Κ.Γ. Καρυωτάκης: Καλὸς ὑπάλληλος

 

 

 

Κ. Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης

 

Κα­λὸς ὑ­πάλ­λη­λος

 

ΙΝΑΙ ἕ­νας ἀ­γα­θὸς γε­ρον­τά­κος. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νων ὑ­πη­ρε­σί­α, ἔ­χει νὰ δι­α­τρέ­ξει ὅ­λους τοὺς βαθ­μούς. Γρα­φεὺς στὸ πρω­τό­κολ­λο.

       Πάν­τα ἔ­κα­νε τὴ δου­λειά του εὐ­συ­νεί­δη­τα, σχε­δὸν μὲ κέ­φι. Σκυμ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ στὸ παρ­θε­νι­κὸ βι­βλί­ο του, περ­νοῦ­σε τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ ἀν­τέ­γρα­φε τὶς πε­ρι­λή­ψεις. Κά­πο­τε, με­τὰ τὴν κα­τα­χώ­ρι­ση ἑ­νὸς εἰ­σερ­χο­μέ­νου ἢ ἑ­νὸς ἐ­ξερ­χο­μέ­νου, ἐ­τρά­βα­γε μιὰ γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α στή­λη καὶ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἔ­τσι σὰν ἀ­πό­πει­ρα φυ­γῆς. Αὐ­τὴ ἡ οὐ­ρὰ δὲν εἶ­χε θέ­ση ἐ­κει­μέ­σα, ὅ­μως τὴν τρα­βοῦ­σε βι­α­στι­κά, μὲ πεῖ­σμα, θέ­λον­τας νὰ ἐκ­φρά­σει τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔ­σκυ­βε κα­νεὶς πά­νω στὴν ἁ­πλὴ καὶ ἴ­σια γραμ­μού­λα, θὰ διά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κα­λοῦ ὑ­παλ­λή­λου.

      Νέ­ος ἀ­κό­μη, μπαί­νον­τας στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α, ἐ­χαι­ρέ­τη­σε μὲ συγ­κα­τα­βα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο τοὺς συ­να­δέλ­φους του. Ἔ­τυ­χε νὰ κα­θί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν κα­ρέ­κλα. Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Ἦρ­θαν ἄλ­λοι ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­φυ­γαν, ἐ­πέ­θα­ναν. Αὐ­τὸς ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ. Οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί του τὸν θε­ω­ροῦ­σαν ἀ­πα­ραί­τη­το. Εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ φο­βε­ρή, μοι­ραί­α εἰ­δι­κό­τη­τα.

      Ἐ­λά­χι­στα πρα­κτι­κὸς ἄν­θρω­πος. Τί­μιος, ἰ­δε­ο­λό­γος. Μ’ ὅ­λη τὴ φτω­χι­κή του ἐμ­φά­νι­ση, εἶ­χε ἀ­ξι­ώ­σεις εὐ­πα­τρί­δου. Ἕ­να πρω­ί, ἐ­πει­δὴ ὁ Δι­ευ­θυν­τής του τοῦ μί­λη­σε κά­πως φι­λι­κό­τε­ρα, ἐ­πῆ­ρε θάρ­ρος, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε στὸν ἑ­νι­κό, ἐ­γέ­λα­σε μά­λι­στα ἀ­νοι­χτό­καρ­δα καὶ τὸν χτύ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ὁ κύ­ριος Δι­ευ­θυν­τὴς τό­τε, μ’ ἑ­να πα­γω­μέ­νο βλέμ­μα, τὸν ἐ­κάρ­φω­σε πά­λι στὴ θέ­ση του. Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.

      Τώ­ρα, βγαί­νον­τας κά­θε βρά­δυ ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο, παίρ­νει τὸν πα­ρα­λια­κὸ δρό­μο, βι­α­στι­κὸς-βι­α­στι­κός, γυ­ρί­ζον­τας δαι­μο­νι­σμέ­να τὸ μπα­στού­νι του μὲ τὴν ὡ­ραί­α, νι­κέ­λι­νη λα­βή. Γρά­φει κύ­κλους μέ­σα στὸ ἄ­πει­ρο. Καὶ μέ­σα στοὺς κύ­κλους τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ὅ­ταν πε­ρά­σει τὰ τε­λευ­ταῖ­α σπί­τια, θ’ ἀ­φή­σει πάν­τα νὰ ξε­φύ­γει ψη­λὰ μὲ ὁρ­μὴ τὸ μπα­στού­νι του, ἔ­τσι σὰν ἀ­πό­πει­ρα λυ­τρω­μοῦ.

      Με­τὰ τὸν πε­ρί­πα­το τρυ­πώ­νει σὲ μιὰ τα­βέρ­να. Κά­θε­ται μό­νος, ἀν­τί­κρυ στὰ με­γά­λα, φρε­σκο­βαμ­μέ­να βα­ρέ­λια. Ὅ­λα ἔ­χουν γραμ­μέ­νο πά­νω ἀπ’ τὴν κά­νου­λα, μὲ πα­χιά, μαῦ­ρα γράμ­μα­τα, τ’ ὄ­νο­μά­τους: Πη­νει­ός, Γάγ­γης, Μισ­σισ­σιπ­πής, Τάρ­τα­ρος. Κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κὸς μπρο­στά του. Τὸ τέ­ταρ­το πο­τη­ρά­κι γί­νε­ται πο­τα­μό­πλοι­ο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τα­ξι­δεύ­ει σὲ θαυ­μα­στούς, ἄ­γνω­στους κό­σμους. Ἀ­πὸ τὰ πυ­κνὰ δέν­τρα, πί­θη­κοι σκύ­βουν καὶ τὸν χαι­ρε­τᾶ­νε. Εἶ­ναι εὐ­τυ­χής.

 

 

Πη­γή: Κ.Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης, Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά, Ἐ­πι­μέ­λεια Γι­ῶρ­γος Σαβ­βί­δης, Ἐκδ. «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1975. Πρώ­τη γρα­φή: Ἰ­α­νουά­ριος 1928.

 

Κ.Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης (Τρί­πο­λη 1896-1928). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να. Ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α του: Ὁ Πό­νος τοῦ Ἀν­θρώ­που καὶ τῶν Πραγ­μά­των (1919), Νη­πεν­θῆ (1921), Ἐ­λε­γεῖ­α καὶ Σά­τι­ρες (χ.χ.­).

 

Διαφημίσεις

Régis Jauffret: Μιὰ οἰκογένεια γιὰ τὸ καλοκαίρι

 

 

Ρε­ζὶ Ζω­φρὲ (R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et)

 

Μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι

(Une famille pour l’ été)

  

        — ΕΙΣΤΕ τό­σο μό­νος.

       Δέ­χο­μαι μὲ χα­ρὰ νὰ σᾶς δα­νεί­σω τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι. Δὲν εἶ­στε ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να, ἡ φω­νή σας εἶ­ναι λί­γο πιὸ βα­ριὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου, ὅ­μως ὅ­λος ὁ κό­σμος θὰ συμ­φω­νή­σει νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ πὼς εἶ­στε ἐ­γώ. Τοὺς ἔ­χω μι­λή­σει πο­λὺ γιὰ σᾶς, γνω­ρί­ζουν γιὰ τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ μο­να­χι­κὴ ζω­ή σας, ποὺ σᾶς ὁ­δή­γη­σε πολ­λὲς φο­ρὲς στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Γιὰ τρεῖς μῆ­νες θὰ εἶ­στε ὁ σύ­ζυ­γος τῆς γυ­ναί­κας μου καὶ ὁ πα­τέ­ρας τῶν παι­διῶν μου. Θὰ ὑ­πο­κρί­νον­ται ὅ­τι σᾶς ἀ­γα­ποῦν, ὅ­τι σᾶς σέ­βον­ται, θὰ συ­νη­θί­σουν τὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές σας, ποὺ θὰ ἀ­να­κα­λύ­πτουν τὴ μιὰ με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη. Θὰ σᾶς ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι σπα­νί­ως, ἀ­φοῦ πάν­τα θὰ σᾶς ἔ­χω εἰ­δο­ποι­ή­σει τη­λε­φω­νι­κὰ ἀ­πὸ πρίν. Ξέ­ρω νὰ κρα­τῶ τὴ θέ­ση μου, δι­α­κρι­τι­κὸς σὰν ἐ­ξά­δελ­φος ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρω­τᾶ χα­μη­λό­φω­να ποὺ βρί­σκε­ται ἡ του­α­λέ­τα.

      — Νοί­κια­σα ἤ­δη ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου.

      Θὰ κα­τοι­κή­σω ἐ­κεῖ γιὰ ὅ­σον και­ρὸ ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε τὴ θέ­ση μου ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς μου, κι ἂν τὸ θε­λή­σε­τε, μπο­ρεῖ­τε ἔ­πει­τα νὰ τὸ πά­ρε­τε ἐ­σεῖς, γιὰ νὰ μεί­νε­τε ἐ­κεῖ με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να. Θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νε­τε ἀ­νοι­χτὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς κουρ­τί­νες εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις ὧ­ρες τὸ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο ὥ­στε νὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ πά­ρω μιὰ ἰ­δέ­α τῆς ζω­ῆς ποὺ διά­γω ἐ­δῶ καὶ δέ­κα πέν­τε χρό­νια, ποὺ παί­ζω τὸ ρό­λο σας. Δὲν σᾶς ζη­τῶ νὰ φέ­ρε­τε τὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου μας κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τά σας μὲ τὴν σύ­ζυ­γό μου θὰ μὲ ἐ­ξά­ψουν λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ ἀ­νώ­δυ­νο θέ­α­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.

      Χά­ρη σὲ σᾶς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ δῶ πῶς ἐν­τάσ­σο­μαι μέ­σα σ’ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο πρω­ι­νό, ὅ­ταν ὅ­λος ὁ κό­σμος γε­μί­ζει δη­μη­τρια­κὰ τὶς κοῦ­πες του, καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ὲς ἁρ­πά­ζουν στὴ φρυ­γα­νι­έ­ρα. Θὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὰ βρά­δια νὰ πα­ρε­λαύ­νουν τὰ κα­νά­λια τῆς δο­ρυ­φο­ρι­κῆς, βρί­ζον­τας γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη φαν­τα­σί­ας τοῦ δο­ρυ­φό­ρου καὶ ὅ­λου τοῦ ἡ­λια­κοῦ συ­στή­μα­τος πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά. Θὰ μά­θω ἐ­πι­τέ­λους πῶς μοιά­ζει ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­ταν τὴν ἀγ­κα­λιά­ζω κλεί­νον­τας τὰ μά­τια καὶ τί μοῦ­τρα κά­νουν τὰ παι­διά μου πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου, ὅ­ταν τοὺς ἀρ­νοῦ­μαι νὰ βγοῦν τὸ βρά­δυ καὶ νὰ γυ­ρί­σουν ἀρ­γά.

      — Πάν­το­τε ὀ­νει­ρευ­ό­μου­να νὰ δα­νεί­σω τὴν εὐ­τυ­χί­α μου σὲ κά­ποι­ον ἄλ­λον.

      Θὰ εἶ­στε εὐ­τυ­χὴς στὴν θέ­ση μου. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δε­χό­μα­στε νὰ δα­νεί­ζου­με τὴν ζω­ή μας σὰν αὐ­το­κί­νη­το, χω­ρὶς νὰ σκε­φτό­μα­στε τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ δι­α­τρέ­χει στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ἀ­νί­κα­νου ὁ­δη­γοῦ, ἢ ἑ­νὸς κλέ­φτη ποὺ δὲν θὰ σᾶς τὴν ἐ­πι­τρέ­ψει πο­τὲ καὶ θὰ κρα­τᾶ τοὺς τίτ­λους ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας ὅ­σο νὰ τὴν ξα­να­που­λή­σει. Φυ­σι­κά, εἶ­ναι πι­θα­νὸ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου νὰ δε­θεῖ μα­ζί σας. Τό­τε δὲν θὰ τῆς μεί­νει ἀ­πὸ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μιὰ ἄ­νο­στη ἀ­νά­μνη­ση. Τέ­λος Σε­πτεμ­βρί­ου, θὰ μοῦ ἀρ­νη­θεῖ­τε ἴ­σως τὴν εἴ­σο­δο στὸ σπί­τι. Δὲν θὰ φέ­ρω κα­μιὰ ἀν­τί­στα­ση καὶ θὰ φύ­γω γιὰ νὰ φτιά­ξω τὸ σπι­τι­κό μου σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

 

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­rés d’ a­mοur, C­l­ém­e­n­ce P­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­ts de la v­ie d­es g­e­ns, A­s­i­le d­es f­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Κ. Θεοτόκης: Πίστομα!

 

 

Κ. Θε­ο­τό­κης

 

Πί­στο­μα!

 

ΤΑΝ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­ναρ­χί­α πού­χεν ἀν­τα­ριά­σει τὸν τό­πο δί­νον­τας εἰς ὅ­λα τὰ κα­κὰ στοι­χεῖ­α τὸ ἐ­λεύ­τε­ρο νὰ πρά­ξουν κά­θε λο­γῆς ἀ­νο­μί­α, ἡ τά­ξη εἶ­χε πά­λε στε­ρε­ω­θεῖ κ’ εἶ­χε δο­θεῖ ἀ­μνη­στεί­α στοὺς κα­κούρ­γους, τό­τες ἐ­πέ­στρε­ψαν τοῦ­τοι ἀ­π’ τὰ βου­νὰ κι ἀ­πὸ τὰ ξέ­να στὰ σπί­τια τους, κι ἀ­νά­με­σα στοὺς ἄλ­λους ποὺ ξα­ναρ­χόν­ταν ἐ­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό του κι ὁ Μα­γου­λα­δί­της Ἀν­τώ­νης Κου­κου­λι­ώ­της.

       Ἤ­τουν τό­τες ὣς σα­ράν­τα χρο­νῶν, κον­τός, μαυ­ρι­δε­ρός, μ’ ὄ­μορ­φα πυ­κνὰ σγου­ρὰ γέ­νια καὶ μὲ σγου­ρὰ τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε χά­ρη καὶ τὸ βλέ­μα του ἤ­τουν χα­ϊ­δευ­τι­κὸ καὶ ἥ­με­ρο – ἀγ­κα­λὰ κι ἀν­τί­φεγ­γε μὲ πρά­σι­νες ἀ­να­λαμ­πές· τὸ στό­μα του ὅ­μως ἤ­τουν μι­κρό­τα­το καὶ κον­τό, δί­χως χεί­λια.

      Ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ­τος, πρὶν ἀ­κό­μα ρεμ­πε­λέ­ψει ὁ κό­σμος, εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Κι ὅ­ταν πῆ­ρε τῶν βου­νῶν τὸ δρό­μο, γιὰ τὸν φό­βο τῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἄ­φη­κε τὴ γυ­ναί­κα του μό­νη στὸ σπί­τι, καὶ τού­τη δὲν τοῦ ἐ­στά­θη πι­στή, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λον, νο­μί­ζον­τας ἴ­σως πὼς ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἤ­τουν σκο­τω­μέ­νος ἢ ἀλ­λι­ῶς πε­θα­μέ­νος, εἶ­χε πιά­σει ἔ­ρω­τα, κι ἀ­π’ τὸν ἔ­ρω­τα τοῦ­τον εἶ­χε γεν­νη­θεῖ παι­δί, ποὺ ἄ­ξαι­νεν ὡ­στό­σο χα­ρι­τω­μέ­να καὶ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα περ­σό­τε­ρο ἀ­γα­ποῦ­σε.

      Ἐ­γύ­ρι­ζε λοι­πὸν ὁ λη­στὴς στὸ χω­ριό του τὴν ὥ­ραν ὅ­που βά­φουν τὰ νε­ρά. Κ’ ἐμ­πῆ­κε ξάφ­νου σπί­τι του, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ τὸ προ­σμέ­νει, ἐμ­πῆ­κε σὰ θα­να­τι­κό, ἀ­να­πάν­τε­χα τέ­λεια, κ’ ἐ­κα­τα­τρό­μα­ξεν ἡ ἄ­τυ­χη γυ­ναί­κα, ἐ­τρό­μα­ξε τό­σο, πού, παίρ­νον­τας τὸ ξαν­θό της παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, τό­σφιγ­γε στὰ στή­θια της τρε­μά­με­νη, ἕ­τοι­μη νὰ λι­γο­θυ­μή­σει καὶ χω­ρὶς νὰ δύ­να­ται νὰ προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μιά.

      Ἀλ­λὰ ὁ Κου­κου­λι­ώ­της πι­κρὰ χα­μο­γε­λών­τας τῆς εἶ­πε:

      — Μὴ φο­βᾶ­σαι, γυ­ναί­κα. Δὲ σοῦ κά­νω κα­νέ­να κα­κὸ – ἀγ­κα­λὰ καὶ σοῦ πρέ­πει. Εἶ­ναι τὸ παι­δὶ τοῦ­το δι­κό σου;… Ναί;… Μὰ ὄ­χι δι­κό μου! Μὲ ποι­όν —λέ­γε! —τό­χεις κά­μει;

      Τ’ ἀ­πο­κρί­θη ἐ­κεί­νη λου­χτου­κι­ών­τας:

      — Ἀν­τώ­νη, τί­πο­τε δὲν μπο­ρῶ νὰ σοῦ κρύ­ψω. Τὸ φταῖ­σμα μου εἶ­ναι με­γά­λο. Μὰ, τὸ ξέ­ρω, κ’ ἡ ἐ­γδί­κη­σή σου θά­ναι με­γά­λη· κ’ ε­γὼ, ἀ­δύ­να­το μέ­ρος, καὶ τὸ νή­πιο τοῦ­το, ποὺ ἀ­πὸ τὸ φό­βο τρέ­μει, δὲ δυ­νό­μα­στε νὰ σ’ ἀν­τρει­ε­φτοῦ­με. Κοί­τα πῶς ἡ τρο­μά­ρα μὲ κλο­νί­ζει κα­θὼς σὲ τη­ρῶ. Κά­με ἀ­πὸ μὲ ὅ τι θέ­λεις, μὰ λυ­πή­σου τὸ ἄ­τυ­χο πλά­σμα ποὺ δὲν ἔ­χει προ­στα­σί­α.

      Κα­θὼς ἐ­μι­λοῦ­σεν ἡ γυ­ναί­κα, ἐ­σκο­τεί­νια­ζεν ἡ ὄ­ψη του, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀν­τί­κο­βγε. Ἐ­σι­ώ­πα­σε λί­γο κ’ ἔ­πει­τα τῆς εἶ­πε:

      — Γυ­ναί­κα κα­κή! Δὲ ρω­τῶ τώ­ρα, οὐ­δὲ συμ­βου­λή σου, οὐ­δὲ σὲ λυ­ποῦ­μαι. Τ’ ὄ­νο­μα ἐ­κεί­νου θέ­λω. Ἐ­σὲ δὲ θὰ πει­ρά­ξω. Δὲ μο­λο­γᾶς το; Θὰ τὸ μά­θω· τὸ χω­ριὸ ὅ­λο γνω­ρί­ζει μὲ ποι­ὸν ἐ­ζοῦ­σες. Καὶ τό­τες θὰ θυ­σιά­σω καὶ τοὺς τρεῖς σας, θὰ πλύ­νω τὴ ντρο­πὴ πό­χω λά­βει ἀ­πὸ σᾶς, πλά­σμα­τα ἄ­τι­μα!

      Ἐ­μο­λό­η­σε.

      Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της ἐ­βγῆ­κε ἀ­μέ­σως. Κι ἀ­φοῦ, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὥ­ρα, ξα­ναμ­πῆ­κε στὸ σπί­τι, ἔ­βρη­κε τὴ γυ­ναί­κα του στὸν ἴ­διον τό­πο, ἀ­σά­λε­φτη, μὲ τ’ ἀ­πο­κοι­μι­σμέ­νο τέ­κνο στὴν ἀγ­κά­λη· τὸν ἀ­ναν­τρά­νι­ζε. Μὰ αὐ­τὸς ἐ­ξα­πλώ­θη κα­τα­γῆς καί, σὰ χορ­τά­τος, ἐ­κοι­μή­θη ὕ­πνον βα­θὺν ὣς τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

 

      Τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, ἀ­φοῦ ἐ­ξύ­πνη­σαν, τῆς εἶ­πε:

      — Θὰ πᾶ­με στὰ χτή­μα­τά μας νὰ ἰ­δῶ μὴ καὶ κεῖ­να μού­χουν ἁρ­πά­ξει, κα­θὼς μοῦ­χε πά­ρει καὶ σὲ ὁ σκο­τω­μέ­νος.

      —Τὸν σκό­τω­σες;

 

      Τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην ὁ ἥ­λιος δὲν ἐ­φά­νη στὴν ἀ­να­το­λή, για­τὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἤ­τουν γνέ­φια γε­μά­τος καὶ τὸ φῶς με­τὰ βί­ας ἐ­πλή­θαι­νε.

      Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, βά­νον­τας φτιά­ρι καὶ τσα­πὶ στὸν ὧ­μο, ἐ­δι­ά­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μα­ζὶ μὲ τὸ παι­δί της. Κ’ ἔ­τσι ἐ­βγῆ­καν κ’ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

      Καὶ φτά­νον­τας εἰς τὸ χω­ρά­φι, ποὺ ἤ­τουν πο­λὺ νο­τε­ρὸ ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴν προ­τη­τε­ρι­νὴ βρο­χὴ, ὁ λη­στὴς ἐ­βάλ­θη νὰ σκά­ψει λάκ­κο.

      Δὲν ἐ­πρό­φερ­νε λέ­ξη καὶ τὸ πρό­σω­πό του ἤ­τουν χλο­μό, καὶ ὁ ἱ­δρώς, ποὺ ἔ­βρε­χε τὸ μέ­τω­πό του, ἔ­βγαι­νε κρύ­ος. Τὸ στα­χτὶ φῶς, ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἐ­χρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τὸν τό­πο· τὸ χι­νό­πω­ρο τὴν αὐ­γὴν ἐ­κεί­νην ἔ­λε­γεν ὅ­λη του τὴ θλί­ψη.

      Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ἀ­νή­συ­χη, καὶ τὸ παι­δά­κι ἐ­παι­χνι­δοῦ­σε μὲ τὰ γου­λιὰ καὶ μὲ τὰ χώ­μα­τα ποὺ ἀ­νά­σκα­φτεν ὁ κα­κοῦρ­γος. Κ’ ἐ­φά­νη γιὰ μιὰ στιγ­μὴν ὁ ἥ­λιος κ’ ἐ­χρύ­σω­σε τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ τοῦ νή­πιου, ποὺ ἀγ­γε­λι­κὰ χα­μο­γέ­λα­σε.

      Κι ὡ­στό­σο ὁ λάκ­κος ἤ­τουν ἕ­τοι­μος. Κι ὁ Κου­κου­λι­ώ­της, ἀ­κουμ­πών­τας στὸ φτιά­ρι, εἶ­πε τῆς γυ­ναι­κός του:

      — Βά­λ’ το πί­στο­μα μέ­σα!

 

 

Πη­γή: Ρέ­νου Ἡ­ρα­κλῆ Ἀ­πο­στο­λί­δη, Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας, Το Δι­ή­γη­μα ἀ­πό τὶς ἀρ­χές του στὸν 19ο αἰῶ­να ὣς τὶς μέ­ρες μας, Α’ τό­μος, Τὰ Νέ­α Ἑλ­λη­νι­κά, Ἀ­θῆ­ναι χ.χ. [α΄ δη­μο­σί­ευ­ση περ. Τέ­χνη, 1898-9].

 

Κων­σταν­τί­νος Θε­ο­τό­κης (Κέρ­κυ­ρα, 1872-1923). Πε­ζο­γρά­φος, ἐκ­πρό­σω­πος τῆς ἑ­πτα­νη­σια­κῆς σχο­λῆς, σπού­δα­σε Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κὰ στὴν Σορ­βό­νη καὶ Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α καὶ Φι­λο­σο­φί­α στὸ Μό­να­χο. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴ με­τά­φρα­ση, ὑ­πέρ­μα­χος τοῦ δη­μοτι­κι­σμοῦ καὶ πρω­τερ­γά­της τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ξε­χω­ρί­ζουν τὰ ἔρ­γα του: Ὁ κα­τά­δι­κος, Ἡ τι­μή καὶ τὸ χρῆ­μα.

 

 

Αἴσωπος: Χρεωφειλέτης

 

 

 

Αἴ­σω­πος

  

Χρε­ω­φει­λέ­της

 

ΘΗΝΗΣΙΝ ἀ­νὴρ χρε­ω­φει­λέ­της ἀ­παι­το­ύ­με­νος ὑ­πὸ τοῦ δα­νει­στοῦ τὸ χρέ­ος τὸ μὲν πρῶ­τον πα­ρε­κά­λει ἀ­να­βο­λὴν αὐ­τῷ πα­ρα­σχέ­σθαι ἀ­πο­ρεῖν φά­σκων. Ὡς δ΄ οὐκ ἔ­πει­θε͵ προ­σα­γα­γὼν ἣν μό­νην εἶ­χεν ὗν* πα­ρό­ντος αὐ­τοῦ ἐ­πώ­λει. Ὠ­νη­τοῦ** δὲ προ­σελ­θό­ντος καὶ δι­ε­ρω­τῶν­τος͵ εἰ το­κὰς ἡ ὗς εἴ­η͵ ἐ­κεῖ­νος ἔ­φη μὴ μό­νον αὐ­τὴν τί­κτειν ἀλ­λὰ καὶ πα­ρα­δό­ξως· τοῖς μὲν γὰρ μυ­στη­ρί­οις θή­λε­α ἀ­πο­κύ­ειν͵ τοῖς δὲ Πα­να­θη­να­ί­οις ἄρ­σε­να. Τοῦ δὲ ἐκ­πλα­γέ­ντος πρὸς τὸν λό­γον ὁ δα­νει­στὴς εἶ­πεν· ἀλ­λὰ μὴ θα­ύ­μα­ζε· αὕ­τη γάρ σοι καὶ Δι­ο­νυ­σί­οις ἐ­ρί­φους τέ­ξε­ται.

       Ὁ λό­γος δη­λοῖ͵ ὅ­τι πολ­λοὶ διὰ τὸ ἴ­διον κέρ­δος οὐκ ὀ­κνοῦ­σιν οὐ­δὲ τοῖς ἀ­δυ­νά­τοις ψευ­δο­μαρ­τυ­ρεῖν.

 

* ὗς· γου­ρού­νι. ** ὠ­νη­τής· ἀ­γο­ρα­στής.

 

 

Πη­γή: T­LG [T­h­e­s­a­u­r­us L­i­n­g­u­ae G­r­a­e­c­ae], A­e­s­o­p­us, F­a­b­u­l­ae, «Χρε­ω­φει­λέ­της», 5.1.

 

Αἴ­σω­πος (περ. 620-564 π.Χ.­). Ἀρ­χαῖ­ος μυ­θο­ποι­ός, ἱ­δρυ­τὴς τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους τῆς πα­ρα­βο­λῆς ἢ ἀλ­λη­γο­ρί­ας. Κο­ρυ­φαῖ­ος τῆς δι­δα­κτι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας. Βι­ο­γρα­φί­α του συ­νέ­γρα­ψε τὸν 14ο αἰ. ὁ μο­να­χὸς Μά­ξι­μος Πλα­νού­δης.

 

 Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 05-04-2010).