Χριστόφορος Μηλιώνης: Ὁ λευκὸς ἄγγελος

 

 

Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

Ὁ Λευ­κὸς Ἄγ­γε­λος

 

 ΛΕΥΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ μοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ τὸν εἶ­δα νὰ ξε­μα­κραί­νει καὶ νὰ χά­νε­ται στὸ βά­θος τοῦ σκο­τει­νοῦ τοῦ­νελ.

«Ὅ­λα τώ­ρα τε­λεί­ω­σαν!», σκέ­φτη­κα.

         Ἔ­γι­νε βα­θὺ σκο­τά­δι καὶ βα­θειὰ σι­ω­πή. Τό­σο σκο­τά­δι καὶ τέ­τοια σι­ω­πὴ ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ τὰ γνώ­ρι­ζα. Πό­σο θὰ κρα­τοῦ­σε; Καὶ πῶς λο­γα­ριά­ζουν ἐ­δῶ τὸ χρό­νο; Ἄρ­χι­σα νὰ με­τρῶ μέ­σα μου, ὥ­σπου οἱ ἀ­ριθ­μοὶ μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν καὶ ἔ­μει­να μό­νος ἐ­γὼ μὲς στὴ σι­ω­πή.

         Κά­ποι­α στιγ­μὴ ξε­κί­νη­σε ἕ­νας ἦ­χος μα­λα­κός, γλυ­κὸς θὰ τὸν ἔ­λε­γα, συ­νε­χὴς καὶ κα­τευ­να­στι­κός. Σι­γὰ σι­γὰ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­γρά­φε­ται μπρο­στά μου τὸ σπί­τι μου μὲ τὸ μπαλ­κό­νι καὶ τὶς γλά­στρες, ὁ κῆ­πος μὲ τὶς πα­σχα­λι­ὲς καὶ τὰ λα­χα­νι­κά, ἡ αὐ­λὴ μὲ τὴ φλα­μου­ριά, οἱ ἀ­δερ­φές μου νὰ κεν­τᾶ­νε στὸν ἴ­σκιο της, ἡ για­γιά μου νὰ λι­ά­ζε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι, ὁ πα­τέ­ρας μου νὰ μπά­ζει τὰ κα­τσί­κια στὸ ἀ­χού­ρι, μ΄ ἕ­να ρα­βδὶ στὸ χέ­ρι. Δὲν ἔ­βλε­πα τὴ μά­να μου καὶ πῆ­ρα τὸ δρο­μά­κι ποὺ πή­γαι­νε στοὺς κή­πους. Ἀ­νέ­βη­κα στοῦ «Μπέ­η τὸ λι­θά­ρι» . Κά­τω χα­μη­λὰ ἦ­ταν τὸ ρέ­μα, καὶ ἴ­σως ὁ ἦ­χος ποὺ ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­νε νὰ ἦ­ταν ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τοὺς κα­ταρ­ρά­χτες κα­τε­βαί­νον­τας πρὸς τὸν Πα­λι­ό­μυ­λο. Ἡ μά­να μου περ­νοῦ­σε μὲ τὸ γα­ϊ­δού­ρι μας φορ­τω­μέ­νο τὶς βα­ρέ­λες. Πή­γαι­νε νὰ τὶς γε­μί­σει στὴ βρύ­ση, καὶ τὸ τσίγ­κι­νο χω­νὶ μὲ τὸν μα­στρα­πὰ στὰ με­σο­σά­μα­ρα χτυ­ποῦ­σε στὸ ρυθ­μὸ τοῦ βη­μα­τι­σμοῦ τοῦ ζώ­ου.

        Ἕ­νας κό­τσυ­φας τρό­μα­ξε καὶ μ’ ἕ­να μου­σι­κὸ σφύ­ριγ­μα πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιὰ καὶ βού­τη­ξε χα­μη­λά, ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν οἱ κῆ­ποι.

        Ὕ­στε­ρα ὁ ἦ­χος ἄρ­χι­σε νὰ δυ­να­μώ­νει καὶ ἔ­λε­γα πὼς ὁ μυ­λω­νᾶς ἔ­βα­λε μπρὸς τὴ φτε­ρω­τή, ποὺ γύ­ρι­ζε ἄ­γρια σκορ­πί­ζον­τας σύν­νε­φο τὸ νε­ρὸ ὁ­λό­γυ­ρα καὶ κά­νον­τας τὶς μυ­λό­πε­τρες νὰ γυ­ρί­ζουν γρή­γο­ρα κι αὐ­τές, καὶ τὸν ἦ­χο νὰ γί­νε­ται πιὸ βα­ρύς καὶ πιὸ δυ­να­τός.

        Φο­βή­θη­κα καὶ γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι. Ὁ κρό­τος ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­νε. Ἔ­γι­νε σκο­τά­δι. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄ­νοι­ξε τὸ δυ­τι­κὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σει­ρὲς ἀ­πὸ φῶ­τα σέρ­νον­ταν ἀν­τί­κρυ, στὸ Ἀλ­βα­νι­κό, στὸ δρό­μο τοῦ Ἀρ­γυ­ρο­κά­στρου. Φω­τει­νὲς κορ­δέ­λες ξε­τυ­λί­γον­ταν στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πό­τε πό­τε σχη­μά­τι­ζαν ἀλ­λό­κο­τα φεγ­γά­ρια ποὺ τρέ­κλι­ζαν.

         «Εἶ­ναι προ­βο­λεῖς», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας. «Δὲν εἴ­μα­στε κα­λὰ ἀ­πό­ψε.»

        Τὰ χα­ρά­μα­τα ξέ­σπα­σε τὸ ντου­φε­κί­δι… Ἀ­κου­γόν­του­σαν πυ­κνοὶ πυ­ρο­βο­λι­σμοί.. Μπή­κα­με στὸ κα­τώ­ι μὲ τὰ πρό­βα­τα… Μὰ τό­τε τὰ πο­λυ­βό­λα ἀ­κού­στη­καν ἔ­ξω στὸ δρό­μο… Πα­ρά­ξε­νοι κρό­τοι ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ τοὺς ἄ­κου­γα.

        Ὕ­στε­ρα ὁ δυ­να­τὸς ἦ­χος χα­μή­λω­σε πά­λι, ἔ­γι­νε ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το πα­ρά­πο­νο, σὰν κά­ποι­οι νὰ κλαί­γα­νε μὲ ἀ­να­φυλ­λη­τά, κι ὕ­στε­ρα πά­λι δυ­νά­μω­σε, ἔ­γι­νε ὀ­ρυ­μα­γδός, καὶ ἀ­κου­γόν­του­σαν βρον­τὲς μὲς στὸ σκο­τά­δι ἢ τι­νά­ζον­ταν λάμ­ψεις ποὺ τύ­φλω­ναν. Καὶ κό­σμος! Κό­σμος ποὺ ἔ­φευ­γε κα­τὰ τὸ πο­τά­μι μὲ τὴ γκρε­μι­σμέ­νη Γέ­φυ­ρα. Κι ἐ­μεῖς μα­ζί.

        Ὁ ἥ­λιος χά­θη­κε ξα­νὰ σὲ πυ­κνὰ σύν­νε­φα. Κι ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Γέ­φυ­ρα, ἔ­βρε­χε, ἔ­βρε­χε δυ­να­τά.

        Τὸ πο­τά­μι φά­νη­κε ξαφ­νι­κὰ σὲ μιὰ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου. Πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο ἄ­κρη σ΄ ἄ­κρη, κα­τε­βά­ζει τὰ θο­λά του νε­ρά, ἀ­νά­με­σα στὰ χον­τρὰ πλα­τά­νια. Καὶ βρυ­χι­έ­ται, βρυ­χι­έ­ται – ἔ­τσι ποὺ δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει πο­τά­μι νὰ βρυ­χι­έ­ται. Κι ὅ­λους μα­ζὶ τὸ ρέ­μα μᾶς ξε­βρά­ζει στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη.

        Ὕ­στε­ρα ὁ βρυ­χηθ­μὸς κι οἱ κρό­τοι κα­τα­λά­για­σαν πά­λι, ὥ­σπου σβή­σα­νε. Ἔ­νι­ω­σα ρί­γος νὰ κυ­ρι­εύ­ει τὸ κορ­μί μου.

        «Ἔρ­χε­ται ἡ θέρ­μη!» σκέ­φτη­κα.

        Ἔ­πε­σα σὲ βύ­θος ποὺ κρά­τη­σε αἰ­ῶ­νες. Κά­πο­τε μοῦ φά­νη­κε πὼς ξύ­πνη­σα καὶ βρέ­θη­κα ξα­νὰ στὸ χω­ριό, κι ἀ­νέ­βαι­να τὸ σο­κά­κι, κά­που στὴ Ρού­γα. Ἦ­ταν ὅ­λα κλει­στά, καὶ οἱ αὐ­λές ­τους ἔ­ρη­μες. Τί­πο­τε πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Κά­θι­σα στὸ λι­θά­ρι τῆς Ρού­γας καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ σι­γο­τρα­γου­δῶ ἕ­να πα­λιὸ τρα­γού­δι:

Στῆς Δε­ρό­πο­λης τὸν κάμ­πο, μω­ρὴ Μπιρ­μπι­λι­ῶ,

Γιά­ννος ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος….

 

        Ἀ­πό τὰ σπί­τια ἄρ­χι­σαν νὰ βγαί­νουν σκο­τει­νὲς σκι­ές. Ξά­πλω­σα σ΄ ἕ­να τσα­ΐ­ρι καὶ κοί­τα­ζα πέ­ρα, κα­τὰ τὴ Δε­ρό­πο­λη, καὶ τρα­γου­δοῦ­σα. Κι ἀν­θρώ­πι­νες φι­γοῦ­ρες μὲ κοί­τα­ζαν ἀ­πὸ μα­κριὰ καὶ μὲ χαι­ρε­τοῦ­σαν κου­νών­τάς μου τὸ χέ­ρι. Ἦ­ταν γνώ­ρι­μες μορ­φές. Κι ἐ­γὼ τρα­γου­δοῦ­σα μὲ δυ­να­τὴ φω­νή.

        Τό­τε ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να λευ­κὸ συν­νε­φά­κι, κά­τι σὰν τὴν εἰ­κό­να τοῦ Λευ­κοῦ Ἀγ­γέ­λου, ἀλ­λὰ ἀ­χνὴ καὶ δι­ά­φα­νη, σὰν νά ’­βγαι­νε ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο. Ἔ­σκυ­ψε καὶ μὲ φί­λη­σε. Κι ὕ­στε­ρα ἔ­φυ­γε μα­κριὰ καὶ χά­θη­κε. Ἔ­γι­νε ξα­νὰ σκο­τά­δι καὶ σι­ω­πή. Μέ­σα στὴ σι­ω­πὴ ἄ­κου­σα μιὰ σι­γα­νὴ φω­νή, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ ἄλ­λον κό­σμο:

        «Τε­λει­ώ­σα­με…».

        Ἄ­νοι­ξε πά­νω μου ἡ ἀ­τσά­λι­νη κα­τα­πα­κτὴ κι ἕ­να χέ­ρι ἦ­ταν ἀ­πλω­μέ­νο καὶ μὲ βο­η­θοῦ­σε νὰ ἀ­να­ση­κω­θῶ καὶ νὰ κα­τέ­βω. Ἦ­ταν ἡ Νο­σο­κό­μα. Φο­ροῦ­σε ἄ­σπρη μπλού­ζα…

        «Πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ πά­ρε­τε τὴ μα­γνη­τι­κὴ το­μο­γρα­φί­α!» εἶ­πε.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση

 

Μη­λι­ώ­νης Χρι­στό­φο­ρος (Πε­ρι­στέ­ρι Πω­γω­νί­ου, 1932). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κή Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Πα­ρα­φω­νί­α (ἐκδ. Ἐν­δο­χώ­ρα, 1961).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: