Elias Papadimitrakopoulos: Ripe Figs



Elias Papadimitrakopoulos


Ripe Figs


S I WAS COMING back from school that noon, it sud­denly started showering and I got sopping wet. Afraid to take my usual way, under the lofty pines, I chose instead the unsheltered road that wound up in the village. Just as I reached the house, the sun came out again. I climbed up and over the high gate with its wet oleanders. In the orchard everything was serene, clean, fresh, bright green. The pear trees still had some of their blossoms; thick drops of rain, shiny like beads, hung from their branches. The last rainstorm of the year, I thought to myself. Then I saw Eleni. She was coming from the garden with a large white rose in her hand. She was walking towards me slowly, her hair crowned by the sunbeams, her perfectly round breasts jutting out from under her school uniform.

         I had been looking for a pretext to take hold of them. Eleni, I inquired, why don’t you let me give you a few more roses! My father has planted some bright yellow ones behind that lilac bush. I only want your Geology notebook, she answered. I’ll give it back to you on Friday. She took it and said, as she was walking off: Thank you very much. On Friday her brother brought it back to me. He was a hirsute twelve-year-old kid, two heads taller than I was, with a deep, monotonic voice.

        One noon I was sitting under a tree, reading. Next to me was a jug full of water. It was hot out and every so often I drank a little water, then sprinkled a bit on the ground as well. The soil had cracked into large, flat pieces which, when I poured water on them, would disintegrate, releas­ing a rich, sweet fragrance.

        I heard steps on the gravel and when I looked up saw Eleni coming, decked out in a bizarre, multicolored, flow­ered dress. I’d like to borrow your Geology notebook again, she said, gazing at me with a distracted smile, at the same time dallying back and forth and reaching out to grasp the branch of the tree. I haven’t got it, I told her. Takis is going to bring it back to me later this afternoon. Come on over and we can read through it together. Eleni took hold of the branch, gripped it firmly with both hands, cut quite an enticing figure by nonchalantly and awkwardly stretching out her body. Then she jumped down, gave her head a shake, straightened her hair, sauntered off. Don’t expect me, she shouted back.

        Later that afternoon I took my books and went out to the vineyard. The grapevine shoots had already begun to emit their familiar fragrance. A grapeseed by St. Marina’s Day, a grape by St. Elias’, as my grandmother used to say. This brought Eleni’s own two little grapeseeds to mind… And there she came, wearing a tight, khaki-colored shirt, a white blouse and no brassiere. How about if we ate a few figs? I asked, and escorted her to the edge of the vineyard. The first figs, the frakasannes as they were called, had ripened. They were as big as oranges, with beads of coagu­lated, coffee-colored honey dangling from their holes. I had Eleni sit down, brought her a few figs, then undid a button or two of her white blouse. Her right breast slipped out – a little less round than I had imagined, its nipple somewhat conical. I reached out as she leaned her entire body towards me. Frap! There was a noise near the fence. Her kid brother appeared, tall, rangy. Eleni hurriedly buttoned herself back up, opened a book, read. My legs were trembling. Her brother greeted us with a bow, bounded up the fig tree, began munching on the frakasannes. Eleni avoided look­ing at me, turned the pages of the book, every now and then smoothed out her skirt. After a while she got up and together we walked further on. We jumped down into a huge pit hidden amidst the grapevines. It had been dug during the Occupation as a cache for copperware and weapons. Again I endeavored to take hold of Eleni’s breast, but she drew back, because you get so carried away, she complained. Eleni gathered up her books, called her brother, left. Slowly he climbed down out of the tree, scrutinized me rather mysteriously, then walked off without saying good-bye, all the time munching on his frakasannes.



From the book Toothpaste with chlorophyll / Maritime hot baths, Stories by Elias Pa­pa­di­mi­tra­kopoulos,Translated from the greek by John Taylor, Santa Maria, Asylum Arts, 1992.   


The author:

Elias Papadimitrakopoulos, one of the most important Greek prose writers, was born in 1930 in Pyrgos (Eleia), Greece. He has published many collections of short stories among others Toothpaste with Chlorophyll, Maritime Hot Baths and The General Archivist. As a film and literary critic Papadimitrakopoulos is a regular con­tributor to several leading literary periodicals, and a selection of his criticism appeared in 1983: Parakimena. A second collection of articles appeared in 1987: Boustrophedon. He lives in Athens and, during the summer, on the island of Paros.


The translator:

John Taylor’s first collection of short stories, The Presence of Things Past, was published in 1992 by Story Line Press. He writes about European literature for the Times Literary Supplement (London) and the San Francisco Chronicle. Born in Des Moines, Iowa, in 1952, he has lived in France since 1977.


Tommaso Landolfi: Ὁ κλέφτης



Το­μά­ζο Λαν­τόλ­φι (T­o­m­m­a­so L­a­n­d­o­l­fi)


Ὁ κλέ­φτης

(Il l­a­d­ro) 


ΔΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΩΡΕΣ, κρυμ­μέ­νος στὸ κε­λά­ρι, ὁ κλέ­φτης ἄ­κου­γε ἐ­κεῖ­να τὰ βή­μα­τα νὰ πη­γαι­νο­έρ­χον­ται με­τρών­τας ἀ­δυ­σώ­πη­τα τὰ πά­νω δω­μά­τια, τραν­τά­ζον­τας τὰ πα­λιὰ δοκάρια, κά­νον­τάς τα νὰ τρί­ζουν, ξε­κολ­λών­τας κά­θε τό­σο μι­κρὰ κομ­μά­τια σο­βά. Μὰ καλά δὲν πή­γαι­ναν πο­τέ γιὰ ὕ­πνο αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι; Συ­χνὰ μά­λι­στα, μέ­σα στὴ σι­γα­λιὰ τῆς νύ­χτας, ἔ­φτα­ναν στ’ αὐ­τιά του ἀ­πό­το­μα ξε­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ φω­νές, ὀρ­γι­σμέ­νες ἢ κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κές. Κι ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­γά­λες παύ­σεις, ἀ­κού­γον­ταν δυ­να­τὰ καὶ ἀλ­λό­κο­τα γέ­λια, ποὺ σοῦ πά­γω­ναν τὸ αἷ­μα.

         Ὁ κλέ­φτης ἦ­ταν πρω­τά­ρης, ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ σκάν­δα­λο ἢ τὴ βί­α. Ἤλ­πι­ζε μό­νο νὰ βρεῖ σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­λιὸ σπί­τι κα­νέ­να μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος ή καὶ τρό­φι­μα, πράγ­μα­τα ἀ­σή­μαν­τα κα­τὰ βά­θος γιὰ τὸν πλού­σιο ἰ­δι­ο­κτή­τη του, ποὺ ὅ­μως θὰ εξασφάλιζαν προσωρινά τον επιούσιο στὸν κλέφτη καὶ τὴν ὀ­λι­γο­με­λῆ οἰ­κο­γέ­νειά του. Νὰ ποῦ εἶ­χε κα­ταν­τή­σει τώ­ρα ποὺ εἶ­χαν ἀ­σπρί­σει τὰ μαλ­λιά του! Κι ἦ­ταν τό­σο πρω­τά­ρης ποὺ χρει­ά­στη­κε δύο ὧ­ρες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει πὼς ἐ­κεῖ­να τὰ βή­μα­τα ἐ­κεῖ πά­νω ἦ­ταν τὰ βή­μα­τα ἑ­νὸς μό­νο ἀν­θρώ­που, τοῦ κυ­ρί­ου βέ­βαι­α. Μὲ ποι­όν ὅ­μως μι­λοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, ἄ­ρα­γε θύ­μω­νε ἢ γε­λοῦ­σε;  

        Ἐ­κεῖ­νος ὁ ρυθ­μι­κὸς καὶ συ­νε­χὴς βη­μα­τι­σμὸς ἄρ­χι­ζε νὰ κά­νει τὸν κλέ­φτη νὰ ἀ­γω­νιᾶ. Ποῦ νὰ πά­ρει, κα­θό­ταν στρι­μωγ­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ δύο βα­ρέ­λια, σ’ ἕ­να σπί­τι ποὺ δὲν ἦ­ταν δι­κό του… Ἦ­ταν ντρο­πα­λὸς καὶ κα­λός, ἦ­ταν φα­νε­ρό. Κι ἔ­πει­τα αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς μὲς στὴ νύ­χτα ἦ­ταν στ’ ἀ­λή­θεια τρο­μα­κτι­κές. Ἄ­σε δέ τὰ γέ­λια! Ὅ­λα αὐ­τὰ ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρα. Ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὴν ἀ­να­λά­βει δρά­ση πα­ρὰ μό­νο ὅ­ταν ὅ­λοι στὸ σπί­τι ἔ­πε­φταν σὲ βα­θὺ ὕ­πνο, ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ πά­ει νὰ δεῖ μὲ προ­σο­χὴ τί συ­νέ­βαι­νε. Ἐ­ξάλ­λου τὸν ἔ­σπρω­χνε μιὰ ἀλ­λό­κο­τη, τρο­μα­κτι­κὴ πε­ρι­έρ­γεια, τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ χα­λι­να­γω­γή­σει.

        Δὲ γνώ­ρι­ζε καὶ πο­λὺ κα­λὰ τὸ σπί­τι. Γε­μά­τος ρί­γη ξεπρόβαλε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ βα­ρέ­λια, καὶ ἀ­πὸ μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σκά­λα ἔ­φτα­σε στὴν αὐ­λή. Ἀ­πὸ μιὰ γυ­ά­λι­νη πόρ­τα ἔ­βγαι­νε ἕ­να ἀ­δύ­να­μο φῶς. Ὁ κλέ­φτης ἤ­θε­λε νὰ πλη­σιά­σει, ἀλ­λὰ οἱ φω­νὲς ξέ­σπα­σαν καὶ πά­λι, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ πιὸ δυ­να­τές. Ἢ μᾶλ­λον ὁ ἔν­το­νος δι­ά­λο­γος. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ ἀ­κου­γό­ταν κα­λύ­τε­ρα: ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­ζε νὰ συ­νο­μι­λεῖ ἀ­δι­ά­λει­πτα, ἢ νὰ λο­γο­μα­χεῖ μὲ κά­ποι­ον (ὁ κλέ­φτης μά­λι­στα νό­μι­ζε ὅ­τι ἄ­κου­γε, ἀ­νὰ δι­α­στή­μα­τα, καὶ μιὰν ἄλ­λη φω­νὴ, λί­γο πιὸ μει­λί­χια ὅ­μως)· μι­λοῦ­σε καὶ ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του ἄλ­λα­ζε, ἄλ­λο­τε ἦ­ταν ψη­λὸς ἄλ­λο­τε χα­μη­λός, ἄλ­λο­τε ἔ­μοια­ζε νὰ σφυ­ρί­ζει ἄλ­λο­τε μουρ­μού­ρι­ζε, ἦ­ταν πάν­τα ὅ­μως τα­ραγ­μέ­νος. Σαρ­κα­στι­κὰ γέ­λια ξε­σποῦ­σαν κά­θε τό­σο καὶ δι­έ­κο­πταν τὴ συ­ζή­τη­ση. Οἱ ἐ­κρή­ξεις ὅ­μως αὐ­τὲς ἦ­ταν σί­γου­ρα τοῦ κύ­ριου ὁ­μι­λη­τῆ, τοῦ πιὸ ὀ­ξύ­θυ­μου· καὶ μὲς στὴ νύ­χτα αὐ­τὲς κυ­ρί­ως ἦ­ταν οἱ πιὸ τρο­μα­κτι­κές. Στὸ τέ­λος ὁ κλέ­φτης βρῆ­κε τὸ θάρ­ρος καὶ μὲ γα­τί­σιο βῆ­μα, προ­στα­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι ποὺ τὸν πε­ρι­έ­βαλ­λε, πλη­σί­α­σε στὴν πόρ­τα· τὰ τζά­μια ξε­κι­νοῦ­σαν ἀ­πὸ ψη­λὰ καί, πε­σμέ­νος στὰ τέσ­σε­ρα, μπο­ροῦ­σες νὰ κοι­τά­ξεις μέ­σα χω­ρὶς νὰ σὲ δοῦν. Ὁ κλέ­φτης λοι­πὸν κοί­τα­ξε.

        Στὴν κου­ζί­να (για­τὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν μιὰ εὐ­ρύ­χω­ρη κου­ζί­να) ἔ­και­γε μιὰ σκο­νι­σμέ­νη λάμ­πα, δι­α­χέ­ον­τας ἕ­να κι­τρι­νω­πὸ φῶς. Τὸ τζά­κι ἦ­ταν σβη­στὸ καὶ κα­τα­λά­βαι­νες πὼς εἶ­χε σβή­σει ἀ­πὸ μό­νο του. Μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς ἑ­στί­ες πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν ἕ­νας ἄν­τρας μὲ μαλ­λιὰ γκρί­ζα σὰν κι αὐ­τὰ τοῦ κλέ­φτη. Αὐ­τὸ ὅ­μως ποὺ στ’ ἀ­λή­θεια σ’ ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζεις ἦ­ταν τὸ ἀλ­λό­κο­το περ­πά­τη­μα αὐ­τοῦ τοῦ δι­πλω­μέ­νου στὰ δύο ἄν­τρα, ὅ­πως ὁ­ρι­σμέ­νες μα­ϊ­μοῦ­δες ποὺ τὶς βλέ­πεις μὲ τὰ χέ­ρια νὰ κρέ­μον­ται ἄ­ψυ­χα, τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτὰ καὶ τὶς ἄ­κρες στραμ­μέ­νες πρὸς τὰ ἔ­ξω. Τὰ μά­τια του, σκο­τει­νιασμένα κά­τω ἀ­πὸ τὰ πυ­κνὰ φρύ­δια, κοί­τα­ζαν συ­χνὰ μα­κριά, πρὸς τὸν κλέ­φτη, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ τὸν βλέ­πουν. Και τοῦτος  ὁ ἄν­τρας σέ μια τέτοια στά­ση μί­λα­γε ἀ­δι­ά­κο­πα.

        Μιὰ τρο­με­ρὴ ὑ­πο­ψί­α δι­α­πέ­ρα­σε τὸν κλέ­φτη κι ἀ­να­ζή­τη­σε μὲ τὰ μά­τια τὸν συ­νο­μι­λη­τή, χω­ρὶς νὰ τὸν βρεῖ. Μέ­χρις ὅ­του, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ φό­βο, κα­τά­λα­βε πὼς ὁ ἄν­τρας μι­λοῦ­σε μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά­ζον­τας φω­νὴ κά­θε τό­σο, σχε­δὸν σὰν νὰ συ­νο­μι­λοῦ­σε μὲ κά­ποι­ον. Στὴν ἄ­δεια κου­ζί­να μὲ τὸ χλο­μὸ φῶς, μπρο­στὰ στὸ σβη­στὸ τζά­κι, δι­πλω­μέ­νος στὰ δύο, ὁ ἄν­τρας περ­πα­τοῦ­σε καὶ μι­λοῦ­σε ἀ­στα­μά­τη­τα, ἀ­σθμαί­νον­τας.

        Ἒ λοι­πόν, ἔ­λε­γε, τώ­ρα πιὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πιὸ βο­λι­κὴ θέ­ση γιὰ σέ­να, φί­λε μου. Γέ­ρα­σες, κα­κο­μοί­ρη μου (συ­νέ­χι­ζε ἀλ­λά­ζον­τας ἔκ­φρα­ση)· τί ἄλ­λο πε­ρι­μέ­νεις; Τὸ σπί­τι σου εἶ­ναι ἄ­δει­ο, τὸ τζά­κι σου σβη­στό, στρι­φο­γυ­ρί­ζεις, μά­λι­στα κύ­ρι­ε, στρι­φο­γυ­ρί­ζε­τε ἐ­δῶ μέ­σα σὰν νὰ ἤ­σα­σταν μέ­σα στὸ μνῆ­μα, νε­κρὸς μέ­σα στὸν τά­φο σας, δη­λα­δὴ ἀ­κό­μη ζων­τα­νὸς κι ἤ­δη μέ­σα στὸν τά­φο… Τέρ­μα τὰ λό­για, νὰ πᾶ­νε στὸ δι­ά­ο­λο! (φώ­να­ζε κυριευμένος  ἀ­πὸ ὀρ­γή). Σι­ω­πή, σι­ω­πή, σι­ω­πὴ εἰς τὸν αἰ­ώ­να τὸν ἅ­παν­τα (σιγοψιθύριζε το­νί­ζον­τας ρυθ­μι­κὰ τὶς συλ­λα­βές). Ἐ­σεῖς, ἀ­γα­πη­τέ μου κύ­ρι­ε, εἶ­στε ἀ­γα­πη­τὸς καὶ σε­βα­στός, ἀλ­λὰ σᾶς φο­βοῦν­ται πολ­λοί, ναὶ μά­λι­στα, σᾶς τὸ ἐγγυῶμαι. Κι ἐ­ξάλ­λου τὰ πλού­τη σας, κι ἂν δὲ θέ­λου­με νὰ ποῦ­με πλού­τη, ἡ εὐ­χέ­ρεια…χμ χμ… Μὲ μιὰ λέ­ξη τὰ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στα γη­ρα­τειά σας εἶ­ναι ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­να ἐ­νάν­τια… καὶ τὰ λοι­πὰ καὶ τὰ λοι­πά. Τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ λέ­τε, τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ λές; (ξε­σποῦ­σε ὀρ­γι­σμέ­να). Οἱ συγ­γε­νεῖς. Οἱ συγ­γε­νεῖς (ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε μουρ­μου­ρί­ζον­τας). Ὁ γιός. Χὰ χὰ χά! (νά­το πά­λι ξαφ­νι­κὰ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ἠ­χη­ρὰ γέ­λια ποὺ σοῦ πά­γω­ναν τὸ αἷ­μα). Καὶ ποῦ εἶ­ναι ὁ γιὸς μου; Μὲ ποι­ό τρό­πο, δι­ε­ρω­τῶ­μαι (ἔ­λε­γε ὅντως δι­ε­ρω­τῶ­μαι), νοι­ά­ζε­ται ἢ μπο­ρεῖ νὰ νοια­στεῖ, ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ θε­λή­σει, γιὰ μέ­να; Μὲ φο­βοῦν­ται, μά­λι­στα μὲ φο­βοῦν­ται (κι ἔ­πια­νε τὸ μο­τί­βο ἑ­νὸς χυ­δαί­ου μαθητικοῦ τρα­γου­διοῦ). Μὲ φο­βοῦν­ται ὅ­πως τὸν ψω­ρί­λα, τὸ ψο­φί­μι, τὴ σα­πί­λα! (οὔρ­λια­ζε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε μέ­σα του). Ζή­τω ἡ ρί­μα, ἡ κα­λή μας ρί­μα (συ­νέ­χι­ζε μὲ ἀλ­λο­πρό­σαλ­λη ἐ­λα­φρό­τη­τα). Ἔ­τσι ἀ­πὸ δῶ ἔ­τσι ἀ­πὸ κεῖ (ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ λέ­ει σχε­δὸν χω­ρὶς δι­α­κο­πή), ἔ­τσι ἀ­πὸ ἐ­δῶ ἔ­τσι ἀ­πὸ κεῖ, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ (κι ἔ­μοια­ζε τήν ἵδια στιγμή νὰ σκέ­φτε­ται ἔν­το­να), καὶ πά­λι: ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, τρὰ λὰ λά, τρὰ λὰ λά…

        Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­ζε νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει αὐ­τὲς τὶς ἀ­σύν­δε­τες λε­ξοῦ­λες καὶ νὰ περ­πα­τᾶ μα­νι­α­σμέ­να· ἐ­νῶ πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μιὰ με­γά­λη θλί­ψη βά­ραι­νε τον κλέ­φτη κι ἔ­τρε­με τὸ φυλ­λο­κάρ­δι του. Εἶ­χε πά­ψει νὰ σκέ­φτε­ται τὸ σκο­πὸ τῆς ἐ­πί­σκε­ψής του σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι, εἶ­χε ξε­χά­σει τὴ δι­κή του ἀ­νέ­χεια, καὶ ἤ­θε­λε νὰ βο­η­θή­σει αὐ­τὸ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀ­κό­μη καὶ νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σει.

        Ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­ας καὶ ἀ­να­στέ­να­ξε. Τότε ὁ ἄν­τρας ὀρ­θώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα, ἔ­πε­σε πά­νω στὴν πόρ­τα, τὴν ἄ­νοι­ξε μουρ­μου­ρί­ζον­τας «εἶ­ναι τὸ γέ­ρι­κο σκυ­λί, μονάχα τὸ γέ­ρι­κο σκυ­λί». Ὁ κλέ­φτης ἔ­μει­νε ἐκ­τεθειμένος μέ­σα στὸ ἀ­χνὸ φῶς καί, στὰ τέσ­σε­ρα ὅ­πως ἦ­ταν, κοί­τα­ξε τὸν κύ­ριο. Ἐ­σύ, ἐ­σύ… εἶ­πε αὐ­τὸς κά­πως σαστι­σμέ­νος, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ὀρ­γή, μᾶλ­λον λυ­πη­μέ­να. Τί θέ­λεις ἐ­σύ; Ὁ κλέ­φτης δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ ση­κώ­θη­κε ἀρ­γά. Νὰ κλέ­ψεις ἤ­θε­λες, ἔ; συ­νέ­χι­σε ὁ ἄλ­λος, ὄ­χι ὅ­μως εἰ­ρω­νι­κά, ἀλ­λὰ μὲ μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σχε­δὸν εὐ­θυ­μί­α. Καὶ τὸν πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν μὲ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα. Τὰ μά­τια τοῦ κλέ­φτη ἀν­τί­θε­τα ἔ­λαμ­παν βουρκωμένα· ἔ­τρε­με λι­γά­κι καὶ δεν κουνιόταν. Πέ­ρα­σε ἀ­γα­πη­τέ μου, εἶ­πε ὁ κύ­ριος ξαφ­νι­κά, μπὲς στὸ σπί­τι μου. Εἶ­σαι φτω­χός; (συ­νέ­χι­σε σο­βα­ρός). Μή­πως ἡ  γυ­ναί­κα σου καὶ τὰ παι­διά σου δὲν ἔ­χουν νὰ φᾶ­νε; Ἔ­λα λοι­πόν. Καὶ τὸν τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὸ μπράτσο γιὰ νὰ μπεῖ μέ­σα.

        Στὸ θαμ­πὸ φῶς οἱ δύο ἄν­τρες κοι­τά­ζον­ταν βα­θιὰ μὲς στὰ μά­τια. Τὰ μά­τια τοῦ κυ­ρί­ου γέ­μι­σαν κι αὐ­τὰ δά­κρυ­α. Με­τὰ χα­μο­γέ­λα­σε γλυ­κά. Ὁ ἕ­νας ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια, ὁ ἄλ­λος ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά του χω­ρὶς δι­σταγ­μό. Ὁ κύ­ριος καὶ ὁ κλέ­φτης ἀγ­κα­λι­ά­στη­καν κλαί­γον­τας σὰ μι­κρὰ παι­διά, ξε­σπών­τας σὲ ἀ­να­φι­λη­τά. Καὶ τὰ δά­κρυ­α ἐ­κεῖ­να δὲν ἔ­λε­γαν νὰ τε­λει­ώ­σουν, κυ­λοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα, καὶ ξέ­πλε­ναν τὰ πρό­σω­πά τους, ἦ­ταν πα­ρη­γο­ριὰ γιὰ τὶς καρ­δι­ές τους.



Πη­γή: T­o­m­m­a­so L­a­n­d­o­l­fi, Le p­iù b­e­l­le p­a­g­i­ne (s­c­e­l­te da I­t­a­lo C­a­l­v­i­no), B­UR, M­i­l­a­no, 1989, σσ. 168-170.


T­o­m­m­a­so L­a­n­d­o­l­fi (P­i­co, 1908-R­o­n­c­i­g­l­i­o­ne, 1979). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τὴς καὶ με­τα­φρα­στής. Μο­λο­νό­τι ἐ­λά­χι­στα γνω­στὸς στὸ εὐ­ρὺ κοι­νό, μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νη, μπα­ρὸκ γλώσ­σα, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰώνα. Γνω­στό­τε­ρο ἔργο του: Racconto d’au­tun­no (Μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ ἱ­στο­ρία, 1947).  


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Πρώ­τη της με­τά­φρα­ση, Ἡ σει­ρή­να καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ πιὸ πρόσφατη, Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).


Εἰκόνα: Ἰ­τα­λι­κὸ γραμ­μα­τό­ση­μο ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸν Το­μά­ζο Λαν­τόλ­φι, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2008 γιὰ τὰ 100 χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του.


Βσιέβολοντ Γκάρσιν: [Ἦταν χαριτωμένη…]



Βσι­έ­βο­λοντ Γκάρ­σιν (Всеволод Гаршин)


[Ἦ­ταν χα­ρι­τω­μέ­νη…]

( [Она была милая девушка…] )


ΤΑΝ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ, κα­λὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα. Γιὰ τὸ χα­τί­ρι της ἄ­ξι­ζε νὰ πα­ρα­μεί­νει κα­νεὶς στὴ ζω­ή.

         Ὅ­μως αὐ­τὸς ἦ­ταν πει­σμα­τά­ρης. Στὸ στῆ­θος του εἶ­χε μιὰ βα­ρειὰ πέ­τρα, ποὺ πί­ε­ζε τὴ φτω­χή του τὴν καρ­διὰ καὶ ἐ­ξα­νάγ­κα­ζε τὸν σπου­δαῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­θρω­πο νὰ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Σκε­φτό­ταν ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἀ­γα­πή­σει καὶ ν’ ἀ­γα­πη­θεῖ: ἡ πέ­τρα πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του καὶ τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὸν θά­να­το. Ὁ ἀ­δερ­φὸς του ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος νέ­ος, μὲ τολ­μη­ρά, εἰ­λι­κρι­νῆ μά­τια καὶ ρω­μα­λέ­α χέ­ρια. Ὁ με­γά­λος ἀ­δερ­φὸς ἤ­θε­λε ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ συ­νε­χί­σει νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρεῖ, γιὰ νὰ δεῖ πῶς τε­λι­κὰ τὰ μά­τια αὐ­τὰ θὰ ἀν­τί­κρι­ζαν κα­τὰ πρό­σω­πο τὸν θά­να­το· γιὰ νὰ δεῖ πῶς τοῦ­τα τὰ χέ­ρια θὰ κρα­τοῦ­σαν ὅ­πλο πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­μως στὴν οὐ­σί­α δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ, καὶ ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει.

        Αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μά­να. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ παι­διά της πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια της τὴ ζω­ή, ὅ­μως τὰ προ­ό­ρι­ζε μέ­σα της γιὰ θυ­σί­α καὶ δὲν θὰ τὰ λυ­πό­ταν, ἐ­ὰν πέ­θαι­ναν μ’ ἕ­ναν ἔν­δο­ξο θά­να­το. Προσ­δο­κοῦ­σε τὸν θά­να­τό τους ἢ τὴ νί­κη τους καὶ ἔλ­πι­ζε ὅ­τι οἱ γιοί της θὰ κα­τα­θέ­σουν κά­πο­τε στὰ πό­δια της τὰ δάφ­νι­να στε­φά­νια τους. Ὅ­μως ὁ με­γά­λος της γιὸς  δὲν πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Ἡ πέ­τρα πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του κι αὐ­τὸς ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει.

        Ὑ­πῆρ­χε ἐ­πί­σης ὁ με­γά­λος καὶ δυ­στυ­χὴς λα­ός, ὁ λα­ὸς μέ­σα στὰ σπλά­χνα τοῦ ὁ­ποί­ου γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε. Οἱ φί­λοι του ἔλ­πι­ζαν νὰ γλι­τώ­σουν τοῦ­τον τὸν λα­ὸ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ σκλα­βιὰ καὶ νὰ τὸν ὁ­δη­γή­σουν στὸν δρό­μο τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Γιὰ τὸν σκο­πὸ μά­λι­στα αὐ­τὸν κά­λε­σαν σὲ βο­ή­θεια καὶ τὸν φί­λο τους, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος δὲν πί­στευ­ε στὶς ἐλ­πί­δες τους, συλ­λο­γι­ζό­ταν τὰ ἰ­σό­βια βά­σα­να, τὴν αἰ­ώ­νια σκλα­βιά, τὸ αἰ­ώ­νιο σκο­τά­δι, στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ λα­ὸς του ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ ζεῖ. Κι αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πέ­τρα του, ποὺ πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του, καὶ τε­λι­κὰ ἡ καρ­διὰ δὲν ἄν­τε­ξε – ὁ νέ­ος πέ­θα­νε.

        Οἱ φί­λοι του τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν ἀν­θι­σμέ­νη στέ­πα τῆς γε­νέ­τει­ράς του. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λου­ζε μὲ τὴν ἁ­πα­λή του λάμ­ψη τὸν τά­φο του, κα­θὼς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ στέ­πα. Πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο τὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τῆς στέ­πας λί­κνι­ζαν τὰ ἀν­θι­σμέ­να τους κε­φα­λά­κια, ἐ­νῶ ὁ κο­ρυ­δαλ­λὸς τρα­γου­δοῦ­σε τὸ τρα­γού­δι τῆς ἀ­νά­στα­σης, τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τας καὶ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας… Κι ἂν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὁ κα­κό­μοι­ρος τοῦ­τος ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­κού­σει τὸ τρα­γού­δι τοῦ κο­ρυ­δαλ­λοῦ, τό­τε εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι θὰ τὸ πί­στευ­ε. Ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἀ­κού­σει, δι­ό­τι ἀ­π’ αὐ­τὸν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ὁ σκε­λε­τός, μ’ ἕ­να αἰ­ώ­νιο καὶ τρο­μα­κτι­κὸ μει­δί­α­μα ἀ­φη­μέ­νο στὸ κρα­νί­ο.



Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).


Βσι­έ­βο­λοντ Μι­χά­η­λο­βιτς Γκάρ­σιν (­В­с­е­в­о­л­од М­и­х­а­й­л­о­в­ич Г­а­р­ш­ин) (Αἰ­κα­τε­ρι­νοσ­λάβκ, 1855-Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 1888). Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς σύν­το­μης ζω­ῆς του ἔ­γρα­ψε πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, πα­ρα­μύ­θια, με­ρι­κὰ ποι­ή­μα­τα καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες σύν­το­μες με­λέ­τες γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Με­τέ­φρα­σε ἐ­πί­σης τὴ νου­βέ­λα τοῦ Προ­σπὲρ Με­ρι­μὲ Κο­λόμ­πα. Αὐ­το­κτό­νη­σε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 1888, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λό­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του.


Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Εἰκόνα: Βσι­έ­βο­λοντ Μι­χά­η­λο­βιτς Γκάρ­σιν, 1884. Πίνακας τοῦ Ἰλία Ρέπιν.


Nikiforos Vrettakos: One by one into the abyss



Nikiforos Vrettakos 


One by one into the abyss


HUS A FRIEND narrated the following story to me, exactly the same I myself write it.

         «…And it was a rainy night. Christmas Eve. At midnight there was a knocking on my door. I got upset. The curfew time had long passed. It couldn’t be anything else. Nobody knew what lay ahead the next day. And indeed. A German giant entered our house. My wife started trembling behind me like a reed in the wind. The German took one more step.

        “Where is your Christmas tree?” he asks me. And takes two small toys from his pocket.

        “Our Christmas tree? We don’t have one, I reply. We’re poor. We don’t have a Christmas tree…”

        The soldier raises his head and looks from the half open door at the bed of our sleeping child and walks toward it with his wet cap in hand. He stands above it, looks at it for a while and then lies beside it, stroking its hair very softly. Five minutes go by. Me and my wife are standing by the door, waiting. Ten minutes pass. We hear the soldier snoring. My wife takes a blanket from our bed and she tiptoes into the room to cover him. Then we sit in silence.

        “We are all humans, she tells me. Think about it. Do you know what I say? If we could, for the sake of this soldier, who is a human too, buy a Christmas tree…” I look at her equally pensively.

        “No, I say. We have so many prisoners and so many men out there fighting without any bread to eat. Otherwise… I know. We are all humans. I know that too…”

        The following day, as light was slowly giving its place to dark, Charles, the German soldier who came to my house, is waiting for me at the end of an avenue. We start walking side by side along the alley with the peppers heading to a place where we can drink some wine. We sit at a table, alone at first and then two more friends of mine join us. Charles is softly singing a folk German song and his eyes are shining like two lilies covered in morning dew. When Charles finishes his song, a friend of mine starts singing the ash song. Charles is listening to him and starts emptying one glass after another.

        “Hey! Charles, one of my friends tells him. When we come up there in the Rhine, you will offer us a much better wine than this…”

        I feel dizzy for a moment and I do not understand what is going on when I see Charles getting up and slapping my friend. «You will never come to the Rhine!” he says, spitting on the table. I abruptly stand up and try to calm Charles down, holding him from his arms. He pulls out his gun with a jerky movement and sticks it on my chest. And then he immediately puts the gun back in its holster. He kicks the chair in front of him, runs and opens the door and disappears into the night. As he is running, it seems to me that a handful of sparks lashes from his angry eyes and fills the tavern. We stand still and start looking at each other, as if we lost our voices. Our hands are paralyzed. We leave our glasses filled with wine and one after another, we lift our black collars, open the door and disappear into the dark, as if we are jumping one by one into the abyss…»



Source: For Precious Freedom, Short stories of the Resistance, Cultural and Literary editions, Athens, 1961.   


Vrettakos Nikiforos  (Krokees, Laconia, 1912-Athens, 1991). Poet. He worked in the private sector (1930-1938) and as a civil servant (1938-1947), and as an editor in magazines and newspapers as well. He fought in the Greek-Italian war in 1940—41 and then joined Greek Resistance. He studied Literature in Athens. First collection of poetry: Kato apo skies kai fota [Under shadows and lights] (1929).


Translated from the Greek by

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.


Νικηφόρος Βρεττάκος: Ἕνας-ἕνας στὴν ἄβυσσο



Νι­κη­φό­ρος Βρετ­τά­κος


Ἕ­νας-ἕ­νας στὴν ἄ­βυσ­σο


ΤΣΙ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α ἕ­νας κα­λὸς φί­λος μου, ἔ­τσι τὴ γρά­φω κι ἐ­γώ.

         «­.­..Κι ἤ­τα­νε μιὰ νύ­χτα βρο­χῆς. Πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων. Τὰ με­σά­νυ­χτα χτυ­πᾶ­νε τὴν πόρ­τα μου. Τα­ρά­χτη­κα. Ἡ ὥ­ρα τῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἤ­τα­νε πε­ρα­σμέ­νη. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νἄ­τα­νε τί­πο­τε ἄλ­λο. Κα­νείς μας δὲν ἤ­ξαι­ρε τό­τε τὶ τὸν πε­ρί­με­νε ἀ­πὸ τὴ μιὰ μέ­ρα στὴν ἄλ­λη. Καὶ πραγ­μα­τι­κά. Ἕ­νας Γερ­μα­νὸς ψη­λὸς ὥς ἀ­πά­νω μπῆ­κε στὸ σπί­τι μας. Ἡ γυ­ναῖ­κα μου ἔ­τρε­με πί­σω μου σὰν τὸ κα­λά­μι. Ὁ Γερ­μα­νὸς κά­νει ἕ­να βῆ­μα ἀ­κό­μα.

        “Ποῦ ἔ­χε­τε, μὲ ρω­τά­ει, τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­δρο σας;” Καὶ βγά­ζει ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του δυ­ὸ μι­κρὰ παι­χνι­δά­κια.

        “Τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο μας; Δὲν ἔ­χου­με, τοῦ ἀ­παν­τῶ. Εἴ­μα­στε φτω­χοί. Δὲν ἔ­χου­με χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο.­.­.”

        Ὁ στρα­τι­ώ­της, ση­κώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του, κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα τὸ κρεβ­βά­τι τοῦ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νου παι­διοῦ μας καὶ προ­χω­ρεῖ κα­τὰ κεῖ μὲ τὸ βρεγ­μέ­νο του πη­λί­κιο στὰ χέ­ρια του. Στέ­κε­ται ὄρ­θιος, τὸ κοι­τά­ζει γιὰ λί­γο καὶ ξα­πλώ­νε­ται πλά­ϊ του χα­ϊ­δεύ­ον­τάς του ἀ­λα­φρὰ ἀ­λα­φρὰ τὰ μαλ­λιά. Περ­νᾶ­νε πέν­τε λε­φτά. Ἐ­γὼ κι ἡ γυ­ναῖ­κα μου πε­ρι­μέ­νου­με ὄρ­θιοι στὴν πόρ­τα. Περ­νᾶ­νε δέ­κα λε­φτά. Ἀ­κοῦ­με τὸ στρα­τι­ώ­τη νὰ ρο­χα­λί­ζει. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ξε­στρώ­νει μιὰ κου­βέρ­τα ἀ­πὸ τὸ κρεβ­βά­τι μας καὶ περ­πα­τῶν­τας στὰ δά­χτυ­λα, πη­γαί­νει καὶ τὸν σκε­πά­ζει. Κα­θό­μα­στε ἔ­πει­τα σι­ω­πη­λοί.

        “Ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι, μοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ σκέ­ψου κα­λά. Ξαί­ρεις τὶ λέ­ω; Ἂν μπο­ρού­σα­με, γιὰ χά­ρη αὐ­του­νοῦ τοῦ στρα­τι­ώ­τη, ποὖ­ναι κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ν’ ἀ­γο­ρά­ζα­με ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο.­.­. ” Τὴν κοι­τά­ζω κι ἐ­γὼ σκε­φτι­κός.

        “Ὄ­χι, τῆς λέ­ω. Ἔ­χου­με τό­σους φυ­λα­κι­σμέ­νους καὶ τό­σους ποὺ ἀ­γω­νί­ζον­ται ὄ­ξω δί­χως ψω­μί. Ἀλ­λοι­ῶς.­.. Δὲ λέ­ω. Ὅ­λοι εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι. Τὸ ξαί­ρω κι ἐ­γώ.­.­. ”

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἐ­νῶ ἔ­παιρ­νε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ βρα­δυά­ζει, μὲ πε­ρί­με­νε στὴν ἄ­κρη μιᾶς λε­ω­φό­ρου, ὁ Κά­ρο­λος, ὁ Γερ­μα­νὸς στρα­τι­ώ­της ποὺ ἦρ­θε στὸ σπί­τι μου. Βα­δί­ζου­με πλά­ϊ-πλά­ϊ κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λέ­α μὲ τὶς πι­πε­ρι­ὲς καὶ πη­γαί­νου­με νὰ πι­οῦ­με κρα­σί. Κα­θό­μα­στε σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι, μό­νοι μας στὴν ἀρ­χὴ κι ὕ­στε­ρα μα­ζὺ μὲ δυ­ὸ ἄλ­λους φί­λου μου. Ὁ Κά­ρο­λος τρα­γου­δά­ει σι­γὰ ἕ­να λα­ϊ­κὸ γερ­μα­νι­κὸ τρα­γού­δι καὶ τὰ μά­τια του λάμ­που­νε σὰν δυ­ὸ κρί­νοι βρεγ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴ δρο­σιά. Ἕ­νας φί­λος μου, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἐ­κεῖ­νος, πιά­νει καὶ τρα­γου­δά­ει τὴ φλα­μου­ριά. Τὸν ἀ­κού­ει ὁ Κά­ρο­λος καὶ πί­νει τὸ ἕ­να πο­τή­ρι ἀ­πά­νω στὸ ἄλ­λο.

        “Ἔ! Κά­ρο­λε. Τοῦ λέ­ει ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους μου. Ὅ­ταν καμ­μιὰ φο­ρά, θαρ­θοῦ­με καὶ μεῖς ἐ­κεῖ πά­νω στὸ Ρῆ­νο, θὰ μᾶς προ­σφέ­ρεις κρα­σί, πο­λὺ καλ­λί­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ­το.­.­. ”

        Ἔ­χω μιὰ στιγ­μὴ ζα­λι­στεῖ καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὶ γί­νε­ται, ὅ­ταν βλέ­πω τὸν Κά­ρο­λο νὰ ση­κώ­νε­ται όρ­θιος καὶ νὰ δί­νει ἕ­να μπά­τσο στὸ φί­λο μου. “Ἐ­σεῖς, δὲ θὰ ρθεῖ­τε πο­τὲ στὸ Ρῆ­νο!” τοῦ λέ­ει φτύ­νον­τας στὸ τρα­πέ­ζι. Τι­νά­ζο­μαι ὄρ­θιος καὶ κά­νω νὰ ἡ­συ­χά­σω τὸν Κά­ρο­λο, πι­ά­νον­τάς τον ἀ­πὸ τὰ μπρά­τσα. Ἐ­κεῖ­νος, κά­νον­τας μιὰν ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση, τρα­βά­ει τὸ πι­στό­λι ἀ­πὸ τὴ μέ­ση του καὶ μοῦ τὸ καρ­φώ­νει στὸ στῆ­θος. Κι ἀ­μέ­σως, κά­νον­τας μιὰ δεύ­τε­ρη κί­νη­ση, βά­ζει τὸ πι­στό­λι στή θή­κη του. Δί­νει μιὰ κλω­τσιὰ στὴν κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά του, τρέ­χει, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα καὶ χά­νε­ται. Κα­θὼς τρέ­χει, μοῦ φαί­νε­ται πὼς σκορ­πί­ζον­ται ἀ­πὸ τὰ θυ­μω­μέ­να του μά­τια μιὰ χου­φτιὰ σπί­θες μὲς στὴν τα­βέρ­να. Ἐ­μεῖς, ξυ­λι­α­σμέ­νοι στὶς θέ­σεις μας, κοι­τα­ζό­μα­στε, σὰ νὰ χά­σα­με τὴ φω­νή μας. Τὰ χέ­ρια μας ἔ­χουν πα­ρα­λύ­σει. Ἀ­φή­νου­με τὰ πο­τή­ρια μας γι­ο­μά­τα κρα­σί κι ὁ ἕ­νας μας πί­σω ἀ­π’ τὸν ἄλ­λο, ση­κώ­νου­με τοὺς μαύ­ρους γι­α­κά­δες μας, ἀ­νοί­γου­με τὴν πόρ­τα καὶ χα­νό­μα­στε μὲς στὸ σκο­τά­δι, σὰ νὰ πη­δᾶ­με, ἕ­νας-ἕ­νας στὴν ἄβυσσο…»




Πηγή: Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.


Νικηφόρος Βρεττάκος (Κροκεὲς Λακωνίας, 1912-Ἀθήνα, 1991). Πο­ιη­τής. Δού­λεψε ὡς ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος (1930-1938) καὶ δημόσιος ὑπάλληλος (1938-1947) καὶ ὡς φιλολογικὸς συντάκτης περιοδικῶν καὶ ἐφημερίδων. Πῆ­ρε μἐρος στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο τοῦ 1940—41 καὶ κατόπιν στὴν Ἐθνικὴ Ἀ­ντίσταση. Σπούδασε Φιλολογία στὴν Ἀθήνα. Πρώτη του ποιητικὴ συλλογή: Κά­τω ἀπὸ σκιὲς καὶ φῶτα (1929).


Rafaelle La Capria: Στὸ τραῖνο



Ραφαέλε Λὰ Κάπρια (Raffaele La Capria)


Στὸ τραῖ­νο

(In treno)


ΗΚΩΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ τὰ ἐ­να­πό­θε­σε στὸν κα­θι­σμέ­νο ἄν­δρα μπρο­στά του. Ἤ­τα­νε μό­νοι στὸ κου­πὲ τοῦ τραί­νου. Τὸν πα­ρα­τή­ρη­σε ἤ­ρε­μα. Πα­ρα­δο­μέ­νος στὸν ὕ­πνο κι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στος κά­τω ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν ἐ­πιρ­ρε­πὴς στὴν ἐ­ξέ­τα­ση. Οὔ­τε ἐρ­γά­της, οὔ­τε με­σο­α­στός, σκέ­φτη­κε. Κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὰ μι­λών­τας ἦ­ταν ἕ­να φρι­χτὸ ὑ­βρί­διο ἐ­κεί­νης τῆς ἀ­να­δυ­ό­με­νης με­σαί­ας τά­ξης ποὺ ὁ ἴ­διος ἀ­πε­χθα­νό­ταν. Μπου­φὰν μὲ φερ­μου­άρ, κα­σκέ­το μὲ γεῖ­σο, ἄρ­βυ­λα μὲ τρα­χιὰ σό­λα, στὴ σκευ­ο­φό­ρο μέ­σα στὴ θή­κη, τὸ δί­καν­νο. Ἕ­νας κυ­νη­γὸς στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τός του. Νεο-ι­τα­λι­κὴ ρά­τσα μὲ τ’ ὅ­πλο στὸ χέ­ρι, λα­ὸς τῆς ἀ­πά­της, ἀ­πα­γω­γεῖς καὶ κλέ­φτες, χω­ριά­τες ποὺ ἐκ­φυ­λί­στη­καν στὰ προ­ά­στια τῶν βι­ο­μη­χα­νι­κῶν πό­λε­ων, καὶ γίνανε μέ­σα σὲ λί­γα χρό­νια ἕ­να ἄλ­λο εἶ­δος, ὅ­μοι­ο μὲ κα­βού­ρια, γε­μά­το ἀ­πὸ ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τες ἐ­πι­θυ­μί­ες κι ἀρ­χέ­γο­νες ὅ­σο ἡ πεί­να, μὲ ψω­μω­μέ­νες δαγ­κά­νες, ἀ­νοι­χτές, πα­ρα­τε­τα­μέ­νες γιὰ νὰ τσα­κώ­σουν καὶ νὰ ἁρ­πά­ξουν μὲ ἀ­πλη­στί­α.

         Κι ἔ­πει­τα ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴ ρα­γδαί­α κι ἄ­σπλα­χνη “κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κὴ” ἐ­ξέ­τα­ση, γύ­ρι­σε στὸ βι­βλί­ο του —ἕ­να σπου­δαῖ­ο βι­βλί­ο, Οἱ ἀ­δερ­φοὶ Κα­ρα­μα­ζώφ— καὶ ξα­νά­πια­σε νὰ δι­α­βά­ζει. Πό­σο ὡ­ραῖ­ος, ἔ­ξυ­πνος, γλυ­κὸς κι ἀν­θρώ­πι­νος ἦ­ταν ὁ Ἀ­λι­ό­σα Κα­ρα­μα­ζώφ! Πό­σο θὰ ἤ­θε­λε ὁ κα­θέ­νας ἀλ­λὰ κι ὁ ἴ­διος νὰ τοῦ μοιά­ζει ἔ­στω καὶ λί­γο!

        Ὁ ἄν­δρας ποὺ κα­θό­ταν μπρο­στά του εἶ­χε βαλ­θεῖ νὰ ρο­χα­λί­ζει, κι ἐ­κεῖ­νος συ­νά­μα μὲ τὸν ἦ­χο σή­κω­σε πά­λι τὰ μά­τια καὶ τὸν κάρ­φω­σε. Ρο­χά­λι­ζε μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο καὶ τὸ σά­λιο του ἔ­στα­ζε ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῶν χει­λι­ῶν. Κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἀ­η­δί­α, σκέ­φτη­κε.

        «Ἐ­γὼ θὰ τὸν ἀ­γα­πού­σα» τὸν προ­κά­λε­σε ὁ Ἀ­λιό­σα ἀ­π’ τὸ βι­βλί­ο.

        «Ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι;»

        «Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς.»

        «Χω­ρὶς νὰ θε­λή­σεις μή­τε νὰ τὸν ἀλ­λά­ξεις;»

        «Γιὰ νὰ ἀλ­λά­ξεις, πρέ­πει πρῶ­τα ν’ ἀ­γα­πή­σεις.»

        Στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου κοί­τα­ξε τὴ μορ­φή του καὶ τὴν πα­ρα­τή­ρη­σε χω­ρὶς κα­μί­α συμ­πά­θεια.

        «Θὰ μὲ ἀ­γα­ποῦ­σες κι ἐ­μέ­να;»

        «Για­τί ὄ­χι;»

        «Για­τί ναί;»

        «Δο­κί­μα­σε νὰ ἀ­γα­πή­σεις κι ἐ­σὺ λι­γά­κι τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ θὰ κα­τα­λά­βεις.»

        Ἔ­κα­νε ὅ­πως εἶ­πε ὁ Ἀ­λι­ό­σα, προ­σπά­θη­σε νὰ ἀ­γα­πή­σει κά­πως τὸν ἑ­αυ­τό του κι ἴ­σως γιὰ λί­γο τὰ κα­τά­φε­ρε, για­τὶ τὸ βλέμ­μα του, ὅ­ταν στα­μά­τη­σε στὸν ἄν­δρα ποὺ κοι­μό­ταν δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ ἴ­διο, σὰν νὰ ἦ­ταν πιὸ ἀν­θρώ­πι­νο. Πα­ρα­δέ­χτη­κε πὼς ἡ ἀ­νά­λυ­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἀ­νε­λέ­η­τη, ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι κα­βού­ρι, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι κα­βού­ρι. Μό­λις ξυ­πνή­σει θὰ τοῦ μι­λή­σω, ὁρ­κί­στη­κε.

        Ἔ­πει­τα, συγ­κι­νη­μέ­νος μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὰ εὐ­γε­νῆ καὶ ὑ­ψη­λά του αἰ­σθή­μα­τα, τοῦ φά­νη­κε νά ’­ναι ὡ­ραῖ­ος, ἔ­ξυ­πνος, γλυ­κὸς κι ἀν­θρώ­πι­νος, ὅ­σο κι ὁ Ἀ­λι­ό­σα Κα­ρα­μα­ζόφ. Καὶ βυ­θί­στη­κε τό­σο ἀ­πύθ­με­να στὴν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ βι­βλί­ου, ποὺ οὔ­τε ποὺ πῆ­ρε εἴ­δη­ση πὼς ὁ ἄν­δρας στὸ με­τα­ξὺ εἶ­χε ξυ­πνή­σει, εἶ­χε μα­ζέ­ψει τὰ πράγ­μα­τά του, εἶ­χε κα­τέ­βει ἀ­π’ τὸ τραῖ­νο κι εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Raffaele La Capria, Fiori giapponezi (1979).


Raffaele La Capria (Νάπολη τῆς Ἰταλίας, 1922). Ἰταλὸς συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὸς ἰ­δι­αί­τερα γιὰ τὰ τρία μυθιστορήματά του ποὺ συγ­κεν­τρώ­θηκαν ὑπὸ τὸν τίτλο Tre romanzi di una giornata (1982, Einaudi, Torino).


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ξένια Παπαδημητρίου (Θεσσαλονίκη, 1974). Σπούδασε φω­το­γρα­φία καὶ συντήρηση ἔρ­γων τέχνης. Δημοσίευσε διηγήματά της στὰ περιοδικὰ Νὰ ἕνα μῆλο, Συμπαντικὲς δι­α­δρο­μὲς καὶ Ὥς3. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἰταλία καὶ στὴν Ἑλλάδα.


Παυλίνα Παμπούδη: Τὸ ὄνειρο τοῦ πεταλωτῆ



Παυ­λί­να Παμ­πού­δη


Τὸ ὄ­νει­ρο τοῦ πε­τα­λω­τῆ


 ΝΕΑΡΗ Σο­φί­α Λαμ­προ­πού­λου, φο­ρο­τε­χνι­κός, κά­τοι­κος Χαλ­κί­δας, περ­πα­τοῦ­σε βι­α­στι­κά. Εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­γή­σει· ὁ ἀ­έ­ρας καὶ ἡ βρο­χὴ δυ­νά­μω­ναν, ἄρ­χι­ζε νὰ σκο­τει­νιά­ζει, κι ἐ­κεί­νη βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μα μα­κριά. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἀ­κυ­ρώ­σει αὐ­τὸ τὸ ραν­τε­βού, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε – ἀ­φο­ροῦ­σε στὸ μέλ­λον της. Τα­ξὶ δὲν περ­νοῦ­σε κα­νέ­να. Ἂν ἔ­κο­βε δρό­μο ἀ­πὸ κά­που;

         Χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴ λε­ω­φό­ρο κι ἔ­στρι­ψε σ’ ἕ­να στε­νό. Τώ­ρα σχε­δὸν ἔ­τρε­χε. Εἶ­χε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα της προ­τε­τα­μέ­νη ἀ­μυν­τι­κά, προ­σπα­θών­τας νὰ φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς ρι­πὲς τοῦ νε­ροῦ. Πι­θα­νὸν θὰ ἔ­βγαι­νε χα­μη­λὰ στὴν Ἀ­βάν­των. Ἢ μή­πως ὄ­χι; Κον­το­στά­θη­κε ἀ­πό­το­μα.

        Τί ἦ­ταν αὐ­τό; Πί­σω ἀ­πὸ τὸ δι­ά­φα­νο προ­πέ­τα­σμα τῆς βρο­χῆς τὸ στε­νὸ φαι­νό­ταν νὰ κα­τη­φο­ρί­ζει – ἤ, μή­πως, νὰ ἀ­νη­φο­ρί­ζει; Τί παι­χνί­δι τῆς ἔ­παι­ζαν τὰ μά­τια της; Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἀ­πὸ τὴ στρο­φὴ τὸ εἶ­χε δεῖ νὰ πη­γαί­νει εὐ­θεί­α.­.. Μά, ναί: πή­γαι­νε καὶ  εὐ­θεί­α. Ἦ­ταν σὰν νὰ βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ μιὰ φλού, δι­πλο­τρα­βηγ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ μιὰ δι­α­στά­σεις! 

        Δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρὰ ὑ­πῆρ­χαν χα­μη­λὰ κτί­σμα­τα, μᾶλ­λον χα­λά­σμα­τα – πε­ρί­ερ­γο, δὲ θυ­μό­ταν νὰ εἶ­χε ξα­να­πε­ρά­σει ἀ­πὸ ἐ­δῶ.

        Ἡ Σο­φί­α Λαμ­προ­πού­λου κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο της, κά­νον­τας τὴ σκέ­ψη νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, καὶ πα­νι­κο­βλή­θη­κε: Ἡ στρο­φὴ εἶ­χε χα­θεῖ τε­λεί­ως μέ­σα στὴν ὁ­μί­χλη τῆς βρο­χῆς.

        Ἔ­κα­νε μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση, ἔ­χα­σε τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ἔ­πε­σε στὸ ὁ­δό­στρω­μα μὲ ὅ­λο της τὸ βά­ρος καί, ξαφ­νι­κά, ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ μαύ­ρη τρύ­πα.


        Ὁ τρι­αν­τα­ο­χτά­χρο­νος Μπέν­τζα­μιν Λι­ού­ις, πε­τα­λω­τὴς στὸ ἐ­πάγ­γελ­μα, ζοῦ­σε στὸ Σέ­φιλτ τοῦ 18ου αἰ­ώ­να – καὶ ἐ­ξέ­τι­ε κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς προ­η­γού­με­νες ζω­ὲς τῆς Σο­φί­ας Λαμ­προ­πού­λου. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πο­λὺ με­θυ­σμέ­νος, δὲν ἔ­νι­ω­σε κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε ξαφ­νι­κὰ μπρο­στὰ του μιὰ ἀ­ναί­σθη­τη γυ­ναί­κα μὲ βρεγ­μέ­να, πα­ρά­ξε­να (καὶ ἐ­λά­χι­στα) ροῦ­χα. Τὴν ἅρ­πα­ξε, τὴ γύ­ρι­σε μπρού­μυ­τα καὶ τὴν ἔ­σπρω­ξε βί­αι­α στὸ ὄ­νει­ρο στὸ ὁ­ποῖ­ο βυ­θί­στη­κε ἀ­μέ­σως.

        Μέ­σα ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ὄ­νει­ρο ἡ Σο­φί­α Λαμ­προ­πού­λου καὶ ὁ Μπέν­τζα­μιν Λι­ού­ις, μὲ μουγ­κρη­τὰ καὶ βρυ­χηθ­μούς, εἰ­σέ­δυ­σαν μα­ζὶ στὸ ὄρ­γιο μιᾶς ἀ­τέ­λει­ω­της σει­ρᾶς προ­η­γού­με­νων βί­ων: συ­νευ­ρέ­θη­καν πά­λι μὲ τὴ μά­γισ­σα Τζέ­ιν, τὸν κα­λό­γε­ρο Θαδ­δαῖ­ο, τὸν ἀλ­χη­μι­στὴ Τζορ­ντά­νι, τὸν Ἰγ­κὸρ τὸν φο­νιά, τὸν μι­κρὸ Ἄρ­νολτ ποὺ θὰ ἔ­πε­φτε στὸ πη­γά­δι, τὸν καλ­λι­γρά­φο Νου­μᾶ, τὸν ἀρ­γυ­ρα­μοι­βὸ Ἀ­ράμ, τὴ Ρο­τσου­ίν­θη τὴν ἑ­ξα­δά­κτυ­λη, τὸν τρε­λὸ Τζί­ου, τὸν ἀ­πε­λεύ­θε­ρο Λεύ­κιο, τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη Ἡ­ρὼ —μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν πο­λὺ πο­λὺ πί­σω, σὲ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ ἐ­γὼ ἦ­ταν ἀ­κό­μα συλ­λο­γι­κὸ καὶ μοι­ρα­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς φυ­λῆς— κά­τι ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει (ἐν μέ­ρει), ἀ­τα­βι­στι­κά, τὸ πο­λυ­σχι­δὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης.  Με­τά, προ­χω­ρών­τας ἀ­κό­μα πιὸ βα­θιὰ στὴν προ­ϊ­στο­ρί­α, μοι­ρά­στη­καν ἀ­νά­με­σα σ’ ὅ­λα τὰ ὄν­τα – ἀ­πὸ τὸ δει­νο­θή­ριο μέ­χρι τὴν ἀ­μοι­βά­δα τὴν Πρω­τέ­α. Τέ­λος, τὰ πάν­τα γύ­ρω τους βυ­θί­στη­καν σὲ ἕ­να κε­νὸ ὅ­λο ἀ­να­θυ­μιά­σεις θεί­ου καὶ ἀμ­μω­νί­ας κα­θὼς ὁ Μπέν­τζα­μιν Λι­ού­ις πέ­θαι­νε στὸν ὕ­πνο του ἀ­πὸ ἀ­νεύ­ρυ­σμα.


        Τὸ σῶ­μα τῆς Σο­φί­ας Λαμ­προ­πού­λου βρέ­θη­κε τὴν ἑ­πο­μέ­νη, σ’ ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ κέν­τρο τῆς Χαλ­κί­δας. Πα­ρό­λο ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἴ­χνη βί­ας, δὲν ἀ­πο­κλεί­στη­κε ἡ ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια. Ἡ ἔ­ρευ­να ἀ­πο­κά­λυ­ψε τὴν ἐμ­πλο­κὴ τοῦ θύ­μα­τος σὲ κά­ποι­ο κύ­κλω­μα φο­ρο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­φο­ρια­κῶν ὑ­παλ­λή­λων.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση


Παυ­λί­να Παμ­πού­δη (Ἀ­θή­να, 1948). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος καὶ με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τῆς  Ἀ­θή­νας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο:  Εἰ­ρη­νι­κά, Ἀ­θή­να, 1964 (ποί­η­ση).