Μάριος Χάκκας: Ἕνας χωρισμός

 

 

Μά­ριος Χάκ­κας

 

Ἕ­νας χω­ρι­σμός

 

ΒΑΛΕΣ ΤΗ ΓΑΤΑ στὴν κα­πε­λι­έ­ρα, με­τὰ τὴν κυ­λό­τα, ἐ­νῶ ἔ­ξω ὁ νέ­ος ἐ­ρα­στής σου κόρ­να­ρε. Βι­α­ζό­σου­να τό­σο ποὺ φό­ρε­σες πρῶ­τα τὶς γό­βες καὶ με­τὰ τὸ καλ­τσόν.

       Ἔ­φυ­γες καὶ μ’ ἄ­φη­σες μιὰ μουτ­ζού­ρα στὴ μύ­τη (ἀ­πὸ τὰ μά­τια σου ποὺ ξε­βά­ψα­νε κλαί­γον­τας), τὶς τρί­χες τῆς γά­τας σου, κα­θὼς καὶ μιὰ γεύ­ση ἀ­πο­σμη­τι­κοῦ στὰ χεί­λη.

      Ἀ­πό­μει­να ἕ­νας γερο-πα­λιά­τσος ζη­τών­τας βούρ­τσα καὶ κα­θρε­φτά­κι στ’ ἀ­να­στα­τω­μέ­νο δω­μά­τιο, προ­σπα­θών­τας νὰ βγά­λω ἀ­πὸ πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πο­μει­νά­ρια σου.

      Εἶ­πα νὰ γλι­τώ­σω ἀ­πὸ σέ­να, ὅ­μως νι­ώ­θω τὴ γά­τα σου νὰ μπή­γει τὰ νύ­χια στὶς σάρ­κες μου, κι ἡ μουτ­ζού­ρα νὰ κου­λου­ρι­ά­ζε­ται δί­πλα μου στὶς νύ­χτες, πολ­λὲς φο­ρὲς νὰ πα­ρα­μέ­νει ἐ­κεῖ ἀ­νε­ξί­τη­λο στίγ­μα, – τσα­κά­ρι­σμα γιὰ νὰ δη­λώ­νει ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς χί­λιους χω­ρι­σμούς σου.

     Τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ θυ­μή­θη­κες τὴ γλά­στρα κι ἔ­ξω κόρ­να­ρε ἀ­στα­μά­τη­τα ὁ μαν­τρά­χα­λος. Χαί­νου­σα πλη­γὴ ἡ κά­μα­ρα, ξε­κοι­λι­α­σμέ­να τὰ συρ­τά­ρια, ὅ­λ’ ἀ­να­κα­τω­μέ­να καὶ ρη­μά­δια.

     Ξέ­χα­σες κι ἕ­να στη­θό­δε­σμο μα­ζὶ μὲ τρί­α κυ­λο­τά­κια, νὰ μου­λιά­ζουν στὸν μπιν­τέ. Πάν­τα σοῦ ἔ­λε­γα νὰ πά­ρεις βρα­κιὰ ποὺ νὰ φτά­νουν ὣς τὴ μέ­ση σου, ὄ­χι αὐ­τά, τέσ­σε­ρα δά­χτυ­λα ὕ­ψος. Θὰ μοῦ κρυ­ώ­σεις καὶ θὰ τρέ­χεις στοὺς για­τρούς. Ἀλ­λὰ τί μὲ νοιά­ζει τώ­ρα; Τώ­ρα γιὰ μέ­να μιὰ κουκ­κί­δα, στὴν ἀ­πό­στα­ση εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ φεύ­γει, ὁ παν­σὲς παν­σές, κι ἡ πε­τα­λού­δα πε­τα­λού­δα.

     Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α βγῆ­κες πιὸ κερ­δι­σμέ­νη. Κρά­τη­σες τὸν Κε­ρα­μει­κὸ κι ἐ­μέ­να τὸ νε­κρὸ ἐ­σὺ ἡ νε­κρή στὴν ἀγ­κα­λιά σου, μιὰ μι­κρὴ πευ­κό­φυ­τη πλα­γιὰ μὲ κά­τω τὶς ἀ­να­σκα­φές, πιὸ πέ­ρα μπα­λω­μέ­να μάρ­μα­ρα ἀ­π’ τὶς ἀ­να­στη­λώ­σεις. Πῆ­ρες καὶ τὸ κου­λὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στε­κό­ταν στὴ βρο­χὴ κά­νον­τας ντούς, φέρ­νον­τας τὰ χέ­ρια σὲ στή­θη καὶ γο­φοὺς (στὴν πλά­τη πάν­τα δύ­σκο­λα). Τί κα­τά­λα­βες; Ἔ­φυ­γες καὶ μ’ ἄ­φη­σες χω­ρὶς χέ­ρια, νὰ μὴ μπο­ρῶ πιὰ νὰ τὸ συν­τρο­φέ­ψω, νὰ περ­πα­τή­σω στὴ βρο­χὴ ἢ νὰ στε­γνώ­σω ἀ­χνί­ζον­τας μα­ζί του στὴ λι­α­κά­δα, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ κά­ποι­α ἐ­λευ­θε­ρί­α.

     Τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Πῆ­ρες τὴ γλά­στρα μὲ τὶς πε­τα­λοῦ­δες ποὔ­μοια­ζαν παν­σέ­δες.

     Λέ­ω νὰ φύ­γω. Μά, νά, εἶ­μαι σὰ γε­ρα­σμέ­νο χε­λι­δό­νι, καὶ ποῦ ἀ­κμῆς φτε­ρὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ πέ­λα­γο, καὶ ποῦ κου­ρά­γιο; Μᾶλ­λον θὰ μεί­νω γιὰ ξε­χει­μώ­νια­σμα σὲ τοῦ­το τὸ δω­μά­τιο. Ὄ­χι πὼς μὲ νοιά­ζει καὶ πο­λὺ ἡ ἀ­που­σί­α σου. Μὴ νο­μί­σεις πὼς εἶ­ναι ἀ­βά­στα­χτες οἱ συν­θῆ­κες. Κά­πως νὰ ξε­χά­σω, μιὰ μι­κρὴ προ­σαρ­μο­γὴ καὶ θὰ πε­ρά­σει ὁ δύ­σκο­λος και­ρός. Ἄλ­λω­στε, μπο­ρεῖ ὁ χει­μώ­νας νἄ­ναι ἤ­πιος μὲ σι­γα­νὲς βρο­χὲς καὶ λί­γες λά­σπες κι ὅ­λα στε­γνώ­νου­νε στὸν ἐ­πι­σκέ­πτη ἥ­λιο, ψυ­χή, φτε­ρά, καὶ μά­τια.

     Γέ­μι­σαν τὰ στα­χτο­δο­χεῖ­α ἀ­πο­τσί­γα­ρα, κλει­σμέ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα κι ἡ τσιγα­ρί­λα δὲ λέ­ει νὰ σκε­πά­σει τ’ ἄ­ρω­μά σου.

     Λέ­ω νὰ φέρ­νω κα­μιὰ γυ­ναί­κα νὰ μοῦ συ­γυ­ρί­ζει. Με­τὰ θὰ τ’ ἀ­να­κα­τώ­νω σὰ νἄ­σου­να ἐ­σύ, ἄ­στα­τη κι ἀ­κα­τά­στα­τη, ὄ­χι γιὰ νὰ θυ­μᾶ­μαι τὴν πα­ρου­σί­α σου, ἀλ­λὰ ἔ­τσι, γιὰ νἄ­χει καὶ κά­ποια δου­λειὰ ἡ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ συ­γυ­ρί­ζει.

     Ἔ­χει καὶ κά­ποι­ο ὄ­φε­λος αὐ­τὸς ὁ χω­ρι­σμός. Βλέ­πω πιὰ τὴν ἀ­να­το­λὴ τοῦ ἥ­λιου, κά­τι ποὺ τὄ­χα στε­ρη­θεῖ μα­ζί σου, ἄ­σχε­τα βέ­βαι­α ἂν πε­ρι­μέ­νω ἀ­π’ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὅ­μως στὸ λέ­ω, κον­τά σου εἶ­χε χον­τρή­νει τὸ κε­φά­λι μου ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο, κι ἂν ξα­γρυ­πνά­ω τώ­ρα εἶ­ναι ποὺ πε­ρι­μέ­νω τὴν ἀ­να­το­λὴ καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο.

     Ὅ­λοι οἱ σε­λι­δο­δεῖ­χτες στὶς πορ­νι­κὲς σκη­νὲς τοῦ Χέν­ρυ Μίλ­λερ. Ὅ­λα σου τὰ βι­βλί­α φτη­νὰ σέ­ξυ ρο­μάν­τζα, «ἡ ὡ­ραί­α τῆς ἡ­μέ­ρας», «ἡ μα­τω­μέ­νη κομ­πι­νε­ζόν». Τὸ προ­σφι­λές σου βι­βλί­ο Κά­μα Σού­τρα, δι­α­λυ­μέ­νο, φύλ­λα καὶ φτε­ρά, ρού­φη­ξες μέ­χρι τὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ὅ­μως ὁ Θου­κυ­δί­δης ποὺ σοῦ χά­ρι­σα, ἄ­κο­πος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σα μοὔ­λε­γες πὼς εἶ­χε χα­θεῖ ὁ χαρ­τοκό­πτης. Τώ­ρα ψά­χνω καὶ βρί­σκω κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τρυ­πω­μέ­νους πέν­τε χαρ­το­κό­πτες.

     Δὲν ἤ­σουν ἄν­θρω­πος ἐ­σύ, δὲν ἤ­σουν. Καὶ στὰ μου­σεῖ­α ποὺ σὲ πή­γαι­να, μό­νο γιὰ σά­τυ­ρους νοι­α­ζό­σου­να καὶ γιὰ φαλ­λούς. Κι ἂν στά­θη­κες γιὰ ὥ­ρα μπρὸς στὸ κου­λὸ ἄ­γαλ­μα, ἦ­ταν τὰ γεν­νη­τι­κά του ὄρ­γα­να ποὺ σὲ κα­θή­λω­σαν, ἐγ­κυ­μο­νού­σα στιγ­μὴ πρὶν ἀ­π’ τὴ στύ­ση.

     Δὲ μὲ χω­ρά­ει τὸ κρε­βά­τι, ὁ χῶ­ρος σου κι ἡ δύ­να­μή σου, ὁ­μο­λο­γῶ, ἐ­κεῖ πά­νω πα­ρα­δί­νο­μαι. Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με καὶ τὶς κα­ρέ­κλες ποὺ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ κά­θε­ται ἡ γά­τα σου, δὲ μέ­νει πα­ρὰ νὰ βη­μα­τί­ζω ὥ­σπου νὰ φέ­ξει.

     Τὸ πρό­σω­πό σου ἡ νύ­χτα· ἡ μέ­ρα, τὰ μαλ­λιά σου. Ἂν ξα­ναμ­πλέ­ξω μὲ γυ­ναί­κα θἄ­ναι νύ­χτα τὰ μαλ­λιά της, τὸ πρό­σω­πό της μέ­ρα. Θὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει Θου­κυ­δί­δη κι ὅ­τι κοι­τά­ει τ’ ἀ­γάλ­μα­τα στὸ πρό­σω­πο. Ὅ­ταν βγαί­νου­με, θ’ ἀ­κουμ­πά­ει στὰ γό­να­τα τὴν τσάν­τα. Δὲν εἶ­μαι ζη­λιά­ρης καὶ σε­μνό­τυ­φος, ἀλ­λὰ θέ­λω ἡ­συ­χί­α κι ἠ­ρε­μί­α, ἔ­στω ἂς εἶ­ναι καὶ νε­κρο­τα­φεί­ου.

     Κα­τὰ τὰ ἄλ­λα, πί­νω τὸ γά­λα μου, πη­γαί­νω στὴ δου­λειά, τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα κά­νω κι ἕ­ναν πε­ρί­πα­το πρὸς τὸν Κε­ρα­μει­κό, ἀ­να­ζη­τών­τας και­νού­ργια μο­νο­πά­τια. Σκέ­φτο­μαι, ἐ­δῶ δὲν πά­τη­σε αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ χορ­τά­ρι δὲν τὸ εἶ­δε, ἂν καὶ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­ος ἀ­πό­λυ­τα, ξέ­ρω γὼ ποῦ ἔ­πε­φτε τὸ μά­τι σου; Ὅ­σο γιὰ τὸ πό­δι σου, ἀ­φοῦ πά­τη­σε πά­νω στὴν καρ­διά μου, σ’ ὅ­λο τὸ χῶ­ρο πά­τη­σε καὶ τὸν ἐ­κα­τα­πά­τη­σε.

     Πα­ρα­τη­ρῶ τὶς φλέ­βες τῶν μαρ­μά­ρων κι ἀ­γάλ­λο­μαι στὴ σκέ­ψη πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γε­μί­σου­νε τὰ πό­δια σου μι­κρὲς φλε­βί­τσες. Τό­τε ἔρ­χε­σαι καὶ σβή­νεις ἀ­π’ τὴ μύ­τη μου αὐ­τὴ τὴ μό­νι­μη μουτ­ζού­ρα, ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου αὐ­τὴ τὴ μό­νι­μη θο­λού­ρα. Περ­πα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στ’ ἀρ­χαῖ­α μνή­μα­τα ἐ­να­πο­θέ­τον­τας τὴν ψό­φια γά­τα σου σὲ κάποια σαρκοφάγο, αὐτὴν τὴ γάτα ποὺ ἔμ­πη­ξε τὰ νύ­χια της σὲ χί­λιους ἐ­ρα­στές, ποὺ σὲ εἶ­δε ξα­πλω­μέ­νη σὲ χί­λια δι­α­φο­ρε­τι­κὰ κρε­βά­τια κι ἔ­παι­ξε μὲ χί­λι­ες κυ­λό­τες σου ποὺ μπερ­δεύ­τη­καν μὲ τὰ σεν­τό­νια καὶ τὶς ἐγ­κα­τά­λει­ψες. Ἐ­πι­στρέ­φεις κρα­τών­τας ἀγ­κα­λιὰ τὴ γλά­στρα κι ἐ­γὼ λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου, μιὰ κουκ­κί­δα στὴν ἀ­πό­στα­ση εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ ἔρ­χε­ται κι αὐ­τοὶ οἱ παν­σέ­δες μοι­ά­ζου­νε πο­λὺ μὲ πε­τα­λού­δες.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ὁ μπιντές καὶ ἄλλες ἱ­στορίες, Β΄ ἔκ­δοση, Κέδρος, Ἀ­θή­να, 1972. Πρώτη ἔκδοση: Κέδρος, 1970.

 

Χάκκας Μάριος (Μακρακώμη Φθιώτιδας 1931-Ἀθὴνα 1972). Ποιητής, διηγηματογράφος καὶ θεατρικός συγγραφέας. Βιβλία του:  Ὄμορφο καλοκαίρι (1965, ποίηση), Ὁ τυφεκιοφόρος τοῦ ἐχθροῦ (1966, διηγήματα) κ.ἄ., τώρα συγκεντρωμένα στὰ Ἅπαντά του (Κέδρος, Ἀθήνα, 1986).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: