Τάσος Γουδέλης: Γουταπέρκη

 

 

Τά­σος Γου­δέ­λης

Γου­τα­πέρ­κη

 

Στὴν Κοῦ­λα καὶ τὸν Σω­τή­ρη Δε­λη­γιά­ννη

 

ΕΝ ΕΙΧΑ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ τὸ ὄ­νο­μά της. Στὴν ἀρ­χή μοῦ θύ­μι­σε τρο­πι­κούς, οὔ­τε συ­ζή­τη­ση γιὰ κά­τι τρο­με­ρό, σὰν τὸ πλά­σμα Μαλ­ντο­ρόρ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Ἂν καὶ εἶ­χα πάν­τα τὴν προ­δι­ά­θε­ση νὰ με­γε­θύ­νω ὁ­τι­δή­πο­τε, νὰ τοῦ δί­νω τὴ χει­ρό­τε­ρη δι­ά­στα­ση: ἦ­ταν ἔ­νο­χο ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε βρε­θεῖ συμ­πτω­μα­τι­κὰ στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ­πό­τε μιὰ γοτ­θι­κὴ φαν­τα­σί­ω­ση, ἂς ποῦ­με, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­νώ­δυ­νο δὲν ἀρ­κοῦ­σε νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Ἡ γου­τα­πέρ­κη, αὐ­τὸ τὸ ἰ­α­μα­τι­κὸ ὑ­λι­κό, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν κα­νό­να τῶν συ­νη­θι­σμέ­νων ὑ­περ­βο­λῶν μου. Ὡ­στό­σο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας κρά­τη­σε ἀ­πὸ μέ­να πα­ρά­ξε­νες ἀ­πο­στά­σεις.

         Βέ­βαι­α, τό­τε σ’ ἐ­κεί­νη τὴν εὐ­κρί­νεια τοῦ ‘­64 μὲ τὸν ἀ­φό­ρη­το πό­νο —ποὺ οὔ­τε ἡ, συ­νή­θως σπά­νια, πα­τρι­κὴ θω­πεί­α κα­τόρ­θω­νε νὰ ἁ­πα­λύ­νει— τὴν ἔ­νοι­ω­σα ἀ­πει­λη­τι­κή. Καὶ ἐ­πὶ πλέ­ον δὲν τὴ φαν­τα­ζό­μουν τό­σο πα­ροῦ­σα μέ­σα στὸ χρό­νο. Για­τί, ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ ὅ,τι θὰ δι­αρ­κέ­σει, τί­πο­τα δὲν εἶ­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Ἔ­φται­γε μιὰ σκλη­ρὴ μα­στί­χα ποὺ εἶ­χα σχε­δὸν ξε­χά­σει στὸ στό­μα δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να φτη­νὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἐ­φη­βι­κὸ με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἀ­με­ρι­κά­νι­κο χα­μη­λὸ στὸ τραν­ζί­στορ, ποὺ πρό­σθε­τε κι αὐ­τὸς κλί­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ γου­ὲ­στ τῶν σε­λί­δων. Οἱ ρί­ζες τοῦ τρα­πε­ζί­τη δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ αἱ­μά­τω­μα στὴ γνά­θο. Τὸ ξαφ­νι­κὸ ἄλ­γος γέν­νη­σε εἰ­κό­νες πλά­γι­ες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ποὺ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν λί­γο με­τὰ στὸν πνι­γη­ρὸ θό­λο τῆς ὀ­δον­τιά­τρου. Τὰ χεί­λη ἀ­πὸ πά­νω μου σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη καὶ νό­μι­σα μέ­σα στὴν ὁ­μί­χλη ὅ­τι ἄ­κου­γα ἐ­ξορ­κι­σμό. Ἡ γου­τα­πέρ­κη ἔ­κλει­νε τὴν ἐ­πί­πο­νη θε­ρα­πεί­α: μ’ αὐ­τὴν θὰ γι­νό­ταν τὸ σφρά­γι­σμα. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­κα, ἐ­πι­τέ­λους, ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ πο­λυ­θρό­να μὲ τὴ γεύ­ση της ἔν­το­νη, δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζω σο­βα­ρά. Ἡ ἠ­χὼ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της, πάν­τως, ἔ­μει­νε ἕ­νας μό­νι­μος, κρυ­φὸς ἀν­τί­λα­λος, ποὺ ἔ­φερ­νε στὴν ἐ­πι­φά­νεια μα­ζί του κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τοῦ πα­λιοῦ το­πί­ου: τὸ νω­θρὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν πλά­για στά­ση μου στὸ κρεβ­βά­τι, τὴ μου­σι­κή, τὸν ὑ­στε­ρι­κὸ ἐ­ρω­τι­σμὸ τοῦ βι­βλί­ου, τὸν ξαφ­νι­κὸ πό­νο, τὶς σκι­ὲς τῶν δι­κῶν μου, καὶ τὴ ναρ­κω­τι­κὴ ὀ­σμὴ τῆς οὐ­σί­ας.

        Μπο­ρεῖ νὰ ἔ­φται­γε καὶ ἡ δει­λί­α μου ἀλ­λὰ δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὴ σκέ­πτο­μαι συ­χνά. Τὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τὴν ὑ­πο­λό­γι­ζα ξέ­νη στὸ σῶ­μα μου ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ δι­κή μου. Πάν­τως ἐ­κεί­νη μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε πι­στὰ καὶ ἀ­νά­λα­φρα, σὰν τὰ ἐγ­γὺς ὀ­δυ­νη­ρὰ ποὺ νο­μί­ζου­με ὅ­τι δὲν μᾶς ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν. Γι’ αὐ­τὸ σχε­δὸν δι­α­σκέ­δα­ζα μὲ ὅ­σα εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει καὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση σχε­δόν.

        Μὲ ἀ­φορ­μή, ὅ­μως, μιὰ ἄλ­λη ἐ­νό­χλη­ση τὸ ‘­78, στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο τῆς γνά­θου, μὲ ἀ­νάγ­κα­σε νὰ δῶ κα­θα­ρό­τε­ρα τὶς προ­θέ­σεις ἢ μᾶλ­λον τὰ ὅ­ριά της. Ἦ­ταν κι αὐ­τή, λοι­πόν, φθαρ­τὴ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη. Μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­πε, τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στο καὶ ἄ­το­νο. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ τὸ σκη­νι­κὸ πα­ρέ­με­νε μᾶλ­λον ἀ­πα­ράλ­λα­κτο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζη­τή­σω, ἂς ποῦ­με, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου πα­ρή­γο­ρες λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τὴν ἐ­φι­δρω­μέ­νη συ­νάν­τη­σή μου μα­ζί της ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ποὺ τό­τε δὲν φαι­νό­ταν καὶ πο­λὺ μα­κρι­νό: νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­κο­λου­θών­τας, μὲ λί­γα λό­για, τὰ ἴ­δια μου τὰ ἴ­χνη.

        Ὅ­ταν χρει­ά­σθη­κε, ὅ­μως, τε­λευ­ταῖ­α νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω μιὰ νέ­α της ἀ­δι­α­φο­ρί­α, σὲ ἄλ­λη κρί­ση τῆς γνά­θου, ἔ­νι­ω­σα ἐν­τε­λῶς ἔκ­θε­τος, σκυμ­μέ­νος σὲ ἐ­πι­φά­νει­ες ποὺ γυ­ά­λι­ζαν ἐ­χθρι­κά, κρα­τών­τας τὸ βά­θος κλει­στό. Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ μάρ­τυ­ρες νὰ μὲ συν­τρέ­ξουν, οὔ­τε, ἡ μνή­μη τῆς ὑ­πε­ρή­λι­κης για­τροῦ, ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ βο­η­θή­σει.

        Τό­τε κα­τά­λα­βα για­τὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς οὐ­σί­ας μὲ εἶ­χε ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ φο­βί­σει. Σὰν νὰ προ­μάν­τευ­α μό­νο ἀ­πὸ τὴ λέ­ξη «γου­τα­πέρ­κη» τὴ δύ­να­μή της νὰ κλεί­νει ἀ­θό­ρυ­βα καὶ ἑρ­μη­τι­κὰ τὶς πόρ­τες πί­σω μου. Ἤ­θε­λα πάν­τα νὰ πεί­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ὅ­τι ἐ­κτε­λοῦ­σε μιὰ φι­λι­κὴ ἀ­πο­στο­λή, ὅ­τι ἐ­γὼ ἤ­μουν ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὴν προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­βλε­πτο ἑ­αυ­τό της. Για­τὶ μὲ ἔ­κα­νε νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι τῆς εἶ­χαν ἀ­να­θέ­σει τὸ ρό­λο τοῦ φύ­λα­κα σὲ κά­ποι­ον ποὺ τὸν εἶ­χε ἡ ἴ­δια στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νάγ­κη. Καὶ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἐ­γὼ τῆς ἔ­δι­να ὑ­πό­στα­ση, τὴν ἔ­κα­να νὰ νι­ώ­θει χρή­σι­μη στὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κρα­τά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νειά της κει­μή­λιά μου.

        Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἐ­πει­δὴ οὔ­τε ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος ξέ­ρω τί ἀ­κρι­βῶς μοῦ δι­α­σώ­ζει, σκέ­πτο­μαι κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ δῶ ἐ­πι­τέ­λους τὰ πράγ­μα­τα κα­θα­ρά, χω­ρὶς συ­ναί­σθη­μα καὶ δρά­μα: νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ σφρά­γι­σμα δὲν κα­λύ­πτει πα­ρὰ ἕ­να κε­νό.­..

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: