Ἀργύρης Ἐφταλιώτης: Ὁ Βουβός

 

 

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της

 

Ὁ Βου­βός

 

ΟΝΕ ΘΥΜΟΥΜΑΙ τὸ δύ­στυ­χο. Λι­γνό, ἀ­ψη­λό, καὶ νό­στι­μο παλ­λη­κά­ρι. Ἤ­τα­νε γεν­νη­μέ­νος βου­βός. Πά­ει νὰ πεῖ, ἦ­ταν καὶ κου­φός. Σὰ νὰ μὴ τοῦ ‘φτα­ναν αὐ­τὰ τὰ ψε­γά­δια, εἶ­χε μεί­νει κι ὀρ­φα­νὸς ἀ­πὸ πέν­τε χρο­νῶ. Μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν πῆ­ρε καὶ τὸν ἀ­νά­θρε­ψε. Δη­λα­δὴ τὸν ἔ­μα­θε νὰ κου­βα­λεῖ νε­ρό, νὰ ψου­νί­ζει καὶ νὰ κου­νεῖ τὸ μω­ρό, σὰ δὲν εἶ­χε ἄλ­λη δου­λειά.

         Μα­ζὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ μω­ρὸ με­γά­λω­σε κι ὁ Βου­βός· μὰ τὸ μω­ρὸ σὰ με­γά­λω­σε, φο­ροῦ­σε κον­τού­τσι­κα φου­στα­νά­κια. Ἦ­ταν κο­ρί­τσι τὸ μω­ρὸ ποὺ κου­νοῦ­σε ὁ Βου­βός.

        Σὰν ἀ­δέλ­φια κα­τάν­τη­σαν. Καὶ σὰν ἀ­δέλ­φια με­γά­λω­ναν. Ἡ μι­κρού­λα ἦ­ταν ἡ μό­νη ποὺ δὲν τὸν πεί­ρα­ζε. Ὣς κι ἡ μά­να τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε, μ’ ὅ­λη της τὴν κα­λὴ καρ­διά. Στὰ χω­ριὰ τὸ πε­ρι­γέ­λιο νὰ λεί­ψει δὲ γί­νε­ται. Σκά­νουν, καὶ πη­γαί­νου­νε στὸ κα­λό, ἂ δὲν πε­ρι­γε­λά­σουν ἕ­να βου­βό. Καὶ στὴν ἀ­νάγ­κη, ἂς μὴν εἶ­ναι καὶ βου­βός.

        Τό­νε θυ­μοῦ­μαι ὣς δε­κα­πέν­τε χρο­νῶ, καὶ τὴ μι­κρού­λα ὣς δέ­κα. Τοὺς θυ­μοῦ­μαι σὰν πή­γαι­ναν τὸ βρά­δυ στὴ βρύ­ση μα­ζί. Κά­ποι­ος τοῦ ‘ρι­χτε τοῦ βου­βοῦ ἕ­να πε­τρα­δά­κι, ἢ καὶ πε­πο­νό­φλου­δο. Δὲν τὸ λη­σμο­νῶ τὸ πρό­σω­πό του τὸ πι­κρα­μέ­νο καὶ τὸ λυ­πη­τε­ρό, κα­θὼς γύ­ρι­ζε κι ἔ­βλε­πε τὴ μι­κρή, σὰ νὰ τῆς ἔ­λε­γε: «Βλέ­πεις, τί θὰ πεῖ νὰ εἶ­σαι βου­βός;» Ἡ μι­κρὴ τό­τες κοί­τα­ζε γύ­ρω, μὲ μά­τια ποὺ τι­νά­ζα­νε σπί­θες. Ἀ­λὶ στὸν ἂν τὸν ἔ­παιρ­νε τὸ μά­τι της τὸ θε­ομ­παί­χτη, ποὺ πέ­τα­ξε τὸ πε­τρα­δά­κι ἢ τὸ φλού­δι ἀ­πά­νω στὸ σύν­τρο­φό της.

        Τό­τε θυ­μοῦ­μαι καὶ στὸ πα­νη­γύ­ρι τὸ δύ­στυ­χο τὸ Βου­βό. Ἤ­τα­νε με­γα­λύ­τε­ρος τώ­ρα. Σω­στὸ παλ­λη­κά­ρι. Πά­λι μὲ τὴν κό­ρη καὶ μὲ τὴ μά­να της τὴ γριά. Σω­στὴ κο­πέ­λα κι ἡ κό­ρη τώ­ρα. Ὄ­χι πο­λὺ ὄ­μορ­φη, μὰ νό­στι­μη, νό­στι­μη κι ἀ­φρά­τη σὰ μῆ­λο μα­γι­ά­τι­κο. Τὴ θυ­μοῦ­μαι σὰ χό­ρευ­ε μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες γει­τό­νισ­σες. Ὁ Βου­βὸς —ὅ­λη του ἡ ἀ­κο­ὴ ὅ­λη του ἡ μι­λιὰ ἤ­τα­νε μα­ζε­μέ­νη στὰ ζω­η­ρὰ μά­τια του, καὶ στὰ πρό­σχα­ρα χεί­λη του— δὲ χόρ­ται­νε νὰ τὴν κα­μα­ρώ­νει, καὶ νὰ τῆς δί­νει θάρ­ρος μὲ τὰ χα­δευ­τι­κά του γνε­ψί­μα­τα. Δός του καὶ χό­ρευ­ε ἡ κο­πέ­λα, δός του καὶ λα­φρο­πη­δοῦ­σε ὁ ἀ­νοι­χτό­καρ­δος ὁ Βου­βός.

        Ἄχ, τό­νε θυ­μοῦ­μαι καὶ στὴ στερ­νὴ φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα! Περ­πα­τοῦ­σα μιὰ βρα­διὰ μο­να­χός μου στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Πῆ­γα ὣς τὸν κά­βο, στά­θη­κα σ’ ἕ­να βρά­χο, καὶ κοί­τα­ζα τὰ ἥ­συ­χα καὶ βα­θιὰ νε­ρά. Στὸ πλά­γι μου ἤ­τα­νε μιὰν ἄλ­λη πέ­τρα, πιὸ μέ­σα κα­τὰ τὴ θά­λασ­σα. Καὶ δί­πλα στὴν πέ­τρα, ἀ­πὸ τὸ δι­κό μου μέ­ρος, ἔ­πλε­ε κά­τι, ποὺ δὲν ἄρ­γη­σα νὰ κα­τα­λά­βω τὶ ἦ­ταν. Ἔ­πλε­ε ἥ­συ­χα καὶ βα­ριά, καὶ κά­θε λί­γο τὸ χτυ­ποῦ­σε κι ἕ­να κύ­μα στὴν πέ­τρα. Πά­ω κον­τύ­τε­ρα, δὲν εἶ­χα λά­θος. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, κι ἦ­ταν ὁ δύ­στυ­χος ὁ Βου­βός!

        Ἴ­σα ἴ­σα ὅ­τι στε­φα­νώ­θη­κε ἡ μι­κρού­λα!

 

 

Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Ἡ μαζώχτρα κι ἄλλες ἱστορίες * Ὁ βουρ­κό­λα­κας, Εἰδικὴ ἔκδοση γιὰ τὴν ἐφημερίδα τὸ «Βῆμα», Ἀθήνα, 2009 [α΄ ἔκδοση 1900].

 

Ἐφταλιώτης Ἀργύρης (Μόλυβος Μυτιλήνης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλλίας 1923). Ποιητὴς καὶ πεζογράφος. Πρῶτο του βιβλίο: Νησιώτικες ἱστορίες (1894, διηγήματα).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: