Ernest Hemingway: Ἕνα πολὺ σύντομο διήγημα

 

 

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)

 

Ἕνα πολὺ σύντομο διήγημα

(A Very Short Story)

 

ΝΑ ΠΟΛΥ ΖΕΣΤΟ ΒΡΑΔΥ στὴν Πά­δο­βα τὸν κου­βά­λη­σαν ὣς τὴ στέ­γη καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὴν πό­λη ἀ­πὸ ψη­λά. Κα­πνοὶ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες στὸν οὐ­ρα­νό. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο σκο­τεί­νια­σε καὶ φά­νη­καν οἱ προ­βο­λεῖς. Οἱ ἄλ­λοι κα­τέ­βη­καν κά­τω καὶ πῆ­ραν μα­ζί τους τὰ μπου­κά­λια. Τοὺς ἄ­κου­γαν μὲ τὴ Λοὺθ στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ κά­τω. Ἡ Λοὺθ κά­θι­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἦ­ταν δρο­σε­ρὴ καὶ φρέ­σκια μέ­σα στὴν καυ­τὴ νύ­χτα.

       Ἡ Λοὺθ ἔ­κα­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βάρ­δια ἐ­πὶ τρεῖς συ­νε­χό­με­νους μῆ­νες. Οἱ ἄλ­λοι τὴν ἄ­φη­ναν μὲ χα­ρά. Ὅ­ταν τὸν ἐγ­χεί­ρη­σαν, ἐ­κεί­νη τὸν ἑ­τοί­μα­σε γιὰ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο· καὶ ἔ­κα­ναν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὸ ὀρ­θὸν καὶ τὸ λά­θος. Πῆ­ρε τὴν ἀ­ναι­σθη­σί­α πι­έ­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ νὰ μὴν ἀρ­χί­σει νὰ φλυα­ρεῖ στὴ διά­ρκεια τῆς ζά­λης του. Μό­λις μπό­ρε­σε νὰ περ­πα­τή­σει μὲ πα­τε­ρί­τσες ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει ἐ­κεῖ­νος θερ­μό­με­τρο στοὺς ἄλ­λους ἀ­σθε­νεῖς, γιὰ νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται ἡ Λοὺθ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς ἦ­ταν λί­γοι μό­νο καὶ ὅ­λοι τὸ ἤ­ξε­ραν. Ὅ­λοι συμ­πα­θοῦ­σαν τὴ Λούθ. Κα­θὼς ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὴ βόλ­τα στοὺς δι­α­δρό­μους, σκε­φτό­ταν τὴ Λοὺθ ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι του.

       Προ­τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ μέ­τω­πο πῆ­γαν στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ προ­σευ­χή­θη­καν. Τὸ φῶς ἦ­ταν ἀ­χνὸ καὶ εἶ­χε ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι ποὺ προ­σεύ­χον­ταν. Ἤ­θε­λαν νὰ παν­τρευ­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ ἀ­ναγ­γε­λί­ες καὶ κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς δυ­ὸ δὲν εἶ­χε πι­στο­ποι­η­τι­κὸ γέν­νη­σης. Ἔ­νι­ω­θαν σὰν νὰ ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νοι, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λαν νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι καὶ νὰ γί­νει ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ χα­θεῖ.

      Ἡ Λοὺθ τοῦ ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ γράμ­μα­τα, τὰ ὁ­ποί­α δὲν πῆ­ρε πο­τὲ πα­ρὰ μό­νο ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἐ­κε­χει­ρί­α. Ἔ­φτα­σαν δε­κα­πέν­τε ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ μέ­τω­πο καὶ ἐ­κεῖ­νος τὰ τα­ξι­νό­μη­σε σύμ­φω­να μὲ τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α, ἐ­νῶ τὰ δι­ά­βα­σε ὅ­λα ἀ­πνευ­στί. Ὅ­λα μι­λοῦ­σαν γιὰ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ γιὰ τὸ πό­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ πό­σο ἀ­δύ­να­το ἦ­ταν νὰ ζή­σει χω­ρὶς αὐ­τὸν καὶ πό­σο φρι­κτὰ τῆς ἔ­λει­πε τὴ νύ­χτα.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἐ­κε­χει­ρί­α συμ­φώ­νη­σαν πὼς θὰ ἐ­πέ­στρε­φε στὴν πα­τρί­δα γιὰ νὰ βρεῖ μιὰ δου­λειά, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ παν­τρευ­τοῦν. Ἡ Λοὺθ δὲν θὰ ἐρ­χό­ταν, ὥ­σπου νὰ ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος δου­λειά, γιὰ νὰ ἔρ­θει στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη νὰ τὴ βρεῖ. Συμ­φώ­νη­σαν πὼς δὲν θὰ ἔ­πι­νε, ἐ­νῶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τοὺς φί­λους του στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες. Θὰ ἔ­βρι­σκε μό­νο μιὰ δου­λειὰ καὶ θὰ παν­τρεύ­ον­ταν. Στὸ τρέ­νο ἀ­πὸ τὴν Πά­δο­βα στὸ Μι­λά­νο λο­γο­μά­χη­σαν λό­γω τῆς ἀ­προ­θυ­μί­ας της νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­μέ­σως πί­σω. Ὅ­ταν ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, σὲ ἕ­να σταθ­μὸ στὸ Μι­λά­νο, φι­λή­θη­καν, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν τσα­κω­μό. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­νι­ω­σε ἀ­η­δί­α ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο.

      Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μὲ ἕ­να πλοῖ­ο ἀ­πὸ τὴ Γέ­νο­βα. Ἡ Λοὺθ γύ­ρι­σε πί­σω στὸ Πορ­ντε­νό­νε γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μο­να­χι­κὰ καὶ βρο­χε­ρὰ ἐ­κεῖ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τάγ­μα τῶν Ἐ­πί­λε­κτων Εἰ­δι­κῶν Δυ­νά­με­ων στὴν πό­λη. Ζών­τας στὴ λα­σπω­μέ­νη καὶ βρο­χε­ρὴ πό­λη τὸ χει­μώ­να, ὁ ταγ­μα­τάρ­χης ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα στὴ Λούθ, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ξα­να­πά­ει μὲ Ἰ­τα­λούς, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­γρα­ψε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες πὼς ἡ δι­κή τους σχέ­ση ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς δε­σμὸς με­τα­ξὺ ἑ­νὸς ἀ­γο­ριοῦ καὶ ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ. Λυ­πό­ταν καὶ ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν πο­λὺ πι­θα­νὸ ἐ­κεῖ­νος νὰ μὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ἀλ­λὰ ἴ­σως κά­ποι­α μέ­ρα τὴ συγ­χω­ροῦ­σε καὶ τῆς ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων, ἐ­νῶ ἐν­τε­λῶς ἀ­να­πάν­τε­χα ἀ­να­με­νό­ταν νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν ἄ­νοι­ξη. Τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­πως πάν­τα, ἀλ­λὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε τώ­ρα πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­δι­κὴ ἀ­γά­πη. Ἤλ­πι­ζε νὰ κά­νει με­γά­λη κα­ρι­έ­ρα καὶ πάν­τα πί­στευ­ε ἀ­πο­λύ­τως σ’ ἐ­κεῖ­νον. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

      Ὁ ταγ­μα­τάρ­χης δὲν τὴν παν­τρεύ­τη­κε τὴν ἄ­νοι­ξη, οὔ­τε κα­μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. Ἡ Λοὺθ δὲν πῆ­ρε πο­τὲ ἀ­πάν­τη­ση στὸ γράμ­μα της στὸ Σι­κά­γο, στὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Λί­γο και­ρὸ με­τὰ ἐ­κεῖ­νος κόλ­λη­σε γο­νόρ­ροι­α ἀ­πὸ μιὰ πω­λή­τρια σὲ πο­λυ­κα­τά­στη­μα, ἐ­νῶ δι­έ­σχι­ζε μὲ τα­ξὶ τὸ Λίν­κολν Πάρκ.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο S­u­d­d­en F­i­c­t­i­on: A­m­e­r­i­c­an S­h­o­rt-S­h­o­rt S­t­o­r­i­es, R­o­b­e­rt S­h­a­p­a­rd & J­a­m­es T­h­o­m­as, e­ds., G­i­b­bs-S­m­i­th P­u­b­l­i­s­h­er, S­a­lt L­a­ke C­i­ty, 1986. * Πρώ­τη δημοσίευση: In Our Time, 1925.

 

Ernest Hemingway (Oak Park, Illinois, 1899-Ketchum, Idaho 1961). Ἀμερικανὸς μυ­θιστοριογράφος, διηγηματογράφος καὶ δημοσιογράφος. Βραβεῖο Νόμπελ γιὰ τὴ λογοτεχνία τὸ 1954.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: