Σίγκα Ναόγια: Ἕνα παράξενο ὄνειρο

 

 

Σίγ­κα Να­ό­για (志賀 直哉)

 

Ἕ­να πα­ρά­ξε­νο ὄ­νει­ρο

(妙な夢)

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ ἡ γυ­ναί­κα μου εἶ­χε γί­νει ἡ μη­τέ­ρα μου. Γύ­ρω της δυ­ὸ-τρεῖς ἄν­θρω­ποι τὴν πε­ρι­ποι­οῦν­ταν, κα­θὼς αὐ­τὴ ὑ­πέ­φε­ρε ἄρ­ρω­στη. Ἐ­γώ, ἔ­χον­τας ἀ­νοί­ξει λί­γο τὴ συ­ρό­με­νη πόρ­τα, κρυ­φο­κοίτ­α­ζα φο­βι­σμέ­νος αὐ­τὴ τὴ σκη­νή. Ἡ μη­τέ­ρα μου, μὲ ξέ­πλε­κα τὰ μαλ­λιά, μὲ τυ­λιγ­μέ­νους τοὺς ὤ­μους σὲ μιὰ λε­πτὴ ἐ­σάρ­πα, εἶ­χε τὸ σῶ­μα της δι­πλω­μέ­νο σὰν ἀ­στα­κός, ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Μὴ ἀν­τέ­χον­τας τὸ θέ­α­μα, ἔ­κα­να πρὸς στιγ­μὴ νὰ φύ­γω. Ὅ­μως ἀ­πρό­θυ­μα ἄλ­λα­ξα γνώ­μη καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιο. Κά­θι­σα δί­πλα στὸ στρῶ­μα της ἄρ­ρω­στης καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­σάρ­πα τῆς ἔ­τρι­βα ἀ­πα­λὰ τὴν πλά­τη.

          Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τε­τρά­γω­νο μαγ­κά­λι, ὅ­που ἔ­και­γε ζω­η­ρὰ μιὰ φω­τιά. Μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μέ­σα σὲ ἕ­να με­γά­λο τη­γά­νι, ἔ­φτια­χνε ἐ­κεῖ ἕ­να γλυ­κὸ ποὺ ἔ­μοια­ζε σὰν μι­κρὸ κέ­ϊκ. Μιὰ ἀ­κό­μη γυ­ναί­κα, ποὺ βο­η­θοῦ­σε στὸ φτι­ά­ξι­μο τοῦ γλυ­κοῦ, ἔ­βα­λε ἕ­να πε­ρι­χυ­μέ­νο μὲ λι­ω­μέ­νη ζά­χα­ρη, σχή­μα­τος ὀ­βὰλ κομ­μά­τι σ’ ἕ­να πι­α­τά­κι καὶ τό ‘­φε­ρε στὸ δω­μά­τιο τῆς ἄρ­ρω­στης. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ σκέ­φτη­κα ὅ­τι, τό­σο ποὺ ὑ­πο­φέ­ρει, ποῦ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ φά­ει γλυ­κό, ἡ ἄρ­ρω­στη ἀ­να­ση­κώ­θη­κε λί­γο στὸ στρῶ­μα, κι ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν, μπρού­μυ­τα, ἄρ­χι­σε νὰ τρώ­ει. Φαί­νε­ται δὲν εἶ­χε καὶ με­γά­λους πό­νους. Ἡ σα­ραν­τά­ρα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, βλέ­πον­τας αὐ­τό, χα­μο­γέ­λα­σε. Ἀ­φοῦ ξύ­πνη­σα, προ­σπά­θη­σα νὰ κα­τα­λά­βω ποι­ὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Φαί­νε­ται ἦ­ταν μιὰ ἄ­γνω­στη.

          Κα­θὼς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὴν κα­τά­στα­ση τῆς μη­τέ­ρας μου —ποὺ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα μου— σκέ­φτη­κα ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα νὰ χώ­ρι­ζε ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­τι μα­ζί του ἡ μη­τέ­ρα μου ἁ­πλῶς κα­κο­μοί­ρια­ζε κι ἔ­χα­νε σι­γὰ-σι­γὰ τὴ ζω­ή της, ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἄλ­λη λύ­ση, πα­ρὰ νὰ χω­ρί­σει ἀπ’ τὸν πα­τέ­ρα μου. ––– Ὅ­μως ἡ μη­τέ­ρα μου ἴ­σως νὰ μὴ συμ­φω­νοῦ­σε μ’ αὐ­τό. Αὐ­τὸ σκε­φτό­μου­να, ὅ­ταν ξύ­πνη­σα.

          Βέ­βαι­α, ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο ποὺ στὸ ὄ­νει­ρο ἡ ἄρ­ρω­στη, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα μου, ὡς πρὸς τὴ σχέ­ση της μ’ ἐ­μέ­να εἶ­χε γί­νει ἡ μη­τέ­ρα μου. Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη πιὸ πα­ρά­ξε­νο ἦ­ταν ποὺ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ θε­ω­ρεῖ­ται ὁ πα­τέ­ρας μου, ὡς πρὸς τὴ σχέ­ση του μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου, ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος. Ὁ­πό­τε, τε­λι­κά, αὐ­τὸς ποὺ κα­τη­γο­ροῦ­σα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἔγ­κα­τά μου ἦ­ταν ὁ ἐ­αυ­τός μου, ποὺ στὸ ὄ­νει­ρο εἶ­χε γί­νει ὁ πα­τέ­ρας μου.

          Ἡ ζέ­στη τοῦ φε­τι­νοῦ κα­λο­και­ριοῦ μοῦ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­φό­ρη­τη. Αὐ­τὴ ἡ ὑ­γρὴ ζέ­στη μὲ κά­νει νὰ κου­ρά­ζο­μαι εὔ­κο­λα, κι ὅ­πως δὲν εἶ­μαι κι ἀ­π’ τὴ φύ­ση μου ἄν­θρω­πος ποὺ ἀν­τέ­χει, βγά­ζω τὴ δυ­σα­ρέ­σκειά μου σὲ ὅ­λους. Ὅ­μως, ἐ­πει­δὴ δὲ γί­νε­ται νὰ τὴ βγά­ζω ἀ­κρι­βῶς σὲ ὅ­λους, συγ­κεν­τρώ­νω τὰ πυ­ρὰ στὸ εὐ­κο­λό­τε­ρο θύ­μα, τὴ γυ­ναί­κα μου, τὴν ὁ­ποί­α βρί­σκω ἐ­πί­τη­δες συ­νέ­χεια ἀ­φορ­μὲς γιὰ νὰ γκρι­νιά­ζω. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ βέ­βαι­α ἕ­να φαῦ­λο κύ­κλο, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη, ἔ­τσι ὅ­πως στρι­μώ­χνε­ται στὴ γω­νί­α, κά­νει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­νο­η­σί­ες.

          Κά­τι τέ­τοι­ο ἔ­γι­νε καὶ τὶς προ­άλ­λες, δὲ θυ­μᾶ­μαι τώ­ρα για­τί. Ὅ­πως εἶ­πα καὶ πρίν, ὁ λό­γος ποὺ βα­σα­νί­ζω τὴ γυ­ναί­κα μου δὲν εἶ­ναι ὅ­τι εἶ­ναι κα­κιά, ἀλ­λὰ ὅ­τι ἐ­μέ­να τὸ κε­φά­λι μου παύ­ει νὰ λει­τουρ­γεῖ ἀ­π’ τὴν κού­ρα­ση καὶ χά­νω τὸν ἔ­λεγ­χο. Ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄ­δι­κο τὸ ξέ­ρω κι ὁ ἴ­διος κα­λά.

          Ὁ παπ­πούς μου ἦ­ταν κα­λὸς σύ­ζυ­γος ἀ­πέ­ναν­τι στὴ για­γιά μου. Στὴ δι­κή μου μνή­μη του­λά­χι­στο δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ ποὺ νὰ τὴν ἔ­χει μα­λώ­σει. Ὅ­μως ὁ δι­κός μου πα­τέ­ρας ὀρ­γι­ζό­ταν συ­χνὰ μὲ τὴ μη­τρι­ά μου. Ἔ­χω δεῖ ἀ­κό­μη καὶ νὰ τῆς πε­τά­ει πράγ­μα­τα. Θά­ ‘θε­λα νὰ πῶ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν παπ­ποὺ καὶ στὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­μως, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­μαι μᾶλ­λον κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα μου, ἀ­φοῦ τὴ γυ­ναί­κα μου ὄ­χι μό­νο τὴν ἔ­βρι­ζα συ­χνά, ἀλ­λὰ καὶ πράγ­μα­τα τῆς ἔ­χω πε­τά­ξει.

         Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἔ­χω γί­νει ἠ­πι­ό­τε­ρος. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ κε­φά­λι μου κου­ρα­στεῖ, σπᾶ­νε τὰ νεῦ­ρα μου καὶ γί­νο­μαι κα­κός, χω­ρὶς λό­γο καὶ αἰ­τί­α. Ἔ­τσι καὶ χθὲς τὸ βρά­δυ, πε­ρι­ῆλ­θα σὲ μιὰ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση. Κά­τι μο­χθη­ρὸ ἔ­βα­λα στὸ νοῦ μου καὶ σκε­φτό­μουν νὰ τὸ πῶ στὴ γυ­ναί­κα μου, ὅ­μως, πραγ­μα­τι­κά, ἦ­ταν τό­σο κα­κό­βου­λο, ποὺ τε­λι­κὰ δὲν τῆς τό ‘­πα.

          Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: Εἶ­χα σκε­φτεῖ νὰ τῆς πῶ ὅ­τι, ἂν λά­βαι­να ἀ­πὸ κά­ποι­ο γυ­ναι­κεῖ­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­για ποὺ εἶ­ναι τῆς μό­δας τε­λευ­ταῖ­α, μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση: «Ἂν ξα­να­γεν­νι­ό­σα­σταν, θὰ θέ­λα­τε νὰ ξα­να­παν­τρευ­τεῖ­τε τὴν τω­ρι­νὴ γυ­ναί­κα σας;­», ξέ­ρεις ποι­ὰ ἀ­πάν­τη­ση θὰ ἔ­δι­να; Ἀ­κό­μα εἶ­χα σκε­φτεῖ ὅ­τι, ἂν τῆς ἔ­λε­γα ὅ­τι ἔ­χω ἤ­δη ἕ­τοι­μη τὴν ἀ­πάν­τη­ση, σί­γου­ρα θὰ ἔ­σκα­γε ἀ­π’­ τὴ στε­νο­χώ­ρια της. Τε­λι­κὰ δὲν τῆς τὸ εἶ­πα, τὸ πράγ­μα φαί­νε­ται ὅ­μως ὅ­τι πῆ­ρε τὴ μορ­φὴ ποὺ πε­ρι­έ­γρα­ψα, στὸ ὄ­νει­ρο.

          Ἡ ἤ­δη ἕ­τοι­μη ἀ­πάν­τη­σή μου ἦ­ταν «ἂν ἡ γυ­ναί­κα μου τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖ, δὲν ἔ­χω πρό­βλη­μα νὰ τὴν ξα­να­παν­τρευ­τῶ, ἀλ­λὰ ἂν δὲ θέ­λει, καὶ πά­λι δὲν ἔ­χω κα­νέ­να πρό­βλη­μα». Ἦ­ταν δη­λα­δὴ μιὰ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ὄ­χι μό­νο ἡ γυ­ναί­κα μου, ἀλ­λὰ καὶ τὰ παι­διά μου, ἂν τὴν ἄ­κου­γαν, σί­γου­ρα θὰ ἀ­γα­να­κτοῦ­σαν. Αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι προ­κά­λε­σε στὸ παι­δὶ ποὺ ἤ­μουν στὸ ὄ­νει­ρο, πρὸς τὸν πα­τέ­ρα ποὺ ἤ­μουν ἐ­πί­σης ὁ ἴ­διος, μιὰ ἀν­τι­πά­θεια, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μὲ κά­νει νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα θὰ ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους νὰ χω­ρί­σουν. Ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα τὰ ὄνειρα!

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 灰色の月-万­暦­赤絵 (H­ai i­ro no t­s­u­ki – B­a­n­r­e­ki a­k­ae), ἔκ­δο­ση τσέ­πης τῆς S­h­i­n­c­ō­s­ha, 1968.

 

Σίγ­κα Να­ό­για (Ἰ­σι­νο­μά­κι, Ἰ­α­πω­νί­α, 1883-Τό­κιο, 1971). Ἰ­ά­πω­νας δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὸ μο­να­δι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του A­n­’­ya k­ô­ro (Τὸ τα­ξί­δι μιᾶς σκο­τει­νῆς νύ­χτας, 1921-1937). Δι­η­γή­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Πλα­νό­διον, ἀρ, 32, Ἰ­ού­νιος 2001 (μτφ. Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά γιὰ τὸ περ. Πλα­νό­διον καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα.

 

Φω­το­γρα­φί­α: 1916. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Σίγ­κα Να­ο­χά­ρου, πα­τέ­ρα τοῦ Σίγ­κα Να­ό­για . Ὁ ἴ­διος ἀ­που­σιά­ζει λό­γῳ τῆς ἀν­τί­θε­σης τοῦ πα­τέ­ρα του στὸν γά­μο του.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: