Κ.Γ. Καρυωτάκης: Καλὸς ὑπάλληλος

 

 

 

Κ. Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης

 

Κα­λὸς ὑ­πάλ­λη­λος

 

ΙΝΑΙ ἕ­νας ἀ­γα­θὸς γε­ρον­τά­κος. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νων ὑ­πη­ρε­σί­α, ἔ­χει νὰ δι­α­τρέ­ξει ὅ­λους τοὺς βαθ­μούς. Γρα­φεὺς στὸ πρω­τό­κολ­λο.

       Πάν­τα ἔ­κα­νε τὴ δου­λειά του εὐ­συ­νεί­δη­τα, σχε­δὸν μὲ κέ­φι. Σκυμ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ στὸ παρ­θε­νι­κὸ βι­βλί­ο του, περ­νοῦ­σε τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ ἀν­τέ­γρα­φε τὶς πε­ρι­λή­ψεις. Κά­πο­τε, με­τὰ τὴν κα­τα­χώ­ρι­ση ἑ­νὸς εἰ­σερ­χο­μέ­νου ἢ ἑ­νὸς ἐ­ξερ­χο­μέ­νου, ἐ­τρά­βα­γε μιὰ γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α στή­λη καὶ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἔ­τσι σὰν ἀ­πό­πει­ρα φυ­γῆς. Αὐ­τὴ ἡ οὐ­ρὰ δὲν εἶ­χε θέ­ση ἐ­κει­μέ­σα, ὅ­μως τὴν τρα­βοῦ­σε βι­α­στι­κά, μὲ πεῖ­σμα, θέ­λον­τας νὰ ἐκ­φρά­σει τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔ­σκυ­βε κα­νεὶς πά­νω στὴν ἁ­πλὴ καὶ ἴ­σια γραμ­μού­λα, θὰ διά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κα­λοῦ ὑ­παλ­λή­λου.

      Νέ­ος ἀ­κό­μη, μπαί­νον­τας στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α, ἐ­χαι­ρέ­τη­σε μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο τοὺς συ­να­δέλ­φους του. Ἔ­τυ­χε νὰ κα­θί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­ρέ­κλα. Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Ἦρ­θαν ἄλ­λοι ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­φυ­γαν, ἐ­πέ­θα­ναν. Αὐ­τὸς ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί του τὸν θε­ω­ροῦ­σαν ἀ­πα­ραί­τη­το. Εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ φο­βε­ρή, μοι­ραί­α εἰ­δι­κό­τη­τα.

      Ἐ­λά­χι­στα πρα­κτι­κὸς ἄν­θρω­πος. Τί­μιος, ἰ­δε­ο­λό­γος. Μ’ ὅ­λη τὴ φτω­χι­κή του ἐμ­φά­νι­ση, εἶ­χε ἀ­ξι­ώ­σεις εὐ­πα­τρί­δου. Ἕ­να πρω­ί, ἐ­πει­δὴ ὁ Δι­ευ­θυν­τής του τοῦ μί­λη­σε κά­πως φι­λι­κό­τε­ρα, ἐ­πῆ­ρε θάρ­ρος, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε στὸν ἑ­νι­κό, ἐ­γέ­λα­σε μά­λι­στα ἀ­νοι­χτό­καρ­δα καὶ τὸν χτύ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ὁ κύ­ριος Δι­ευ­θυν­τὴς τό­τε, μ’ ἑ­να πα­γω­μέ­νο βλέμ­μα, τὸν ἐ­κάρ­φω­σε πά­λι στὴ θέ­ση του. Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.

      Τώ­ρα, βγαί­νον­τας κά­θε βρά­δυ ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο, παίρ­νει τὸν πα­ρα­λια­κὸ δρό­μο, βι­α­στι­κὸς-βι­α­στι­κός, γυ­ρί­ζον­τας δαι­μο­νι­σμέ­να τὸ μπα­στού­νι του μὲ τὴν ὡ­ραί­α, νι­κέ­λι­νη λα­βή. Γρά­φει κύ­κλους μέ­σα στὸ ἄ­πει­ρο. Καὶ μέ­σα στοὺς κύ­κλους τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ὅ­ταν πε­ρά­σει τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια, θ’ ἀ­φή­σει πάν­τα νὰ ξε­φύ­γει ψη­λὰ μὲ ὁρ­μὴ τὸ μπα­στού­νι του, ἔ­τσι σὰν ἀ­πό­πει­ρα λυ­τρω­μοῦ.

      Με­τὰ τὸν πε­ρί­πα­το τρυ­πώ­νει σὲ μιὰ τα­βέρ­να. Κά­θε­ται μό­νος, ἀν­τί­κρυ στὰ με­γά­λα, φρε­σκο­βαμ­μέ­να βα­ρέ­λια. Ὅ­λα ἔ­χουν γραμ­μέ­νο πά­νω ἀπ’ τὴν κά­νου­λα, μὲ πα­χιά, μαῦ­ρα γράμ­μα­τα, τ’ ὄ­νο­μά­τους: Πη­νει­ός, Γάγ­γης, Μισ­σισ­σιπ­πής, Τάρ­τα­ρος. Κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κὸς μπρο­στά του. Τὸ τέ­ταρ­το πο­τη­ρά­κι γί­νε­ται πο­τα­μό­πλοι­ο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τα­ξι­δεύ­ει σὲ θαυ­μα­στούς, ἄ­γνω­στους κό­σμους. Ἀ­πὸ τὰ πυ­κνὰ δέν­τρα, πί­θη­κοι σκύ­βουν καὶ τὸν χαι­ρε­τᾶ­νε. Εἶ­ναι εὐ­τυ­χής.

 

 

Πη­γή: Κ.Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης, Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά, Ἐ­πι­μέ­λεια Γι­ῶρ­γος Σαβ­βί­δης, Ἐκδ. «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1975. Πρώ­τη γρα­φή: Ἰ­α­νουά­ριος 1928.

 

Κ.Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης (Τρί­πο­λη 1896-1928). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να. Ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α του: Ὁ Πό­νος τοῦ Ἀν­θρώ­που καὶ τῶν Πραγ­μά­των (1919), Νη­πεν­θῆ (1921), Ἐ­λε­γεῖ­α καὶ Σά­τι­ρες (χ.χ.­).

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: