Ἀργύρης Ἐφταλιώτης: Ὁ Βουβός

 

 

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της

 

Ὁ Βου­βός

 

ΟΝΕ ΘΥΜΟΥΜΑΙ τὸ δύ­στυ­χο. Λι­γνό, ἀ­ψη­λό, καὶ νό­στι­μο παλ­λη­κά­ρι. Ἤ­τα­νε γεν­νη­μέ­νος βου­βός. Πά­ει νὰ πεῖ, ἦ­ταν καὶ κου­φός. Σὰ νὰ μὴ τοῦ ‘φτα­ναν αὐ­τὰ τὰ ψε­γά­δια, εἶ­χε μεί­νει κι ὀρ­φα­νὸς ἀ­πὸ πέν­τε χρο­νῶ. Μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν πῆ­ρε καὶ τὸν ἀ­νά­θρε­ψε. Δη­λα­δὴ τὸν ἔ­μα­θε νὰ κου­βα­λεῖ νε­ρό, νὰ ψου­νί­ζει καὶ νὰ κου­νεῖ τὸ μω­ρό, σὰ δὲν εἶ­χε ἄλ­λη δου­λειά.

         Μα­ζὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ μω­ρὸ με­γά­λω­σε κι ὁ Βου­βός· μὰ τὸ μω­ρὸ σὰ με­γά­λω­σε, φο­ροῦ­σε κον­τού­τσι­κα φου­στα­νά­κια. Ἦ­ταν κο­ρί­τσι τὸ μω­ρὸ ποὺ κου­νοῦ­σε ὁ Βου­βός.

        Σὰν ἀ­δέλ­φια κα­τάν­τη­σαν. Καὶ σὰν ἀ­δέλ­φια με­γά­λω­ναν. Ἡ μι­κρού­λα ἦ­ταν ἡ μό­νη ποὺ δὲν τὸν πεί­ρα­ζε. Ὣς κι ἡ μά­να τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε, μ’ ὅ­λη της τὴν κα­λὴ καρ­διά. Στὰ χω­ριὰ τὸ πε­ρι­γέ­λιο νὰ λεί­ψει δὲ γί­νε­ται. Σκά­νουν, καὶ πη­γαί­νου­νε στὸ κα­λό, ἂ δὲν πε­ρι­γε­λά­σουν ἕ­να βου­βό. Καὶ στὴν ἀ­νάγ­κη, ἂς μὴν εἶ­ναι καὶ βου­βός.

        Τό­νε θυ­μοῦ­μαι ὣς δε­κα­πέν­τε χρο­νῶ, καὶ τὴ μι­κρού­λα ὣς δέ­κα. Τοὺς θυ­μοῦ­μαι σὰν πή­γαι­ναν τὸ βρά­δυ στὴ βρύ­ση μα­ζί. Κά­ποι­ος τοῦ ‘ρι­χτε τοῦ βου­βοῦ ἕ­να πε­τρα­δά­κι, ἢ καὶ πε­πο­νό­φλου­δο. Δὲν τὸ λη­σμο­νῶ τὸ πρό­σω­πό του τὸ πι­κρα­μέ­νο καὶ τὸ λυ­πη­τε­ρό, κα­θὼς γύ­ρι­ζε κι ἔ­βλε­πε τὴ μι­κρή, σὰ νὰ τῆς ἔ­λε­γε: «Βλέ­πεις, τί θὰ πεῖ νὰ εἶ­σαι βου­βός;» Ἡ μι­κρὴ τό­τες κοί­τα­ζε γύ­ρω, μὲ μά­τια ποὺ τι­νά­ζα­νε σπί­θες. Ἀ­λὶ στὸν ἂν τὸν ἔ­παιρ­νε τὸ μά­τι της τὸ θε­ομ­παί­χτη, ποὺ πέ­τα­ξε τὸ πε­τρα­δά­κι ἢ τὸ φλού­δι ἀ­πά­νω στὸ σύν­τρο­φό της.

        Τό­τε θυ­μοῦ­μαι καὶ στὸ πα­νη­γύ­ρι τὸ δύ­στυ­χο τὸ Βου­βό. Ἤ­τα­νε με­γα­λύ­τε­ρος τώ­ρα. Σω­στὸ παλ­λη­κά­ρι. Πά­λι μὲ τὴν κό­ρη καὶ μὲ τὴ μά­να της τὴ γριά. Σω­στὴ κο­πέ­λα κι ἡ κό­ρη τώ­ρα. Ὄ­χι πο­λὺ ὄ­μορ­φη, μὰ νό­στι­μη, νό­στι­μη κι ἀ­φρά­τη σὰ μῆ­λο μα­γι­ά­τι­κο. Τὴ θυ­μοῦ­μαι σὰ χό­ρευ­ε μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες γει­τό­νισ­σες. Ὁ Βου­βὸς —ὅ­λη του ἡ ἀ­κο­ὴ ὅ­λη του ἡ μι­λιὰ ἤ­τα­νε μα­ζε­μέ­νη στὰ ζω­η­ρὰ μά­τια του, καὶ στὰ πρό­σχα­ρα χεί­λη του— δὲ χόρ­ται­νε νὰ τὴν κα­μα­ρώ­νει, καὶ νὰ τῆς δί­νει θάρ­ρος μὲ τὰ χα­δευ­τι­κά του γνε­ψί­μα­τα. Δός του καὶ χό­ρευ­ε ἡ κο­πέ­λα, δός του καὶ λα­φρο­πη­δοῦ­σε ὁ ἀ­νοι­χτό­καρ­δος ὁ Βου­βός.

        Ἄχ, τό­νε θυ­μοῦ­μαι καὶ στὴ στερ­νὴ φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα! Περ­πα­τοῦ­σα μιὰ βρα­διὰ μο­να­χός μου στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Πῆ­γα ὣς τὸν κά­βο, στά­θη­κα σ’ ἕ­να βρά­χο, καὶ κοί­τα­ζα τὰ ἥ­συ­χα καὶ βα­θιὰ νε­ρά. Στὸ πλά­γι μου ἤ­τα­νε μιὰν ἄλ­λη πέ­τρα, πιὸ μέ­σα κα­τὰ τὴ θά­λασ­σα. Καὶ δί­πλα στὴν πέ­τρα, ἀ­πὸ τὸ δι­κό μου μέ­ρος, ἔ­πλε­ε κά­τι, ποὺ δὲν ἄρ­γη­σα νὰ κα­τα­λά­βω τὶ ἦ­ταν. Ἔ­πλε­ε ἥ­συ­χα καὶ βα­ριά, καὶ κά­θε λί­γο τὸ χτυ­ποῦ­σε κι ἕ­να κύ­μα στὴν πέ­τρα. Πά­ω κον­τύ­τε­ρα, δὲν εἶ­χα λά­θος. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, κι ἦ­ταν ὁ δύ­στυ­χος ὁ Βου­βός!

        Ἴ­σα ἴ­σα ὅ­τι στε­φα­νώ­θη­κε ἡ μι­κρού­λα!

 

 

Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Ἡ μαζώχτρα κι ἄλλες ἱστορίες * Ὁ βουρ­κό­λα­κας, Εἰδικὴ ἔκδοση γιὰ τὴν ἐφημερίδα τὸ «Βῆμα», Ἀθήνα, 2009 [α΄ ἔκδοση 1900].

 

Ἐφταλιώτης Ἀργύρης (Μόλυβος Μυτιλήνης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλλίας 1923). Ποιητὴς καὶ πεζογράφος. Πρῶτο του βιβλίο: Νησιώτικες ἱστορίες (1894, διηγήματα).

 

Διαφημίσεις

Μάκης Πανώριος: Ὁ ἱππότης

 

 

Μά­κης Πα­νώ­ριος

 

Ὁ ἱππότης

 

ΡΕΧΕΙ ἀ­π’ τὸ πρω­ΐ. Τώ­ρα ἔ­χει νυ­χτώ­σει. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι σι­ω­πη­λό. Ἀλ­λὰ κά­που στὰ πί­σω δω­μά­τια νο­μί­ζω πὼς ἀ­κού­ω ἕ­ναν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο θό­ρυ­βο. Ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο ἦ­χο. Σὰν κά­τι νὰ σέρ­νε­ται. Σὰν κά­ποι­ος νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τρω­κτι­κὰ ποὺ ρο­κα­νί­ζουν ἐν­δε­χο­μέ­νως; Ἢ κά­τι ἄλ­λο; Κι ἔρ­χε­ται ὄν­τως ἀ­πὸ τὰ πί­σω δω­μά­τια; Ἢ ἀ­π’­τὸ ὑ­πό­γει­ο ἢ ἀ­π’ τὴν ἀ­πο­θή­κη; Μή­πως κά­ποι­ος ἔ­χει μπεῖ στὸ σπί­τι; Πό­τε, ὅ­μως; Δὲν βγῆ­κα ἔ­ξω οὔ­τε στιγ­μή, οὔ­τε ἄ­φη­σα κα­μιὰ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Ἀ­φουγ­κρά­ζο­μαι. Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι κα­νείς. Εἶ­μαι μό­νο ἐ­γὼ καὶ κα­νέ­νας ἄλ­λος. Κα­νέ­νας δὲν μπαί­νει στὸ σπί­τι μου. Δὲν δέ­χο­μαι πο­τὲ ἐ­πι­σκέ­ψεις. Δὲν θέ­λω ξέ­νους, οὔ­τε κὰν φί­λους. Θέ­λω τὴν ἡ­συ­χί­α μου. Νὰ μπο­ρῶ νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι. Χω­ρὶς ἀ­νε­πι­θύ­μη­τες εἰ­σβο­λές. Ἐλ­πί­ζω πὼς ἔ­γι­να κα­τα­νο­η­τός.

         Ἐλ­πί­ζω. Ἀλ­λὰ γιὰ λί­γο πα­ρα­μέ­νω ἀ­κί­νη­τος. Νὰ ἠ­ρε­μή­σω. Λοι­πόν, ἠ­ρέ­μη­σα. Καὶ τὸ σπί­τι βου­βά­θη­κε. Ἡ­συ­χί­α. Ἐκ­κω­φαν­τι­κή, ὅ­πως λέ­νε. Ἀλ­λὰ ὅ,τι πρέ­πει γιὰ μέ­να. Ἀρ­χί­ζω τὴν ἐρ­γα­σία μου.

 

        Ὁ μο­να­χι­κὸς κα­βα­λά­ρης δι­α­σχί­ζει τὴν ἔ­ρη­μη κοι­λά­δα ἀρ­γά, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο, βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νό, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νες ὁ­μί­χλες. Ἐ­πι­στρέ­φει στὸν πύρ­γο του ποὺ ἀ­χνο­φαί­νε­ται στὸ βά­θος πά­νω σ’ ἕ­να βρα­χῶ­δες ὕ­ψω­μα. Δὲν ξέ­ρει ὅ­μως ὅ­τι ἐ­κεῖ δὲν τὸν πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς πλέ­ον. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φαν­τά­σμα­τα τῶν ἀρ­χαί­ων προ­γό­νων του.

 

        Ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ρῶ νὰ κά­νω τί­πο­τε. Ἀ­πο­λύ­τως. Πρέ­πει νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σει μό­νος του.

 

        Ὀ­νο­μά­ζε­ται Νι­κη­φό­ρος. Καὶ τώ­ρα…

 

        Μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι κά­ποι­ος εἶ­ναι τε­λι­κὰ μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἀ­κού­ω βή­μα­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἢ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­κού­ω; Ἢ μή­πως νο­μί­ζω πὼς ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τα τοῦ ἀ­λό­γου τοῦ Νι­κη­φό­ρου στὴν πλα­κό­στρω­τη αὐ­λὴ τοῦ πύρ­γου του; Λοι­πόν, στά­ση ἐρ­γα­σί­ας γιὰ ν’ ἀ­κού­σω. Νὰ βε­βαι­ω­θῶ. Κα­νείς. Οὔ­τε στὸ σπί­τι. Οὔ­τε στὸν πύρ­γο.

 

        …τρα­βά­ει τὰ χα­λι­νά­ρια τοῦ ἀ­λό­γου καὶ τὸ κου­ρα­σμέ­νο ζῶ­ο στα­μα­τᾶ φρου­μά­ζον­τας. Ὁ Νι­κη­φό­ρος ξε­πε­ζεύ­ει. Δὲν τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται κα­νεὶς κι αὐ­τὸ τὸν προ­βλη­μα­τί­ζει. Θέ­λει νὰ φω­νά­ξει ἀλ­λὰ δὲν τὸ κά­νει. Δι­στά­ζει. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα φο­βᾶ­ται. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λει νὰ τὸ πα­ρα­δε­χτεῖ. Φο­βᾶ­ται αὐ­τὸ ποὺ ἐκ­πέμ­πε­ται ἀ­πὸ τὸν πύρ­γο. Κι ἔ­τσι δι­στά­ζει νὰ προ­χω­ρή­σει. Οἱ στιγ­μὲς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὸν νε­κρὸ ἑ­αυ­τό τους. Ἡ σι­ω­πὴ ὁ­λό­γυ­ρα ὡ­σὰν κραυ­γή. Ὁ Νι­κη­φό­ρος ση­κώ­νει τὰ μά­τια καὶ κοι­τά­ζει ψη­λὰ στὰ τεί­χη. Μαῦ­ρα που­λιὰ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­να στὶς πο­λε­μί­στρες καὶ τὸν πα­ρα­τη­ροῦν. Στὴν αὐ­λὴ σκου­πί­δια. Ἕ­νας μι­κρὸς κρύ­ος ἀ­γέ­ρας μπαί­νει ἀ­πὸ τὴν γκρε­μι­σμέ­νη πύ­λη καὶ τοῦ ἐ­πι­τί­θε­ται. Ἀ­να­τρι­χιά­ζει. Ὁ μι­κρὸς ἀ­γέ­ρας τρι­γυ­ρί­ζει στὴν αὐ­λή, πα­ρα­σέρ­νει τὰ ξε­ρὰ χορ­τά­ρια καὶ φεύ­γει ψη­λά. Τὰ που­λιὰ ἀ­να­φου­φου­λιά­ζουν ξαφ­νι­α­σμέ­να ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νουν στὶς θέ­σεις τους. Ὁ Νι­κη­φό­ρος ἔ­χει πλέ­ον πει­στεῖ γι’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει συμ­βεῖ. Ὀ­φεί­λει ἁ­πλῶς νὰ τὸ ἀ­πο­δε­χτεῖ. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἀλ­λι­ῶς. Ὁ­δη­γεῖ τὸ ἄ­λο­γο πέ­ρα στὸ στά­βλο, τὸ δέ­νει στὸ πα­χνί του καὶ βγαί­νει ἔ­ξω. Στέ­κε­ται καὶ πά­λι γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν δι­α­πι­στω­μέ­νη ἥτ­τα του. Κι ὕ­στε­ρα ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Πρέ­πει νὰ πά­ει στὰ πά­νω δω­μά­τια. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν πε­ρι­μέ­νει τὸ πε­πρω­μέ­νο του. Πού κά­ποι­ος ἄλ­λος τὸ ἔ­χει προ­α­πο­φα­σί­σει. Ἐ­ρή­μην του. Ὅ­ταν φτά­νει στὸ πλα­τύ­σκα­λο ἀν­τι­κρί­ζει ἕ­να νε­κρὸ σκυ­λί. Εἶ­ναι ὁ Μαῦ­ρος. Ὁ σύν­τρο­φος τῆς Μάρ­θας. Τώ­ρα πλέ­ον δὲν ἔ­χει πιὰ κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τὶ τὸν πε­ρι­μέ­νει. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἀλ­λιῶς. Πρέ­πει νὰ μπεῖ μέ­σα. Νὰ δεῖ. Καὶ ξε­κι­νά­ει. Βα­δί­ζει. Ἀ­κού­ει μό­νο τὰ μοι­ραῖ­α βή­μα­τά του. «Μάρ­θα», ψι­θυ­ρί­ζει. Ἀλ­λὰ τοῦ ἀ­παν­τᾶ μό­νο ἡ σι­ω­πὴ τοῦ θα­νά­του.

 

        Λοι­πόν, ὄ­χι, δὲν κά­νω λά­θος. Ἀ­κού­ω βή­μα­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Κά­ποι­ος ἔ­χει μπεῖ στὸ σπί­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὸ δι­ά­δρο­μο. Πλη­σιά­ζει στὸ γρα­φεῖ­ο μου. Τώ­ρα ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Ἀλ­λὰ δὲν ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα. Δὲν μπαί­νει μέ­σα. Ἢ δι­στά­ζει, ἢ δὲν εἶ­ναι κα­νεὶς τε­λι­κά. Πε­ρι­μέ­νω. Πι­θα­νῶς νὰ εἶ­ναι ἐν τέ­λει ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή μου συγ­κά­τοι­κος· καὶ πολ­λὲς φο­ρές, ὅ­πως τώ­ρα ἐν­δε­χο­μέ­νως, τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ δη­λώ­νει τὴν πα­ρου­σί­α της. Ἐν­τά­ξει, σ’ ἄ­κου­σα. Ἄ­σε μὲ τώ­ρα νὰ ἐρ­γα­στῶ.

 

        Ὁ Νι­κη­φό­ρος ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ράς του, ἀλ­λὰ βρί­σκε­ται μέ­σα στὸ κε­νο­τά­φιο. Καὶ ἡ Μάρ­θα ἀ­να­παύ­ε­ται στὸ φέ­ρε­τρό της. Πλη­σιά­ζει καὶ τὴν κοι­τά­ζει. Πό­σο ξέ­νη εἶ­ναι πλέ­ον. Μὲ ἕ­ναν παι­δι­κὸ τρό­μο ὁ Νι­κη­φό­ρος ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται. Βγαί­νει ἔ­ξω. Προ­χω­ρᾶ στὸ δι­ά­δρο­μο. Στέ­κε­ται μιὰ στιγ­μὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Τέ­λος τὴν ἀ­νοί­γει καὶ μπαί­νει μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ποὺ κά­θε­ται στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ γρά­φει, ἀ­φή­νει κά­τω τὴν πέ­να του καὶ ση­κώ­νε­ται.

 

        Ἐ­σύ, λέ­ει. Ναί, ἐ­γώ, ἀ­παν­τᾶ ὁ ἱπ­πό­της. Ποὺ ἐ­πι­στρέ­φω στὸν ἔ­ρη­μο πύρ­γο μου. Γιὰ νὰ βρῶ τὴν γυ­ναί­κα μου νε­κρή. Ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­στρο­φή, εὐ­θύ­νε­σαι ἐ­σύ, γρα­φιά. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι μᾶς δη­μι­ούρ­γη­σες. Εἴ­δω­λα τῆς προ­σω­πι­κῆς ἐ­ρη­μιᾶς σου. Εἶ­σαι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τος. Τί θὰ κά­νεις τώ­ρα; Θὰ μὲ δο­λο­φο­νή­σεις κι ἐ­μέ­να; Δὲν μπο­ρεῖς. Για­τί φεύ­γω. Ἐ­σὺ μεῖ­νε μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα γρα­φτά σου. Καὶ στὴν αἰ­ώ­νια δυ­στυ­χί­α σου. Κι ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα βγαί­νει ἔ­ξω. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὸν πα­ρα­κο­λου­θεῖ νὰ χά­νε­ται ἀρ­γὰ μέ­σα στὴ νύ­χτα. Καὶ στὴ βρο­χή.           

                                                  

        Δεκέμβριος 2009          

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μά­κης Πα­νώ­ριος (Κε­φαλ­λο­νιά, 1935). Πε­ζο­γρά­φος, κρι­τι­κὸς βι­βλί­ου καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ στὴ Σχο­λὴ A­BC καὶ θέ­α­τρο στὴ Σχο­λὴ Θε­ά­τρου τοῦ Πέ­λου Κα­τσέ­λη. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἡ κα­τά­κτη­ση, 1970, (μυ­θι­στό­τη­μα).

 

Σταῦρος Δάλκος: Ἡ χρονομηχανή

 

 

Σταῦρος Δάλκος

 

Ἡ χρονομηχανή

 

­ΖΗ­ΣΕ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ, στὸ μα­κρι­νὸ τὸ μέλ­λον, ἕ­νας τρε­λὸς ἐ­πι­στή­μο­νας, ποὺ στό­χο τῆς ζω­ῆς του εἶ­χε βά­λει νὰ ἐ­φεύ­ρει κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­σύλ­λη­πτο. Μιὰ χρο­νο­μη­χα­νή.

        Τε­λεί­ω­σε τὶς σπου­δές του στὰ 25 του καὶ ἀ­μέ­σως βάλ­θη­κε νὰ κά­νει τὸ ὄ­νει­ρό του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Νοί­κια­σε ἕ­να ὑ­πό­γειο, ἐ­ξα­σφά­λι­σε τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­πι­χο­ρη­γή­σεις, ἀ­γό­ρα­σε τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ὑ­λι­κὰ καὶ στρώ­θη­κε στὴ δου­λειά. Δι­ά­βα­σε τό­νους σκο­νι­σμέ­να βι­βλί­α, ἔ­κα­νε ἄ­πει­ρους ὑ­πο­λο­γι­σμούς, ἤ­πι­ε 38.506 ντε­πόν, 49.275 κα­φέ­δες, πα­ρήγ­γει­λε 31.503 με­ρί­δες ἕ­τοι­μα φα­γη­τά, κά­πνι­σε 328.504 τσι­γά­ρα καὶ γε­νι­κὰ ἔ­ζη­σε μιὰ ζω­ὴ μα­κριὰ ἀ­πὸ φί­λους, γυ­ναῖ­κες, συγ­γε­νεῖς καὶ ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἱ­κα­νὸ νὰ τὸν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του.

         Σὲ ἡ­λι­κί­α 70 χρο­νῶν, τὰ κα­τά­φε­ρε. Βί­δω­σε τὴν τε­λευ­ταί­α βί­δα πά­νω στὸ σι­δε­ρέ­νιο δη­μι­ούρ­γη­μά του καὶ στά­θη­κε λί­γο νὰ τὸ θαυ­μά­σει. Ἔ­πει­τα ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κε, ἔ­πλυ­νε τὰ δόν­τια του, φό­ρε­σε τὸ κα­λό του κου­στού­μι, ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε τὸν σκύ­λο του, μπῆ­κε στὴ χρο­νο­μη­χα­νὴ καὶ πά­τη­σε ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο κουμ­πί.

        Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη βρι­σκό­ταν στὸ ἴ­διο σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο, μὲ τὸν χρό­νο νὰ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει 45 χρό­νια πί­σω. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς καὶ κα­τέ­βη­κε, κά­νον­τας ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς βῆ­μα, σὰν νὰ πα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ σε­λή­νη. Ἀ­πὸ μιὰ γω­νιὰ τοῦ δω­μα­τί­ου, ὁ 25χρονος ἑ­αυ­τός του τὸν κοί­τα­ζε γε­μά­τος ἔκ­πλη­ξη.

        Ὁ 70χρονος γέ­ρος πλη­σί­α­σε τὸν νε­α­ρὸ μὲ ἕ­να με­γά­λο χα­μό­γε­λο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς, τὸν αγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε: «Τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἄ­σ’ τα τώ­ρα ὅ­λα αὐ­τά. Κοί­τα νὰ βρεῖς κα­μιὰ κο­πέ­λα, νὰ κά­νεις οἰ­κο­γέ­νεια, μὴ μεί­νεις κι ἐ­σὺ μό­νος σου στὴ ζω­ή.»

        Ὑ­στε­ρα τὸν φί­λη­σε στορ­γι­κὰ στὸ μέ­τω­πο, ξά­πλω­σε σὲ μιὰ με­γά­λη κα­φὲ πο­λυ­θρό­να καὶ κοι­μή­θη­κε.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Σταῦ­ρος Δάλ­κος (Ἀθήνα, 1982). Σπού­δα­σε Ἱστορί­α καὶ Ἀρχαιο­λογί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀθηνῶν καὶ ἀσχο­λεῖται μὲ τὴ μου­σική. Ζεῖ καὶ ἐργάζε­ται στὴν Ἀθή­να.

 

Gaetano Neri: Ξέχασα τὴ γιαγιά

 

 

Γκα­ε­τά­νο Νέ­ρι (G­a­e­t­a­no N­e­ri)

 

Ξέ­χα­σα τὴ για­γιὰ

(D­i­m­e­n­t­i­c­a­r­si d­e­l­la n­o­n­na)

 

«H ΓΙΑΓΙΑ. Ἀ­μάν, ξέ­χα­σα τὴ για­γιά!» φώ­να­ξε ὁ Καρ­λί­νο καὶ ἀ­να­ση­κώ­θη­κε στὸ κρε­βά­τι. Τὸν δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να ρί­γος, με­τὰ ζε­στά­θη­κε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ἱ­δρώ­νει. Ἀ­πὸ ντρο­πή. Νά τὶ τὸν βα­σά­νι­ζε, σκέ­φτη­κε κοι­τών­τας τὴ σύ­ζυ­γό του ποὺ κοι­μό­ταν. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι κά­τι πα­ρέ­λει­ψα. Τρέ­χα ἀ­πὸ δῶ, τρέ­χα ἀ­πὸ κεῖ, τοῦ κά­κου ὅ­μως, εἶ­μαι πο­λὺ δι­αι­σθη­τι­κός, ἢ μᾶλ­λον εὐ­αί­σθη­τος, ὅ­πως σκα­τὰ τὸ λέ­νε. Κα­η­μέ­νη γι­α­γιά­κα.

         Ἄλ­λο­τε ἐρ­χό­ταν νὰ τὸν δεῖ, ντρο­πα­λή, ἀ­πὸ φό­βο μή­πως ἐ­νο­χλή­σει. Γειά σου, γι­α­γιά­κα, τί κά­νεις; Οἱ συ­νη­θι­σμέ­νες τυ­πι­κὲς φρά­σεις, με­τὰ ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­ζε νὰ δι­α­βά­ζει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα του, ἐ­νῶ κά­θε τό­σο δι­έ­κο­πτε τὶς δι­κές της πα­λι­ὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ κα­να­ρί­νια, γά­τες καὶ ρευ­μα­τι­σμοὺς μὲ κά­τι βα­ρι­ε­στη­μέ­να «Ἄ, ναί;­». Ἡ Ρομ­πέρ­τα, ἡ σύ­ζυ­γος, φυ­σι­κὰ οὔ­τε ποὺ τὴν κοί­τα­ζε. Με­τὰ ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ ὁ Καρ­λί­νο ἔ­λε­γε: «Λοι­πόν, για­γιά, τώ­ρα πρέ­πει νὰ φύ­γω, μὲ πε­ρι­μέ­νει ἡ δου­λειά, ξέ­ρεις.­.­.» Ἐ­κεί­νη ση­κω­νό­ταν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να καὶ κα­τέ­βαι­νε μα­ζί του τὶς σκά­λες, για­τὶ οὔ­τε λό­γος νὰ μεί­νει μὲ τὴ Ρομ­πέρ­τα. Τὴν ἔ­βα­ζε στὸ τρὰμ καὶ ἔ­τρε­χε νὰ χω­θεῖ —ὁ ἄ­θλιος— στὸ μπὰρ καὶ νὰ χα­ρα­μί­σει τὸ χρό­νο του μι­λών­τας γιὰ ἀ­θλη­τι­κά.

        Κι ἔ­τσι ἡ για­γιὰ δὲν ξα­να­ῆρ­θε. Ἐ­κεῖ­νος πῆ­γε κά­ποι­ες φο­ρὲς νὰ τὴ βρεῖ, ἀλ­λὰ ἀν­τὶ νὰ τῆς μι­λή­σει καὶ νὰ ἀ­κού­σει τὰ βά­σα­νά της, τρι­γύ­ρι­ζε στὰ πα­λιὰ δω­μά­τια ψά­χνον­τας στὰ ἔ­πι­πλα καὶ στοὺς τοί­χους γιὰ ἀ­να­μνή­σεις. «Δὲν ἔρ­χε­σαι πο­τὲ νὰ μὲ δεῖς.» «Ξέ­ρεις, για­γιά, ἔ­χω δου­λειά.» Ναί, ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἱ­στο­ρί­α, νὰ βγά­λει ὅ­λο καὶ πιὸ πολ­λὰ λε­φτὰ γιὰ τὴ Ρομ­πέρ­τα, ποὺ δὲν εἶ­ναι πο­τὲ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη. Ἔ­τσι ὁ και­ρὸς πέ­ρα­σε καὶ ξέ­χα­σα τὴ για­γιά. Λὲς καὶ εἶ­χε πε­θά­νει.

        Ὁ Καρ­λί­νο ἔ­τρι­ψε δυ­να­τὰ τὰ μά­τια του. Εἶ­χε πε­θά­νει; Μὰ φυ­σι­κὰ καὶ εἶ­χε πε­θά­νει, πᾶ­νε του­λά­χι­στον δέ­κα χρό­νια τώ­ρα. Ἀ­να­στε­νά­ζον­τας ἀ­πὸ ἀ­να­κού­φι­ση ξα­νά­βα­λε τὸ κε­φά­λι του στὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ρο­χα­λί­ζει.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο D­i­m­e­n­t­i­c­a­r­si d­e­l­la n­o­n­na, M­a­r­c­os y M­a­r­c­os, Μι­λά­νο, 1990.

 

G­a­e­a­t­a­no N­e­ri (Μι­λά­νο, 1929). Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πέν­τε συλ­λο­γὲς μὲ δι­η­γή­μα­τα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ἀγ­γε­λι­κὴ Λιά­πη (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Μου­σι­κο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πα­βί­ας. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα με­τά­φρα­σης ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ στὸ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ.

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Σὰν σήμερα

 

 

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης

 

Σὰν σή­με­ρα

  

ΤΥΠΗΣΕ τὴν πόρ­τα μὲ τὸν πα­λιὸ συν­θη­μα­τι­κὸ τρό­πο. Ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε.

— Τί ἦρ­θες ἐ­δῶ, δὲν ξέ­ρεις πὼς ἔ­χω παι­δί, εἶ­πε. Κοί­τα­ξε δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, ψυ­χή, κι ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα.

        Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο μέ­σα με­τέ­δι­δε ἐμ­βα­τή­ρια.

        Τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο στὸν τοῖ­χο, μὲ τὴν πα­λιὰ ξυ­λο­γρα­φί­α τοῦ Τά­σου, ἔ­γρα­φε: Πα­ρα­σκευ­ή, 21 Ἀ­πρι­λί­ου 1967.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Χρί­στος Ρου­με­λι­ω­τά­κης (Ἀργυ­ρού­πο­λη Ρε­θύ­μνου, 1938). Ποι­η­τής. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ ἐργά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Κλει­στὴ θά­λασ­σα (1979, ποί­η­ση). 

 

 Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-04-2010).

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ὁ ἄλλος ληστής

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ὁ ἄλ­λος λη­στής

 

ΛΑ ΗΤΑΝΕ χει­ρο­πια­στά. Τί νὰ κρυ­βό­μα­στε πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­χτυ­λό μας. Δύ­ο καὶ δύ­ο ἔ­κα­ναν πάν­τα τέσ­σε­ρα. Ἔ­κα­μες, ἔ­λα­βες. Τὸν ἔ­βλε­πα μπρο­στά μου κρε­μα­σμέ­νο στὸ σταυ­ρό, μὲ τὶς σάρ­κες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὸ βά­ρος τοῦ σώ­μα­τος. Ἴ­διος κι αὐ­τὸς σὰν κι ἐ­μᾶς, μά­λι­στα πιὸ ντε­λι­κά­τος, πιὸ ἀ­δύ­να­μος, γι’ αὐ­τὸ καὶ πιὸ λι­γό­ζω­ος, μὲ πιὸ σί­γου­ρο τὸ θά­να­τό του. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χου­νε τὰ λό­για ποὺ γεν­νᾶ ὁ φό­βος ἢ ἡ μά­ται­α ἐλ­πί­δα; Τε­χνά­σμα­τα, σκι­ές, φαν­τα­σί­ες ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο. Πα­ρά­δει­σος καὶ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν… Ποι­ῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­ταν ἡ σάρ­κα σου πο­νεῖ ἀ­φό­ρη­τα κι ἡ ἀ­να­πνο­ὴ ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ γί­νε­ται δύ­σκο­λη. Ἡ μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ν’ ὁ θά­να­τος. Μπο­ρεῖς νὰ ξε­φύ­γεις ἀ­πὸ τοῦ­το τὸ ξύ­λο; Ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὶς πλη­γές; Ἐ­δῶ σὲ θέ­λω. Δὲ μπο­ρεῖς. Κα­νεὶς δὲ μπο­ρεῖ.

         Κοί­τα­ξε, ὁ ἄλ­λος πα­ρα­λό­ι­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὸ φό­βο. Γαν­τζώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ὀ­νει­ρο­φαν­τα­σιά του. Βλέ­πει κι­ό­λας ἄλ­λους κό­σμους κι ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ξύ­πνιος μιὰ δεύ­τε­ρη ζω­ή. Μὰ ’­γὼ εἶ­χα πάν­τα ὁ­δη­γό μου τοῦ­το τὸ ξά­στε­ρο μυα­λὸ ποὺ οὔ­τε τού­τη τὴ στιγ­μὴ δὲ μ’ ἀ­παρ­νι­έ­ται. Βλέ­πω κα­θα­ρά. Βλέ­πω ἕ­να λάκ­κο μέ­σα στὸ χῶ­μα καὶ τὰ σκου­λή­κια νὰ μερ­μη­δί­ζου­νε ἀ­νυ­πό­μο­να. Βλέ­πω μαῦ­ρο κι ἄ­πα­το βά­ρα­θρο τὸ Τί­πο­τα.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ. 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Grant Fuhst.

 

Ricardo Piglia: Άπόψεις γιὰ τὸ διήγημα

 

Μιὰ ὁρατὴ ἱστορία κρύβει μιὰ κρυφὴ ἱστορία, εἰπωμένη μὲ ἕνα τρόπο ἐλλειπτικὸ καὶ θραυσματικό.

  

Ρι­κάρ­δο Πί­γλια (R­i­c­a­r­do P­i­g­l­ia)

  

Ἀ­πό­ψεις γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα (1)

(T­e­s­is s­o­b­re el c­u­e­n­to)

 

         I.

 

Ε ΕΝΑ ἀ­πὸ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά του ὁ Τσέ­χωφ ἀ­να­φέ­ρει αὐ­τὸ τὸ ἀ­νέκ­δο­το: «Ἕ­νας ἄν­τρας, στὸ Μόν­τε Κάρ­λο, πη­γαί­νει στὸ κα­ζί­νο, κερ­δί­ζει ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο, γυ­ρί­ζει στὸ σπί­τι του, αὐ­το­κτο­νεῖ.» Ἡ κλα­σι­κὴ φόρ­μα τοῦ δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι συμ­πυ­κνω­μέ­νη στὸν πυ­ρή­να αὐ­τῆς τῆς μελ­λον­τι­κῆς καὶ ἄ­γρα­φης ἱ­στο­ρί­ας.

         Ἡ ἴν­τριγ­κα ἐκ­φρά­ζε­ται ὡς ἕ­να πα­ρά­δο­ξο ποὺ ἀν­τι­τί­θε­ται στὸ προ­βλε­πτὸ καὶ τὸ συμ­βα­τι­κό (παί­ζω-χά­νω-αὐ­το­κτο­νῶ). Τὸ ἀ­νέκ­δο­το τεί­νει νὰ ἀ­πο­συν­δέ­σει τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ παι­χνι­διοῦ καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας. Αὐ­τὴ ἡ δι­ά­σπα­ση ἀ­πο­τε­λεῖ κλει­δὶ γιὰ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ δι­πλοῦ χα­ρα­κτή­ρα τῆς φόρ­μας τοῦ δι­η­γή­μα­τος.

        Πρώ­τη ἄ­πο­ψη: Ἕ­να δι­ή­γη­μα πάν­το­τε δι­η­γεῖ­ται δύ­ο ἱ­στο­ρί­ες.

 

 

        II.

 

Τὸ κλα­σι­κὸ δι­ή­γη­μα (P­oe, Q­u­i­r­o­ga) ἀ­φη­γεῖ­ται σὲ πρῶ­το πλά­νο τὴν ἱ­στο­ρί­α 1 (τὴ δι­ή­γη­ση τοῦ παι­χνι­διοῦ) καὶ κα­τα­σκευά­ζει κρυ­φὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α 2 (τὴ δι­ή­γη­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας). Ἡ τέ­χνη τοῦ δι­η­γη­μα­το­γρά­φου ἔγ­κει­ται στὸ νὰ ξέ­ρει νὰ κω­δι­κο­ποι­εῖ τὴν ἱ­στο­ρί­α 2 στὰ δι­ά­κε­να τῆς ἱ­στο­ρί­ας 1. Μιὰ ὁ­ρα­τὴ ἱ­στο­ρί­α κρύ­βει μιὰ κρυ­φὴ ἱ­στο­ρί­α, εἰ­πω­μέ­νη μὲ ἕ­να τρό­πο ἐλ­λει­πτι­κὸ καὶ θραυ­σμα­τι­κό.

        Ὁ αἰφ­νι­δια­σμὸς προ­κα­λεῖ­ται ὅ­ταν τὸ τέ­λος τῆς κρυ­φῆς ἱ­στο­ρί­ας βγαί­νει στὴν ἐ­πι­φά­νεια.

 

 

        I­II.

 

Κά­θε μιὰ ἀ­π’ τὶς δύο ἱ­στο­ρί­ες εἰ­πώ­νε­ται μὲ τρό­πο δι­α­φο­ρε­τι­κό. Τὸ νὰ δου­λεύ­εις μὲ δύ­ο ἱ­στο­ρί­ες ση­μαί­νει νὰ δου­λεύ­εις μὲ δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κὰ αἰ­τι­ο­λο­γι­κὰ συ­στή­μα­τα. Τὰ ἴ­δια γε­γο­νό­τα μπαί­νουν ταυ­τό­χρο­να σὲ δύ­ο ἀν­τα­γω­νι­στι­κὲς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς λο­γι­κές. Τὰ οὐ­σι­α­στι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος ἔ­χουν δι­πλὴ λει­τουρ­γί­α καὶ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο σὲ κά­θε μιὰ ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ ἱ­στο­ρί­ες. Τὰ ση­μεῖα το­μῆς ἀ­πο­τε­λοῦν τὴ βά­ση τῆς κα­τα­σκευ­ῆς.

 

 

        IV.

 

Στὸ «Ὁ θά­να­τος καὶ ἡ πυ­ξί­δα» (2), στὴν ἀρ­χὴ τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἕ­νας βι­βλι­ο­πώ­λης ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τὸ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ για­τὶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το στὸ στή­σι­μο τῆς κρυ­φῆς ἱ­στο­ρί­ας. Τί πρέ­πει νὰ γί­νει ἔ­τσι ὥ­στε ἕ­νας γκάν­γκστ­ερ ὅ­πως ὁ Ρὲντ Σκάρ­λαχ νὰ γνω­ρί­ζει τό­σο κα­λὰ τὶς πε­ρί­πλο­κες ἑ­βρα­ϊ­κὲς πα­ρα­δό­σεις καὶ νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ φτιά­ξει μιὰ ἀ­πό­κρυ­φη καὶ φι­λο­σο­φι­κὴ πα­γί­δα στὸν Λόν­ροτ; Ὁ Μπόρ­χες τοῦ βρί­σκει αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο γιὰ νὰ ἐκ­παι­δευ­τεῖ. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἱ­στο­ρί­α 1 γιὰ νὰ κρύ­ψει αὐ­τὴ τὴ λει­τουρ­γί­α: τὸ βι­βλί­ο φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ Γι­αρ­μο­λίν­σκι καὶ ἀ­παν­τᾶ σὲ μιὰ εἰ­ρω­νι­κὴ αἰ­τι­ο­λο­γί­α: «Ἕ­νας ἀ­π’ ἐ­κεί­νους τοὺς βι­βλι­ο­πῶ­λες ποὺ πι­στεύ­ουν πὼς ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε μπο­ρεῖ νὰ πει­σθεῖ νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε βι­βλί­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε μιὰ λα­ϊ­κὴ ἔκ­δο­ση τῆς Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Αἱ­ρέ­σε­ως τῶν Χα­σιν­τίμ.» Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πλε­ο­νά­ζον στὴ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, εἶ­ναι θε­με­λι­ῶ­δες στὴν ἄλ­λη. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρά­δειγ­μα (ὅ­πως ὁ τό­μος τοῦ Χί­λι­ες κα μι νύ­χτες στὸ «Ὁ Νό­τος» (3), ὅ­πως ἡ οὐ­λὴ στὸ «Τὸ σχῆ­μα τοῦ σπα­θιοῦ» (4) τοῦ ἀμ­φί­ση­μου ὑ­λι­κοῦ ποὺ θέ­τει σὲ λει­τουρ­γί­α τὴ μι­κρο­σκο­πι­κὴ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μη­χα­νή, μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ δι­ή­γη­μα.

 

 

        V.

 

Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ πε­ρι­κλεί­ει μιὰ κρυ­φὴ ἱ­στο­ρία. Δὲν ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ μιὰ κρυ­φὴ ἔν­νοι­α ποὺ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α: τὸ αἴ­νιγ­μα δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ μιὰ ἱ­στο­ρία ποὺ εἰ­πώ­νε­ται μὲ ἕ­να αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ τρό­πο. Ἡ στρα­τη­γι­κὴ τῆς δι­ή­γη­σης βρί­σκε­ται στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α αὐ­τῆς τῆς κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νης ἀ­φή­γη­σης. Πῶς νὰ δι­η­γη­θοῦ­με μιὰ ἱ­στο­ρί­α τὴ στιγ­μὴ ποῦ δι­η­γού­μα­στε μιὰ ἄλ­λη; Αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα συ­νο­ψί­ζει τὰ τε­χνι­κὰ προ­βλή­μα­τα τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Δεύ­τε­ρη ἄ­πο­ψη: ἡ κρυ­φὴ ἱ­στο­ρί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κλει­δὶ τῆς φόρ­μας τοῦ δι­η­γή­μα­τος καὶ τῶν πα­ραλ­λα­γῶν του.

 

 

        VI.

 

Ἡ μον­τέρ­να ἐκ­δο­χὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­π’ τοὺς Τσέ­χωφ, K­a­t­h­e­r­i­ne M­a­n­s­f­i­e­ld, S­h­e­r­w­o­od A­n­d­e­r­s­on καὶ τὸν J­o­y­ce τοῦ D­u­b­l­i­n­e­rs, ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὸ αἰφ­νι­δι­α­στι­κὸ τέ­λος καὶ τὴν κλει­στὴ δο­μή· δου­λεύ­ει τὴν ἔν­τα­ση ἀ­νά­με­σα στὶς δυ­ὸ ἱ­στο­ρί­ες χω­ρὶς νὰ τὴν ἐ­πι­λύ­ει πο­τέ. Ἡ κρυ­φὴ ἱ­στο­ρί­α εἰ­πώ­νε­ται κά­θε φο­ρὰ μὲ ἕ­να πιὸ φευ­γα­λέ­ο τρό­πο. Τὸ κλα­σι­κὸ δι­ή­γη­μα ἂ λὰ P­oe δι­η­γεῖ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἀ­ναγ­γέλ­λον­τας τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς ἄλ­λης· τὸ μον­τέρ­νο δι­ή­γη­μα δι­η­γεῖ­ται δύο ἱ­στο­ρί­ες σὰν νὰ ἦ­ταν μό­νο μί­α.

        Ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ πα­γό­βου­νου [i­c­e­b­e­rg] τοῦ H­e­m­i­n­g­w­ay εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συν­θε­τι­κὴ θε­ώ­ρη­ση αὐ­τῆς τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας με­τα­μόρ­φω­σης: τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ δὲν εἰ­πώ­νε­ται πο­τέ. Ἡ κρυ­φὴ ἱ­στο­ρί­α κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται μὲ αὐ­τὸ ποὺ δὲν λέ­γε­ται, μὲ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό.

 

 

        V­II.

 

Τὸ «B­ig T­w­o­’­H­e­a­r­t­ed R­i­v­er», ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θε­με­λι­ώ­δη δι­η­γή­μα­τα τοῦ H­e­m­i­n­g­w­ay κω­δι­κο­ποι­εῖ μέ­χρι τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο τὴν ἱ­στο­ρί­α 2 (ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ πο­λέ­μου στὸν Νὶκ Ἄν­ταμς) ποὺ τὸ δι­ή­γη­μα φαν­τά­ζει σὰν ἀ­σή­μαν­τη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς ἐκ­δρο­μῆς γιὰ ψά­ρε­μα. Ὁ H­e­m­i­n­g­w­ay βά­ζει ὅ­λη τὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α του στὴν ἑρ­μη­τι­κὴ ἀ­φή­γη­ση τῆς κρυ­φῆς ἱ­στο­ρί­ας. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ μὲ τό­ση δε­ξι­ό­τη­τα τὴν τέ­χνη τῆς ἔλ­λει­ψης ποὺ κα­τα­φέρ­νει νὰ γί­νει ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ ἀ­που­σί­α τῆς ἄλ­λης ἱ­στο­ρί­ας.

        Τί θὰ εἶ­χε κά­νει ὁ H­e­m­i­n­g­w­ay μὲ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ Τσέ­χωφ; Θὰ εἶ­χε ἀ­φη­γη­θεῖ μὲ ἀ­κρι­βεῖς λε­πτο­μέ­ρει­ες τὴν παρ­τί­δα καὶ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ὅ­που λαμ­βά­νει χώ­ρα τὸ παι­χνί­δι καὶ τὴν τε­χνι­κὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ παί­χτης γιὰ νὰ στοι­χη­μα­τί­σει καὶ τὸ εἶ­δος πο­τοῦ ποὺ πί­νει. Δὲν θὰ εἶ­χε πεῖ πο­τὲ ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ θὰ εἶ­χε γρά­ψει τὸ δι­ή­γη­μα σὰν νὰ τὸ γνώ­ρι­ζε ἤ­δη ὁ ἀ­να­γνώ­στης.

 

 

        V­I­II.

 

Ὁ Κάφ­κα δι­η­γεῖ­ται μὲ σα­φή­νεια καὶ ἁ­πλό­τη­τα τὴν κρυ­φὴ ἱ­στο­ρί­α, καὶ ἀ­φη­γεῖ­ται μὲ ἐ­χε­μύ­θεια τὴν ὁ­ρα­τὴ ἱ­στο­ρί­α μέ­χρι νὰ τὴν με­τα­τρέ­ψει σὲ κά­τι αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ καὶ σκο­τει­νό. Αὐ­τὴ ἡ ἀν­τι­στρο­φὴ θε­με­λι­ώ­νει τὸ «καφ­κι­κό».

        Τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας στὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ Τσέ­χωφ, ὁ Κάφ­κα θὰ τὴν ἀ­φη­γοῦν­ταν σὲ πρῶ­το πλά­νο καὶ μὲ κά­θε φυ­σι­κό­τη­τα. Τὸ τρο­με­ρὸ θὰ ἐ­πι­κεν­τρω­νό­ταν στὴν παρ­τί­δα, ἀ­φη­γη­μέ­νη μὲ ἕ­να τρό­πο ἐλ­λει­πτι­κὸ καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό.

 

 

        IX.

 

Γιὰ τὸν Μπόρ­χες ἡ ἱ­στο­ρί­α 1 εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α 2 εἶ­ναι πάν­το­τε ἡ ἴ­δια. Γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νει ἢ νὰ κρύ­ψει τὴ βα­σι­κὴ μο­νο­το­νί­α αὐ­τῆς τῆς κρυ­φῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὁ Μπόρ­χες κα­τα­φεύ­γει στὶς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς πα­ραλ­λα­γὲς ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρουν τὰ εἴ­δη. Ὅ­λα τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Μπόρ­χες εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να μὲ αὐ­τὴ τὴ μέ­θο­δο.

