Γιώργης Μανουσάκης: Ὁ ἄλλος ληστής

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ὁ ἄλ­λος λη­στής

 

ΛΑ ΗΤΑΝΕ χει­ρο­πια­στά. Τί νὰ κρυ­βό­μα­στε πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­χτυ­λό μας. Δύ­ο καὶ δύ­ο ἔ­κα­ναν πάν­τα τέσ­σε­ρα. Ἔ­κα­μες, ἔ­λα­βες. Τὸν ἔ­βλε­πα μπρο­στά μου κρε­μα­σμέ­νο στὸ σταυ­ρό, μὲ τὶς σάρ­κες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὸ βά­ρος τοῦ σώ­μα­τος. Ἴ­διος κι αὐ­τὸς σὰν κι ἐ­μᾶς, μά­λι­στα πιὸ ντε­λι­κά­τος, πιὸ ἀ­δύ­να­μος, γι’ αὐ­τὸ καὶ πιὸ λι­γό­ζω­ος, μὲ πιὸ σί­γου­ρο τὸ θά­να­τό του. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χου­νε τὰ λό­για ποὺ γεν­νᾶ ὁ φό­βος ἢ ἡ μά­ται­α ἐλ­πί­δα; Τε­χνά­σμα­τα, σκι­ές, φαν­τα­σί­ες ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο. Πα­ρά­δει­σος καὶ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν… Ποι­ῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­ταν ἡ σάρ­κα σου πο­νεῖ ἀ­φό­ρη­τα κι ἡ ἀ­να­πνο­ὴ ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ γί­νε­ται δύ­σκο­λη. Ἡ μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ν’ ὁ θά­να­τος. Μπο­ρεῖς νὰ ξε­φύ­γεις ἀ­πὸ τοῦ­το τὸ ξύ­λο; Ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὶς πλη­γές; Ἐ­δῶ σὲ θέ­λω. Δὲ μπο­ρεῖς. Κα­νεὶς δὲ μπο­ρεῖ.

         Κοί­τα­ξε, ὁ ἄλ­λος πα­ρα­λό­ι­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὸ φό­βο. Γαν­τζώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ὀ­νει­ρο­φαν­τα­σιά του. Βλέ­πει κι­ό­λας ἄλ­λους κό­σμους κι ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ξύ­πνιος μιὰ δεύ­τε­ρη ζω­ή. Μὰ ’­γὼ εἶ­χα πάν­τα ὁ­δη­γό μου τοῦ­το τὸ ξά­στε­ρο μυα­λὸ ποὺ οὔ­τε τού­τη τὴ στιγ­μὴ δὲ μ’ ἀ­παρ­νι­έ­ται. Βλέ­πω κα­θα­ρά. Βλέ­πω ἕ­να λάκ­κο μέ­σα στὸ χῶ­μα καὶ τὰ σκου­λή­κια νὰ μερ­μη­δί­ζου­νε ἀ­νυ­πό­μο­να. Βλέ­πω μαῦ­ρο κι ἄ­πα­το βά­ρα­θρο τὸ Τί­πο­τα.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ. 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Grant Fuhst.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: