­πάρ­χουν κά­ποι­α ἄλ­λα ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δε­σμευ­τι­κὰ στοι­χεῖ­α ποὺ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν, ὅ­πως πλο­κή, χα­ρα­κτή­ρας ἢ χα­ρα­κτῆ­ρες, λύ­ση, ἢ ἄλ­λα;

 

G.K.: Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν λέ­ξε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ κρι­τή­ριο. Τὰ κομ­μά­τια τοῦ K­a­f­ka, τοῦ K­l­e­i­st, τοῦ B­a­u­d­e­l­a­i­re δὲν δι­α­φέ­ρουν μό­νον ὡς πρὸς τὴν “δα­πά­νη” σὲ λέ­ξεις ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴν ὁρ­μή, τὴν στό­χευ­ση. Τὸ «Μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πρό­ζα» τοῦ B­a­u­d­e­l­a­i­re βρί­σκε­ται πράγ­μα­τι πο­λὺ κον­τὰ στὴν ποί­η­ση, ὁ δι­η­γη­μα­τι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας ὡς πρὸς τὴν δι­ά­θε­ση καὶ τὴν ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α δύ­σκο­λα θὰ τοὺς ταί­ρια­ζε. Ἐ­πί­σης, τὰ κεί­με­να τοῦ K­a­f­ka εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἐ­νῶ τοῦ K­l­e­i­st πα­ρου­σιά­ζουν μί­νι ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ τό­ξο, λοι­πόν, ἀ­νοί­γει πο­λύ. Ἄλ­λο­τε βι­ώ­νου­με κά­τι σὰν μει­λί­χια ποί­η­ση, μιὰ γλώσ­σα ποι­η­τι­κή, μιὰν ἑ­στί­α­ση στα­τι­κή, ὕ­στε­ρα πά­λι, ρυθ­μὸ δι­η­γη­τι­κό, λα­χά­νια­σμα, δυ­να­μι­κό­τη­τα, τὴν πρὸς δι­ή­γη­ση ἱ­στο­ρί­α νὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ συν­τε­τμη­μέ­νη, συμ­πι­ε­σμέ­νη μορ­φή. Τὰ ὅ­ρια εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, ρευ­στά.

 

ΕΡ.: Ἐ­σεῖς ὡς συγ­γρα­φέ­ας ὑ­περ­μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τί δε­σμεύ­σεις ἀ­να­λαμ­βά­νε­τε στὸ γρά­ψι­μό τους; 

 

G.K.: Τὸ μο­να­δι­κὸ κα­θῆ­κον ποὺ ἀ­να­λαμ­βά­νει ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας, εἶ­ναι νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτει τὴν μέ­γι­στη ἔκ­φρα­ση καὶ τὴν κα­τάλ­λη­λη στὸν μῦ­θο του μορ­φή. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει γιὰ κά­θε εἶ­δος.

 

ΕΡ.: Θε­ω­ρεῖ­τε τὴν ποι­η­τι­κὴ πρό­ζα (p­o­è­me en p­r­o­se) συγ­γε­νι­κὴ ἢ συμ­βα­τὴ μὲ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα;

 

G.K.: (βλ. ἀ­πάν­τη­ση στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­ρώ­τη­μα)

 

ΕΡ.: Τὸ πιὸ μα­κρι­νὸ ση­μεῖ­ο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φτά­σει ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ θέ­λει νὰ δι­α­φο­ρο­ποι­η­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας, εἶ­ναι, συ­νή­θως, τέ­τοι­ες μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­τε ἐ­σεῖς μιὰ τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη; Πι­στεύ­τε πὼς αὐ­τὲς οἱ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ἕ­νας τό­πος συ­νάν­τη­σης ποί­η­σης καὶ πε­ζο­γρα­φί­ας;

 

G.K.: Νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση πρὸς χά­ριν τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας; Δὲν θὰ τὸ δε­χθῶ. Σκε­φτεῖ­τε, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα (E­r­z­ä­h­l­g­e­d­i­c­ht), τὴν μπα­λάν­τα, τὴν εἰ­κο­νι­στι­κὴ ποί­η­ση τῶν κλα­σι­κῶν μας, τῶν ὁ­ποί­ων οἱ φόρ­μες καλ­λι­ερ­γή­θη­καν μέ­χρι τὸν ὕ­στε­ρο 19ο αἰ­ώ­να: ἦ­ταν συν­θέ­σεις ἀ­νά­με­σα στὴν ποί­η­ση καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α, τὸ ποι­η­τι­κῶς δι­η­γεῖ­σθαι· ἀ­πὸ τὸ «Z­a­u­b­er­lehr­ling» («Μα­θη­τευ­ό­με­νος μά­γος»­)* μέ­σῳ τοῦ «B­e­l­s­a­z­ar» («Μπελ­ζά­τσαρ»­)­** ὣς τὸ «J­o­h­a­n­n­es A­l­f­e­n­b­ö­ck» («Γι­ο­χά­νες Ἄλ­φεν­μπεκ»­)­*­*­*, ἀ­πὸ τὸν G­o­e­t­he μέ­χρι τὸν B­r­e­c­ht βρί­σκου­με ὑ­λι­κὰ δι­ή­γη­σης γραμ­μέ­να ὡς ποι­ή­μα­τα, καὶ μά­λι­στα ὡς ποι­ή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α —πλά­ι στὴν πο­ρεί­α τῆς ἀ­φή­γη­σης— ὑ­πάρ­χουν καὶ δι­α­τη­ροῦν­ται τὰ τε­χνι­κὰ μέ­σα καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἄ­πο­ψη.

 

ΕΡ.: Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ὀγ­κῶ­δες μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴν τρι­λο­γί­α, τὴν τε­τρα­λο­γί­α κ.λπ. Αὐ­τὴ ἡ ἐ­πα­νά­καμ­ψη ἑ­νὸς πα­νάρ­χαι­ου «εἴ­δους» ση­μαί­νει ἴ­σως τὸν θά­να­το τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος με­τὰ τὸ «Ὀ­δυσ­σέ­ας» καὶ τὸ «Ἀ­να­ζη­τών­τας τὸν χα­μέ­νο χρό­νο»;

 

G.K.: Θά­να­τος τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος; Πο­τὲ δὲν ἐμ­φα­νί­στη­καν τό­σο πολ­λὰ χον­τρὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὅ­σο στὸ πα­ρόν, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν θέ­τω κα­νέ­να ζή­τη­μα ποι­ό­τη­τας. Ὄ­χι, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα δὲν θὰ πε­θά­νει. Κά­θε εἶ­δος, κά­θε μορ­φὴ ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν συγ­γρα­φέ­α της. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ δι­ογ­κώ­νε­ται ὁ­λο­έ­να, <εἶ­ναι> τὸ εἰ­δι­κὸ ἢ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νο βι­βλί­ο, ἡ μο­νο­γρα­φί­α, ἡ βι­ο­γρα­φί­α, ἡ ἀ­να­λυ­τι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ ἱ­στο­ρι­κῶν ἢ ἰ­δι­ω­τι­κῶν συμ­βάν­των: ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν ἄ­πο­ψη βρι­σκό­μα­στε μπρο­στὰ σὲ μιὰν ἀ­νυ­πο­λό­γι­στη πλη­θώ­ρα δη­μο­σι­ευ­μά­των. Σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὶς φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, στὸν 20ὸν αἰ­ώ­να, ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ δι­α­σπᾶ­ται σὲ ἰ­δι­αί­τε­ρες πε­ρι­ο­χές. Σή­με­ρα ἔ­χου­με τὶς εἰ­δι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες: ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὲς ἀ­πει­κο­νί­σεις τοῦ πο­λέ­μου, τῶν κοι­νω­νι­κῶν κρί­σε­ων, μυ­θο­πλα­στι­κὲς βι­ο­γρα­φί­ες καὶ μυ­θο­πλα­στι­κὲς αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­ες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀ­γά­πης, πε­ρι­πέ­τειας, ἤ­γουν ἕ­ναν κό­σμο-μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται κά­θε χρό­νο, σὰν νὰ θέ­λει πραγ­μα­τι­κὰ ν’ ἀν­τα­γω­νι­στεῖ στὸ χαρ­τὶ τὴν ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ σύμ­παν­τος.

 

ΕΡ.: Θὰ ἀλ­λά­ζα­τε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων κά­τι στὸ δο­κί­μιό σας «Σύν­το­μη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» (γραμ­μέ­νο καὶ δη­μο­σι­ευ­μέ­νο τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘70) στὶς νέ­ες συν­θῆ­κες τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 21ου  αἰ­ώ­να;

 

G.K.: Δὲν θὰ ἄλ­λα­ζα, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, τί­πο­τε σὲ κεί­με­να δη­μο­σι­ευ­μέ­να κι οὔ­τε τὸ ἔ­χω κά­νει πο­τέ.

 

*******  

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

 

(1) Μπα­λάν­τα ποὺ ἔ­γρα­ψε ὁ G­o­e­t­he τὸ 1827, ὅ­ταν δι­α­μόρ­φω­νε, μα­ζὶ μὲ τὸν S­c­h­i­l­l­l­er τὴν «μπαλ­λάν­τα τοῦ κλα­σι­κι­σμοῦ».

(2) «Μπελ­σά­ζαρ» καὶ «Βαλ­τά­σαρ». Μπα­λάν­τα τοῦ H­e­i­ne (1824;­). Τὸ 1840 με­λο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν R­o­b­e­rt S­c­h­u­m­a­nn.

(3) Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ τὴν μπα­λάν­τα τοῦ B­r­e­c­ht «J­o­s­e­ph A­p­f­e­l­b­ö­c­ke o­d­er d­ie L­i­l­ie a­uf d­em Felde» (1927).

 

Kaisborstel, 12.6.10 (ἐπι­στο­λικὴ συ­νέντευ­ξη). Τὸ ἐρω­τη­μα­το­λό­γιο συν­δια­μορφώ­θη­κε ἀπὸ τὸν Γιάν­νη Πα­τί­λη καὶ τὸν Συ­μεὼν Στα­μπου­λοῦ στὶς ἀρχὲς Ἰου­νί­ου 2010.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. κόμη δ, μερολόγιο Καταστρώματος (γγραφ 21-06-2010, ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

  

********

 

[Ἀκολουθεῖ ἡ συνέντευξη στὸ γερμανικὸ πρωτότυπο:
 
Planodion-BonsaiStories: Obwohl die kleine Prosaform uns schon sowohl von Aeschop und den Paradoxographen der Antike als auch von den mittelalterlichen asketischen und Heiligen Schriften bis zur Literatur des 19. und 20. Jahrhunderts bekannt ist, bemerken wir die letzten fünfzehn Jahren eine erstaunliche Blüte der Gattung in der ganzen Welt. Wie erklären Sie dieses Phänomen? In welchem Grad betrifft diese Blüte die deutsche Literatur heute?
Günter Kunert: Wahrscheinlich sind meine Informationen über literarische Entwicklungen zu dürftig, denn von einem Aufblühen der Kleinen Prosa ist mir nichts bekannt. Da wissen Sie wahrscheinlich besser Bescheid. Die Frage ist nur: Ist die Kurzprosa eigentlich eine eigene Gattung? Die einzige Gemeinsamkeit der Texte besteht doch bloß in ihrer Kürze. Ansonsten sie in ihrer Methodik, in ihrer Intention grundverschieden. Die Texte changieren zwischen Lyrik und Anekdote, sind also schwer unter einen Hut zu bringen. Sollte es stimmen, daß vermehrt Kurzprosa entsteht, mögen wohl auch äussere Umstände dazu beitragen. Wer riskiert es heute, lange Jahre für einen Roman zu opfern, den dann keiner druckt? Literaturzeitschriften, die immer Bedarf an kurzen Texten haben, bieten sich darum an, die eigenen schriftstellerischen Mittel auszuprobieren oder zu verfeinern. Ausserdem existieren in Deutschland zahllose Kleinverlage, die eher Kurzes drucken wollen (und können) als dickleibige Bücher. Ohnehin bemerkt man auch im allgemeinen Sprachgebrauch einen Hang zur Kürze. Die SMS triumphiert, den klassischen Brief schreibt kaum noch jemand.        
 
Planodion-BonsaiStories: Welche Bedingungen (Voraussetzungen?) bilden die Kurzerzählung? Neben der beschränkten Anzahl von Wörtern (ist sie eigentlich zu bestimmen?) gibt es noch andere verbindliche Elemente (Aspekte?) die sie charakterisieren, so wie die Handlung, die Charaktere, die Lösung u.a.?    
Günter Kunert:  Ich glaube nicht, daß die Anzahl der Wörter ein Kriterium darstellt. Die Stücke von Kafka, Kleist, Baudelaire unterscheiden sich nicht allein durch den Wörteraufwand, sondern vor allem durch den Impetus, durch die Intention. Baudelaires „Kleine Gedichte in Prosa“ stehen tatsächlich der Lyrik sehr nahe, in Stimmung und Sichtweise, Erzählerisches eignet ihnen kaum. Auch Kafkas Texte sind eher Betrachtungen, während die Kleistschen Minigeschichten darstellen. Der Bogen ist also weitgespannt. Mal erleben wir soetwas wie aufgelockerte Poesie, eine poetische sprache, einen statischen Blickwinkel, dann wiederum erzählerisches Tempo, Atemlosigkeit, Dynamik, die zu erzählende Geschichte in komprimierter Form zu präsentieren. Die Grenzen sind, wie gesagt, fließend. 
 
Planodion-BonsaiStories: Welche Verflichtungen übernehmen Sie, wenn sie überhaupt übernehmen, als Schriftsteller solcher Kurzerzählungen?
Günter Kunert:  Die einzige Verpflichtung, die ein Autor unternimmt, ist die, den maximalen Ausdruck und die adäquate Form für das zu Sagende zu finden. Aber das gilt für jede Gattung.
 
Planodion-BonsaiStories: Halten Sie die poetische Prosa (poème en prose) für verwandt oder zugänglich zu den Kurzerzählungen?
Günter Kunert:  Siehe unter 2.
 
Planodion-BonsaiStories: Solche Kurzerzählungen bestimmen den entferntesten Ort, wo ein Dichter erreichen kann, wenn er sich von der Dichtung zugunsten der Prosa distanzieren will. Könnten Sie einer solchen Meinung zustimmen? Oder sind diese Kurzerzählungen als Treffpunkt der Dichtung und der Prosa zu betrachten?
Günter Kunert:  Von der Dichtung sich zugunsten der Prosa distanzieren? Nicht anzunehmen. Denken Sie doch zum Beispiel an das Erzählgedicht, an die Ballade, an die darstellende Dichtung unserer Klassiker, deren Formen noch bis weit ins späte 19. Jahrhundert gepflegt wurden: das waren Synthesen zwischen Lyrik und Geschichte, poetisches Erzählen, vom „Zauberlehrling“ über „Belsazar“ bis zu „Johannes Apfelböck“, von Goethe bis zu Brecht finden wir Erzählstoffe als Gedichte geschrieben, und zwar als Gedichte, in denen neben dem Erzählverlauf, die formalen Mittel und der Lyrik-Aspekt vorhanden und erhalten sind.  
 
Planodion-BonsaiStories: Die Kurzerzählung gegenüber dem großen Roman, der Trilogie, der Tetralogie u.s.w. Bedeutet diese erneute uralte „Gattung“ den Tod  des Romans nach dem Ulysses  und dem Suche nach der verlorenen Zeit?
Günter Kunert:  Tod des Romans? Es sind noch nie derart viele dicke Romane erschien wie gegenwärtig, wobei ich keine Qualitätsfragen stelle. Nein, der Roman wird nicht aussterben. Jede Gattung, jede Form sucht sich ihren Autor. Was aber tatsächlich zugenommen hat und weiter zunimmt, das Sach- oder Fachbuch, die Monographie, die Biographie, die analytische Beschreibung historischer oder politischer oder privater Vorgänge: in dieser Hinsicht stehen wir vor einer unübersehbaren Fülle von Publikationen. In Koinzidenz mit den Naturwissenschaften hat im 20. Jahrhundert begonnen, die Literatur sich in einzelne Bereiche aufzuspalten. Heute haben wir die Fächer Kriminalroman, Science-Fiction Roman, romanhafte Darstellungen des Krieges, von gesellschaftlichen Krisen, fiktiven Biographien und fiktiven Autobiographien, nicht zuletzt als solche empfohlenen Liebesromane, Abenteuerromane, ergo einen Romankosmos, der sich jedes Jahr erweitert, als wolle er tatsächlich der Expansion des Universums papierne Konkurrenz machen.
 
Planodion-BonsaiStories: Hätten Sie etwas aus Ihrem Essay Kurze Betrachtung der Kurzgeschichte nachträglich unter den heutigen Umständen geändert?
Günter Kunert:  Ich würde sowieso an einmal veröffentlichten Texten nichts ändern und habe es nie getan.  ] 

 

Günter Kunert: Ἡ κρυφὴ βιβλιοθήκη

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Ἡ κρυ­φὴ Βι­βλι­ο­θή­κη

(D­ie g­e­h­e­i­me B­i­b­l­i­o­t­h­ek)

 

Α ΑΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ εἶναι τὰ κα­λύ­τε­ρα», ἔ­τσι λέ­ει ἕ­νας γερ­μα­νὸς κλα­σι­κός, ἢ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πε­ρί­που ἔ­τσι· μί­α ἀ­ψευ­δὴς ἀ­λή­θεια πού, ὅ­πως κά­θε ἀ­λή­θεια, προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει δὲν ἔ­χει χρεί­α δι­ευ­κρι­νί­σε­ων καὶ ὑ­πο­ση­μει­ώ­σε­ων. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἴ­δια ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δεί­χνει λο­γι­κὴ καὶ εὐ­νό­η­τη: σὲ λή­θαρ­γο πρω­ὶ στὸν κῆ­πο τοῦ ποι­η­τῆ ἢ βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ τὴν κα­τά­κλι­ση στὸ στρῶ­μα τοῦ ποι­η­τῆ, καὶ μά­λι­στα στὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς με­γά­λου ποι­η­τι­κοῦ τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ τρέ­νο, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ ποι­η­τῆ σκέ­φτε­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, ἐ­νερ­γεῖ ἀ­δέ­σμευ­τα, ξε­φεύ­γει ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν κύ­ριό του, δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­ρά­δες, σπα­ράγ­μα­τα ποι­η­μά­των, μι­σο­ψη­μέ­νους στί­χους, ἰ­δέ­ες καὶ πε­ρι­ε­χό­με­να ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά. Πο­τὲ δὲν θὰ γρα­φτοῦν καὶ δὲν θὰ τυ­πω­θοῦν· ἄ­βα­τον τοῖς πᾶ­σι. Τὰ ἀ­τε­λῆ ποι­ή­μα­τα, δι­α­πόν­τια μὲς στ’ ἁ­πα­λὰ κύ­μα­τα τῶν ὀ­νεί­ρων, θὰ λέ­γαν πιὸ πολ­λὰ ἀ­π’ ὅ­σα σκέ­φτον­ται, κι ἀ­π’ ὅ­σα λέ­νε τὰ βι­βλί­α τοῦ ποι­η­τῆ στὰ κα­τα­στή­μα­τα, φθαρ­μέ­να στὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ ὅ­σα δὲν γρά­φτη­καν, τὰ ἐμ­βρυ­ώ­δη, ἀ­νή­κουν ἀ­με­σό­τε­ρα στὸν ποι­η­τὴ καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λύ­πτουν ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­νεν­δοί­α­στα ἀ­π’ ὅ­σα ἀ­κο­νί­ζον­ται, λι­μά­ρον­ται καὶ τρο­πο­ποι­οῦν­ται, μὲ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη τὴν μορ­φή.

         Φαν­τά­σου μιὰ Βι­βλι­ο­θή­κη μὲ τέ­τοι­α ἀ­πο­κλει­στι­κῶς βι­βλί­α ποὺ δὲν γρά­φτη­καν πο­τέ· θὰ βρι­σκό­ταν, σκέ­φτο­μαι, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο κτή­ριο ποὺ πα­ρα­πέμ­πει στὴν πε­τρω­μέ­νη γεύ­ση τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να· πρέ­πει νὰ δι­α­σχί­σεις μα­κρι­νοὺς δι­α­δρό­μους, ὥ­σπου νὰ φθά­σεις στὰ ὑ­πό­γεια μὲ τὰ ρά­φια ἀ­ρα­δια­σμέ­να σὲ γκρί­ζους, βρα­χώ­δεις τοί­χους. Ἀ­π’ τὰ τα­βά­νια κρέ­μον­ται φυ­σι­κὰ γυ­μνὲς λάμ­πες ποὺ φω­τί­ζουν ὑ­πε­βο­λι­κὰ κι ὅ­μως ἀ­φή­νου­νε στὸ μαῦ­ρο σκο­τά­δι γω­νι­ές, πα­ρα­γω­νι­ὲς καὶ δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἐ­δῶ κα­τε­βαί­νω πό­τε-πό­τε τὰ πλη­κτι­κὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, ὅ­ταν κλεί­νω τὰ μά­τια. Βα­δί­ζω δι­στα­κτι­κὰ κα­τὰ μῆ­κος τῶν βι­βλί­ων τρα­βών­τας ἕ­ναν τό­μο ἐ­κεῖ, ἀ­νοί­γον­τας ἀλ­λοῦ κά­ποι­α μπρο­σού­ρα: πα­ρόν­τες ἅ­παν­τες, πα­λαι­οὶ καὶ νέ­οι συγ­γρα­φεῖς: ἀ­πὸ τὸν Κά­τουλ­λο μέ­χρι τὸν Κάφ­κα. Τὰ χα­μέ­να ἐν τῇ γεν­νή­σει παι­διά τους, ἔμ­βρυ­α λο­γο­τε­χνι­κά, καρ­ποὶ ποὺ ἐ­κτρώ­θη­καν, πρό­σω­πα μι­σά, με­ρι­κὰ δί­χως χέ­ρι ἢ πό­δι, ἐ­πι­ζη­τών­τας ὡ­στό­σο τὸν οἶ­κτο μας, καὶ ἄλ­λα μὲ λα­χτά­ρα νὰ ζή­σουν χύ­νον­τας κα­ταρ­ρά­κτες τὶς λέ­ξεις, φυ­σι­ο­γνω­μί­ες σὰν τὶς τε­ρα­τό­μορ­φες ὑ­δρορ­ρο­ὲς τῆς N­o­t­re-D­a­me, κά­τι δι­α­βο­λι­κὸ ἐ­πά­νω τους, κά­τι θε­ϊ­κὸ καὶ ὠ­μὸ μα­ζί. Κι ἐν­τού­τοις, κά­θε ποὺ γύ­ρευ­α νὰ βυ­θι­στῶ σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἄ­γρα­φο κεί­με­νο, ἔ­νι­ω­θα μιὰν ἐ­νό­χλη­ση, τὸν ἦ­χο τοῦ κώ­δω­νος ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, κι ἐ­πέ­στρε­φα τρέ­χον­τας στὸν ἐ­πά­νω κό­σμο: τὸ ἄ­γρα­φο βι­βλί­ο τὸ ἄ­φη­να στὴν ἄ­κρη ἑ­νὸς ρα­φιοῦ, γιὰ νὰ τὸ βρῶ ξα­νὰ τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, ὅ­μως δὲν τὸ ἔ­βρι­σκα πιά. Μά­ται­α ἔ­ψα­χνα. Κι αὐ­τὸ μ’ ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­θέ­τω, δὲν θὰ ἦ­ταν ἆ­ρα γε δυ­να­τὸν ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να, κά­ποι­ος ξέ­νος, νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὴν Βι­βλι­ο­θή­κη κι αὐ­τός, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ ἢ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ μπρο­στά μου; Μή­πως θυ­μᾶ­μαι νὰ εἶ­δα αἴφ­νης ἴ­χνη βη­μά­των στοὺς σκο­νι­σμέ­νους δι­α­δρό­μους τοῦ ὑ­πο­γεί­ου; βι­βλί­α ποὺ δὲν μπῆ­καν στὴ θέ­ση τους σω­στά; τσα­κι­σμέ­νες σε­λί­δες; μουτ­ζου­ρω­μέ­νες μὲ μο­λύ­βι ση­μει­ώ­σεις στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν βι­βλί­ων; ὑ­πό­λοι­πο στά­χτης ἀ­πὸ τσι­γά­ρο; Ἢ μή­πως μοῦ ξέ­φυ­γε ὁ ἔ­λεγ­χος τῆς Βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς ποι­η­τὲς ποὺ φυ­λᾶ­νε τὰ βι­βλί­α τους, γιὰ νὰ ἐ­λέγ­χουν τὴν πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τά τους;

        Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἀ­πὸ δῶ κι ἐμ­πρὸς πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ προ­σε­κτι­κός. Πρέ­πει πά­ραυ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­γεια ρά­φια τὴν δω­δε­κά­το­μη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α μου, γιὰ νὰ μὴ μά­θει κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς φαν­τα­στι­κοὺς ξέ­νους πράγ­μα­τα γιὰ μέ­να καὶ τὰ δι­α­δώ­σει κα­τὰ δύ­να­μιν. Ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι καὶ σὲ μέ­να ἄ­γνω­στα παν­τε­λῶς ὡς μή­πο­τε γε­γο­νό­τα.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Μνήμη Bertolt B.

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Μνή­μη B­e­r­t­o­lt B.

(E­r­i­n­n­e­r­u­ng an B­e­r­t­o­lt B.)

 

ΚΡΙΝΙΑΡΙΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ. Ἄρ­ρυθ­μα κι ἀ­κα­νό­νι­στα τραν­τάγ­μα­τα τοῦ στρογ­γυ­λοῦ του κε­φα­λιοῦ: ἔν­τα­ση πρὶν ἀ­π’ τὴ μό­νι­μη ἀ­πο­γεί­ω­ση. Καὶ πί­ε­ση με­γά­λη στὴ γκρι­ζω­πὴ στο­λή του· βαλ­βί­δα ἐ­κτό­νω­σης μο­να­χι­κή: τὸ ποῦ­ρο. Μά­τια χα­ρού­με­να, λέ­ξεις βα­ρει­ές… Δυ­ὸ πα­λι­ο­πά­που­τσα δερ­μά­τι­να ποὺ πή­γαι­ναν μα­ζί του πέ­ρα-δῶ­θε. Μὲ πά­θος τὸ τί­πο­τα πι­στεύ­ον­τας. Καὶ πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζων. Ἀ­πὸ φι­λαρ­γυ­ρί­α γεν­ναι­ό­δω­ρη. Τὴν ἀλ­λα­γὴ μο­νά­χα νὰ ἐγ­κρί­νει ὁ ἔ­σχα­τος αὐ­τὸς ἅ­γιος τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς συ­βα­ρί­της, ὁ κη­ρύ­ξας τὴν ἐ­πι­στή­μη τῆς τέ­χνης καὶ τὴν τέ­χνη τῆς γνώ­σης. Με­ρι­κὲς φο­ρές: σὲ πο­λυ­θρό­να ἀ­στεί­α, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ λι­κνί­ζε­ται, στὴ γῆ του κον­τά, στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα βα­θιά· οἱ ἄλ­λοι, ἐ­μεῖς, σὲ θέ­σεις ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νες. Καὶ τὸν θαυ­μά­ζα­με. Κι αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

 

  

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Don Coker, 4 5/8″X5 5/16″, λάδι σὲ καμβά.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Καρυάτιδες

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Κα­ρυ­ά­τι­δες

(K­a­r­y­a­t­i­d­en)

 

ΙΚΟΣΙ ΚΙΟΛΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε γι’ αὐ­τὲς πὼς δὲν θὰ εἶ­χαν πιὰ τί­πο­τε νὰ ψά­ξουν καὶ νὰ κά­νουν στὰ σπί­τια τοῦ Βε­ρο­λί­νου: αὐ­τὲς οἱ ξέ­στη­θες κυ­ρί­ες ποὺ ἔ­κρυ­βαν τὸ τρί­χω­μα τῆς ἥ­βης πί­σω ἀ­πὸ τσι­μεν­τέ­νι­ες ρυ­τί­δες, μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο πε­ρι­δε­ὲς στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης, ἀ­π’ ὅ­που τὶς εἶ­χαν ἐ­ξο­ρί­σει. Ὁ σφι­χτο­δε­μέ­νος αὐ­χέ­νας τους οὐ­δό­λως τὶς προ­στά­τευ­ε, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος καὶ ξα­νά­λε­γε, καὶ τὰ γε­μά­τα μπρά­τσα τους τεν­τώ­νον­ταν χω­ρὶς κα­νέ­να βά­ρος ἀ­πὸ πά­νω.

         Ὅ­ταν ὡ­στό­σο, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰν ἀ­πὸ τὶς ἔ­σχα­τες συν­τέ­λει­ες τοῦ κό­σμου τὰ σπί­τια πυρ­πο­λή­θη­καν μέ­χρι τὰ κε­λά­ρια, οἱ σα­θρὲς προ­σό­ψεις κα­τέ­πε­σαν ἐ­ρεί­πια σω­ρός. Τὰ κε­ρα­μί­δια τι­νά­χτη­καν κομ­μά­τια κι ὅ τι ἀ­πέ­μει­νε, ἦ­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φι­γοῦ­ρες νὰ προ­ε­ξέ­χει μο­να­χι­κή, οἱ μαυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ ὦ­μοι φορ­τώ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ μ’ ἕ­να βά­ρος ποὺ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να ἄλ­λο στή­ριγ­μα πα­ρὰ μο­νά­χα αὐ­τούς. Κι ἔ­τσι, ἀ­πὸ μιὰ ὕ­παρ­ξη δι­α­κο­σμη­τι­κὴ ἔ­φθα­σαν ἀ­νέλ­πι­στα στὴν παμ­πά­λαι­η ἐν­το­λή: Νὰ ση­κώ­σουν τὸν οὐ­ρα­νό.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Βιέννη, Κοινοβούλιο. Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto, 2004.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Βίβλος

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Βί­βλος

(B­i­b­el)

 

ΟΛΙΣ ΠΟΥ Ο ΑΔΑΜ ΚΑΙ Η ΕΥΑ εἶ­χαν δο­κι­μά­σει ἀ­πὸ τὸ Δέν­δρο τῆς Γνώ­σε­ως καὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­μέ­σως σὲ τὶ θέ­ση εἶ­χαν βρε­θεῖ. Κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τρό­μο καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἔ­σπευ­σαν δρο­μαί­ως πρὸς τὴν Πύ­λη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ βα­στοῦ­σε σκο­πιά, ἔ­τσι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν, Ἀρ­χάγ­γε­λος Φύ­λαξ Κυ­ρί­ου μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν πύ­ρι­νη ρομ­φαί­α. Μέ­χρι τό­τε τὸ ζεῦ­γος δὲν εἶ­χε γνω­ρί­σει τὸν θά­να­το, τώ­ρα τὸν ἔ­νι­ω­σε. Ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή, τό­σο προ­βλέ­ψι­μη πλέ­ον, δὲν ἄ­φη­νε ἄλ­λο πε­ρι­θώ­ριο στὰ παι­διά τους ἀ­π’ τὸ νὰ ὑ­πο­κύ­ψουν και­ρο­σκο­πι­κὰ ἢ πα­ρα­στρα­τών­τας νὰ ἐ­πα­να­στα­τή­σουν, νὰ γί­νουν Ἄ­βελ καὶ Κά­ιν ζῶν­τες ἐ­σα­εὶ ἐν τῷ ἱ­δρῶ­τι τοῦ προ­σώ­που των, καὶ πα­ρ’ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­στα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ζη­σε ἀρ­γό­τε­ρα μα­ζι­κὲς ἐ­πα­νεκ­δό­σεις καὶ ἔ­τυ­χε πλει­ό­νων, ἀ­π’ ὅ τι ἄλ­λα βι­βλί­α, ἀ­να­γνω­στῶν, δὲν ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ἐν­τού­τοις τί­πο­τε οὐ­σι­α­στι­κὸ πα­ρὰ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πί­να­κες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ κα­θ’ ἑ­αυ­τὸ ἐ­ξέ­θε­σαν τὴν νί­κη τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­πά­νω στὴν ἀ­λή­θεια, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν νὰ ἀ­να­μέ­νει ὅ­πως πάν­το­τε τὴν λύ­τρω­ση.

 

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εικόνα: Tamara de Lempicka (1932)

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Σύντομη ἐξέταση τοῦ μικροῦ διηγήματος

 

 

Γκύντερ Κοῦνερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Σύν­το­μη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος

(Kurze Betrachtung der Kurzgeschichte) 

 

ΤΟΝ ΓΕ­ΝΕ­ΘΛΙΟ τό­πο του, τὴν μη­τρι­κή του χώ­ρα, τὴν m­o­t­h­e­r­l­a­nd ἐν προ­κει­μέ­νῳ, τὸ ὀ­νο­μά­ζουν φυ­τὸ ποὺ θε­ρι­εύ­ει, πό­τε-πό­τε ἀ­πὸ μιὰν ὕ­πο­πτη ἀ­νω­μα­λί­α· σπα­νί­ως θὰ τὸ βρεῖς τε­λεί­ως ἄ­νο­στο, σὲ κα­τα­πλήσ­σει ὅ­μως μὲ τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κή του φύ­ση. Κα­τα­βο­λά­δες τέ­τοι­ες δὲν ἐν­νο­οῦν νὰ πιά­σουν ἐ­δῶ. Στοὺς γερ­μα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς κα­τε­βαί­νουν σω­ρη­δὸν οἱ ἰ­δέ­ες ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό, λὲς καὶ γρά­φουν σὲ τε­τρά­δια πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, ὀ­κτα­κό­σι­ες, χί­λι­ες, γιὰ νὰ κοι­τά­ζουν, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σει αὐ­τὸς ὁ σω­ρός, τὶς πιὸ πολ­λὲς φο­ρὲς ἄ­χρη­στο χαρ­το­μά­νι, ὑ­πε­ρή­φα­νοι κι ἀ­νυ­πό­μο­νοι γύ­ρω τους, ποῦ εἶ­ναι ἐ­πι­τέ­λους ἡ δάφ­νη. Πέ­ρα, κά­τω στοὺς πρό­πο­δες τοῦ Ὀ­λύμ­που*, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις διὰ γυ­μνοῦ ὀ­φθαλ­μοῦ, βρί­σκε­ται τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Ἀ­πὸ τὰ ὕ­ψη τῆς τρι­λο­γί­ας ἢ τε­τρα­λο­γί­ας τὸ βλέμ­μα τοῦ νέ­ου ὀ­λύμ­πιου Θε­οῦ ρί­χνε­ται πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ σκω­λη­κο­ει­δῆ ἀ­πό­φυ­ση. Ὑ­γι­ὲς ἀ­να­κλα­στι­κό, νὰ πε­ρι­φρο­νεῖς ὅ,τι δὲν φτά­νεις νὰ γευ­τεῖς. Πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ὑ­γι­εῖς συγ­γρα­φεῖς. Μὲ πάμ­πολ­λα πό­δια ὑ­γιᾶ, ὅ­που, σύμ­φω­να μὲ τὸν He­ming­way, πρέ­πει κα­νεὶς νὰ γρά­φει ἱ­στά­με­νος στὸ ἕ­να, γιὰ νὰ ἐ­πι­τυγ­χά­νει λι­τό­τη­τα καὶ σα­φή­νεια.

         Ἴ­σως ἡ ἔλ­λει­ψη μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των νὰ μὴν προ­έρ­χε­ται ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὴν ὑ­γεί­α, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἔλ­λει­ψη ἐ­πί­σης πε­ρι­ο­δι­κῶν. Τὸ S­h­o­rt s­t­o­ry εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ τρό­που δι­α­νο­μῆς, ἀ­κρι­βῶς δη­λα­δὴ τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, τῶν M a g a z i n s, ποὺ μὲ τὴν προ­σφο­ρὰ ποι­κί­λων κει­μέ­νων καὶ θε­μά­των προ­σκα­λοῦν στὴν ἄ­με­ση κα­τα­νά­λω­ση, νὰ δι­α­βα­στοῦν, νὰ πε­τα­χτοῦν καὶ νὰ λη­σμο­νη­θοῦν μέ­χρι τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἑ­πό­με­νου τεύ­χους. Τὸ S­h­o­rt s­t­o­ry συν­δέ­ε­ται στε­νὰ μὲ τὸν ἀ­νερ­χό­με­νο κα­τα­να­λω­τι­σμό. Ἡ ἥ­συ­χη, στο­χα­στι­κὴ Νέ­α Ἀγ­γλί­α φθί­νει, μί­α αὐ­θεν­τι­κό­τα­τη ἀ­με­ρι­κά­νι­κη ἀ­να­τα­ρα­χὴ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται στὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἡ βι­ο­μη­χα­νο­ποί­η­ση ἀρ­χί­ζει τὴν κα­τα­στρο­φι­κή, νι­κη­φό­ρα πο­ρεί­α της.

        Τὸ 1833 δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ P­h­i­l­a­d­e­l­p­h­ia S­a­t­u­r­d­ay C­o­u­r­i­er τὸ πρῶ­το μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἑ­νὸς πα­σί­γνω­στου ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­χρι τό­τε εἶ­χε γρά­ψει καὶ δη­μο­σι­εύ­σει μό­νο ποι­ή­μα­τα, καὶ προ­σπά­θη­σε πρῶ­τος αὐ­τὸς νὰ ὁ­ρί­σει τὴν ἔν­νοι­α τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Ἕ­να S­h­o­rt s­t­o­ry, γρά­φει ὁ κύ­ριος Poe, πρέ­πει νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται μο­νο­ρού­φι, γιὰ νὰ γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ στο­χευ­μέ­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἐν­τύ­πω­ση. Ὁ ἴ­διος κέρ­δι­σε δύ­ο φο­ρὲς λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα πε­ρι­ο­δι­κὰ θέ­σπι­ζαν χρη­μα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, προ­κή­ρυσ­σαν δι­α­γω­νι­σμοὺς γιὰ τὰ «κα­λύ­τε­ρα», ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως τό­τε δὲν ἦ­ταν πολ­λά. Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα αὐ­τὸ δὲν ἐ­ξα­σφά­λι­ζε ἀ­κό­μη τὸν ἐ­πι­ού­σιον. Ὁ P­oe ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­να­λά­βει πό­στο ἀν­τα­πο­κρι­τῆ, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει (καὶ νὰ πί­νει). Ἡ ἐν­σω­μά­τω­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἀ­γο­ρά, στὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ.

        Τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ἄν­θι­ζαν, ἔ­σβη­ναν, με­τέ­βαλ­λαν ἐ­νί­ο­τε καὶ τὸν χα­ρα­κτή­ρα τους, ὅ­μως εἶ­χαν πλέ­ον ἐγ­και­νιά­σει καὶ κα­θι­ε­ρώ­σει τὸ S­h­o­rt s­t­o­ry. Σή­με­ρα ἡ ἐ­ξει­δί­κευ­ση τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, κα­θὼς καὶ τῶν συγ­γρα­φέ­ων, ἔ­χει ἐ­ξε­λι­χθεῖ μέ­σῳ τῶν φα­να­τι­κῶν τοῦ εἴ­δους· ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­ο­δι­κὰ γιὰ ἱ­στο­ρί­ες τρό­μου, γιὰ βί­αι­ες ἱ­στο­ρί­ες μὲ ντε­τέ­κτιβ, ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ λοι­πά. Μό­νον φι­λό­δο­ξα πε­ρι­ο­δι­κά, ὅ­πως τὰ The N­ew Yor­ker, Ever­gre­en Re­view, Texas Quar­ter­ly με­τα­ξὺ ἄλ­λων, δι­α­τη­ροῦν χα­ρα­κτή­ρα πραγ­μα­τι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν φύλ­λων. Ὅ­που τὰ Fan-Ma­ga­zi­ne ποὺ ἀ­να­φέρ­θη­καν, ὅ­πως αὐ­τὰ γιὰ οὐ­το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, δὲν ὑ­πο­κύ­πτουν ἀ­πα­ραι­τή­τως στὴν τά­ση τῆς φτη­νῆς δι­α­σκέ­δα­σης. Συγ­γρα­φεῖς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας σὰν τὸν Brad­bu­ry ἢ τὸν Asi­mov ξε­περ­νοῦν τὰ ὅ­ρια τῆς ἁ­πλῆς δι­α­σκέ­δα­σης καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν σκλη­ρό­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κὴ στὸ σή­με­ρα.

        Ἀλ­λὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα δι­α­τη­ρεῖ ἀ­λη­θο­φα­νῆ τὴν γο­η­τεί­α του μέ­σῳ τῆς [δρα­μα­τι­κῆς] «πε­ρι­πέ­τεια­ς», ἐ­πά­νω στὴν ὁ­ποί­α δο­μεῖ­ται, τῆς ἐν­τυ­πω­σια­κῆς με­τα­στρο­φῆς, τῆς ἀ­προσ­δό­κη­της γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν οἱ­ο­νεὶ ὁ­μα­λό­τη­τα τοῦ εἶ­ναι του, κι ἐ­κεῖ­νος συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­το­μά­τως τὶς ἀ­δι­α­νό­η­τες, ἀ­θρό­ες δυ­να­τό­τη­τες τῆς λε­γό­με­νης ζω­ῆς. Μί­α μι­κρό­τε­ρου βαθ­μοῦ ἀλ­λὰ ὄ­χι λι­γό­τε­ρο ση­μαί­νου­σα κά­θαρ­σις (K­a­t­h­a­r­s­is) συν­τε­λεῖ­ται μὲς ἀ­πὸ τὴν κα­τά­πλη­ξη καὶ τὸ ξάφ­νια­σμα, ὅ­ταν τὰ πάν­τα ἀ­να­τρέ­πον­ται, γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει κα­νεὶς ὅ­τι ὁ κό­σμος δὲν εἶ­ναι μό­νο μη­χα­νὴ ποὺ ἀ­λέ­θει σάρ­κες. Στὸν ἴ­διο βαθ­μὸ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα δι­α­θέ­τει ὕ­φος ἐ­πα­να­στα­τι­κό, ἀ­φοῦ στὸ τέ­λος ἐ­ξε­γεί­ρε­ται κα­τὰ τῆς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης πλο­κῆς. Λα­κτί­ζει πρὸς κέν­τρα χτυ­πών­τας τὸ προ­βλε­πό­με­νο, τὸ πι­θα­νὸ καὶ τυ­πο­ποι­η­μέ­νο. Τὸ πλε­ο­νέ­κτη­μά του εἶ­ναι ταυ­το­χρό­νως καὶ ὁ κίν­δυ­νός του: ἡ πλα­νε­ρὴ τε­χνι­κὴ τῆς ξαφ­νι­κῆς φώ­τι­σης με­γι­στο­ποι­εῖ στὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ ἀ­στρα­πη­βό­λου καὶ τὸν ἐ­ξαν­τλεῖ τό­σο ποὺ ἐ­κεῖ­νος χά­νει τὸ νό­η­μα τῆς κο­σμι­κῆς καὶ λο­γι­κῆς τά­ξης. Στὸ τέ­λος μέ­νει μό­νον ἡ ἐν­τύ­πω­ση.

        Τε­λει­ώ­νον­τας, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ση­μει­ώ­σει ἐ­πι­πλέ­ον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ ποὺ εἰ­πώ­θη­κε στὴν ἀρ­χή: Ὅ­τι στὸν τό­πο μας δὲν θέ­λει νὰ εὐ­δο­κι­μή­σει. Αὐ­τὸ ἴ­σως ὀ­φεί­λε­ται στοὺς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους· ἢ στοὺς θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς, τοὺς ποι­η­τές. Οἱ συν­θῆ­κες εἶ­ναι πάν­το­τε ἀ­θῶ­ες, ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι. Ἐ­μεῖς, ὅ­μως, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε κά­πως κα­λύ­τε­ροι.

*********** 

 * Στὸ κεί­με­νο «G­a­u­r­i­s­a­n­k­ar», τὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος τῶν βου­δι­στῶν καὶ ἰν­δου­ι­στῶν, ἕ­δρα τοῦ Θε­οῦ S­h­i­va. Βρί­σκε­ται στὸ Νε­πάλ, 60 χλμ. δυ­τι­κὰ τοῦ Ἔ­βε­ρε­στ. Ἡ ἀ­νά­βα­ση σ’ αὐ­τὸ ἐ­πε­τρά­πη μό­λις τὸ 1979, με­τά, δη­λα­δή, τὴν συγ­γρα­φὴ τοῦ πα­ρόν­τος δο­κι­μί­ου (Σ.τ.μ.­).

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­­πὸ τὴν συλ­­λο­γὴ δο­κι­μί­ων Για­τί γρά­φου­με; Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνία (Warum Schreiben? Notizen zur Literatur, Carl Hanser Verlag, München 1976, σσ. 211-213).

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Συμεὼν Γρ. Σταμπουλοῦ: Γιὰ τὸν Günter Kunert καὶ τὸ σύντομο διήγημα

 

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ

 

Γιὰ τὸν G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt

καὶ τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα

 

GÜNTER KUNERT, πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος, γεν­νή­θη­κε τὸ 1929 στὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀπ’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ W­o­lf B­i­e­r­m­a­nn. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς δι­α­κό­σιους). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (k­l­e­i­ne P­r­o­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

         Οἱ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ σχο­λια­στὲς τοῦ ἔρ­γου του ἀ­να­ρω­τιοῦν­ται, τὶ εἶ­ναι πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ὁ G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt. «Ἡ γρα­φή μου», ὑ­πο­στη­ρί­ζει, «εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἀ­ναγ­κα­στι­κῆς νεύ­ρω­σης». Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ ἐ­ξη­γή­σει κα­νεὶς τοὺς δι­α­κό­σιους τίτ­λους βι­βλί­ων; Τὸ ἀ­πό­σταγ­μα, πάν­τως, αὐ­τῆς τῆς πλη­θω­ρι­κῆς γρα­φῆς εἶ­ναι, κα­θ’ ὁ­μο­λο­γί­αν του, ἡ ποί­η­ση. Ὁ K­u­n­e­rt εἶ­ναι p­ar e­x­c­e­l­l­e­n­ce ποι­η­τής. Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο του στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τὸν τὸν πυ­ρή­να. Καὶ πα­ρα­δό­ξως σ’ αὐ­τὸν τὸν πυ­ρή­να ἡ λέ­ξη-κλει­δὶ εἶ­ναι ἡ Ἱ­στο­ρία. Ἂν δὲν τὸν ἐμ­πό­δι­ζε ὁ πό­λε­μος, θὰ σπού­δα­ζε ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α. Ἔ­τσι, συ­νέ­χι­σε ἀ­να­σκά­πτων λέ­ξεις καὶ ἔν­νοι­ες ποὺ δι­έ­σω­σε «ἡ λή­θη», καὶ ἄλ­λες ἔν­νοι­ες λη­σμο­νη­μέ­νες πί­σω ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες. Ὁ G­ü­n­t­er πά­λε­ψε μὲ τὸ χῶ­μα, τὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα, τὴν ἐ­πι­φά­νεια. Κι ὅ­πως συμ­βαί­νει μ’ ἐ­κεί­νους ποὺ «βα­δί­ζουν στὰ σκο­τει­νά», ἀ­να­κά­λυ­πτε συ­χνὰ τά­φους καὶ ἱ­ε­ρὰ ἤ­δη συ­λη­μέ­να. Στὸ πλη­θω­ρι­κὸ ἔρ­γο του δι­α­σώ­ζον­ται σή­με­ρα ἐ­λά­χι­στα κτε­ρί­σμα­τα καὶ θραύ­σμα­τα πρω­το­τυ­πί­ας. Μᾶλ­λον δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­κε γι’ αὐ­τό. Πα­ρὰ τὸν θυ­μο­σο­φι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, ἑλ­κύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξη στά­ση. Ἡ γρα­φή του ἐ­πι­στρέ­φει σ’ ἕ­να πα­ρελ­θὸν συ­χνὰ σκο­τει­νό. Εἶ­ναι ὁ Ἑ­βραῖ­ος ποὺ δὲν μπο­ρεῖ να σκε­φτεῖ τὸ μέλ­λον. Τὸν πρό­σε­ξε ὁ B­r­e­c­ht καὶ προ­σπά­θη­σε, μέ­σα ἀ­π’ αυ­τόν, νὰ κα­τα­λά­βει πῶς σκέ­φτε­ται ἡ πρώ­τη με­τα­πο­λε­μι­κὴ γε­νιά στὴν Γερ­μα­νί­α. Ἦ­ταν τὸ σύν­το­μο κα­λο­καί­ρι τῆς «ρε­α­λι­στι­κῆς οὐ­το­πί­ας». Τὸ 1962 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεῖ­ο H­e­i­n­r­i­ch M­a­nn. Εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ «τεί­χους», τῶν πολ­λα­πλῶν (καὶ δι­ό­λου ἀ­νε­παί­σθη­των) ἀ­πο­κλει­σμῶν. Ὁ G­ü­n­t­er ἀν­τι­δρᾶ. Ὅ­ταν ἀ­φαι­ρεῖ­ται ἡ ἰ­θα­γέ­νεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο του W­o­lf B­i­e­r­m­a­nn, ὁ ἴ­διος θε­ω­ρεῖ ἑ­αυ­τὸν ἄ­πα­τριν καὶ ἀ­να­ζη­τεῖ νέα πα­τρί­δα στὴ Δύ­ση. Στὴν οὐ­σί­α, ἡ γρα­φή του ἔ­χει χά­σει, καὶ δὴ πρὸ πολ­λοῦ, τὸ ὑ­πό­στρω­μά της. Προ­βλέ­πει, ὡ­στό­σο, τὰ δει­νὰ ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θή­σουν. Τὸν βα­φτί­ζουν «Κασ­σάν­δρα τοῦ Kais­bor­stel». K­a­i­s­b­o­r­s­t­el εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ὅ­που ἀ­να­ζή­τη­σε κα­τα­φύ­γιο, ἡ Ἰ­θά­κη του. Ἡ πέ­να του τὸν βο­η­θεῖ νὰ δεῖ τὸν “μα­κρό­κο­σμο” μὲ χει­ρουρ­γι­κὴ ἀ­κρί­βεια. Πε­ρι­γρά­φει τὴν στά­ση του διὰ στό­μα­τος τοῦ ἐκ­δι­ωγ­μέ­νου ἀ­πὸ τοὺς να­ζι­στὲς ποι­η­τῆ Fe­lix Bol­lak: «Ὁ σω­στὸς μάν­της πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μάν­της δει­νῶν». Ἑ­τοι­μά­ζει τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του δι­ευ­ρύ­νον­τας ἐ­σχα­το­λο­γι­κὰ τὸν “μι­κρό­κο­σμό” του σὲ ἐ­πί­πε­δο πλα­νη­τι­κό. «Ἡ ἐ­περ­χό­με­νη κα­τα­στρο­φὴ θὰ εἶ­ναι κα­θο­λι­κή». Θε­μα­το­ποι­εῖ μὲ «ἱ­λα­ρὴ με­λαγ­χο­λί­α» τὴν πτώ­ση τοῦ τεί­χους τὸ 1989 στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ F­r­e­md d­a­h­e­im (Ξέ­νος ἐν οἴ­κῳ). Ἡ κα­τα­βύ­θι­ση μιᾶς χώ­ρας καὶ ὁ ἀρ­νη­τι­κὸς θρί­αμ­βος τοῦ πεσ­σι­μι­στῆ. Ἔ­κτο­τε γρά­φει ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας σχή­μα­τα φθαρ­μέ­να.

        Γιὰ τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πλη­θώ­ρα βρα­βεί­ων (Βρα­βεῖ­ο F­r­i­e­d­r­i­ch H­ö­l­d­e­r­l­in τῆς πό­λης B­ad H­o­m­b­u­rg, Βρα­βεῖ­ο G­e­o­rg T­r­a­kl) καὶ ἀ­να­δει­χθεῖ σὲ Ἐ­πί­τι­μο Δι­δά­κτο­ρα Πα­νε­πι­στη­μί­ων στὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἀ­με­ρι­κή.

 

«Τὸ κέρ­δος τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς κα­τά­στα­σης».

Ἡ θη­τεί­α τοῦ K­u­n­e­rt στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα. 

 

Ἡ ἐμ­μο­νὴ τοῦ K­u­n­e­rt στὸ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» (K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­te) ἔ­χει, κα­θ’ ὁ­μο­λο­γί­αν του, τὶς ρί­ζες της στὸ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, Βε­ρο­λῖ­νο τοῦ 1945· στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ «ὥ­ρα μη­δὲν» τῆς Γερ­μα­νί­ας, τὴν ἐκ­ποί­η­ση τῶν προ­γό­νων ἐν ὄ­ψει τῆς νέ­ας ἀρ­χῆς. Ἡ σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ ταί­ρια­σε ἀ­πο­λύ­τως στὴν ἀ­σθμα­τι­κὴ ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ γερ­μα­νοῦ στρα­τι­ώ­τη ποὺ ἐ­πέ­ζη­σε. Τὴν υἱ­ο­θέ­τη­σε πρώ­τη ἡ πε­ρί­φη­μη G­r­u­p­pe 47. Ἀ­σφα­λῶς, ἔ­χουν προ­η­γη­θεῖ —ση­μαν­τι­κοὶ ὁ­δο­δεῖ­κτες— οἱ «Ἱ­στο­ρί­ες τοῦ κυ­ρί­ου Κό­υ­νερ» («G­e­s­c­h­i­c­h­t­en vom H­e­r­rn K­e­u­n­er») τοῦ B­r­e­c­ht ποὺ γρά­φον­ταν διὰ βί­ου ἀ­πὸ τὸ 1926.

        Κα­τὰ τὸν K­u­n­e­rt, γε­νέ­θλιον ἔ­τος τοῦ εἴ­δους (ἂν νο­οῦν­ται γε­νέ­θλια εἴ­δη στὴν λο­γο­τε­χνί­α) εἶ­ναι τὸ 1833, ὅ­ταν ὁ P­oe δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα («Μπο­τί­λια στὸ πέ­λα­γος», «MS. F­o­u­nd in a B­o­t­t­le»­). Πα­ρα­δό­ξως, δὲν εἶ­ναι ὁ B­r­e­c­ht οὔ­τε ἡ S­e­g­h­e­rs ἢ ὁ B­ö­ll (κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν θαυ­μα­στὴς τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος), οὔ­τε ἀ­κό­μη ὁ H­e­m­i­n­g­w­ay, τὸ «Ἅ­γιον Πνεῦ­μα τῆς γερ­μα­νι­κῆς “σχο­λῆ­ς”», αὐ­τοὶ ποὺ ἐ­πη­ρέ­α­σαν τὸν K­u­n­e­rt, ἀλ­λὰ ὁ B­a­u­d­e­l­a­i­re («Ἡ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ Πα­ρι­σιοῦ», «Le s­p­l­e­en de P­a­r­is», p­o­s­t­h­um 1869) καὶ τὸ κρι­τι­κὸ ὕ­φος τοῦ B­e­n­j­a­m­in στὸ «Τὸ κα­θῆ­κον [ἢ μή­πως Ἡ πα­ραί­τη­ση;] τοῦ με­τα­φρα­στῆ» («D­ie A­u­f­g­a­be d­es Ü­b­e­r­s­e­t­z­e­rs», 1921). Σὲ σχε­τι­κὴ «συ­ζή­τη­ση ἐρ­γα­στη­ρί­ου» μὲ τὸν M. Dur­zak (1977), ὁ K­u­n­e­rt ἀ­να­φέ­ρει ἀ­κό­μη τοὺς Faul­k­n­er καὶ An­der­son, τὸν H­e­i­ne γιὰ τὴν δι­α­βρω­τι­κὴ εἰ­ρω­νεί­α του, τὸν Mar­tin Bu­ber τῶν πα­ρα­βο­λῶν τῆς ἰ­ου­δα­ϊ­κῆς πα­ρά­δο­σης.

        Ἂν ὑ­πάρ­χει μί­α λέ­ξη-κλει­δὶ ἱ­κα­νὴ νὰ ὁ­ρί­σει τὸ ἐ­κρη­κτι­κὸ μίγ­μα αὐ­τοῦ τοῦ μι­κροῦ σύμ­παν­τος, εἶ­ναι ἡ λέ­ξη Ἐ­πι­φά­νια (E­pi­pha­nie): ἀ­στρα­πια­ία σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς συ­νά­φειας τῶν πραγ­μά­των (μα­θη­τεί­α στὸ «Δου­βλι­νέ­ζοι»­). Ποι­ῶν ὅ­μως πραγ­μά­των; Μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ ἑ­στί­α του βρί­σκε­ται «στὸν ὀμ­φα­λὸ τοῦ κό­σμου», ὁ K­u­n­e­rt εἰ­σχω­ρεῖ στὴν πλα­νη­τι­κὴ δι­ά­στα­ση τοῦ κα­κοῦ (οἱ θά­λα­μοι ἀ­ε­ρί­ων εἶ­ναι ἡ κο­ρύ­φω­ση τῆς συ­νεκ­δο­χῆς του), γιὰ νὰ καρ­πω­θεῖ «τὸ κέρ­δος τῆς ἀρ­νη­τι­κῆς κα­τά­στα­ση­ς». Ἔ­τσι χα­ρα­κτη­ρί­ζει, λό­γου χά­ριν, τὶς πα­ρα­μορ­φω­μέ­νες εἰ­κό­νες τῶν ἀ­στῶν, τὸ θη­ρι­ο­τρο­φεῖ­ο τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ μι­κρο­α­στι­σμοῦ. Ἡ μα­τιὰ ἐ­πά­νω στὴν ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὴ καὶ «γκρο­τέ­σκα», δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κή. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πα­ρα­μορ­φώ­νει τὴν γρα­φή του καὶ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸ φαν­τα­στι­κό (ὅ­πως τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ K­a­f­ka), προ­κει­μέ­νου νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἕ­να τέ­τοι­ο «σύν­το­μο, φαν­τα­στι­κό, γκρο­τέ­σκο δι­ή­γη­μα» μπο­ρεῖ νὰ αἰφ­νι­διά­σει τὸν ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ εἰ­θι­σμέ­νου στὸν ἐ­πί­πε­δο, ἄ­νο­στο ρε­α­λι­σμὸ ἀ­να­γνώ­στη. Ἰ­δοὺ τὸ νέ­ο, ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ εἶ­δος γρα­φῆς.

        Ἡ ἄλ­λη λέ­ξη εἶ­ναι ἡ ἀ­να­τρο­πή, τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος, ποὺ ἡ κα­τα­κλυ­σμι­κὴ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο χρή­ση του, ἰ­δί­ως στὰ σύν­το­μα ποι­ή­μα­τα, ἀ­δυ­να­τί­ζει σή­με­ρα τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ξί­α. Πάν­τως, ἡ κα­τα­γω­γὴ αὐ­τῆς τῆς τε­χνι­κῆς βρί­σκε­ται στὴν ποι­η­τι­κὴ τῆς τρα­γω­δί­ας, στὴν πε­ρι­πέ­τεια καὶ τὴν ἀ­κό­λου­θη κά­θαρ­ση. Κα­τὰ τὸν K­u­n­e­rt, «ἡ ἀ­να­τρο­πὴ εἶ­ναι τὸ πρω­τεῦ­ον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος», ἂν καὶ ἐ­δῶ «ἐ­νε­δρεύ­ει ὁ κίν­δυ­νος, ἡ ξαφ­νι­κὴ ἀ­πο­κά­λυ­ψη νὰ σκιά­σει τὸ νό­η­μα ὑ­πὲρ τῆς ἐν­τύ­πω­σης». Εὐ­τυ­χῶς ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ἐ­τή­ρη­σε μὲ συ­νέ­πεια αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χή, ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς λέ­ξεις νὰ τὸν «ἀ­πο­πλα­νή­σουν», ὅ­πως εἶ­πε, ἀ­φέ­θη­κε στὴν γο­η­τεί­α τῆς γρα­φῆς, στὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ αἰφ­νι­δια­σθεῖ ὁ ἴ­διος. Ἐν προ­κει­μέ­νῳ, ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐ­κτο­πί­στη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἀ­π’ τὸ ποι­η­τι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, καὶ ὁ γρά­φων βρῆ­κε τὴν θέ­ση του στὸ κέν­τρο τῆς γρα­φῆς του.

        Ἴ­σως ὅ­μως, τὸ μυ­στι­κὸ τῆς γρή­γο­ρης, πυ­κνῆς καὶ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κῆς μα­τιᾶς τοῦ K­u­n­e­rt ἐ­πά­νω στὰ “πράγ­μα­τα” βρί­σκε­ται στὴν δη­μι­ουρ­γί­α τῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς εἰ­κό­νας, στὸ μον­τὰζ καὶ τὴν θε­μα­τι­κὴ ἀρ­τι­ό­τη­τα τῆς σε­κάνς, τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας δη­λα­δὴ τῶν εἰ­κό­νων. Ὁ ἴ­διος δὲν εἶ­ναι μό­νον μα­νι­ώ­δης θε­α­τὴς κι­νη­μα­το­γρά­φου ἀλ­λά, προ­πάν­των, κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Τὸ μά­τι του βρί­σκε­ται στα­θε­ρὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κά­με­ρα, καὶ στὸ χέ­ρι κρα­τᾶ, πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴν πέ­να, ψα­λί­δι. Τε­μα­χί­ζει τὴν ἀ­φή­γη­ση καὶ τὴν ξα­να­μοι­ρά­ζει μὲ ἄλ­λη σει­ρά. Τὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἡ σε­κὰνς τῆς φιλ­μι­κῆς γρα­φῆς του.

        Ὁ K­u­n­e­rt ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὸ εἶ­δος —με­τα­ξὺ ἄλ­λων— στὸ «Σύν­το­μη ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» («K­u­r­ze B­e­t­r­a­c­h­t­u­ng d­er K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­te») ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ων του Για­τί γρά­φου­με; Ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α (W­a­r­um S­c­h­r­e­i­b­en? N­o­t­i­z­en z­ur L­i­t­e­r­a­t­ur, C­a­rl Hanser Ve­r­l­ag, M­ü­n­c­h­en 1976, σσ. 211-213). Εἶ­ναι ἕ­να ἀπ’ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ ὁ συγ­γρα­φέ­ας θέ­τει εἰς ἑ­αυ­τόν, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι «ἡ ψευ­δαί­σθη­ση δὲν ἀ­παν­τᾶ πλέ­ον στὸ τη­λέ­φω­νο».

 

******** 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Manfred Durzak, Die deutsche Kurzgeschichte der Gegenwart – Autorenporträts Werkstattgespräche Interpretationen, Reclam, Stuttgart 1980, ³2002.

Hans-Christoph Graf von Nayhauss (ἐπιμ.), Theorie der Kurzgeschichte, Reclam, Stuttgart 2004.

Leonie Marx, Die deutsche Kurzgeschichte, Metzler, Stuttgart-Weimar, ³2005.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Max Ipsen: Ἑπτὰ θέσεις γιὰ τὸ μικρὸ διήγημα

 

 

Μὰξ Ἴπ­σεν (M­ax I­p­s­en)

 

Ἑ­πτὰ θέ­σεις γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα

[S­yv p­u­n­k­t­er om k­o­r­t­p­r­o­sa]

 

 ΓΕΡ­ΜΑ­ΝΟΣ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕ­ΑΣ Walter Höllerer (1), (μι­κρο)δι­η­γη­μα­το­γρά­φος με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἐ­πι­χεί­ρη­σε ἤ­δη τὸ 1962 σὲ ἕ­να ἄρ­θρο του μὲ τίτ­λο «D­ie K­u­r­ze F­o­rm d­er P­r­o­sa» [«Ἡ πρό­ζα στὴ σύν­το­μη ἐκ­δο­χή της»] (2) νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος.

         Τὸ ἄρ­θρο τοῦ Walter Höllerer εἶ­ναι με­τα­ξὺ ἄλ­λων χρή­σι­μο ἐ­πει­δὴ εἰ­σά­γει ἑ­πτὰ θέ­σεις ποὺ μᾶς βο­η­θοῦν νὰ ὁ­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὸ εἶ­δος τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος:

 

     1. Τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα αἰχ­μα­λω­τί­ζει τὴ στιγ­μή. Ἔμ­φα­ση δί­νε­ται σὲ με­μο­νω­μέ­να πρό­σω­πα, πράγ­μα­τα ἢ κα­τα­στά­σεις, ἐ­νῶ ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α κα­τέ­χουν με­μο­νω­μέ­νες λέ­ξεις καὶ με­μο­νω­μέ­νες κι­νή­σεις.

    2. Στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἡ δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξὺ τοῦ οὐ­σι­ώ­δους καὶ τοῦ μὴ οὐ­σι­ώ­δους εἶ­ναι θο­λή. Κά­τι τὸ ἀ­σή­μαν­το μπο­ρεῖ ξαφ­νι­κὰ νὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ κά­τι οὐ­σι­ῶ­δες, ἐ­νῶ ἀν­τί­στρο­φα τὸ πα­ρα­δο­σια­κὰ οὐ­σι­ῶ­δες μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­κτή­σει δευ­τε­ρεύ­ου­σα ση­μα­σί­α.

    3. Στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση εἶ­ναι συ­χνὰ ὑ­παι­νι­κτι­κή, καὶ συ­νε­πῶς τὰ γε­γο­νό­τα φαν­τά­ζουν δι­φο­ρού­με­να καὶ χα­ο­τι­κά.

    4. Στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο καὶ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο (πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα) προ­σεγ­γί­ζουν τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο. Σὲ πολ­λὲς μά­λι­στα πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ἀ­πό­στα­ση με­τα­ξὺ ὑ­πο­κει­μέ­νου καὶ ἀν­τι­κει­μέ­νου ἐ­ξα­λεί­φε­ται παν­τε­λῶς.

    5. Στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἡ πλο­κὴ ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται σὲ με­μο­νω­μέ­νες πα­ρα­γρά­φους.

    6. Στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ὁ ἀ­φη­γη­τὴς δὲν προ­σπα­θεῖ νὰ κρύ­ψει τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἀ­φη­γεῖ­ται – τὸ ἀ­φή­νει ἀν­τι­θέ­τως νὰ φα­νεῖ ἀ­νοι­χτὰ καὶ εἶ­ναι αἰ­σθη­τὰ πα­ρὼν στὸ κεί­με­νο ὡς ἀ­φη­γη­τής.

    7. Στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἡ πλο­κὴ δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ σῶ­μα τοῦ κει­μέ­νου καὶ δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ τὸ τέ­λος τοῦ κει­μέ­νου – εἶ­ναι ἀ­κα­τά­λη­κτη. Τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­νοι­χτὴ ἀρ­χὴ καὶ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος.

 

 

 

(1) W­a­l­t­er H­ö­l­l­e­r­er (1922-2003). Γερ­μα­νὸς ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, ἐκ­δό­της. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α, Ἱ­στο­ρί­α, Φι­λο­σο­φί­α, ρω­μα­νι­κὲς γλῶσ­σες καὶ Λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­γι­νε γνω­στὸς μὲ τὸ ποι­η­τι­κό του βι­βλί­ο D­er a­n­d­e­re G­a­st (Ὁ ἄλ­λος κα­λε­σμέ­νος). Ἐκ­δό­της μὲ τὸν H­a­ns B­e­n­d­er τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ γιὰ τὴν ποί­η­ση A­k­z­e­n­te ἀ­πὸ τὸ 1954 ἕ­ως τὸ 1967. (Σ.τ.Ἐ.)

(2) Walter Höllerer: “Die kurze Form der Prosa”. Στὸ: Akzente 9 (1962) Heft 3. S. 226-245. (Σ.τ.Ἐ.)

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο: Kortprosa 1990-2003, Ἐ­πι­μέ­λεια Max Ipsen, Ἐκ­δό­σεις Systime, 2003.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ δανέζικα:

Εὔη Ξηρομερίτη (Ἀθήνα, 1979). Σπούδασε Μηχανικὸς Περιβάλλοντος στὸ Πο­λυ­τεχνεῖο τῆς Κρήτης. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ καὶ τὰ δανέζικα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κοπεγχάγη.

 

Gisèle Prassinos: Ἡ γέννηση

 

 

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos)

 

Ἡ γέν­νη­ση

(La naissance)

 

ΘΕΛΕ μιὰ με­γά­λη νε­κρὴ κού­κλα γιὰ νὰ τὴν ἔ­χει στὴν ἀγ­κα­λιά του καὶ νὰ τὴν πνί­ξει. Ἔ­νι­ω­θε ἤ­δη πά­νω του τὸ με­γά­λο ἀ­σπόν­δυ­λο βά­ρος ποὺ εἶ­χε νὰ κρα­τή­σει. Καὶ σκε­φτό­με­νος τὶς μα­κρι­ὲς γα­λα­κτώ­δεις γάμ­πες ποὺ θὰ κρέ­μον­ταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὶς δι­κές του, ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ κα­τα­πι­εῖ τὸ σά­λιο του πο­λὺ γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν ἀ­φή­σει τὸ λαι­μό του νὰ ξε­ρα­θεῖ!

         «Μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, εἶ­πε, καὶ με­γά­λα ἀ­νοι­χτὰ μά­τια… Θὰ τὴν πλέ­νω μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μαν­τη­λιοῦ μου καί, κά­θε πρω­ί, θὰ ἀ­νοί­γω τὰ με­γά­λα στρα­βὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ βά­λω μέ­σα τους ἕ­να κα­ρύ­δι. Τό­τε θὰ με­γα­λώ­νει τὸ δί­χως ἄλ­λο ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, θὰ γί­νε­ται ἀ­κό­μη πιὸ πλα­στι­κὴ καὶ θὰ μπο­ρῶ νὰ τὴν πνί­ξω πιὸ εὔ­κο­λα!

        Ὅ­ταν θὰ πι­έ­ζω μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια τὰ γε­μά­τα της μά­γου­λα, ἕ­να ὑ­πό­λευ­κο ὑ­γρὸ θὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Χον­τρὲς κόκ­κι­νες φυ­σα­λί­δες θὰ γλι­στροῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της ποὺ θὰ γί­νε­ται ἀ­δύ­να­τη. Τό­τε θὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σω πο­λὺ δυ­να­τά, μέ­χρι νὰ ἀ­φα­νί­σω τὰ μπλὲ μά­τια της, μέ­χρι νὰ τοὺς δώ­σω δι­κή μου ζω­ή.»

        Σκε­φτό­ταν τὴν κού­κλα καὶ τὰ μά­τια του εἶ­χαν καρ­φω­θεῖ μα­κριά, λὲς καὶ τὴν ἔ­βλε­πε νὰ ἔρ­χε­ται.

        Πράγ­μα­τι, μιὰ ἄ­σπρη γραμ­μὴ κυ­μά­τι­ζε στὸν οὐ­ρα­νό, χα­νό­ταν ἀ­νὰ δι­α­στή­μα­τα μέ­σα στὰ δέν­δρα, ἔ­πει­τα ἐμ­φα­νι­ζό­ταν πά­λι…

        Χω­ρὶς νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα, ἅ­πλω­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να τὰ χέ­ρια του γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ πλά­σι­μό της καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κον­τά του πιὸ γρή­γο­ρα για­τί κρύ­ω­νε. Κά­θε φο­ρὰ ὅ­μως ποὺ τὰ κα­τα­πο­νη­μέ­να του δά­χτυ­λα ἀ­κουμ­ποῦ­σαν τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἡ ἄ­σπρη γραμ­μὴ πή­γαι­νε ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κριά.

        Ἔ­βλε­πες νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται σι­γὰ-σι­γὰ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, μὲ μα­κριὰ μαλ­λιὰ ποὺ ξε­τυ­λί­γον­ταν κά­θε τό­σο.

        Ἦ­ταν ὅ­μως ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­τε­λὲς ἀ­κό­μη, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος, πα­ρὰ τὴν ἀ­φα­νι­στι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α του, ἦ­ταν ἐ­κεῖ καὶ πε­ρί­με­νε.

        Σύν­το­μα, ἡ μορ­φὴ ἄρ­χι­σε νὰ πε­τά­ει πιὸ γρή­γο­ρα, νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση…

        Ὁ ἄν­τρας ἔ­νι­ω­σε μιὰ μι­κρὴ πα­ρη­γο­ρη­τι­κὴ ζέ­στη νὰ τὸν πλη­σιά­ζει καί, ἀ­μέ­σως με­τά, ἕ­να δέ­μα, ποὺ κι­νοῦν­ταν γρή­γο­ρα, νὰ πέ­φτει μὲ δύ­να­μη πά­νω στὸ στῆ­θος του.

        Τό­τε, τὸ ἅρ­πα­ξε μὲ τὰ ἀ­δη­φά­γα χέ­ρια του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­τα­στρέ­φει.

 

   1935

 

 

 Πη­γή: Gisèle Prassinos, «La naissance» στὸ Les mots endormis, Flammarion, Paris, 1967, pp. 17-18.

 

Gisèle Prassinos (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920), ποι­ή­τρια καὶ συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ὁ πα­τέ­ρας της δι­ηύ­θυ­νε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γος στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ἐ­νῶ ὁ ἄν­τρας της, ὁ Πέ­τρος Φρυ­δᾶς με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ Κα­ζαν­τζά­κη. Τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Ἀν­τρὲ Μπρε­τὸν τὸ 1935 καὶ τὴν ἀ­πο­κά­λε­σε παι­δί-θαῦ­μα. Τὸ πρῶ­το της ἔρ­γο ἡ Ἀρ­θρι­τι­κὴ Ἀ­κρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1935 καὶ ἐν­θου­σί­α­σε τὴν ὁ­μά­δα τῶν Σου­ρε­α­λι­στῶν. Ὁ Μπρε­τὸν στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α τοῦ μαύ­ρου χι­οῦ­μορ ἔ­γρα­ψε γιὰ τὴν Πρά­σι­νος πὼς «ὅ­λοι οἱ ποι­η­τὲς τὴ ζη­λεύ­ουν».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιᾶ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

  

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὲς 09-04-2010 καὶ 12-04-2010 [φω­το­γρα­φι­κά τεκ­μή­ρια γιὰ τὴν Πρά­σι­νος ἀ­πὸ τὸν ζω­γράφο Δη­μή­τρη Γέ­ρο).