        Τὴν ὁ­ρα­τὴ ἱ­στο­ρί­α, τὸ παι­χνί­δι στὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ Τσέ­χωφ, ὁ Μπόρ­χες θὰ τὴν ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀ­κο­λου­θών­τας τὰ στε­ρε­ό­τυ­πα (ἐ­λα­φρῶς πα­ρω­δών­τας τα) μιᾶς πα­ρά­δο­σης καὶ ἑ­νὸς εἴ­δους. Μιὰ παρ­τί­δα σὲ ἕ­να μα­γα­ζί, στὴν ἐν­τρε­ρια­νὴ πε­διά­δα, ἀ­φη­γη­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να γέ­ρο στρα­τι­ώ­τη τοῦ ἱπ­πι­κοῦ τοῦ Οὐρ­κί­σα (5), φί­λο τοῦ Ἰ­λά­ριο Ἀ­σκα­σούμ­πι (6). Ἡ δι­ή­γη­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας θὰ ἦ­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α φτι­αγ­μέ­νη μὲ τὸ θέ­μα τῆς δι­προ­σω­πί­ας καὶ τὴν συμ­πύ­κνω­ση τῆς ζω­ῆς ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ μιὰ μο­να­δι­κὴ σκη­νὴ ἢ πρά­ξη ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὴ μοί­ρα του.

 

 

        X.

 

Ἡ θε­με­λι­ώ­δης πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ εἰ­σή­γα­γε ὁ Μπόρ­χες στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἔγ­κει­ται στὴ συγ­κρό­τη­ση τοῦ θέ­μα­τος τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἀ­πὸ τὴν κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη κα­τα­σκευ­ὴ τῆς ἱ­στο­ρί­ας 2.

        Ὁ Μπόρ­χες ἀ­φη­γεῖ­ται τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς κά­ποι­ου ποὺ κα­τα­σκευά­ζει δι­ε­στραμ­μέ­να μιὰ κρυ­φὴ πλο­κὴ μὲ τὰ ὑ­λι­κὰ μιᾶς ὁ­ρα­τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Στὸ «Ὁ θά­να­τος καὶ ἡ πυ­ξί­δα», ἡ ἱ­στο­ρί­α 2 εἶ­ναι μιὰ ἐ­πι­τή­δεια κα­τα­σκευ­ὴ τοῦ Σκάρ­λαχ. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει μὲ τὸν Ἀ­σε­βέ­δο Μπαν­τέ­ι­ρα στὸ «Ὁ νε­κρός»· μὲ τὸ Νό­λαν στὸ «Θέ­μα τοῦ προ­δό­τη καὶ τοῦ ἥ­ρω­α»· μὲ τὴν Ἔμ­μα Σούνς (7).

        Ὁ Μπόρ­χες (ὅ­πως ὁ P­oe, ὅ­πως ὁ Κάφ­κα) ἤ­ξε­ρε νὰ με­τα­τρέ­πει σὲ ἀ­νέκ­δο­το τὰ ζη­τή­μα­τα τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας.

 

 

        XI.

 

Τὸ δι­η­γη­μα κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται γιὰ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ τε­χνη­τὰ κά­τι ποὺ ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο. Ἀ­να­πα­ρά­γει τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση, πάν­το­τε ἀ­να­νε­ω­μέ­νη, μιᾶς μο­να­δι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας ποὺ μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ δοῦ­με, κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκο­τει­νὴ ἐ­πι­φά­νεια τῆς ζω­ῆς, μιὰ κρυ­φὴ ἀ­λή­θεια. «Τὸ στιγ­μια­ῖο ὅ­ρα­μα ποὺ μᾶς κά­νει νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτου­με τὸ ἄ­γνω­στο, ὄ­χι σὲ μιὰ μα­κρι­νὴ t­e­r­ra i­n­c­o­g­n­i­ta, ἀλ­λὰ στὴν ἴ­δια τὴν καρ­διὰ τοῦ ἄ­με­σου», ἔ­λε­γε ὁ R­i­m­b­a­ud.

        Αὐ­τὴ ἡ κο­σμι­κὴ φω­τα­ψί­α ἔ­χει με­τα­τρα­πεῖ σὲ φόρ­μα τοῦ δι­η­γή­μα­τος.

 

************************** 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑΣ
 
(1). «T­e­s­is s­o­b­re el c­u­e­n­to», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Σύν­το­μες φόρ­μες.
(2). «La m­u­e­r­te y la b­r­ú­j­u­la», ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Μυ­θο­πλα­σί­ες.
(3). «El S­ur», δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χες ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Μυ­θο­πλα­σί­ες.
(4). «La f­o­r­ma de la e­s­p­a­da», δι­ή­γη­μα τοῦ Μπόρ­χες ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Μυ­θο­πλα­σί­ες.
(5). J­o­sé J­u­s­to de U­r­q­u­i­za y G­a­r­c­ía (Ἔν­τρε Ρί­ος, 1801-1870): Ἀρ­γεν­τι­νὸς στρα­τη­γὸς καὶ πο­λι­τι­κός. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Ἀρ­γεν­τί­νι­κης Συ­νο­μο­σπον­δί­ας στὸ δι­ά­στη­μα 1854-1860.
(6). H­i­l­a­r­io A­s­c­a­s­u­bi (1807-1875): Ἀρ­γεν­τι­νός ποι­η­τής.
(7). «El m­u­e­r­to» (ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Τὸ Ἄ­λεφ), «T­e­ma d­el t­r­a­i­d­or y d­el h­é­r­oe» (ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Μυ­θο­πλα­σί­ες), «E­m­ma Z­u­nz» (ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή, Τὸ Ἄ­λεφ).

 

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γή Σύν­το­μες φόρ­μες [F­o­r­m­as b­r­e­v­es], Μπου­έ­νος Ἄι­ρες: T­e­m­as G­r­u­po E­d­i­t­o­r­i­al, 1999.

 

R­i­c­a­r­do P­i­g­l­ia (Ἀ­δρογ­κέ [A­d­r­o­g­ue], ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, 24 Νο­εμ­βρί­ου 1940). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους Ἀρ­γεν­τι­νοὺς συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Τὸ 1967 ἐ­ξέ­δω­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τίτ­λο, Ἡ εἰ­σβο­λή (La I­n­v­a­c­i­ón). Βλ. ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον, ἀρ. 47, Δε­κέμ­βριος 2009, σσ. 561-621.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κε­φά­λα ( Ἀ­θή­να, 1975). Με­γά­λω­σε στὸ χω­ριὸ Φρέ­να­ρος τῆς ἐ­παρ­χί­ας Ἀμ­μο­χώ­στου. Πτυ­χι­οῦ­χος τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Κύ­πρου. Εἶ­ναι Λέ­κτο­ρας Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ St A­n­d­r­e­ws στὴ Σκω­τί­α καὶ ἔ­χει δι­δά­ξει ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­συλ­βα­νί­ας (Φι­λα­δέλ­φεια). Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μνή­μη καὶ Πα­ραλ­λα­γές (Πλα­νό­διον, 2007).

 

Φωτογραφία: Ricardo Piglia. Ἀπὸ τὸν Daniel Mordzinski.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 18-04-2010).