Tomás Borrás: Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἥρωα

 

 

Τομὰς Μποράς (Tomás Borrás)

 

Ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ ἥ­ρω­α

(La misión del héroe)

 

ΗΡΩΑΣ εἶ­χε νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ὁ­πλι­σμέ­νος καὶ μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὴν πόρ­τα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ φύ­γει γιὰ νὰ σώ­σει τὸ λαό του. Ἡ σύ­ζυ­γος τὸν ἱ­κέ­τευ­ε νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς.

         «Μπο­ρεῖ νὰ σοῦ στοι­χί­σουν τὴ ζω­ή. Συμ­φι­λι­ώ­σου μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἀ­γά­πη» τοῦ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε σκυφτὴ κλαί­γον­τας.

        Ὁ ἥ­ρω­ας γιὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­σει τὸ κα­θῆ­κον του, τρά­βη­ξε τὸ σπα­θὶ καὶ σκό­τω­σε τὴ σύ­ζυ­γο, ἐμ­πό­διο, λο­γι­κή, ἀδυναμί­α.

        Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι του, με­τὰ τὴ νί­κη, ὁ ἥ­ρω­ας δι­έ­τα­ξε νὰ ἀ­νά­ψουν φω­τιὰ καὶ ἔ­κα­ψε τὸ δε­ξί χέ­ρι του μέ­χρι ποὺ ἔ­γι­νε κάρ­βου­νο.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía D­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

Tomás Borrás (Μα­δρί­τη, 1891-1976). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

 

Διαφημίσεις

Κοσμᾶς Χαρπαντίδης: Δράκος στὸ τσάφ

 

 

Κο­σμᾶς Χαρ­παν­τί­δης

 

Δρά­κος στὸ τσάφ

 

ΤΟ ΚΕ­ΛΙ, στὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, ἄ­κου­γε νὰ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦν δρά­κο κι ἀ­πο­ροῦ­σε τὶ σχέ­ση μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει μὲ τὸ ἔγ­κλη­μα, αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ τρέ­ξει στὸν δι­ευ­θυν­τὴ γιὰ νὰ μὴν τ’ ἁρ­πά­ξουν ἀ­πὸ τὸν Τοῦρ­κο, πιὸ πο­λὺ με­σά­ζον­τας λό­γῳ γλώσ­σας καὶ τώ­ρα μπλεγ­μέ­νος, «κα­λὰ μι­λᾶς τὰ τουρ­κι­κά, μπᾶς κι εἶ­σαι δι­κός μας ποὺ ξέ­μει­νε;­», ὄ­χι, Πόν­τιος ἀ­πὸ τὴν Σαμ­ψούν­τα, τουρ­κό­φω­νος, ὁ ξέ­νος πέ­ρα­σε ἀ­μέ­σως στὸ θέ­μα, ὁ πα­τέ­ρας του πέ­θα­νε στὰ 98 του χρό­νια, στριμ­μέ­νος ὁ γέ­ρος, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν λί­ρες καὶ χα­μέ­νες πα­τρί­δες, νὰ γί­νει ξα­νὰ Ὀ­θω­μα­νι­κὴ ἡ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που γεν­νή­θη­κε ὁ ἀρ­χη­γός, νὰ μαν­τρω­θοῦν οἱ Ἕλ­λη­νες κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ὄ­λυμ­πο, νὰ ξα­να­βρεῖ τὶς χρυ­σές του λί­ρες, ἀλ­λὰ ἔμ­πλε­ξε μὲ κου­ραμ­πι­έ­δες, χα­ρά­μη­δες σὰν τὸ γιό του, κα­νεὶς σὰν τὸν Κε­μάλ, τοῦ ὁ­ποί­ου πα­τρι­ώ­της ἦ­ταν ὁ τσι­φλι­κὰς παπ­πούς του – πα­στά­λια­ζε λί­ρες, ὅ­πως οἱ ντό­πιοι κα­πνά, τὸν στέ­γνω­σε γιὰ χρό­νια χω­ρὶς γρό­σι, ἄ­σε ποὺ τὸν πί­ε­ζε νὰ γί­νει ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρε κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­λι­ω­σε γιὰ χρό­νια μπου­γα­τσατ­ζῆς στὸ Σισ­λί, σέρ­βι­ρε σερ­μπέ­τια κα­ϊ­μα­κλί­δι­κα, με­γά­λω­σε τρί­α παι­διὰ μὲ τὸ ζό­ρι, ἀρ­σε­νι­κὸ κα­νέ­να, «κι ὁ­λό­κλη­ρο χα­ρέ­μι στὰ πό­δια σου πά­λι θη­λυ­κὸ θὰ κά­νεις» τὸν κάρ­φω­νε ὁ γέ­ρος, ἔ­σκυ­βε τὸ κε­φά­λι «πρέ­πει νὰ ὑ­πο­μέ­νου­με τὶς ἀ­δι­κί­ες τῶν γο­νι­ῶν», ψυ­χορ­ρά­γη­σε στὰ χέ­ρια του καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ὕ­στα­τη πνο­ὴ τοῦ ἔ­δει­ξε τὸν χάρ­τη, νά ἡ κρυ­ψώ­να, «φτά­νεις στὴν Ἐ­γνα­τί­α, σο­κά­κι ἀρ­χαῖ­ο ντέ, βγαί­νεις ἀ­πὸ τὸ ἀρ­χαῖ­ο καλ­ντε­ρί­μι της, πρὶν φα­νεῖ ἡ πό­λη, ψη­λὰ στὸ βου­νό, ἕ­να χά­λα­σμα, ἴ­σως καὶ ὑ­δρα­γω­γεῖ­ο, νά τὰ ση­μά­δια…­», ἔ­ψα­ξε, μπουν­τα­λᾶς γιά, δὲν βρῆ­κε τί­πο­τα, πάρ­κα­ρε κον­τὰ στὸ μο­να­στή­ρι, τζάμ­πα πο­λε­μοῦ­σε, ὥ­σπου τὸν πῆ­ραν χαμ­πά­ρι οἱ δα­σο­φύ­λα­κες, τοὺς φά­νη­κε ὕ­πο­πτος, τὸν ἔ­δι­ω­ξαν, «μὴν ξα­να­πα­τή­σεις θὰ φω­νά­ξου­με τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α», ὁ­πό­τε συ­να­πάν­τη­σε τὸν βο­σκό, μὲ τὰ λι­γο­στὰ γί­δια του, συ­νεν­νο­ή­θη­καν ἀ­μέ­σως, τὸν τρά­βη­ξε στὸ μαν­τρί, γρή­γο­ρα κα­τέ­λη­ξαν —μπέ­σα γιὰ μπέ­σα— μι­σὰ-μι­σὰ συμ­φώ­νη­σαν, ἔ­βα­λε τὸ αὐ­το­κί­νη­το στὸν μπαχ­τσὲ κι ἀ­μο­λή­θη­καν μα­ζὶ στὸ βου­νό, ἀ­πὸ δί­πλα καὶ τὸ κο­πά­δι, ἔ­σκα­ψαν, τὰ βρῆ­καν, ὄ­χι δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο, στρα­φτά­λι­ζαν τὰ χρυ­σὰ μπρο­στά τους, τὶ ἔ­κρυ­βε ὁ σκα­τό­γε­ρος, γιὰ ποι­ὸν τὰ φυ­λοῦ­σε, νὰ μαυ­ρί­σει ἡ ψυ­χή του ἐ­κεῖ ποὺ πῆ­γε καὶ νὰ τὸν τρῶ­νε κο­ρά­κια χω­ρὶς τε­λει­ω­μό, ὅ­πως ἔ­φα­γαν καὶ τὴν δι­κή του ζω­ή, κα­κο­γέ­ρα­σε χω­ρὶς πα­ρά, τοὺς τύ­φλω­νε τὸ χρυ­σά­φι, χρει­ά­στη­καν πολ­λὰ δρο­μο­λό­για γιὰ νὰ τὰ με­τα­κι­νή­σουν, τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα ὁ βο­σκὸς πῆ­γε στὸν δι­ευ­θυν­τή, «κυρ-δι­ευ­θυν­τὰ τὸ καὶ τό, θά­χεις μερ­τι­κὸ γεν­ναῖ­ο ἂν μᾶς βο­η­θή­σεις νὰ τὰ βγά­λου­με ἔ­ξω, νὰ μὴν μᾶς πει­ρά­ξουν, δη­μό­σιο τὸ μέ­ρος κι ὁ θη­σαυ­ρὸς τοῦ κρά­τους θά­ ‘ναι ἀλ­λι­ῶς, για­ζὶκ νὰ μὴν ξε­λα­σπώ­σου­με, φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι», «σί­γου­ρα ρὲ ἢ μπᾶς… » εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, «στὸ φῶς μου κυρ-δι­ευ­θυν­τά, ὁ Τοῦρ­κος σὲ πε­ρι­μέ­νει, τά­ ‘χει κρυμ­μέ­να στὸ πα­χνί», «ὕ­πα­γε καὶ μό­νο ἂν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου θὰ πι­στέ­ψω», τὸν πε­ρί­με­ναν μό­νο, ἦρ­θε μ’ ἄλ­λους τέσ­σε­ρις, τὸν μπου­ζού­ρια­σαν χω­ρὶς κίχ, τοῦ φό­ρε­σαν χει­ρο­πέ­δες, μ’ ἕ­να τζὶπ τὸν ἐ­ξα­φά­νι­σαν, ὁ μου­στε­ρὴς ἔ­μει­νε πί­σω ἀ­πο­ρη­μέ­νος, τί σκά­ρω­νε ὁ γκι­α­ού­ρης βρα­δι­ά­τι­κα; τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα βρῆ­καν τὸν Τοῦρ­κο κα­μέ­νο μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του λί­γα μέ­τρα ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ κι αὐ­τὸς μέ­σα σ’ ἕ­να κε­λὶ ἔ­τρω­γε ξύ­λο, γιὰ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει τρεῖς φό­νους, κόν­τευ­ε νὰ τρε­λα­θεῖ, τὶ τοῦ φόρ­τω­σαν στὸ κε­φά­λι, ἡ δι­κο­γρα­φί­α σχη­μα­τί­σθη­κε ἀ­βλε­πτί, τ’ ἀρ­νή­θη­κε ὅ­λα, ἀλ­λὰ τὸν κου­τού­πω­σαν στὴν φυ­λα­κή, ἰ­δι­α­ζόν­τως εἰ­δε­χθής, δρά­κος – πό­τε; στὸ τσάφ, δὲν τὸν ἄ­φη­σαν νὰ βγεῖ οὔ­τε λε­πτό, με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ό­μι­σι χρό­νια, ἀ­θω­ω­μέ­νος, ἐ­πέ­στρε­ψε, δὲν βρῆ­κε οὔ­τε μιὰ λί­ρα στὸ πα­χνὶ καὶ τό­τε πί­στε­ψε πὼς δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο ἢ ἐ­φιά­λτης, ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­ταν βα­ρυ­στο­μά­χια­ζε τὸ βρά­δυ.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κο­σμᾶς Ἰ. Χαρ­παν­τί­δης (Νευ­ρο­κό­πι Δρά­μας, 1959). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ 1986 δι­κη­γο­ρεῖ στὴν Κα­βά­λα, ὅ­που μέ­νει μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς μὲ ἀ­φη­γή­μα­τα-δι­η­γή­μα­τα καὶ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.

 

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη: Ἡ ἐξέλιξη τῆς γραφομηχανῆς

  

 

  

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη 

 

Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς γρα­φο­μη­χα­νῆς

  

Ν ΑΡΧΗΙ ἦν ἡ γρα­φο­μη­χα­νή, μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ὁ­ποί­ας γρά­φεις. Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ, ὅ­σα γρά­φεις μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς γρα­φο­μη­χα­νῆς, τὰ ἐκ­δί­δεις μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἐκ­δό­τη. Κα­τό­πιν, ὅ­σα ἔ­γρα­ψες μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς γρα­φο­μη­χα­νῆς καὶ ἐ­ξέ­δωσες μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἐκ­δό­τη, προ­ω­θοῦν­ται μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν με­τα­πρα­τῶν πρὸς τὸ κα­τα­να­λω­τι­κὸν κοι­νόν. Τέ­λος, ὅ­σα ἔ­γρα­ψες μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς γρα­φο­μη­χα­νῆς, ἐ­ξέ­δω­σες μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἐκ­δό­τη, προ­ω­θή­θη­καν μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν με­τα­πρα­τῶν πρὸς τὸ κα­τα­να­λω­τι­κὸν κοι­νόν, κα­τα­να­λώ­νον­ται μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ κα­τα­να­λω­τι­κοῦ κοι­νοῦ. Ὅ­ταν, ὅ­σα ἔ­γρα­ψες μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς γρα­φο­μη­χα­νῆς, ἐ­ξέ­δω­σες μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἐκ­δό­τη, προ­ω­θή­θη­καν μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν με­τα­πρα­τῶν πρὸς τὸ κα­τα­να­λω­τι­κὸν κοι­νόν, κα­τα­να­λω­θοῦν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ κα­τα­να­λω­τι­κοῦ κοι­νοῦ, τό­τε, μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν δη­μο­σι­ο­γρά­φων, δί­νεις συ­νεν­τεύ­ξεις, κά­νεις δη­λώ­σεις, μοι­ρά­ζεις αὐ­τό­γρα­φα. Μὲ τὴ βο­ή­θεια ὅ­λων τῶν πα­ρα­πά­νω, δη­μι­ουρ­γεῖς τὴν αὐ­λή σου. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς αὐ­λῆς σου δη­μι­ουρ­γεῖς τὸ μύ­θο σου. Δὲν εἶ­σαι ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε. Δὲν εἶ­σαι ἕ­νας τυ­χαῖ­ος. Εἶ­σαι συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­χον­τας ἐ­πι­τύ­χει τὸ στό­χο σου, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α, εἶ­σαι πλέ­ον ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας εἶ­σαι ἕ­νας ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Τώ­ρα γρά­φεις ἀ­κό­μη κα­λύ­τε­ρα – μὲ τέ­λεια συμ­με­τρί­α χά­ρη στὸ «μα­γι­κὸ μπα­λά­κι», μὲ τέ­λεια ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α χά­ρη στὴν καρ­μπο­νο­ται­νί­α. Τώ­ρα γρά­φεις ἀ­θό­ρυ­βα, γρά­φεις ἀ­νά­λα­φρα. Γρά­φον­τας ἀ­θό­ρυ­βα κι ἀ­νά­λα­φρα, κο­πιά­ζεις λι­γό­τε­ρο. Κο­πι­ά­ζον­τας λι­γό­τε­ρο, ἀ­πο­δί­δεις σα­φῶς πε­ρισ­σό­τε­ρο. Συ­νε­πῶς, νέ­α πε­ρί­ο­δο δη­μι­ουρ­γι­κοῦ ὀρ­γα­σμοῦ ἐγ­και­νιά­ζει ἡ ἠ­λε­κτρι­κὴ γρα­φο­μη­χα­νή, μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ὁ­ποί­ας αὐ­ξά­νει, ὡς συ­νά­γε­ται, ἡ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γι­κό­της, αὐ­ξά­νει ἡ δη­μο­τι­κό­της, αὐ­ξά­νει ἡ αὔ­ξη­σις. 

 

  

  

Πηγή: Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Οἱ κατακόμβες, Πεζογραφήματα, Ἐκδ. Ἑρμῆς, Ἀθήνα, 1975, σελ. 161-162. 

  

Λί­α Με­γά­λουΣε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972).   

 

  Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 24-05-2010).

 

Βίκτορ Ἐροφέγιεφ: Λευκὸς εὐνουχισμένος γάτος μὲ μάτια καλλονῆς

 

 

Βί­κτορ Ἐ­ρο­φέ­γι­εφ (Виктор Ерофеев)

 

Λευ­κὸς εὐ­νου­χι­σμέ­νος γά­τος μὲ μά­τια καλ­λο­νῆς

(Белый кастрированный кот с глазами красавицы)

 

ΠΟ ΤΗ ΝΕΥΡΙΚΗ ΥΠΕΡΔΙΕΓΕΡΣΗ δύ­σκο­λα δι­έ­κρι­να τὶς ἐ­πω­μί­δες καὶ τὰ γα­λό­νια τῶν στρα­το­δι­κῶν, μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­μως πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση δι­ε­ξα­γό­ταν σὲ ἄλ­λη ἐ­πο­χή, κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ τσα­ρι­σμοῦ ἢ σὲ ἄλ­λο τό­πο, πράγ­μα ποὺ δὲν ἀ­ναι­ροῦ­σε τὴν οὐ­σί­α τῆς κα­τα­δι­κα­στι­κῆς ἀ­πό­φα­σης πού μοῦ ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε.

         Τό­τε πή­δη­ξα, ἔμ­πη­ξα τὶς φω­νὲς καί, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸ πο­λε­μι­κο-δι­κα­στι­κὸ νε­φέ­λω­μα, εἶ­πα ὅ­τι ἔ­κα­ναν λά­θος, ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­τι­μο νὰ φέ­ρουν ἐ­μέ­να καὶ αὐ­τοὺς σὲ τέ­τοι­α ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ κα­τά­στα­ση καὶ συ­νέ­χι­σα οὐρ­λι­ά­ζον­τας: πρῶ­τον, ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τί­πο­τε κοι­νὸ μὲ τὸ στρα­τὸ καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο. Δεύ­τε­ρον, εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ον τῆς θα­να­τι­κῆς ποι­νῆς, ἑ­πο­μέ­νως αὐ­τὴ ἡ ἀ­πό­φα­ση φαί­νε­ται σὰν ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον ἐμ­παιγ­μὸς καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν ἕ­νας δι­α­βο­λι­κὸς χλευα­σμός. Τρί­τον, ἀ­γα­πῶ τὴ γυ­ναί­κα μου ποὺ δὲν θὰ ξε­πε­ρά­σει πο­τὲ τὸ θά­να­τό μου. Ἢ θὰ κρε­μα­στεῖ ἢ θὰ δη­λη­τη­ρια­στεῖ ἢ θὰ πέ­σει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἢ θὰ πνι­γεῖ καὶ ὁ γιός μου θὰ μεί­νει πεν­τάρ­φα­νος καὶ αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ σᾶς συγ­χω­ρή­σει. Τέ­ταρ­τον, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τες φο­ρὲς εἰ­πω­μέ­νο καὶ χι­λι­ο­παιγ­μέ­νο σκη­νι­κὸ ποὺ κα­ταν­τά­ει τό­σο μπα­νάλ, ἀ­πὸ ἔ­νο­χο συ­νεί­δη­σης —ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ δὲν δι­α­θέ­τω— μὲ κά­νε­τε δη­μι­ουρ­γὸ αὐ­τοῦ τοῦ γε­λοί­ου ἔρ­γου, πράγ­μα ποὺ ἐ­γὼ ὡς ἄν­θρω­πος τῶν γραμ­μά­των, μὲ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὸ τρό­πο, δὲν ἐ­πι­θυ­μῶ. Πέμ­πτον, ἐ­σεῖς ἐ­κμε­ταλ­λευ­ό­με­νοι τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός σας, παίρ­νε­τε πο­λὺ στὰ σο­βα­ρὰ τὸν ἑ­αυ­τό σας μὲ τὸ νὰ ἐ­πεμ­βαί­νε­τε στὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων σὲ ἀ­κραῖ­ο βαθ­μὸ καί, ἐ­νῶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ὑ­πο­χρε­ώ­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ ἀ­γα­πή­σει τοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κούς —πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σαν—, γνώ­ρι­σα τὴ σχε­τι­κή τους ὠ­φε­λι­μό­τη­τα, ὅ­ταν μοῦ κλέ­ψα­νε τὶς ρό­δες τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου καὶ πέ­ρα­σα ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα. Κι ἐ­κεῖ μὲ ἄ­κου­σαν μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ τὶς ρό­δες μέ­χρι σή­με­ρα πο­τὲ δὲν τὶς βρή­κα­νε.

        Συ­νῆλ­θα στὸ κε­λὶ ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἀμ­μω­νί­ας. Μπρο­στά μου κα­θό­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δα ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Ντια­μάντ, δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ἕ­δρας πο­λέ­μου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μό­σχας, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­φοί­τη­σα πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα ἑ­πτὰ χρό­νια. Τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὶς ξαν­θὲς μποῦ­κλες καὶ τὸ ἔν­το­να ἐκ­φρα­στι­κὸ σλα­βι­κὸ πρό­σω­πό του. Κά­πο­τε ὑ­πέ­φε­ρα πο­λὺ ἀ­πὸ αὐ­τόν.

        — Μὰ ἐ­σύ, νε­α­ρέ, ἔ­γι­νες λι­ῶ­μα, – εἶ­πε ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ ὁ Ντια­μὰντ ὄ­χι χω­ρὶς πα­τρι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καί, γιὰ πλά­κα, μύ­ρι­σε τὴν ἀμ­μω­νί­α, πρὶν κλεί­σει τὸ μπου­κα­λά­κι. — Τί λές; Δὲν θέ­λεις νὰ πε­θά­νεις;

        — Σὲ τί­πο­τα δὲν εἶ­μαι ἔ­νο­χος ἐ­γώ, σύν­τρο­φε συν­ταγ­μα­τάρ­χα – τοῦ ἐ­ξή­γη­σα μὲ ἀ­δύ­να­μη φω­νή.

        — Εἶ­σαι ἔ­νο­χος – εἶ­πε σκλη­ρὰ ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        Ἦ­ταν ἕ­νας πα­χου­λὸς ἄν­δρας, μὲ πα­λι­κα­ρί­σια ὄ­ψη καὶ μι­κρὰ σφι­χτὰ χεί­λη. Αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ἡ ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τά του ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου, ἦ­ταν ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τα ἑ­νὸς πε­νην­τά­ρη ποὺ εἶ­χε γευ­θεῖ τὴν ἐ­ξου­σί­α, ἐ­γὼ πο­τὲ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ μὲ τέ­τοι­ους ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­νοι­χτὴ σύγ­κρου­ση, τὰ ἔ­χα­να, ἄρ­χι­ζα νὰ συμ­φω­νῶ σὲ ὅ­λα καὶ τοὺς μι­σοῦ­σα.

        — Ἐ­σέ­να αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ μπάμ-μπάμ – τοῦ γνω­στο­ποί­η­σε ἐμ­πι­στευ­τι­κὰ ὁ Ντια­μάντ.

        — Αὔ­ριο κι­ό­λας! – οἱ λέ­ξεις δρα­πέ­τευ­σαν ἄ­θε­λά μου.

        — Στὶς 7.00΄ – δι­ευ­κρί­νη­σε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ρί­χνον­τας μα­τι­ὲς στὸ ρο­λό­ι. — Ἔ­χεις πο­λὺ χρό­νο. Θὰ γρά­ψεις;

        — Ἔ­φε­ση; – ἀ­να­σκίρ­τη­σα ἐ­γώ.

        — Για­τί; – ἐ­ξε­πλά­γη. Κά­τι καλ­λι­τε­χνι­κό. Κα­μιὰ προ­κή­ρυ­ξη.

        Ἐ­γὼ σκε­φτό­μου­να.

        — Ὄ­χι – εἶ­πα. Δὲν ἔ­χω τί­πο­τα ἀ­πο­λύ­τως νὰ πῶ. Νὰ γρά­ψω κα­λύ­τε­ρα ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου;

        — Μά­ται­ο, – εἶ­πε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Κά­νε­τε λά­θος, – εἶ­πα ἐ­γώ. Πιὸ πο­λὺ ἄπ΄ ὅ­λα στὸν κό­σμο ἀ­γα­ποῦ­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Καὶ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι ἔ­χον­τας ἀν­τι­λη­φθεῖ ὅ­τι μι­λοῦ­σα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου σὲ πα­ρελ­θόν­τα χρό­νο.

        — Λὲς ψέ­μα­τα, – δὲν τὸν πί­στε­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Κά­πο­τε, πρὶν πολ­λὰ χρό­νια, ὅ­ταν ἀ­κό­μη δὲν εἴ­χα­με παν­τρευ­τεῖ, καὶ ἐ­νῶ τὴν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­μουν γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι, πέ­ρα­σα τρεῖς ὧ­ρες στὸν πα­ρα­στά­τη τῆς πόρ­τας. Στὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖ ν΄ ἀ­γα­πή­σεις σο­βα­ρὰ μό­νο μιὰ φο­ρά.

        — Γι’ αὐ­τὸ νὰ γρά­ψεις – πρό­τει­νε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Γι’ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ γρά­φεις, – εἶ­πα ἐ­γὼ αὐ­στη­ρὰ καὶ θλιμ­μέ­να.

        — Μαυ­ροῦ­λες (1) δὲν εἶ­χες;

        — Καὶ μαυ­ροῦ­λες δὲν εἶ­χα, καὶ τὴν πα­τρί­δα δὲν τὴν πρό­δω­σα, – ξε­φύ­ση­ξα ἐ­γώ.

        — Τὴν πρό­δω­σες, – εἶ­πε σκλη­ρὰ ὁ Ντια­μάντ. Ξέ­ρεις τί μοῦ ἀ­ρέ­σει σὲ σέ­να, – καὶ σι­ω­πών­τας γιὰ λί­γο ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης συ­νέ­χι­σε. Δὲν φο­ρᾶς βέ­ρα. Ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἄν­δρας δὲν φο­ρά­ει βέ­ρα.

        Σκε­φτό­μα­σταν. Ὁ κα­θέ­νας τὰ δι­κά του.

        — Θέ­λεις νὰ μά­θεις τὸ μυ­στι­κό μου; – ρώ­τη­σα, πλη­σι­ά­ζον­τας στὸ πρό­σω­πό του.

        — Ἔ­λα, – σφί­χτη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ κο­κά­λω­σε, ἔ­γι­νε σκου­ρο­κόκ­κι­νος.

        — Ἐ­γὼ ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου εἶ­μαι ρο­μαν­τι­κός… Νά! Ἄ­κου! Τί ἡ­συ­χί­α! Ὅ­πως στὸ χω­ριό!… Μό­νο σκυ­λιὰ δὲν γα­βγί­ζουν. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κρυ­φο­ρο­μαν­τι­κός, συν­ταγ­μα­τάρ­χα.

        — Δέ μᾶς χέ­ζεις! Ἀ­γρί­ε­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἔ­φτυ­σε μὲ κα­κί­α στὸ πά­τω­μα.

        — Καὶ δὲ ντρέ­πε­σαι νὰ φτύ­νεις σὲ κε­λὶ μελ­λο­θα­νά­του; – τὸν μά­λω­σα.

        — Μὲ συγ­χω­ρεῖς. Ἄ­θε­λά μου, – ντρά­πη­κε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἔ­τρι­ψε τὴ φτυ­σιά του μὲ τὴ μπό­τα.

        — Ἔ­χεις μᾶλ­λον γυ­ναί­κα γριὰ στρίγ­κλα.

        Ὁ Ντια­μὰντ ἔ­γνε­ψε σκυ­φτά.

        — Ὅ­μως ἡ δι­κιά μου εἶ­ναι λευ­κὸς ἄγ­γε­λος μὲ λευ­κὰ φτε­ρά!

        — Τί εἶ­ναι, ἀ­θλή­τρια; – ρώ­τη­σε ὁ Ντια­μάντ.

        — Ἄπ΄ ὅ­,τι ξέ­ρω ὄ­χι… – εἶ­πα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω στὸ κε­λὶ πέ­ρα-δῶ­θε σὰν ἐκ­κρε­μές, καὶ μὲ χω­μέ­να τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες σκε­φτό­μουν τὴ γυ­ναί­κα μου. Μή­πως καὶ δὲν μὲ του­φε­κί­σουν; Ἴ­σως μὲ τρο­μά­ξουν μό­νο σὰν τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι καὶ μὲ ἐ­ξο­ρί­σουν. Καὶ θὰ ἀ­νά­βω τὴ σόμ­πα καὶ θὰ γρά­φω μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἀ­φοῦ τί θὰ ἦ­ταν ὁ Ντο­στο­γι­έφ­σκι, ἂν δὲν τὸν εἶ­χαν στεί­λει γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση;

        — Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει! – εἶ­πε μὲ ἀ­μη­χα­νί­α ὁ Ντια­μάντ.

        — Θὰ ἔ­με­νε σὰν τὸν Τσερ­νι­σέφ­σκι, κα­τά­λα­βες; Ἀ­λή­θεια, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ Τσερ­νι­σέφ­σκι ἔ­φα­γε τό­σα χρό­νια στὴ Σι­βη­ρί­α καὶ δὲν ἔ­γι­νε τί­πο­τε, ἔ­μει­νε ὁ Τσερ­νι­σέφ­σκι.

        — Καὶ κα­λὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πι­δο­κί­μα­σε ὁ Ντια­μάντ.

        — Κά­πως φλυ­ά­ρη­σα, – συ­νῆλ­θα ἐ­γώ. — Ε­γώ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ΄ ὅ­λα ὑ­πέ­φε­ρα στὴ ζω­ή μου, ἐ­πει­δὴ ἡ ζω­ὴ δὲν ἦ­ταν σὲ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ τὸ ἰ­δα­νι­κό μου. Στὸ σχο­λεῖ­ο εἶ­χα μιὰ δα­σκά­λα ἱ­στο­ρί­ας, τὴ Σί­λια Σα­μοΐ­λοβ­να Πάλ­τσικ. Τί ἐ­πί­θε­το! – Πάλ­τσικ! Δα­χτυ­λά­κι! – Ἔ­δει­ξα στὸν Ντια­μὰντ τὸ δεί­χτη μου. Χα­χα­νί­σα­με φι­λι­κά.

        — Ἔ πιά, πα­ρά­τα με, – εἶ­πε κά­νον­τας τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ὁ Ντια­μὰντ καὶ σκου­πί­ζον­τας τὰ δά­κρυα ἀ­πὸ τὰ γέ­λια.

        — Ὑ­πάρ­χει κά­τι νὰ χλα­πα­κι­ά­σου­με;

        — Ἔ­χω σο­κο­λά­τα βου­τύ­ρου. Θέ­λεις;

        — Δὲν πει­ρά­ζει νὰ σοῦ μι­λῶ μὲ τὸ «σύ»; Για­τὶ τί νό­η­μα ἔ­χει ποὺ εἶ­σαι συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ἀ­φοῦ ὅ­λα θὰ τε­λει­ώ­σουν αὔ­ριο.

        — Κά­που τὴ δι­ά­βα­σα αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη, – σκέ­φθη­κε ὁ Ντια­μάντ. Ἄ! τώ­ρα ποὺ εἴ­πα­με γιὰ σκέ­ψεις. – Γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι μέ­σα στὴ τσάν­τα κι ἔ­βγα­λε ἕ­να ἄλ­μπουμ ζω­γρα­φι­κῆς. — Βλέ­πεις, ἔ­χω ἄλ­μπουμ. Συλ­λέ­γω σκέ­ψεις. Αὐ­τῶν ποὺ ἐ­μεῖς κά­νου­με μπάμ-μπάμ. Γρά­ψε κά­τι. Καὶ θὰ τὸ φυ­λά­ξω, καὶ ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ θὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­ζω.

        — Ὅ­μως οἱ ἄλ­λοι τί γρά­φουν; Μπο­ρῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιά;

        — Πε­ρί­με­νε, γρά­ψε πρῶ­τα ἐ­σύ, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον.

        — Ἄν­τε, ἔ­λα! – συμ­φώ­νη­σα ἐ­γώ.

        — Ἔ­ξο­χα! – ἔ­λαμ­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ ἄλ­μπουμ σὲ μιὰ κα­θα­ρὴ σε­λί­δα. Νὰ πά­ρε στυ­λό. Κι ἐ­γὼ θὰ κά­τσω. Θὰ κα­πνί­σω.

        Ἔ­βα­λα τὸ ἕ­να πό­δι πά­νω στὸ ἄλ­λο καὶ συλ­λο­γι­ζό­μουν. Σκε­φτό­μουν γιὰ πο­λὺ τί νὰ γρά­ψω.

        — Μό­νο, σὲ πα­ρα­κα­λῶ πο­λύ, νὰ εἶ­ναι εὐ­α­νά­γνω­στο, – ἐ­κλι­πά­ρη­σε μὲ χα­μη­λὴ φω­νὴ ὁ Ντια­μάντ.

        Κά­πνι­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, δεύ­τε­ρο, τρί­το. Στὸ τέ­λος συγ­κεν­τρώ­θη­κα στὶς σκέ­ψεις μου. Τὰ χέ­ρια μου ἦ­ταν ὑ­γρὰ καὶ κρύ­α. Μὴ ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸ γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα κα­τά­φε­ρα νὰ βγά­λω με­ρι­κὲς λέ­ξεις.

        Ὁ Ντια­μάντ μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ ἄλ­μπουμ, φό­ρε­σε τὰ χρυ­σὰ γυα­λιὰ καὶ δι­ά­βα­σε συλ­λο­γι­σμέ­να, δυ­να­τά:

        Ο ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΣ ΓΕΝ­ΝΗ­ΘΗ­ΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥ­ΤΥ­ΧΙ­Α, Ο­ΠΩΣ ΤΟ ΠΟΥ­ΛΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕ­ΤΑΓ­ΜΑ.

        — Πῶς τὸ βλέ­πεις; – τὸν ρώ­τη­σα.

        Εἶ­χε κι­ό­λας πνι­γεῖ ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ γιὰ πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀρ­θρώ­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Κοί­τα­γε μιὰ ἐ­μέ­να, μιὰ τὸ ἄλ­μπουμ.

        — Ἐ­σὺ μό­νος σου τὸ ἐ­πι­νό­η­σες αὐ­τό; – ρώ­τη­σε τε­λι­κὰ ὁ Ντια­μάντ.

        — Μό­νος μου, – ἀ­πάν­τη­σα σε­μνὰ ἐ­γώ, μὴ κρύ­βον­τας πα­ράλ­λη­λα ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πε­ρη­φά­νειας.

        — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς σὰν ὕ­μνος! – ἐν­θου­σι­ά­στη­κε ὁ Ντια­μάντ, λάμ­πον­τας. — Με­γα­λο­φυ­ῆ λό­για.

        Μ΄ ἀγ­κά­λια­σε κι­ό­λας.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ, γλυ­κέ μου!

        — Ναί, ἐν­τά­ξει… – κα­μώ­θη­κα.

        Κοί­τα τώ­ρα τί θὰ σοῦ πῶ, ψι­θύ­ρι­σε ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ὁ Ντια­μάντ, σκυμ­μέ­νος στὸ αὐ­τί μου. — Γιὰ τέ­τοι­α λό­για… Γιὰ τέ­τοι­α λό­για… Ἄν­τε, θὰ πά­ω νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρω στὴ δι­οί­κη­ση. Γιὰ τέ­τοι­α λό­για μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἀ­θω­ώ­σουν!

        — Τί; – πε­τά­χτη­κα ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου.

        — Τί ὥ­ρα εἶ­ναι τώ­ρα; 4.30’; Ἄν­τε, φεύ­γω! Μπο­ρεῖ καὶ νὰ προ­λά­βω.

        — Δῶ­στε μου κι ἄλ­λη σο­κο­λά­τα! – πα­ρα­κά­λε­σα.

        — Νά, πά­ρε ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο πλα­κά­κι. – Ἔ­βγα­λε βι­α­στι­κὰ τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, ἅρ­πα­ξε τὸ ἄλ­μπουμ καὶ κλεί­νον­τάς μου τὸ μά­τι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε.

        Φαν­τά­στη­κα πὼς φο­ρά­ει βι­α­στι­κὰ τὴ χλαί­νη καὶ τὸ γού­νι­νο κα­πέ­λο, βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, βρί­σκει τα­ξί, τὸ αὐ­το­κί­νη­το στα­μα­τά­ει, ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς τα­ξιτ­ζῆς βά­ζει μπρὸς τὸ με­τρη­τή, πη­γαί­νουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἀ­φή­νον­τας ση­μά­δια τρο­χῶν στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι, στὸ αὐ­το­κί­νη­το εἶ­ναι ζε­στὰ καὶ βο­λι­κά, ὁ ὁ­δη­γὸς εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ρί­χνει μα­τι­ὲς στὸ ρο­λό­ι, τὸ αὐ­το­κί­νη­το πε­τι­έ­ται στὸν πα­ρό­χθιο δρό­μο καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νει, φω­τί­ζουν τὰ κί­τρι­να φα­νά­ρια, ἐ­γὼ τρώ­ω σο­κο­λά­τα καὶ κοι­τά­ζω πῶς ἁ­πλώ­νε­ται τὸ χι­ό­νι στὰ μαῦ­ρα νε­ρὰ τοῦ Μό­σχο­βα, τὸ αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρει κον­τὰ σὲ ἕ­να πο­λυ­ώ­ρο­φο σπί­τι ποὺ μοιά­ζει μὲ γα­μή­λια τούρ­τα, μὲ κα­τα­λαμ­βά­νει ἀ­γά­πη γι’ αὐ­τὴ τὴν τούρ­τα, βλέ­πω τὸν συν­ταγ­μα­τάρ­χη ποὺ χτυ­πά­ει τὴ σκα­λι­στὴ ἐ­ξώ­πορ­τα, τὴν ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ ἀ­σαν­σὲρ μὲ τὸ μαν­τή­λι ποὺ χα­σο­με­ρά­ει μὲ τὴν ἀ­σφά­λεια τῆς κλει­στῆς πόρ­τας, τὸ τε­ρά­στιο χὸλ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ἀ­σαν­σέρ, τὸν με­γα­λο­πρε­πῆ θά­λα­μο τοῦ ἀ­σαν­σὲρ μὲ τοὺς με­γά­λους κα­θρέ­φτες ποὺ κα­θρε­φτί­ζουν τὸ συν­ταγ­μα­τάρ­χη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­τά­ει ἀ­πὸ πά­νω του τὸ χι­ό­νι, καὶ ἐ­πι­τέ­λους ἡ πο­λυ­πό­θη­τη πόρ­τα: σύν­το­μο κου­δού­νι­σμα – ἡ­συ­χί­α. Δεύ­τε­ρο, τρί­το κου­δού­νι­σμα – καὶ νά! ἀ­πὸ τὸ μα­κρι­νὸ βά­θος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ἀ­κού­γον­ται βή­μα­τα, ὄ­χι τῆς οἰ­κο­δέ­σποι­νας, τῆς ὑ­πη­ρέ­τριας, ἀ­κού­γε­ται πο­λὺ κον­τὰ ὁ (γνω­στός) μο­σχο­βί­τι­κος ἦ­χος τῆς ἁ­λυ­σί­δας καὶ τὸ τρί­ξι­μο τῆς κλει­δα­ριᾶς, ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει. —Χαί­ρε­τε, Ντού­σια! — Χαί­ρε­τε, λέ­ει μὲ ἔκ­πλη­ξη, Σε­μιὸν Γι­α­κό­βλε­βιτς! — Καὶ ὁ Πά­βελ Πε­τρό­βιτς; Κοι­μᾶ­ται; — Φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα δὲν ξά­πλω­σαν. Ἐρ­γά­ζον­ται. Ἐ­λᾶ­τε, νὰ κρε­μά­σω τὴ χλαί­νη. Δι­ά­δρο­μος. Χα­ρα­μά­δα φω­τός. Ἡ φω­νὴ τοῦ οἰ­κο­δε­σπό­τη. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ γρα­φεί­ου, λυ­γί­ζον­τας τὴ μα­κριά του ρά­χη, βγαί­νει ἕ­νας λευ­κὸς εὐ­νου­χι­σμέ­νος γά­τος μὲ μά­τια καλ­λο­νῆς.

 

        — Μὰ τί ἔ­γι­νε; – φώ­να­ξα ἐ­γώ.

        Ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Ντια­μὰντ μὲ ἀ­νή­συ­χη τὴν πρω­ι­νή του ὄ­ψη στα­μά­τη­σε κα­τα­με­σῆς τοῦ κε­λιοῦ.

        — Μὲ συγ­χω­ρεῖς, νε­α­ρέ, – εἶ­πε ἀ­δι­ά­φο­ρα ἀλ­λὰ μὲ πό­νο στὴ ψυ­χὴ καί, κα­τὰ τὸ ρω­σι­κὸ στύλ, μὴ κοι­τών­τας στὰ μά­τια, ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­νοί­γει τὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ.

 

 

(1) Σ.τ.μ.: Ἐννοεῖ ἐξωτικὲς φιλενάδες.

 

 Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Петербург, «Златоуст», 2004 (Σύγχρονη ρωσικὴ πεζογραφία τοῦ τέλους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁγία Πετρούπολη, ἐκδόσεις Ζλαταούστ, 2004).

 

Βίκτορ Ἐροφέγιεφ (Виктор Ерофеев) (Μόσχα, 1947). Πεζογράφος καὶ εἰδικὸς σὲ ζητήματα Φιλολογίας, Κριτικῆς καὶ Ἱστορίας τῆς Φιλολογίας. Σπούδασε στὴ Φιλολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κρατικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Μόσχας. Ζεῖ στὴ Μόσχα.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Ἑλένη Κατσιώλη (Ζωγράφος, 1943). Μουσικός. Σπούδασε ρωσικὰ στὸ Ἰνστιτοῦτο Πούσκιν καὶ στὸ Κέντρο Ρωσικῶν Σπουδῶν Μίρ. Πῆρε τὸ β΄ βραβεῖο μετάφρασης στὸν 1ο διαγωνισμὸ λογοτεχνικῆς μετάφρασης «Ἄντον Τσέχωφ 2010».

 

Τάσος Γουδέλης: Γουταπέρκη

 

 

Τά­σος Γου­δέ­λης

Γου­τα­πέρ­κη

 

Στὴν Κοῦ­λα καὶ τὸν Σω­τή­ρη Δε­λη­γιά­ννη

 

ΕΝ ΕΙΧΑ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ τὸ ὄ­νο­μά της. Στὴν ἀρ­χή μοῦ θύ­μι­σε τρο­πι­κούς, οὔ­τε συ­ζή­τη­ση γιὰ κά­τι τρο­με­ρό, σὰν τὸ πλά­σμα Μαλ­ντο­ρόρ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Ἂν καὶ εἶ­χα πάν­τα τὴν προ­δι­ά­θε­ση νὰ με­γε­θύ­νω ὁ­τι­δή­πο­τε, νὰ τοῦ δί­νω τὴ χει­ρό­τε­ρη δι­ά­στα­ση: ἦ­ταν ἔ­νο­χο ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε βρε­θεῖ συμ­πτω­μα­τι­κὰ στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ­πό­τε μιὰ γοτ­θι­κὴ φαν­τα­σί­ω­ση, ἂς ποῦ­με, γιὰ τὸ πιὸ ἀ­νώ­δυ­νο δὲν ἀρ­κοῦ­σε νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Ἡ γου­τα­πέρ­κη, αὐ­τὸ τὸ ἰ­α­μα­τι­κὸ ὑ­λι­κό, ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν κα­νό­να τῶν συ­νη­θι­σμέ­νων ὑ­περ­βο­λῶν μου. Ὡ­στό­σο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας κρά­τη­σε ἀ­πὸ μέ­να πα­ρά­ξε­νες ἀ­πο­στά­σεις.

         Βέ­βαι­α, τό­τε σ’ ἐ­κεί­νη τὴν εὐ­κρί­νεια τοῦ ‘­64 μὲ τὸν ἀ­φό­ρη­το πό­νο —ποὺ οὔ­τε ἡ, συ­νή­θως σπά­νια, πα­τρι­κὴ θω­πεί­α κα­τόρ­θω­νε νὰ ἁ­πα­λύ­νει— τὴν ἔ­νοι­ω­σα ἀ­πει­λη­τι­κή. Καὶ ἐ­πὶ πλέ­ον δὲν τὴ φαν­τα­ζό­μουν τό­σο πα­ροῦ­σα μέ­σα στὸ χρό­νο. Για­τί, ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ ὅ,τι θὰ δι­αρ­κέ­σει, τί­πο­τα δὲν εἶ­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Ἔ­φται­γε μιὰ σκλη­ρὴ μα­στί­χα ποὺ εἶ­χα σχε­δὸν ξε­χά­σει στὸ στό­μα δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να φτη­νὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἐ­φη­βι­κὸ με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἀ­με­ρι­κά­νι­κο χα­μη­λὸ στὸ τραν­ζί­στορ, ποὺ πρό­σθε­τε κι αὐ­τὸς κλί­μα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ γου­ὲ­στ τῶν σε­λί­δων. Οἱ ρί­ζες τοῦ τρα­πε­ζί­τη δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ αἱ­μά­τω­μα στὴ γνά­θο. Τὸ ξαφ­νι­κὸ ἄλ­γος γέν­νη­σε εἰ­κό­νες πλά­γι­ες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ποὺ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­καν λί­γο με­τὰ στὸν πνι­γη­ρὸ θό­λο τῆς ὀ­δον­τιά­τρου. Τὰ χεί­λη ἀ­πὸ πά­νω μου σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη καὶ νό­μι­σα μέ­σα στὴν ὁ­μί­χλη ὅ­τι ἄ­κου­γα ἐ­ξορ­κι­σμό. Ἡ γου­τα­πέρ­κη ἔ­κλει­νε τὴν ἐ­πί­πο­νη θε­ρα­πεί­α: μ’ αὐ­τὴν θὰ γι­νό­ταν τὸ σφρά­γι­σμα. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­κα, ἐ­πι­τέ­λους, ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ πο­λυ­θρό­να μὲ τὴ γεύ­ση της ἔν­το­νη, δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζω σο­βα­ρά. Ἡ ἠ­χὼ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της, πάν­τως, ἔ­μει­νε ἕ­νας μό­νι­μος, κρυ­φὸς ἀν­τί­λα­λος, ποὺ ἔ­φερ­νε στὴν ἐ­πι­φά­νεια μα­ζί του κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τοῦ πα­λιοῦ το­πί­ου: τὸ νω­θρὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν πλά­για στά­ση μου στὸ κρεβ­βά­τι, τὴ μου­σι­κή, τὸν ὑ­στε­ρι­κὸ ἐ­ρω­τι­σμὸ τοῦ βι­βλί­ου, τὸν ξαφ­νι­κὸ πό­νο, τὶς σκι­ὲς τῶν δι­κῶν μου, καὶ τὴ ναρ­κω­τι­κὴ ὀ­σμὴ τῆς οὐ­σί­ας.

        Μπο­ρεῖ νὰ ἔ­φται­γε καὶ ἡ δει­λί­α μου ἀλ­λὰ δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὴ σκέ­πτο­μαι συ­χνά. Τὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τὴν ὑ­πο­λό­γι­ζα ξέ­νη στὸ σῶ­μα μου ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ δι­κή μου. Πάν­τως ἐ­κεί­νη μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε πι­στὰ καὶ ἀ­νά­λα­φρα, σὰν τὰ ἐγ­γὺς ὀ­δυ­νη­ρὰ ποὺ νο­μί­ζου­με ὅ­τι δὲν μᾶς ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν. Γι’ αὐ­τὸ σχε­δὸν δι­α­σκέ­δα­ζα μὲ ὅ­σα εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει καὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση σχε­δόν.

        Μὲ ἀ­φορ­μή, ὅ­μως, μιὰ ἄλ­λη ἐ­νό­χλη­ση τὸ ‘­78, στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο τῆς γνά­θου, μὲ ἀ­νάγ­κα­σε νὰ δῶ κα­θα­ρό­τε­ρα τὶς προ­θέ­σεις ἢ μᾶλ­λον τὰ ὅ­ριά της. Ἦ­ταν κι αὐ­τή, λοι­πόν, φθαρ­τὴ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτη. Μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­πε, τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στο καὶ ἄ­το­νο. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ τὸ σκη­νι­κὸ πα­ρέ­με­νε μᾶλ­λον ἀ­πα­ράλ­λα­κτο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζη­τή­σω, ἂς ποῦ­με, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου πα­ρή­γο­ρες λε­πτο­μέ­ρει­ες γιὰ τὴν ἐ­φι­δρω­μέ­νη συ­νάν­τη­σή μου μα­ζί της ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ποὺ τό­τε δὲν φαι­νό­ταν καὶ πο­λὺ μα­κρι­νό: νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­κο­λου­θών­τας, μὲ λί­γα λό­για, τὰ ἴ­δια μου τὰ ἴ­χνη.

        Ὅ­ταν χρει­ά­σθη­κε, ὅ­μως, τε­λευ­ταῖ­α νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω μιὰ νέ­α της ἀ­δι­α­φο­ρί­α, σὲ ἄλ­λη κρί­ση τῆς γνά­θου, ἔ­νι­ω­σα ἐν­τε­λῶς ἔκ­θε­τος, σκυμ­μέ­νος σὲ ἐ­πι­φά­νει­ες ποὺ γυ­ά­λι­ζαν ἐ­χθρι­κά, κρα­τών­τας τὸ βά­θος κλει­στό. Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ μάρ­τυ­ρες νὰ μὲ συν­τρέ­ξουν, οὔ­τε, ἡ μνή­μη τῆς ὑ­πε­ρή­λι­κης για­τροῦ, ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ βο­η­θή­σει.

        Τό­τε κα­τά­λα­βα για­τὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς οὐ­σί­ας μὲ εἶ­χε ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ φο­βί­σει. Σὰν νὰ προ­μάν­τευ­α μό­νο ἀ­πὸ τὴ λέ­ξη «γου­τα­πέρ­κη» τὴ δύ­να­μή της νὰ κλεί­νει ἀ­θό­ρυ­βα καὶ ἑρ­μη­τι­κὰ τὶς πόρ­τες πί­σω μου. Ἤ­θε­λα πάν­τα νὰ πεί­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ὅ­τι ἐ­κτε­λοῦ­σε μιὰ φι­λι­κὴ ἀ­πο­στο­λή, ὅ­τι ἐ­γὼ ἤ­μουν ἐ­κεῖ­νος ποὺ τὴν προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­βλε­πτο ἑ­αυ­τό της. Για­τὶ μὲ ἔ­κα­νε νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι τῆς εἶ­χαν ἀ­να­θέ­σει τὸ ρό­λο τοῦ φύ­λα­κα σὲ κά­ποι­ον ποὺ τὸν εἶ­χε ἡ ἴ­δια στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νάγ­κη. Καὶ ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Ἐ­γὼ τῆς ἔ­δι­να ὑ­πό­στα­ση, τὴν ἔ­κα­να νὰ νι­ώ­θει χρή­σι­μη στὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κρα­τά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νειά της κει­μή­λιά μου.

        Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἐ­πει­δὴ οὔ­τε ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος ξέ­ρω τί ἀ­κρι­βῶς μοῦ δι­α­σώ­ζει, σκέ­πτο­μαι κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ δῶ ἐ­πι­τέ­λους τὰ πράγ­μα­τα κα­θα­ρά, χω­ρὶς συ­ναί­σθη­μα καὶ δρά­μα: νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ σφρά­γι­σμα δὲν κα­λύ­πτει πα­ρὰ ἕ­να κε­νό.­..

 

 

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Julio Cortázar: Ἔρωτας 77

 

 

Χού­λιο Κορ­τά­σαρ (J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar)

 

A­m­or 77

 

 DESPU­ÉS de h­a­c­er t­o­do lo q­ue h­a­c­en, se l­e­v­a­n­t­an, se b­a­ñ­an, se e­n­t­a­l­c­an, se p­e­r­f­u­m­an, se p­e­i­n­an, se v­i­s­t­en, y a­sí p­r­o­g­r­e­s­i­v­a­m­e­n­te v­an v­o­l­v­i­e­n­do a s­er lo q­ue no s­on.

 

 

 

Ἔ­ρω­τας 77

 

ΑΙ ΑΦΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ὅ,τι κά­νουν, ση­κώ­νον­ται, πλέ­νον­ται, βά­ζουν τὸ τὰλκ καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τά τους, χτε­νί­ζον­ται, ντύ­νον­ται καί, ἔ­τσι, στα­δια­κὰ γί­νον­ται ξα­νὰ αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ Un t­al L­u­c­as [Ἕ­νας κά­ποι­ος Λου­κᾶς] (ἐκδ. S­u­d­a­m­e­r­i­c­a­na, Μπου­έ­νος Ά­ι­ρες, 1979).

 

J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή P­r­e­s­e­n­c­ia (1940). 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

 Κων­σταν­τί­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­δά­κτο­ρας Ἰ­σπα­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γρα­νά­δας. Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Με­τα­φρα­στὴς πολ­λῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά.

 

Βίν­τε­ο:

(1) http://www.youtube.com/watch?v=1IaAgrsjs7k  τῆς Priscilla Vil­la­vi­ce­ncio.

(2) http://www.youtube.com/watch?v=9j-iwMTSE5M τῶν Ilana Haim, Flo­re­n­cia No­­vas καὶ Lu­cía Benvenuto.

 

Ian Reid: Πόσο μάκρος ἔχει ἡ συντομία

 

 

Ἰ­ὰν Ρέ­ηντ (I­an R­e­id)

 

 Πό­σο μά­κρος ἔ­χει ἡ συν­το­μί­α;

 

Ε ΤΙΣ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ποὺ μό­λις τώ­ρα ἐκ­φρά­σα­με, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς ὅ­τι σὲ τρέ­χου­σα χρή­ση ὁ ὅ­ρος «δι­ή­γη­μα» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γε­νι­κὰ σχε­δὸν γιὰ κά­θε εἶ­δος ἀ­φή­γη­σης, ποὺ εἶ­ναι συν­το­μό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Αὐ­τό, πάν­τως, χρει­ά­ζε­ται πα­ρα­πέ­ρα ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α. Τί με­γέ­θη κα­λύ­πτει ὁ ὅ­ρος; Πό­ση συ­στο­λὴ ἢ δι­α­στο­λὴ εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτή; Πι­θα­νῶς τὸ κα­τώ­τε­ρο ὅ­ριο ἐκ­φρά­ζε­ται θε­ω­ρη­τι­κὰ μὲ μιὰ ἁ­πλὴ φρά­ση τοῦ εἴ­δους ποὺ προ­η­γού­με­να ἐ­ξη­γή­σα­με μὲ πα­ρα­δείγ­μα­τα, στὴν πρά­ξη ὅ­μως εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν ὁ­τι­δή­πο­τε κά­τω ἀ­πὸ μιὰ ἢ δυ­ὸ σε­λί­δες νὰ προ­σφέ­ρει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ ἰ­σχνὴ σκι­α­γρα­φί­α συμ­βάν­των (ὅ­πως τὸ αὐ­στη­ρὰ σύν­το­μο κομ­μά­τι τοῦ H­e­m­i­n­g­w­ay «Ἕ­να δι­ή­γη­μα») ἢ ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­λά­χι­στο βῆ­μα πρὸς με­ρι­κὲς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες (ὅ­πως τὸ «T­h­u­n­d­er R­o­ad» τοῦ Fiel­ding Daw­son). Τὸ ἀ­νώ­τε­ρο ὅ­ριο εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο σα­φές, κι ὁ κα­θο­ρι­σμός του θὰ ἐ­ξαρ­τη­θεῖ ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν τὸ κέν­τρο βά­ρους πέ­φτει στὸ συγ­γρα­φέ­α, τὸν ἀ­να­γνώ­στη ἢ τὸ με­σά­ζον­τα. Ὁ P­oe εἶ­πε ὅ­τι μιὰ «ἱ­στο­ρί­α» (ποὺ ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ συ­νώ­νυ­μο· αὐ­τὸ καὶ σχε­τι­κὲς ὀ­νο­μα­σί­ες θὰ συ­ζη­τη­θοῦν σὲ πα­ρα­κά­τω κε­φά­λαι­α) μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ γρή­γο­ρα. Τὸ πρό­βλη­μα μὲ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τή, ὅ­πως πα­ρα­τή­ρη­σε κά­πο­τε ὁ W­i­l­l­i­am S­a­r­o­y­an, εἶ­ναι ὅ­τι ὁ­ρι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι δι­α­βά­ζουν λι­γό­τε­ρο γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ἄλ­λους. Με­τα­κι­νών­τας τὴν ὀ­πτι­κή γω­νί­α, μπο­ρεῖ κα­νεὶς ν’ ἀ­φή­σει τὸ ζή­τη­μα τοῦ μή­κους ν’ ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ὄ­χι τό­σο ἀ­πὸ τὸ βαθ­μὸ αὐ­το­συγ­κέν­τρω­σης τοῦ ἀ­να­γνώ­στη ὅ­σο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δο­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Ὁ H­e­n­ry J­a­m­es ἀ­να­φέ­ρει «τὸν σκλη­ρὸ κι ἀ­νυ­πέρ­βα­το κα­νό­να» πολ­λῶν σύγ­χρο­νων πε­ρι­ο­δι­κῶν, ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει στὸ συγ­γρα­φέ­α νὰ κι­νεῖ­ται μέ­σα στὰ πλαί­σια τῶν 6.000-8.000 λέ­ξε­ων. Ἀλ­λά, βέ­βαι­α, τέ­τοι­ου εἴ­δους κα­νό­νες δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ ἐ­πο­χὴ σὲ ἐ­πο­χὴ κι ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ σὲ πε­ρι­ο­δι­κό, ἔ­τσι ὥ­στε ἕ­να κεί­με­νο μπο­ρεῖ νὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὰ ὅ­ρια σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἐκ­δό­τη, ἀλ­λὰ νὰ ἀ­πο­κλεί­ε­ται σύμ­φω­να μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λον. Τὸ πλαί­σιο κά­θε εἴ­δους ὀ­φεί­λει νὰ προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται λι­γό­τε­ρο αὐ­θαί­ρε­τα. Μιὰ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ δυ­να­τό­τη­τα εἶ­ναι νὰ γί­νε­ται δε­κτὸ ὡς δι­ή­γη­μα ὁ­τι­δή­πο­τε ἐ­πι­θυ­μεῖ —ἢ ἐ­πι­τρέ­πει— νὰ ὀ­νο­μα­στεῖ ἔ­τσι ὁ συγ­γρα­φέ­ας του. Ὁ S­o­m­e­r­s­et M­a­u­gham ση­μει­ώ­νει στὸν πρό­λο­γο τῶν C­o­m­p­l­e­te S­h­o­rt Sto­ries του ὅ­τι τὸ μι­κρό­τε­ρο κομ­μά­τι ἀ­νέρ­χε­ται πε­ρί­που σὲ 1.600 λέ­ξεις καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ 20.000, κι αὐ­τὸς κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση εἶ­ναι ὁ μέ­σος ὅ­ρος – ἂν καὶ με­ρι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς θὰ πε­ρι­λάμ­βα­ναν συν­το­μό­τε­ρα καὶ ἐ­κτε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα: στὸ C­o­l­l­e­c­t­ed S­t­o­r­i­es τοῦ Frank S­a­r­g­e­s­on ὁ­ρι­σμέ­να κομ­μά­τια εἶ­ναι κά­τω ἀ­πὸ 500 λέ­ξεις, ἐ­νῶ ἕ­να ἀ­νέρ­χε­ται σὲ 32.000 πε­ρί­που.

         Κα­μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς ἐ­ναλ­λα­κτι­κὲς προ­τά­σεις δὲ φαί­νε­ται ἐ­παρ­κής. Πάν­τως δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με ἀ­νά­με­σά τους, για­τὶ σὲ κα­μιὰ πε­ρί­πτω­ση δὲ θὰ ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ μιὰ λε­ξο­α­ρίθ­μη­ση ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ μο­να­δι­κὸ κρι­τή­ριο. Τὸ εἶ­δος δὲν προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­ριθ­μη­τι­κά. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἔ­λε­γε ὅ­τι σὲ μιὰ τρα­γι­κὴ πλο­κὴ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει «κά­ποι­ο μέ­γε­θος», δὲν ἐ­πι­χεί­ρη­σε ὅ­μως νὰ τὸ με­τρή­σει ἐ­πα­κρι­βῶς· καὶ ἐ­νῶ μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ὅ­τι τὸ δι­ή­γη­μα πρέ­πει νὰ ἔ­χει κά­ποι­α συν­το­μί­α, εἶ­ναι ὡ­στό­σο ἀ­νώ­φε­λο νὰ τὸ πε­ρι­ο­ρί­ζου­με μέ­σα σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νες δι­α­στά­σεις. Ἀλ­λὰ ἂν οἱ δο­μι­κοὶ πα­ρά­γον­τες, τὰ δο­μι­κὰ στοι­χεῖ­α, εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ση­μαν­τι­κά, πρέ­πει πάν­τως νὰ συν­θέ­τουν μιὰ ἀ­φή­γη­ση μέ­σου με­γέ­θους. Ἐ­κεί­νη ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ S­a­r­g­e­s­on τῶν 32.000 λέ­ξε­ων, π.χ., πλη­σιά­ζει τὴν κλί­μα­κα ἄλ­λων ἔρ­γων του, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κλή­θη­καν κι ἔ­γι­ναν δε­κτὰ ὡς «μυ­θι­στο­ρή­μα­τα». Ὣς ποι­ό ση­μεῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πε­κτα­θεῖ ἕ­να δι­ή­γη­μα, χω­ρὶς τε­λι­κὰ νὰ γί­νει σύν­το­μο μυ­θι­στό­ρη­μα; Ὑ­πάρ­χει πράγ­μα­τι κά­ποι­α ἐν­δι­ά­με­ση κα­τη­γο­ρί­α, ὅ­πως φαί­νε­ται νὰ ὑ­παι­νίσ­σε­ται ἡ ὁ­λο­έ­να συ­χνό­τε­ρη χρή­ση στὴν Ἀγ­γλι­κὴ κρι­τι­κὴ τῆς ἰ­τα­λι­κῆς λέ­ξης n­o­v­e­l­la (νου­βέ­λα); Αὐ­τὸ ὀρ­θώ­νει μπρο­στά μας ἀ­κό­μη ἕ­να ἐμ­πό­διο: τὴν ἔλ­λει­ψη ἑ­νὸς ἀ­κρι­βοῦς δι­α­γλωσ­σι­κοῦ λε­ξι­λο­γί­ου γιὰ συγ­κρι­τι­κοὺς σκο­πούς.

 

 

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Ian Reid Τὸ διήγημα, Ἐκδ. Ἑρμῆς, Ἀθήνα, 1982. Α΄ ἔκδοση: Methuen & Co Ltd, 1977.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1966 στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἐ­πο­χὲς τοῦ Ἄγ­γε­λου Τερ­ζά­κη μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕν­τε­κα γράμ­μα­τα κι ἕ­να ὑ­στε­ρό­γρα­φο». Πρῶ­το της βι­βλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέν­τρο (Ποι­ή­μα­τα, Ἑρ­μῆς, 1972).

 

 Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 16-05-2010).