Ἠλίας Κεφάλας: Μεσημέρι στὸν κάμπο

 

 

Ἠ­λί­ας Κε­φά­λας

 

Με­ση­μέ­ρι στὸν κάμ­πο

 

ΟΥΝΙΟΣ ΜΗΝΑΣ καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι ἔ­βρα­ζε στὸν τρι­κα­λι­νὸ κάμ­πο. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὸν κύ­ριο Παμ­πού­δη συ­ζή­τα­γαν ζω­η­ρὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἴ­σκιο μιᾶς πλα­τύ­φυλ­λης μου­ριᾶς. Κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να ἡ συ­ζή­τη­σή τους κα­τέ­λη­γε σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ δυ­σφο­ρί­α τους ἦ­ταν ἐ­ξώ­φθαλ­μη. Δὲν ἔ­πια­να πολ­λὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὶς βα­ρύ­γδου­πες κου­βέν­τες τους, ἐ­πει­δὴ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα εἶ­χα τὸ μυα­λό μου στὴν κό­ρη τοῦ κυ­ρί­ου Παμ­πού­δη. Ἦ­ταν μιὰ κο­πε­λί­τσα μὲ κόκ­κι­να πέ­δι­λα καὶ ἄ­σπρη πλα­τύ­γυ­ρη κα­πε­λί­να, ὅ­πως πεν­τα­κά­θα­ρα θυ­μᾶ­μαι, καὶ πρὸ παν­τὸς στὴν ἴ­δια πε­ρί­που ἡ­λι­κί­α μὲ τὴ δι­κή μου: ἑ­πτὰ παι­δι­κὰ ὁ­λο­φώ­τει­να καὶ ἀ­ψε­γά­δια­στα χρό­νια.

         Ὁ ἱ­δρώ­τας ἔ­τρε­χε πο­τά­μι. Ὁ κύ­ριος Παμ­πού­δης σκού­πι­ζε τὸ μέ­τω­πό του μὲ ἕ­να κα­τά­λευ­κο μαν­τή­λι, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου —ἀν­θε­κτι­κὸς στὴ ζέ­στη καὶ τὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τοῦ συ­νο­μι­λη­τῆ του— ἀν­τι­στε­κό­ταν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ. Ὅ­ταν μπῆ­κα κά­ποι­α στιγ­μὴ στὸ νό­η­μα τῆς συ­ζή­τη­σης, ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ πε­τα­ρί­ζει τρε­λά. Ὁ κύ­ριος Παμ­πού­δης προ­σπα­θοῦ­σε νὰ που­λή­σει στὸν πα­τέ­ρα μου μιὰ θε­ρι­ζο­α­λω­νι­στι­κὴ μη­χα­νὴ καὶ κά­θε τό­σο ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δε­ξί του χέ­ρι τὸν κα­τα­κί­τρι­νο κάμ­πο μὲ τὰ ὥ­ρι­μα γιὰ θε­ρι­σμὸ σι­τά­ρια. Τὴν ἴ­δια κί­νη­ση πά­νω-κά­τω ἔ­κα­νε καὶ ἡ κό­ρη του, παί­ζον­τας καὶ κά­νον­τας μι­σο­φέγ­γα­ρα στὸν ἀ­έ­ρα μὲ τὸ μι­κρὸ ντε­λι­κά­το της χέ­ρι.

        Κα­θὼς ἔ­τρε­χε γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μου­ριά, ἐ­γὼ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σα ρω­τών­τας την μὲ θαυ­μα­σμό: «ἔ­χε­τε πολ­λὲς θε­ρι­ζο­α­λω­νι­στι­κὲς μη­χα­νὲς;»

        «Ἄ­σω­τες», μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε, «μπο­ροῦν σὲ μιὰ μέ­ρα νὰ θε­ρί­σουν ὅ­λο τὸν κάμ­πο σας».

        Εἶ­χα δαγ­κω­θεῖ. Πῶς νὰ τῆς έ­ξη­γή­σω ὅ­τι ἡ μό­νη μας πε­ρι­ου­σί­α ἦ­ταν λί­γα χω­ρα­φά­κια καὶ ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κάμ­πος. Ἀλ­λὰ, δὲν πει­ρά­ζει, σκέ­φτη­κα μὲ τὴν παι­δι­κὴ ἀ­φέ­λεια ποὺ ἀ­ρέ­σκε­ται στὴν ὑ­περ­βο­λή, κα­λύ­τε­ρα νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι ὅ­λος ὁ κάμ­πος εἶ­ναι δι­κός μας.

        Ὁ κύ­ριος Παμ­πού­δης ἑ­τοι­μά­στη­κε σὲ λί­γο νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σει ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος καὶ ἔ­τει­νε ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὸ χέ­ρι γιὰ νὰ πιά­σει τὴν κό­ρη του. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ἔ­δι­νε, κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο, κου­ρά­γιο, λέ­γον­τας ὅ­τι «τοῦ χρό­νου δί­χως ἄλ­λο θὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νὰ ἀ­γο­ρά­σει, ἀρ­κεῖ νὰ μὴν ἀλ­λά­ξουν οἱ ὅ­ροι» καί, ἀ­συ­ναί­σθη­τα κι αὐ­τός, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ μὲ πε­ρι­μα­ζέ­ψει.

        Τό­τε ἡ κό­ρη τοῦ κυ­ρί­ου Παμ­πού­δη μοῦ πέ­τα­ξε μιὰ ξαφ­νι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση, γυ­ρί­ζον­τας τὸ κε­φα­λά­κι της πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­ο­ψη­μέ­νη πλά­τη της: «Ἔ, μι­κρέ, ξέ­ρεις νὰ σπέρ­νεις;»

        «Δὲν εἶ­μαι μι­κρός», τῆς εἶ­πα μὲ θυ­μό, κι ὕ­στε­ρα λί­γο με­λαγ­χο­λι­κά: «ὄ­χι δὲν ξέ­ρω ἀ­κό­μα νὰ σπέρ­νω». Καί, ἀ­μέ­σως, γιὰ νὰ πά­ρω τὴ ρε­βάνς, ἀν­τι­ρώ­τη­σα: «Ἐ­σὺ μὲ τὶς μη­χα­νές, ξέ­ρεις νὰ θε­ρί­ζεις;»

        Ρω­τών­τας την ἔ­τρε­χα ταυ­τό­χρο­να ξω­πί­σω της, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ κα­λοῦ­σε.

        Ἐ­κεί­νη δὲν τα­ρά­χτη­κε. Ξα­να­γυ­ρί­ζον­τας πά­λι τὸ κε­φά­λι της πί­σω, φώ­να­ξε: «Ὄ­χι, οὔ­τε ἐ­γὼ ξέ­ρω. Ἀλ­λὰ μὴ λυ­πᾶ­σαι κου­τέ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια θὰ ξέ­ρου­με καὶ οἱ δύ­ο νὰ σπέρ­νου­με καὶ νὰ θε­ρί­ζου­με.»

        Τὰ ἔ­χα­σα, νι­ώ­θον­τάς την φί­λη μου ἀ­μέ­σως.

        Ἐ­πι­τά­χυ­να τὸ τρέ­ξι­μό μου καὶ τὴν πρό­λα­βα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔμ­παι­νε μὲ τὸν πα­τέ­ρα της σὲ ἕ­να κα­τα­σκο­νι­σμέ­νο προ­πο­λε­μι­κὸ πε­ζώ.

        «Ἔι, πῶς σὲ λέ­νε», φώ­να­ξα λα­χα­νι­α­σμέ­νος.

        «Παυ­λί­να­α­α», φώ­να­ξε ἡ κό­ρη τοῦ κυ­ρί­ου Παμ­πού­δη καὶ ἔ­λαμ­πε χα­μο­γε­λα­στὴ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κα­τε­βα­σμέ­νο τζά­μι τοῦ αὐ­το­κι­νή­του.

 

   Μέ­λι­γος 19 Δε­κεμ­βρί­ου 2009

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἠ­λί­ας Κε­φά­λας (Μέ­λι­γος Τρι­κά­λων, 1951). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὴν Ἀ­θή­να. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Μέ­λι­γο Τρι­κά­λων. Πρῶ­το του βι­βλίο: Τὰ μα­στί­για (1980, ποί­η­ση).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: