Ἀλέξιος Μάινας: Μπλὲ μάγουλα

 .

 

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

Μπλὲ μά­γου­λα

 

04-OmikronΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ πα­ρα­θε­ρί­ζα­με συ­νή­θως στὸ Κα­μά­ρι τῆς Σαν­το­ρί­νης, στὸ Μέ­σα βου­νό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα οἱ γο­νεῖς μου μὲ ἔ­στελ­ναν στὸ χω­ριό, ὅ­που ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ μπα­κά­λι­κο. Ἡ ἔν­νοι­α μί­νι μάρ­κετ ἦρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Μὲ τὰ με­γά­λα κα­ρά­βια ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τοὺς του­ρί­στες ἀ­πὸ Πει­ραι­ὰ Ἀ­θη­νιὸ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε ὧ­ρες. Ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Λῆ­μνος.

       Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, σὰν νά ’­χε πέ­σει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ. «Τὸ φτι­ά­ξα­με πιὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ μὴ γί­νει τί­πο­τα…» μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μὲ ἔν­ρι­νη φω­νὴ σὰν νά ’­χε γά­ζες στὴ μύ­τη ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος. «Τί νὰ γί­νει δη­λα­δή;» ρώ­τα­γα. Ἤ­μουν παι­δί, κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λι­ό­ταν.

       Ἦ­ταν ὁ μπα­κά­λης, ξά­δερ­φος τῆς θεί­ας Μα­ρου­λί­ας. Τὸ μα­γα­ζὶ που­λοῦ­σε ἀ­πὸ καρ­πού­ζια μέ­χρι κρη­τι­κὲς μί­νι μπα­νά­νες, ἀ­πὸ συ­ρια­νὰ λου­κού­μια μέ­χρι σαν­το­ρι­νιὸ κου­φέ­το μὲ μέ­λι, ἀ­πὸ φά­βα μέ­χρι φάρ­μα­κα καὶ βι­βλί­α. Ἦ­ταν παν­το­πω­λεῖ­ο. Ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ σκα­λιὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ, κα­θό­ταν πάν­τα μιὰ γι­α­γι­ού­λα, ἔ­τσι μοῦ ’­μοια­ζε, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα πέν­τε ἢ ἑ­ξήν­τα, ζα­ρω­μέ­νη καὶ μό­νη, μὲ μαύ­ρη μαν­τί­λα στὸ κε­φά­λι, καὶ κα­θά­ρι­ζε ὁ­λη­με­ρὶς φι­στί­κια στὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ὁ­λό­κλη­ρο σα­κὶ δί­πλα της. Τὴ θυ­μᾶ­μαι πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, στὰ ἀ­σβε­στω­μέ­να σκα­λιά, νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὰ φι­στί­κια καὶ νὰ ρί­χνει τὸν καρ­πὸ σ’ ἕ­να τσίγ­κι­νο πιά­το. Πο­τὲ δὲν τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει. Τὴ θυ­μᾶ­μαι νὰ δι­αι­ω­νί­ζει τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ἐ­πὶ ὧ­ρες, σὰν μη­χα­νή, καὶ ἀμ­φι­βάλ­λω ἂν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τή, ἀ­βέ­βαι­η, ἐρ­γα­τι­κὴ καὶ δι­η­νε­κής, μὲ συγ­κλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρη τοῦ Ἰσ­λαν­δοῦ ποὺ πνι­γό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Πνι­γό­ταν, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε χα­ρού­με­νος. Τὸν θυ­μᾶ­μαι μὲ μπλὲ μά­γου­λα νὰ χα­μο­γε­λά­ει ἀ­νί­κα­νος νὰ φω­νά­ξει, καὶ νὰ πι­τσι­λά­ει ὁ­λό­γυ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ’­χε ρί­ξει τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης μου, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πια­στεῖ, ὄ­χι ὅ­μως νὰ ξα­πλώ­σει πρὶν τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σαν. Ἤ­μουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ συ­νέ­δε­σα τὸ θά­να­το μὲ τὴν ἀ­πώ­λεια παι­χνι­δι­ῶν.

       Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ παν­το­πω­λεῖ­ο, μπαί­νω μὲ τὸ μυα­λό μου ἀ­π’ τὴ δί­φυλ­λη ἄ­σπρη πόρ­τα. Τὸ ἕ­να φύλ­λο ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος τό ’βγα­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτός, γιὰ νὰ μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο φῶς. Μέ­σα τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σπη­λαι­ῶ­δες καὶ σκο­τει­νό, χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα. Ἔμ­παι­νες καὶ δὲν ἔ­βλε­πες τί­πο­τα γιὰ μι­σὸ λε­πτό. Ἔ­νι­ω­θες ἔκ­θε­τος. Ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο σοῦ μί­λα­γε ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος στὸν Σα­ούλ. Με­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­χνά. Στὸ βά­θος ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος κρα­τοῦ­σε ἕ­να μα­χαί­ρι μὲ τὴ νέ­α φέ­τα ἀ­πὸ Πε­λο­πόν­νη­σο.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μέ­ρος τοῦ μα­γα­ζιοῦ ὑ­πῆρ­χε μιὰ σκά­λα οἰ­κο­δο­μῆς ποὺ ἀ­νέ­βα­ζε τὸν ἀ­γο­ρα­στὴ στὰ ρά­φια μὲ τὰ βα­ζά­κια. Ρί­γα­νη, φα­σκό­μη­λο, ξε­ρα­μέ­να σύ­κα, κα­ρα­με­λω­μέ­να φι­στί­κια μὲ βα­σι­λι­κό, ὅ­λα ντό­πια καὶ δι­α­φα­νῆ σὲ βα­ζά­κια. Σὲ ἕ­να με­γά­λο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο ἐ­νυ­δρεῖ­ο εἶ­χε μι­κρὲς σαῦ­ρες ποὺ ἔ­παιρ­ναν πό­ζες πά­νω σε ξυ­λα­ρά­κια, νό­μι­ζες ὅ­τι ζοῦ­σαν. Σὲ μιὰ ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στὴ σκά­λα κα­θό­ταν μὲ πλά­τη στὸ φῶς τῆς πόρ­τας ἕ­νας χλω­μὸς κύ­ριος σὲ λι­νὸ κου­στού­μι, γα­λά­ζιο που­κά­μι­σο, ἄ­σπρο κα­πέ­λο μὲ φαρ­διὰ πά­νι­νη ται­νί­α, καὶ πα­τε­ρί­τσες. Στὰ χέ­ρια του εἶ­χε ἕ­να τε­τρά­διο κι ἕ­να κόκ­κι­νο μο­λύ­βι, ποῦ καὶ ποῦ ση­μεί­ω­νε κά­τι, θά ’­λε­γες ὅ­τι ἔ­λυ­νε σταυ­ρό­λε­ξο. Ἦ­ταν σχε­δὸν πάν­τα στὸ μα­γα­ζὶ ὅ­ταν πή­γαι­να. Ἔ­στρε­φε γιὰ λί­γο τὸ κε­φά­λι, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε μὲ εὐ­γέ­νεια σὰν νὰ μ’ ἔ­βλε­πε γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ συ­νέ­χι­ζε νὰ λύ­νει, προ­σθέ­τον­τας κά­θε τό­σο μιὰ λέ­ξη.

       Ἤ­μουν σχε­δὸν κά­θε ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ. Μὲ πεί­ρα­ζε ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ κύ­ριος αὐ­τὸς μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­πως χα­μο­γε­λᾶ­με σ’ ἕ­να γά­το ποὺ σου­λα­τσά­ρει στὸ κάγ­κε­λο τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου. Γι’ αὐ­τὸν ἤ­μουν ἕ­να παι­δί. Ἕ­να παι­δὶ ποὺ μπαί­νει μὲ τι­ράν­τες καὶ φεύ­γει μὲ μιὰ μπλὲ σα­κού­λα το­μά­τες καὶ φέ­τα Πε­λο­πον­νή­σου.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ πε­ρί­με­να τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο νὰ ξε­φορ­τώ­σει καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ γιὰ νὰ μοῦ βά­λει κε­φα­λο­τύ­ρι, ἀ­κού­στη­κε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ μὲ φω­νά­ζει ἀπ’ τὸ σο­κά­κι δί­πλα στὸ μα­γα­ζί. Ὁ κύ­ριος μὲ τὶς πα­τε­ρί­τσες ση­κώ­θη­κε, για­τὶ ἐν­νο­οῦ­σαν ἐ­κεῖ­νον, ὅ­λοι Μά­ι­νες, Κα­ρα­μο­λέγ­κοι καὶ Σι­γά­λες λε­γό­μα­σταν, ἔ­βα­λε τὶς πα­τε­ρί­τσες στὶς μα­σχά­λες τοῦ κου­στου­μιοῦ καὶ κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τὸ κου­τσό, γύ­ρι­σε, μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει κά­τι, κοί­τα­ξε καὶ τὸ σταυ­ρό­λε­ξο πά­νω στὴν ψά­θι­νη καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἡ στιγ­μὴ εἶ­χε ἔρ­θει. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πῆ­γα στὴν πο­λυ­θρό­να, πῆ­ρα τε­τρά­διο καὶ μο­λύ­βι, τά ’­χω­σα στὴ σα­κού­λα μὲ τὸ γά­λα καὶ τοὺς γι­αρ­μά­δες καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω, χαι­ρέ­τη­σα τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο, ποὺ δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ ἀ­πο­ρή­σει, κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα. Κα­τέ­βη­κα στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ γυρ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο στὸ σπί­τι.

       Κά­θι­σα σὲ μιὰ βάρ­κα ποὺ εἶ­χε σχο­λά­σει καὶ τρα­βη­χτεῖ στὴν ἀ­κτὴ μὲ τὴ χει­ρο­κί­νη­τη τρο­χα­λί­α καὶ ἔ­βγα­λα τὸ τε­τρά­διο. Πά­νω ἔ­γρα­φε «Ἀγ­γε­λέ­τος». Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Δὲν ἦ­ταν σταυ­ρό­λε­ξα. Ἦ­ταν σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα λευ­κὲς σε­λί­δες μὲ λί­γες χει­ρό­γρα­φες λέ­ξεις στὴν κα­θε­μιά. Σὰν κώ­δι­κας. Ἐν μέ­ρει ἔ­βγα­ζαν νό­η­μα. Σὲ μιὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα ἔ­γρα­φε: Οἱ σαῦ­ρες κοι­μή­θη­καν / Βρεγ­μέ­να τὰ ρά­φια / Χα­μο­γε­λᾶ στὰ στε­γνὰ / Τὸ ἐ­νυ­δρεῖο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Ἀλέξιος Μάινας: Paradise Lost

 

.

Mainas,Aleksios-ParadiseLost-Eikona-05a

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

P­a­r­a­d­i­se L­o­st

 

T-[Tay]-SomataΟ 1994 ΗΜΟΥΝ δε­κα­ο­χτὼ ἐ­τῶν, ἕ­νας νε­ο­θρὶξ μι­κρο­α­στὸς Ἀ­δὰμ στὸ ἄν­θος ὅ­λης μου τῆς ἀ­σά­φειας, καὶ ἤ­μουν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α μου ποὺ χό­ρε­ψε b­l­u­es. Ἦ­ταν στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, τοῦ Τά­κη, σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α – ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι τοῦ πέμ­πτου ὀ­ρό­φου φαι­νό­ταν στὸ βά­θος ὁ Ὑ­μητ­τός, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἦ­ταν ἡ πό­λη ὡς ἀ­ό­ρα­το μυ­θο­λο­γι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα.

       Τὰ ἀ­γό­ρια φο­ρού­σα­με ὅ­λα χον­τροὺς κο­κά­λι­νους σκε­λε­τοὺς ποὺ ξα­νά­γι­ναν τῆς μό­δας με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, καὶ εἴ­χα­με κά­νει πη­γα­δά­κι πά­νω στὸν φαρ­δὺ ὑ­πο­κί­τρι­νο κα­να­πὲ μὲ τὴ γλι­στε­ρὴ δερ­μά­τι­νη ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὶς ἐ­τα­ζέ­ρες γιὰ τὰ κο­κτέ­ιλ, ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ δι­α­πραγ­μα­τευ­ό­με­νοι μὲ ποι­ὰ γει­τό­νισ­σα τοῦ Τά­κη θὰ χο­ρέ­ψου­με. Οἱ ὄ­μορ­φες κα­θόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς ζω­ῆς, σὲ μιὰ γού­βα φω­τὸς τοῦ τρι­πλοῦ πορ­τα­τὶφ καί, ἂν καὶ χα­χά­νι­ζαν ἐμ­φα­νῶς ζων­τα­νὲς καὶ θερ­μό­αι­μες, ἦ­ταν γιὰ μᾶς συμ­πα­γεῖς κι ἀ­προ­σπέ­λα­στες σὰν κέ­ρι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα. Τὸ μό­νο ποὺ μᾶς συ­νέ­δε­ε ἦ­ταν τὸ παρ­κέ.

      Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς ἐμ­φα­νεῖς δυ­σκο­λί­ες τοῦ νὰ μὴν εἶ­σαι πιὰ παι­δὶ βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι νὰ κα­πνί­σω. Ἤ­μουν μό­νος κι ἔ­κα­νε κρύ­ο. Τὸ τσι­γά­ρο δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ συ­ζη­τή­σεις καὶ γνω­ρι­μί­ες ὅ­πως ἡ βόλ­τα μὲ τὸ σκύ­λο, ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος στοι­χή­μα­τος ἢ ἀ­πό­δει­ξης, μιὰ πρά­ξη πί­στης σὲ κά­τι ποὺ δὲν πι­στεύ­α­με ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὁ στρα­τός. Πί­σω ἀ­π’ τὸν πλα­ϊ­νὸ τοῖ­χο τῆς βε­ράν­τας μπρο­στὰ στὴν κου­ζί­να, ἂν ἔ­σκυ­βες πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλώ­στρα, φαι­νό­ταν ἕ­να τρί­γω­νο Ἀ­θή­νας σὰν νε­κρο­τα­φεῖ­ο μὲ πο­λύ­χρω­μα φω­τά­κια καὶ τὴ φι­μω­μέ­νη μεμ­ψι­μοι­ρί­α τῶν νε­κρῶν. Ἔ­νι­ω­θα συν­δε­δε­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­χὸ τῆς πό­λης ὅ­πως μὲ ὀμ­φά­λιο λῶ­ρο. Ἡ Κυ­ψέ­λη τῶν πρώ­των ἐ­τῶν δὲ φαι­νό­ταν μέ­σα στοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, οὔ­τε ἡ ἄλ­λη κυ­ψέ­λη στὴ σκιὰ τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ, ὅ­που με­γά­λω­σα μέ­σα στὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ὅ­ταν ἔ­σβη­να τὸ φῶς μπο­ροῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἀ­νά­σες τῶν μυ­ριά­δων κοι­μώ­με­νων νὰ ἀ­νε­βαί­νουν ψη­λὰ στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα σὰ λω­ρί­δες ρι­ζό­χαρ­το. Δὲ γνώ­ρι­ζα σχε­δὸν κα­νέ­ναν. Τὴ νύ­χτα ἔ­βλε­πα συ­χνὰ φα­νά­ρια, οἱ δι­α­σταυ­ρώ­σεις τοῦ ὕ­πνου μου ἦ­ταν γε­μά­τες γυ­μνοὺς μὲ σα­κά­κια.

      Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἡ Τά­νι (μὲ γι­ώ­τα), μιὰ νορ­βη­γί­δα πρα­σι­νο­μά­τα Μπρυν­χίλ­ντε ποὺ ὁ Τά­κης γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη, κα­λο­και­ρι­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ Φά­λη­ρο. Ἤ­θε­λε νὰ χο­ρέ­ψου­με, μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἀ­νέλ­πι­στη πρό­τα­ση εὐ­θύ­βο­λα καὶ νορ­βη­γι­κά, ἀλ­λὰ τῆς εἶ­πα ὄ­χι, για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λι­α­στοῦ­με πά­νω ἀ­π’ τὴν ἤ­δη ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­να­το­μί­α μου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ μὲ πλη­σί­α­σε, ἄ­φο­βα σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν σει­σμοὶ στὸν πέμ­πτο, σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε ἡ Κραυ­γὴ τοῦ M­u­n­ch, μοῦ πῆ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τὸ τσι­γά­ρο ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κα­νε μιὰ τζού­ρα, τὸ πέ­τα­ξε στὸ σκο­τά­δι χω­ρὶς νὰ ρω­τή­σει, τύ­λι­ξε τοὺς βρα­χί­ο­νες σὲ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μαλ­λί μου σὰν πύ­θω­νες γύ­ρω ἀ­π’ τὸ σβέρ­κο μου, καὶ σφρά­γι­σε μιὰ γιὰ πάν­τα μ’ ἕ­να ἁ­πλὸ γη­τευ­τι­κὸ λί­κνι­σμα τῶν γο­φῶν, μ’ ἕ­να τρί­λε­πτο b­l­u­es πά­νω στὴ στύ­ση μου, κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπλὲ ἀ­πό­η­χο τοῦ “W­i­t­h­o­ut y­ou” πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τὴ μα­κρι­νὴ γαρ­γά­ρα τῆς πό­λης, τί θὰ πεῖ ὑ­πε­ρο­χή. Καὶ ὑ­πέ­ρο­χη θη­λυ­κό­τη­τα.

      Τὰ τρί­α λε­πτὰ πέ­ρα­σαν. Ἡ M­a­r­i­ah σώ­πα­σε πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι. Ἡ Τά­νι τρά­βη­ξε τὴ συ­ρό­με­νη καὶ χά­θη­κε στὰ φιὸρδ τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ πό­λη ἔ­μει­νε ἔ­ξω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Κώστας Μαυρουδῆς: Ὁ Σεζάρ

 

 

Κώστας Μαυρουδῆς

 

Ὁ Σεζάρ

 

ΑΞΙΔΕΨΑ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Πα­ρί­σι μὲ τὸ φρον­τι­στή­ριο τῶν γαλ­λι­κῶν. Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1972. Γιὰ τί­πο­τε ἔ­κτο­τε δὲν προ­ε­τοι­μά­στη­κα ἔ­τσι. Ἑ­κα­το­δόλ­λα­ρα στὴν ὀ­δον­τό­πα­στα, στὰ σάν­του­ιτς, σὲ κολ­λημ­μέ­νες σε­λί­δες τοῦ Ζορ­μπᾶ. Θε­α­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τεσ­σά­ρων ὡ­ρῶν. Νύ­χτω­σε λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἄ­φι­ξη. Πρό­λα­βα νὰ δῶ μὲ φῶς, ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ Πα­ρί­σι, ἕ­να τε­ρά­στιο δά­σος. Εἶ­χε δι­α­δε­χτεῖ τοὺς ἄ­πει­ρους ὀρ­θο­γώ­νιους ἀ­γροὺς τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ποὺ ἐ­ναλ­λάσ­σον­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς γή­ι­νους τό­νους, ἀ­πὸ τὸ σκοῦ­ρο μπὲζ μέ­χρι τὸ σκο­τει­νὸ κα­φέ. Μεί­να­με στὴ Ρα­σπά­ιγ. Ἔ­μα­θα γρή­γο­ρα τὸ Με­τρό. Ἀ­πί­στευ­τη ἡ ἀν­το­χή μου νὰ βα­δί­ζω, νὰ στέ­κο­μαι ὄρ­θιος, νὰ κοι­τά­ζω. Λοῦ­βρο, Πάν­θε­ον, Καρ­τι­ὲ Λα­τέν. Τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα Ἐ­θνο­λο­γι­κὸ Μου­σεῖ­ο, Ἄι­φελ, Σὰ­κρ Κέρ. Τὴν τρί­τη, τά­φος τοῦ Βο­να­πάρ­τη, Μου­σεῖ­ο Ρον­τέν, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ Βο­τα­νι­κὸς κῆ­πος μὲ τὸ ζω­ο­λο­γι­κό του τμῆ­μα ποὺ μὲ ἐν­θου­σί­α­σε. Τὸ βρά­δυ, μὲ τὸν ἀ­ρι­στοῦ­χο τῆς τά­ξε­ως, ἀ­νη­φο­ρί­σα­με ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν Κον­κὸρντ τὸ δε­ξὶ πε­ζο­δρό­μιο τῆς Σὰνζ Ἐ­λι­ζέ, κα­τά­με­στης καὶ πάν­φω­της γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι εἶ­χαν οὐ­ρὲς στὴν εἴ­σο­δο. Βλέ­πα­με ἀ­χόρ­τα­γοι στὶς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν αὐ­το­κι­νή­των τὰ μον­τέ­λα τοῦ ’73, τοὺς χι­λιά­δες πε­ρα­στι­κούς, τὰ κο­ρί­τσια μὲ γάν­τια, σκού­φους μέ­χρι τὰ μά­τια καὶ κόκ­κι­νες μύ­τες, νὰ μι­λοῦν μὲ συν­νε­φά­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὶς πα­γω­μέ­νες φρά­σεις τους. Μα­γε­μέ­νοι. Ὁ φί­λος μου ἔ­φυ­γε στὶς πεν­τέ­μι­ση. Χω­ρί­σα­με στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­γά­λου Πρι­ζου­νὶκ ποὺ ἔ­στελ­νε τὴ μου­σι­κή του μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Νὰ μπῶ καὶ νὰ θαυ­μά­σω τὰ ρά­φια ἢ νὰ προ­τι­μή­σω τοὺς δρό­μους; Δὲν πρό­λα­βα νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ στα­μά­τη­σε μπρο­στά μου θὰ μοῦ ἄ­φη­νε γιὰ 3 λε­πτὰ τὸ σκύ­λο της, ὥ­σπου νὰ κα­τέ­βει στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Δέ­χτη­κα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἁ­πλὸ νὰ ἀρ­νη­θῶ («Μὲ πε­ρι­μέ­νουν», «ἔ­χω ἀλ­λερ­γί­α», «ξέ­ρε­τε, μό­λις ἔ­φευ­γα», «πά­σχω ἀ­πὸ κυ­νο­φο­βί­α» κλπ). Ἔ­μει­να ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἐ­ξην­τα­τρί­α λε­πτά. Πρέ­πει νὰ βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λη εἴ­σο­δο. Μοῦ ἀ­νῆ­κε πιὰ ἕ­να ψη­λὸ Κα­νὶς Ρουα­γιάλ, ἤ­ρε­μο καὶ ὑ­πά­κου­ο, σγου­ρό­μαλ­λο σὰν πρό­βα­το, μὲ ἕ­να σα­κου­λά­κι στὸ πε­ρι­λαί­μιο, δυσ­δι­ά­κρι­το στὸ πυ­κνὸ τρί­χω­μα. Τὸ σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα πρό­δι­δε δι­α­τα­ρα­χή: «Δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή! Ἀρ­κε­στεῖ­τε σ’ αὐ­τό, svp.» Τὸ ξα­νά­βα­λα στὴ θέ­ση του. Θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε; Θὰ πα­ρα­δι­δό­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἔγ­κλη­μα; Θὰ ἄλ­λα­ζε ἤ­πει­ρο; «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ…», ἀ­πευ­θύν­θη­κα σὲ ἕ­ναν ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νο σα­ραν­τά­ρη μὲ βαμ­μέ­να μαλ­λιά, γού­να μὲ σκοῦ­φο Ζι­βάγ­κο καὶ μπό­τες ἱπ­πα­σί­ας. Δυ­ὸ μέ­τρα ἀ­πὸ μέ­να, στὸ πιὸ φαρ­δὺ πε­ζο­δρό­μιο ποὺ εἶ­χα δεῖ ἢ εἶ­χα φαν­τα­στεῖ πο­τέ, μι­λοῦ­σε μὲ κά­ποι­ον ἱ­σπα­νι­κά, ρί­χνον­τάς μου συ­νε­χῶς πλά­γι­ες μα­τι­ές. «Τὸν λέ­νε Σε­ζάρ», εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὴν ταυ­τό­τη­τα στὸ πε­ρι­λαί­μιο. «Ἐ­πι­στρέ­φω ἀ­μέ­σως.» Μὲ κί­νη­ση Μπου­ο­να­ρό­τι, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ δι­κό μου καὶ πῆ­ρε τὸ δερ­μά­τι­νο λου­ρί.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ μι­κρο­α­φή­γη­μα αὐ­τὸ ἀ­νή­κει σὲ μιὰ ἑ­νό­τη­τα 60 ὁ­μό­θε­μων κει­μέ­νων μὲ τί­τλο Ἡ ἀ­θα­να­σί­α τῶν σκύ­λων.

 

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύ­ο (1973). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Στε­νο­γρα­φί­α (2006). Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά*

 

Ν ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΦΟΝΟ στὴ ζω­ή της, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, οὔ­τε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε μὲ τὰ ἄλ­λα μά­τια μὲς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, οὔ­τε στὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ἀ­φη­γή­σεις τῆς για­γιᾶς της γιὰ φο­νι­κὰ ἀ­πὸ τούρ­κους κι ἕλ­λη­νες στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­πὸ τσέ­τες καὶ Γι­αγ­κοῦ­λες καὶ Μπαμ­πά­νη­δες.

       Ἂν εἶ­δε ἕ­να φό­νο μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια, μι­κρὸ κο­ρί­τσι τό­τε, ἦ­ταν ὁ φό­νος ἑ­νὸς σκο­τω­μέ­νου ἤ­δη.

       Μό­λις εἶ­χαν φύ­γει οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὴ δι­κή της πό­λη, τὴν κα­τα­στραμ­μέ­νη, γε­μά­τη νε­κροὺς καὶ ἄ­στε­γους, βομ­βό­πλη­κτους καὶ βα­θιὰ πεν­θοῦν­τες, μιὰ πό­λη μὲ σκό­νη σύν­νε­φο καὶ καλ­ντε­ρί­μια σκο­τει­νά, μὲ βρό­μι­κο χῶ­μα ἀ­νά­κα­το μὲ αἵ­μα­τα καὶ φτυ­σι­ές, μὲ κο­πρι­ὲς βαρ­βά­των γερ­μα­νι­κῶν ἀ­λό­γων καὶ ξε­ρα­μέ­νες ἀ­φο­δεύ­σεις σκύ­λων.

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ σκο­τει­νιά­ζει, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας κι ἀ­λα­λι­α­σμέ­νη στὸ σπί­τι της.

       Ἡ μά­να της προ­σπα­θοῦ­σε στὸ μι­σο­σκό­τα­δο ν’ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει τὸ κα­ρί­κω­μα μιᾶς κάλ­τσας τοῦ πα­τέ­ρα της, ὅ­ταν τὴν πλη­σί­α­σε τὸ κο­ρί­τσι καὶ εἶ­πε: «Εἶ­δα νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.» Ἔ­τσι τῆς εἶ­πε μό­νο, κι ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα καὶ τὴν κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ μα­το­γυά­λια της μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο πε­ρι­παι­χτι­κὸ καὶ μα­ζὶ πε­ρί­ερ­γο.

       «Τί τσαμ­που­νᾶς ἐ­κεῖ πέ­ρα» τῆς εἶ­πε «τί φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἑ­τοι­μά­ζε­σαι πά­λι νὰ μοῦ πα­σά­ρεις, πῶς γί­νε­ται, μα­θές, νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, μή­πως σά­λε­ψε τὸ μυα­λό σου;»

       Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε ἕ­να κλά­μα σι­ω­πη­λό, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, ὄ­χι τώ­ρα τό­σο γιὰ ὅ,τι εἶ­χε δεῖ νὰ δι­α­πράτ­τε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια της, τό­σο νω­πὸ ἀ­κό­μη, ὅ­σο γιὰ τὸ ὅ­τι ἡ μά­να της δὲν τὴν πί­στε­ψε καὶ τὴν κο­ρό­ι­δε­ψε κι ἀ­πο­πά­νω. Τὸ κορ­μά­κι της ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συ­νε­φέ­ρει, δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ τρε­μού­λια­σμα, πῶς νὰ καλ­μά­ρει τὸ ἀν­τά­ρια­σμα ποὺ μέ­σα της ἀ­να­κά­τευ­ε ὅ­λα τα σπλά­χνα της. Δά­κρυ­α καὶ μύ­ξες τρέ­χαν ἀ­νά­κα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸ πρό­σω­πό της, κι εἶ­χε ἀ­φε­θεῖ σ’ ἕ­να κλά­μα ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το, ἐ­πει­δὴ ἡ μά­να της ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να καὶ τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­δε­κεῖ ποὺ στε­κό­ταν, μὲς στὸ σκο­τά­δι τῆς κά­μα­ρας, καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να ν’ ἀ­να­κα­τέ­ψει τὸ βρα­δι­νὸ φα­γη­τό τους – τρα­χα­νὰς μὲ τη­γα­νη­τὲς μι­κρὲς βου­κί­τσες ψω­μιοῦ.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της συμ­μα­ζω­χτῆ­καν στὸ σπί­τι, στρώ­θη­καν ὅ­λοι στὸ τρα­πέ­ζι καὶ ρου­φοῦ­σαν ἡ­δο­νι­κὰ τὸν τρα­χα­νά, πλα­τα­γί­ζον­τας τὰ χεί­λια τους, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νης δὲν τῆς κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα ἀ­π’ τὴν κα­τα­πί­να της καὶ σούρ­ντι­ζε μέ­σα στὸ στό­μα της τὴ σού­πα μὲ τὸ ψω­μί.

       Ἡ μά­να της, ποὺ τὸ πρό­σε­ξε αὐ­τό, ὅ­λο τῆς ἔ­λε­γε «Τρῶ­γε, κα­η­μέ­νη μου, μὴν σὲ μπα­τσί­σω, βρῆ­κες φαΐ καὶ παί­ζεις, κα­τέ­βα­ζέ το λοι­πόν.­.­.­», κι ἐ­κεί­νης πε­τά­ρι­ζε ἀ­κό­μη τὸ στη­θά­κι της ἀ­πὸ τ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα, δὲν τολ­μοῦ­σε, φο­βό­ταν κι ἔ­τρε­με τὸν πα­τέ­ρα της, κι ἐ­κεῖ­νος κά­ποι­α στιγ­μὴ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το του κι εἶ­πε, ἀ­δι­ά­φο­ρα σχε­δόν, «Τί ἔ­χει αὐ­τή;­», τοῦ­το μό­νο εἶ­πε, κι ἡ μά­να της ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ξέ­ρεις δά, φαν­τα­σί­ες παι­δι­κὲς καὶ δὲν συμ­μα­ζεύ­ε­ται, ὅ­ταν ἔρ­χε­ται καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι εἶ­δε νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.­.­.­», ὥ­σπου ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να τὸ κο­ρί­τσι, τρά­βη­ξε πί­σω τὴν κα­ρέ­κλα του ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, στά­θη­κε ὄρ­θιο στὰ λι­γνά του πο­δα­ρά­κια, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ σὲ μιὰ στά­ση ὅ­πως λέ­νε τὰ παι­διὰ τὸ ποί­η­μα στὸ σχο­λεῖ­ο τὶς με­γά­λες ἐ­θνι­κὲς γι­ορ­τές, τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους κα­λὰ-κα­λά —δὲν ἔ­κλαι­γε πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε—, κι ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χαν ἀ­φή­σει ὅ­λοι ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μὶ κι εἶ­χε πιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν προ­σο­χή τους, εἶ­πε:

       «Ἀρ­γὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα, ἐ­κεῖ ποὺ παί­ζα­με στὴν ἀ­λά­να καὶ κά­ποι­οι ἀ­πὸ τ’ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρά τους μᾶς φώ­να­ζαν “Φτά­νει πιά, μᾶς ξε­κου­φά­να­τε μὲ τὶς τσι­ρί­δες σας, συ­ρεῖ­τε τώ­ρα στὰ σπί­τια σας, νύ­χτω­σε”, βλέ­πω πιὸ κεῖ, στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Κα­ϊ­στρί­ου πε­δί­ου, νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος πο­λύς. Ἔ­τρε­ξα κι ἐ­γὼ κα­τα­πά­νω —μ’ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ κά­ποι­α κο­ρί­τσια—, καὶ τί νὰ δῶ; Μι­κροὶ με­γά­λοι ἦ­ταν σκυμ­μέ­νοι πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, ριχ­μέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­νά­σκε­λα. Τὸν κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι, κά­ποι­οι λέ­γα­νε ὅ­τι τὸν ἤ­ξε­ραν κι ὅ­τι τά­χα ἦ­ταν γιὸς τῆς κυ­ρὰ-Ἀ­σπα­σί­ας καὶ τοῦ κὺρ Γιά­ννη τοῦ Ἑ­φτα­λι­ώ­τη, τοῦ τσαγ­κά­ρη, ἄλ­λοι ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζαν κα­θό­λου, δὲν ἦ­ταν τῆς δι­κῆς τους γει­το­νιᾶς – κι ἔ­λε­γες, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, σὰν κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­νε ὁ πε­θα­μέ­νος ἢ κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι, για­τὶ ἔ­στρε­φαν συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τά­ζα­νε πέ­ρα στὸν κα­τή­φο­ρο, ὥ­σπου ἦρ­θε κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας ἄν­τρας ὣς ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω, μὲ γέ­νια μα­κριά, μὲ μου­στά­κια καὶ μα­κριὰ λε­ρὰ μαλ­λιά, καὶ κά­τι μαῦ­ρα μά­τια πο­λὺ θυ­μω­μέ­να, ποὺ ἄ­στρα­φταν σὰν γυα­λί, κι ἄρ­χι­σε μὲ τὶς χον­τρὲς ἀρ­βύ­λες του, γε­μά­τες μαῦ­ρες πρό­κες ἀ­πο­κά­τω —ἐ­γὼ τὶς πρό­σε­ξα ἐ­πει­δὴ κα­θό­μουν καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα—, ἄρ­χι­σε λοι­πὸν νὰ πα­τά­ει δυ­να­τά το κε­φά­λι τοῦ σκο­τω­μέ­νου, καὶ σὲ κά­θε πά­τη­μα δυ­να­τὸ ν’ ἀ­κού­γε­ται ἕ­να κα­τά­ξε­ρο κράκ, ὅ­πως κά­νει τὸ καρ­πού­ζι ὅ­ταν τὸ σκί­ζουν μὲ τὰ χέ­ρια με­τὰ τὸ μα­χαί­ρω­μα. Πα­τοῦ­σε λοι­πὸν μὲ λύσ­σα τὸ κε­φά­λι τοῦ νε­κροῦ ἐ­κεῖ κα­τά­χα­μα, τό ‘­κα­νε λι­ῶ­μα, συ­νέ­χεια ἔ­βρι­ζε μὲ βρον­τε­ρή, ἄ­γρια φω­νή, μὲ ἀ­φρι­σμέ­νο στό­μα, μὲ ἄ­σπρο σά­λιο ποὺ πε­τα­γό­ταν ἕ­να μέ­τρο καὶ πα­ρα­πά­νω μα­κριά» —κι ἐ­δῶ χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή της μὲ ντρο­πή, μό­λις ποὺ τὴν ἄ­κου­σαν οἱ δι­κοί της— «”Νά, νά, πού­στη, νά, φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου” ξε­φώ­νι­ζε, κι οἱ ἀρ­βύ­λες του εἴ­χα­νε γε­μί­σει ὣς ἀ­πά­νω μὲ τὰ μυα­λά, τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὰ μά­τια τοῦ σκο­τω­μέ­νου, δὲν εἶ­χε μεί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του στὸ κορ­μί του, νά, μὰ τὸ Θε­ό, κι ὅ­λοι ἐ­μεῖς, μι­κροὶ με­γά­λοι, κοι­τού­σα­με καρ­φω­μέ­νοι ἐ­κει­δά, βου­βα­μέ­νοι, τὸ σῶ­μα του ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κε­φά­λι, κοι­τού­σα­με ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο πε­θα­μέ­νο γιὰ τὰ κα­λά.

       »Αὐ­τὸ εἶ­δα τὸ σού­ρου­πο στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Καϊστρί­ου πε­δί­ου, κον­τὰ στὴν ἀ­λά­να ποὺ παί­ζα­με, κι ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν τ’ ἄν­τε­ρά μου, γι’ αὐ­τὸ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ φά­ω, πῶς νὰ φά­ω.­.­.­».

       Ἔ­τσι εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι μὲ μιὰν ἀ­νά­σα κι ἔ­κλει­σε τὸ στο­μα­τά­κι του με­μιᾶς. Πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε πά­νω σ’ ἕ­να μι­κρὸ μπα­οῦ­λο μὲ τὸ κε­φά­λι πε­σμέ­νο κά­τω κι εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο κα­τα­κόκ­κι­νο σὰν πρη­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κλαι­γε τώ­ρα πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε.

       Οἱ γο­νεῖς καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της δὲν ἄ­νοι­ξαν τὸ στό­μα τους κα­θό­λου, δὲν ἔ­κρι­ναν, δὲν ξα­να­πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μί, μο­νά­χα ποὺ ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­βγα­λε κα­πνὸ καὶ τσι­γα­ρό­χαρ­το κι ἔ­στρι­ψε τσι­γά­ρο, κι ἡ μά­να της πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ κα­ρί­κω­μα ὣς τὰ μεσάνυχτα.

 

* Ἀπὸ ἕνα τραγούδι τοῦ Σ. Ξαρχάκου, σὲ στίχους Νίκου Γκάτσου.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ μι­κρὲς χα­ρές (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2004).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Βιντεοσκόπηση: Σάββατο βράδυ 7 Μαΐου 2011 στὸ σπίτι τῆς συγγραφέως στὴ Θεσσαλονίκη. Λήψη-φωτογραφίες: Ἡρὼ Νικοπούλου. 

 

Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ἰωάννου Δέλλιου 7, Θεσσαλονίκη. Σάββατο, 7 Μαΐου 2011.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Παρὰ τρίχα

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Πα­ρὰ τρί­χα

(Fast)

 

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΚΔΡΟΜΗ στὸ Μόλ­ταλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­το­τε ἤ­μα­σταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς, πι­ά­σα­με τὴν κου­βέν­τα σὲ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο στὸ Ὀμ­περ­βέλ­λαχ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς συ­νέ­στη­σε ἕ­νας για­τρὸς στὸ Λίν­τς καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε, μὲ μιὰ πα­ρέ­α βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ παν­δο­χεῖ­ο, ἔ­παι­ζαν τσί­τερ καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ μᾶς θύ­μι­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τοὺς ἀ­νε­ξάν­τλη­τους θη­σαυ­ροὺς τῆς μου­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης τοῦ Κέρ­ντεν. Ὅ­ταν ἦ­ταν κά­πως πε­ρα­σμέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ πα­ρέ­α τῶν βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων ἦρ­θε καὶ κά­θη­σε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ κα­θέ­νας τους ἀ­πέ­δω­σε κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο κά­ποι­ο ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτο ἢ ἀ­ξι­ο­στό­χα­στο πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του. Κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τήν, τὴν πρό­σο­χη μᾶς τρά­βη­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νος ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι στὰ δε­κα­ε­φτά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σει ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ εἶ­χε βά­λει μ’ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φό του, ἀ­νέ­βη­κε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ —ὡς γνω­στόν— πα­νύ­ψη­λου καμ­πα­να­ριοῦ στὸ Τάμ­σβεγκ. Πα­ρὰ τρί­χα γλί­τω­σα τὴ θα­νά­σι­μη πτώ­ση, εἶ­πε ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, το­νί­ζον­τας στὴ συ­νέ­χεια ρη­τὰ καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι πα­ρὰ τρί­χα θὰ τὸν εἶ­χαν γρά­ψει οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 27-28 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ἐπαναπατρισμός

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός

(Zuruckgekehrt)

 

ΤΑΝ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ἐ­δῶ στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς μποῦν κὰν στὸν κό­πο νὰ γρά­ψουν γιὰ ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἴ­διαν αὐ­τὴ χώ­ρα προ­ερ­χό­με­νο καὶ δι­ε­θνοῦς φή­μης καὶ ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας καλ­λι­τέ­χνη, γρά­φουν τό­τε ἁ­πλῶς καὶ μό­νον γιὰ τὸν ἐν λό­γῳ καλ­λι­τέ­χνη, κα­θὼς μέ­σῳ αὐ­τῆς τῆς μνεί­ας μπο­ροῦν νὰ τὸν βλά­ψουν στὴν πα­τρί­δα του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἔ­γρα­φαν εὐ­θέ­ως αὐ­τὸ ποὺ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ εἰ­λι­κρι­νὰ σκέ­φτον­ται γιὰ τὸν καλ­λι­τέ­χνη αὐ­τόν, τὸν ὁ­ποῖ­ο, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια χώ­ρα κι ἀ­νή­κει στὴν ἴ­δια γε­νιά —ποὺ δὲν ἀ­νέ­δει­ξε δὰ καὶ κά­τι ἄ­ξιο λό­γου—, τὸν μι­σοῦν ὅ­σο τί­πο­τα καὶ θὰ τὸν κα­τα­δι­ώ­κουν μὲ τὸ μί­σος τους ὣς τὸ τέ­λος τῶν ἡ­με­ρῶν τους. Δὲν τοῦ τὸ συγ­χω­ροῦν ποὺ μιὰ μέ­ρα τοὺς πα­ρά­τη­σε γιὰ τὴν τέ­χνη καὶ τὴν ἐ­πι­στή­μη του, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας συ­νε­χῶς μὲ τὰ ὁ­λο­έ­να καὶ κα­λύ­τε­ρα ἔρ­γα του τὸ δι­κό του μέ­γε­θος καὶ τὴ δι­κή τους ἀ­ση­μαν­τό­τη­τα. Ὅ­ταν δὲν τοὺς μέ­νει πλέ­ον ἄλ­λη ἐ­ναλ­λα­κτι­κή, κα­θὼς ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος γρά­φει γι’ αὐ­τὸν τὸν κα­κό­βου­λο ἀ­πο­στά­τη, ὅ­πως τὸν θε­ω­ροῦν, γρά­φουν κι ἐ­κεῖ­νοι, φρον­τί­ζον­τας ὡ­στό­σο, λό­γῳ ἀ­κρι­βῶς τῆς ἄ­με­σης ἀν­τα­πό­κρι­σής τους, νὰ σύ­ρουν τὸν ἄ­σπον­δο ἐ­χθρό τους στὴ λά­σπη. Ἀ­δυ­να­τοῦν ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦν ὅ­τι κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο βυ­θί­ζον­ται οἱ ἴ­διοι ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο σ’ αὐ­τὴν τὴ λά­σπη. Μὲ τὸ φθό­νο καὶ τὸ μί­σος τους ξα­πό­στει­λαν τὸ φί­λο μου μέ­χρι τὸ Νι­ου­κὰστλ τῆς Αὐ­στρα­λί­ας, ὅ­που εἶ­χε ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν ἐ­πι­στή­μη του. Ὅ­ταν πρὶν χρό­νια, πά­σχον­τας ἀ­πὸ ὀ­ξεί­α πα­τρι­δαλ­γί­α, μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ἀ­φή­νει τὸ Νι­ου­κὰστλ κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴν πα­τρί­δα του, ἔ­σπευ­σα νὰ τὸν προ­ει­δο­ποι­ή­σω τη­λε­γρα­φι­κῶς γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του στὴν πα­τρί­δα, ἐ­φι­στών­τας του τὴν προ­σο­χὴ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πα­τρί­δα του δὲν εἶ­ναι πλέ­ον στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρὰ μο­νά­χα μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που τὸ πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται, κα­θὼς ἐ­πί­σης κι ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στρο­φή του θὰ σή­μα­νε τὸ τέ­λος του. Ἀ­ψή­φη­σε τὴ συμ­βου­λή μου. Σή­με­ρα, θα­νά­σι­μα ἄρ­ρω­στος, κα­τοι­κο­ε­δρεύ­ει στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κὴ «Ἂμ Στά­ιν­χοφ», μό­νι­μη καὶ ταυ­τό­χρο­να φρι­κτὴ κα­τοι­κί­α του ἐ­δῶ καὶ χρό­νια.

 

  

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 178-179 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

  

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ἀντίφαση

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ἀντίφαση

(Widerspruch)

 

ΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ μιᾶς δε­ξί­ω­σης, τὴν ὁ­ποί­α πα­ρέ­θε­σε ὁ Γερ­μα­νὸς πρέ­σβης στὴ Λι­σα­βό­να, ὑ­πῆρ­ξε μα­κρὰ συ­νο­μι­λί­α ἀ­νά­με­σα στὸν τέ­ως βα­σι­λιὰ τῆς Ἰ­τα­λί­ας Οὐμ­πέρ­το καὶ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς πα­ρά­τα­ξης, Κουνιάλ, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ὁ πρῶ­τος ἐ­πι­δι­δό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς φι­λο­φρο­νή­σεις γιὰ τὸν δεύ­τε­ρο, ἐ­νῶ καὶ ὁ Κουνιὰλ μὲ τὴ σει­ρά του ἐ­πε­δεί­κνυ­ε συ­νε­χῶς τὴν εὐ­γέ­νειά του μὲ ἁ­βρὲς χει­ρο­νο­μί­ες, ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα γιὰ τὸν τέ­ως βα­σι­λιὰ ἢ βο­η­θών­τας τον νὰ βο­λευ­τεῖ στὸ κά­θι­σμά του. Ἔ­γι­να μάρ­τυ­ρας μιᾶς ἀ­πό­λυ­τα, θὰ ἔ­λε­γες, καὶ μὲ βα­θει­ὲς ρί­ζες, φι­λι­κῆς συ­ζή­τη­σης, ἡ ὁ­ποί­α δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη τὴ βρα­διὰ καὶ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ πρώ­ην μο­νάρ­χης ἐ­παι­νοῦ­σε ἀ­δι­α­λεί­πτως τὴν παγ­κό­σμια κομ­μου­νι­στι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς πα­ρά­τα­ξης ἐ­ξῆ­ρε, ἐ­ξί­σου ἀ­δι­α­λεί­πτως, τὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς μο­ναρ­χί­ας. Τε­λι­κά, ὁ Οὐμ­πέρ­το κά­λε­σε τὸν Κουνιὰλ νὰ μεί­νει μα­ζί του, στὴν οἰ­κί­α του στὴ Σίν­τρα, τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο κι ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ πιὸ ὄ­μορ­φο μέ­ρος τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, κι ὁ Κουνιὰλ δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση αὐ­τήν. Μέ­σα στὴ νύ­χτα, δι­α­σχί­ζον­τας τὴ Λι­σα­βό­να στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἔ­μοια­ζαν οἱ οἰ­μω­γὲς τῶν ἐ­ξορ­γι­σμέ­νων μα­ζῶν μιὰ δι­ε­στραμ­μέ­νη πο­λι­τι­κὴ ἀν­τί­φα­ση.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 138 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Λευκάδιος Χέρν (Lafcadio Hearn): Μιὰ ἱστορία μαντείας

 

 

Λευ­κά­διος Χέρν (Lafkadio Hearn)

 

Μιὰ ἱ­στο­ρί­α μαν­τεί­ας

(A Story of Divination)

 

ΝΩ­ΡΙ­ΖΑ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ ἕ­να μαν­το­λό­γο, ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε στὴν ἐ­πι­στή­μη ποὺ ἀ­σκοῦ­σε γιὰ νὰ ζεῖ. Εἶ­χε μά­θει σὰν μα­θη­τὴς τῆς πα­λιᾶς, κι­νέ­ζι­κης φι­λο­σο­φί­ας, νὰ πι­στεύ­ει στὴ μαν­τεία πο­λὺ προ­τοῦ σκε­φτεῖ νὰ τὴν ἀ­σκή­σει σὰν ἐ­πάγ­γελ­μα. Στὴ διά­ρκεια τῆς νι­ό­της του ἦ­ταν στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ἑ­νὸς πλου­σί­ου ντα­ϊ­μυ­ό*, ὅ­μως στὴ συ­νέ­χεια, μὲ τὶς κοι­νω­νι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς με­τα­βο­λὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ κυ­βέρ­νη­ση Μέ­ϊ­τζι, κα­τάν­τη­σε κι αὐ­τὸς νὰ πε­ρι­πέ­σει στὴν ἴ­δια ἀ­πελ­πι­στι­κὴ κα­τά­στα­ση μὲ χι­λιά­δες ἄλ­λους, ἀ­νε­πάγ­γελ­τους πιὰ σα­μου­ρά­ι. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἔ­γι­νε μαν­το­λό­γος, ἕ­νας πε­ρι­πλα­νώ­με­νος οὐ­ρα­νά­ϊ­για – πε­ρι­φε­ρό­με­νος μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη καὶ σπα­νί­ως γυρ­νών­τας σπί­τι του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο, μὲ τὰ ἔ­σο­δα ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­φέ­ρει τὸ τα­ξί­δι του. Σὰν μαν­το­λό­γος εἶ­χε ἀρ­κε­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α – κυ­ρί­ως, νο­μί­ζω, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τέ­λειας εἰ­λι­κρί­νειάς του, κα­θὼς καὶ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ἰ­δι­ό­μορ­φης, ἤ­πιας συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, ποὺ προ­κα­λοῦ­σε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Τὸ σύ­στη­μά του ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τῶν πα­λι­ῶν λο­γί­ων: χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ βι­βλί­ο ποὺ εἶ­ναι γνω­στὸ στοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ἀ­να­γνῶ­στες ὡς τὸ Γὶ-Τζὶνγκ, —κα­θὼς καὶ μιὰ δέ­σμη ἀ­πὸ μαῦ­ρα, ξύ­λι­να πλα­κί­δια, ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ δι­ευ­θε­τη­θοῦν ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ σχη­μα­τί­σουν κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κι­νέ­ζι­κα ἑ­ξά­γραμ­μα— καὶ πάν­τα ἄρ­χι­ζε τὴ μαν­τεί­α του μὲ μιὰ σο­βα­ρὴ προ­σευ­χὴ πρὸς τοὺς θε­ούς.

       Τὸ ἴ­διο τὸ σύ­στη­μα, ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λάν­θα­στο στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς δα­σκά­λου. Ὁ­μο­λο­γοῦ­σε ὅ­τι εἶ­χε κά­νει κά­ποι­ες ἐ­σφαλ­μέ­νες προρ­ρή­σεις· ἔ­λε­γε ὅ­μως ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ λά­θη ὀ­φεί­λον­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ δι­κή του πα­ρα­νό­η­ση κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τοῦ βι­βλί­ου ἢ κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ δι­α­γράμ­μα­τα. Γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­ος μα­ζί του πρέ­πει νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι στὴ δι­κή μου πε­ρί­πτω­ση —(μοῦ εἶ­χε πεῖ τὴ μοί­ρα τέσ­σε­ρις φο­ρές)— οἱ προρ­ρή­σεις του εἶ­χαν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ποὺ εἶ­χα φο­βη­θεῖ. Μπο­ρεῖ νὰ μὴ πι­στεύ­ε­τε στὴ μαν­τεί­α – λο­γι­κὰ νὰ τὴν πε­ρι­φρο­νεῖ­τε· ὅ­μως κά­τι ἀ­πὸ μιὰ κλη­ρο­νο­μη­μέ­νη, δει­σι­δαί­μο­να τά­ση, λαν­θά­νει στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πό μᾶς· καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται πα­ρὰ λί­γες πα­ρά­ξε­νες ἐμ­πει­ρί­ες γιὰ νὰ τὴν ξυ­πνή­σουν, προ­κα­λών­τας τὴν πιὸ πα­ρά­λο­γη ἐλ­πί­δα ἢ φό­βο γιὰ τὴν κα­λὴ ἢ κα­κὴ μοί­ρα, ποὺ κά­ποι­ος μαν­το­λό­γος σᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε. Βέ­βαι­α, νὰ βλέ­πα­με πραγ­μα­τι­κὰ τὸ μέλ­λον θὰ ἦ­ταν δυ­στυ­χί­α. Φαν­τα­στεῖ­τε τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς γνώ­σης ὅ­τι μέ­σα στοὺς ἑ­πό­με­νους δύ­ο μῆ­νες, κά­ποι­α φο­βε­ρὴ συμ­φο­ρὰ πρέ­πει νὰ σᾶς συμ­βεῖ, μιὰ συμ­φο­ρὰ τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ κά­νε­τε τί­πο­τε, γιὰ νὰ τὴν ἀν­τι­με­τω­πί­σε­τε!

       Ἦ­ταν ἤ­δη γέ­ρος, ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα στὸ Ἴ­ζου­μο, σί­γου­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, φαι­νό­ταν ὅ­μως πο­λὺ νε­ό­τε­ρος. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸν συ­νάν­τη­σα στὴν Ὄ­σα­κα, στὸ Κυ­ό­το καὶ στὸ Κόμ­πε. Πολ­λὲς φο­ρὲς προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν πεί­σω νὰ πε­ρά­σει τοὺς χει­μω­νι­ά­τι­κους μῆ­νες μὲ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο κρύ­ο κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη μου – κι αὐ­τὸ για­τί εἶ­χε μιὰ τό­σο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ γνώ­ση τῶν πα­ρα­δό­σε­ων, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ προ­σφέ­ρει ἀ­προ­σμέ­τρη­τη ὑ­πη­ρε­σί­α ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἄ­πο­ψη. Ὅ­μως, ἐν μέ­ρει ἐ­πει­δὴ ἡ συ­νή­θεια τῆς πε­ρι­πλά­νη­σης τοῦ εἶ­χε γί­νει δεύ­τε­ρη φύ­ση, ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη γιὰ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τό­σο ἄ­γρια ὅ­σο ἑ­νὸς γύ­φτου, πο­τὲ δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸν κρα­τή­σω κον­τά μου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρες τὴ φο­ρά.

       Κά­θε χρό­νο εἶ­χε συ­νή­θει­ο νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ Τό­κυ­ο –  κα­τὰ κα­νό­να ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο. Τό­τε κάμ­πο­σες βδο­μά­δες τρι­γυρ­νοῦ­σε ἀ­θό­ρυ­βα μέ­σα στὴν πό­λη, ἀ­πὸ συ­νοι­κί­α σὲ συ­νοι­κί­α, μέ­χρι νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ πά­λι. Ὅ­μως στὴ διά­ρκεια αὐ­τῶν τῶν φευ­γα­λέ­ων τα­ξι­δι­ῶν πο­τὲ δὲν πα­ρέ­λει­πε νὰ μὲ ἐ­πι­σκε­φτεῖ· φέρ­νον­τας κα­λό­δε­χτα νέ­α ἀ­π’ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ Ἴ­ζου­μο – φέρ­νον­τας ἐ­πί­σης κά­ποι­ο πε­ρί­ερ­γο, μι­κρὸ δῶ­ρο, γε­νι­κὰ θρη­σκευ­τι­κοῦ εἴ­δους, ἀ­πὸ κά­ποι­ο φη­μι­σμέ­νο προ­σκύ­νη­μα. Τό­τε μοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α γιὰ κά­ποι­α λι­γό­ω­ρη συ­ζή­τη­ση μα­ζί του. Κά­ποι­ες φο­ρὲς ἡ κου­βέν­τα εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὰ πα­ρά­ξε­να πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­δε ἢ ἄ­κου­σε στὴ διάρκεια τοῦ τε­λευ­ταί­ου του τα­ξι­δι­ο­ῦ· κά­ποι­ες φο­ρὲς πε­ρι­στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ πα­λιοὺς θρύ­λους ἢ δο­ξα­σί­ες· ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι ἀ­φο­ροῦ­σε τὴ μαν­το­λο­γί­α. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με μοῦ μί­λη­σε γιὰ μιὰ κι­νέ­ζι­κη μέ­θο­δο μαν­τεί­ας μὲ πο­λὺ ἀ­κρι­βῆ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ποὺ λυ­πό­ταν για­τί πο­τὲ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ μά­θει. «Ὅ­ποι­ος μά­θει κα­λὰ αὐ­τὴ τὴ μέ­θο­δο,» εἶ­πε, «θὰ μπο­ροῦ­σε, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ σοῦ πεῖ ὄ­χι μό­νο τὸν ἀ­κρι­βῆ χρό­νο, στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κο­λώ­να ἢ δο­κὸς αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ θὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει ἀ­π’ τὴ φθο­ρά, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ σοῦ πεῖ τὴν κα­τεύ­θυν­ση τοῦ σπα­σί­μα­τος, κα­θὼς καὶ ὅ­λα του τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα τί ἐν­νο­ῶ, ἂν σοῦ ἀ­φη­γη­θῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

 

       «Ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γιὰ τὸν φη­μι­σμέ­νο Κι­νέ­ζο μαν­το­λό­γο, ποὺ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α τὸν λέ­με Σό­κο Σέ­τσου καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νη στὸ βι­βλί­ο B­a­i­k­wa-S­h­in-E­ki, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο μαν­τεί­ας. Ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­κό­μα πο­λὺ νέ­ος, ὁ Σό­κο Σέ­τσου ἀ­πέ­κτη­σε μιὰ ὑ­ψη­λὴ θέ­ση λό­γῳ τῆς σο­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­ρε­τῆς του· ὅ­μως πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­π’ αὐ­τὴ καὶ ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὴν ἐ­ρη­μιά, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ ν’ ἀ­φι­ε­ρώ­σει ὅ­λο τὸ χρό­νο του στὴ με­λέ­τη. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­ζη­σε πολ­λὰ χρό­νια μό­νος σὲ μιὰ κα­λύ­βα ἀ­νά­με­σα στὰ βου­νά· με­λε­τών­τας χω­ρὶς φω­τιὰ τὸ χει­μώ­να καὶ χω­ρὶς βεν­τά­λια τὸ κα­λο­καί­ρι· γρά­φον­τας τὶς σκέ­ψεις του πά­νω στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου του —λό­γῳ ἔλ­λει­ψης χαρ­τιοῦ— καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μό­νο ἕ­να κε­ρα­μί­δι γιὰ μα­ξι­λά­ρι.

       »Μιὰ μέ­ρα, τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου κα­λο­και­ρι­νοῦ καύ­σω­να, αἰ­σθάν­θη­κε νὰ τὸν πιά­νει ὑ­πνη­λί­α καὶ ξά­πλω­σε γιὰ ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, μὲ τὸ κε­ρα­μί­δι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του. Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ, ὅ­ταν ἕ­να πον­τί­κι πέ­ρα­σε τρέ­χον­τας πά­νω ἀ­π’ τὸ πρό­σω­πό του ξυ­πνών­τας τον ἀ­πό­το­μα. Ὀρ­γι­σμέ­νος, ἅρ­πα­ξε τὸ κε­ρα­μί­δι καὶ τὸ ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὸ πον­τί­κι· ὅ­μως αὐ­τὸ κα­τά­φε­ρε ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ χτύ­πη­μα, καὶ τὸ κε­ρα­μί­δι ἔ­σπα­σε. Ὁ Σό­κο Σέ­τσου κύτ­τα­ξε μὲ θλί­ψη τὰ θρύ­ψα­λα τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ κι ἐ­πι­τί­μη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ βι­α­σύ­νη του. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἀν­τι­λή­φθη­κε, πά­νω στὴν ὄ­ψη τοῦ πη­λοῦ ποὺ μό­λις εἶ­χε ἐ­κτε­θεῖ στὸ φῶς, κά­ποι­α κι­νέ­ζι­κα ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα – ἀ­νά­με­σα στὴν πά­νω καὶ στὴν κά­τω πλευ­ρὰ τοῦ κε­ρα­μι­διοῦ. Βρί­σκον­τας τὸ πράγ­μα πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο, σή­κω­σε τὰ κομ­μά­τια καὶ τὰ ἐ­ξέ­τα­σε προ­σε­κτι­κά. Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι κα­τὰ μῆ­κος τοῦ σπα­σί­μα­τος δε­κα­ε­φτὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα εἶ­χαν γρα­φτεῖ πά­νω στὸν πη­λό, προ­τοῦ ἀ­κό­μα τὸ κε­ρα­μί­δι ψη­θεῖ· τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα αὐ­τὰ ἔ­λε­γαν τὸ ἑ­ξῆς – Τὴ Χρο­νιὰ τοῦ Λα­γοῦ, τὸν τέ­ταρ­το μή­να, τὴ δέ­κα­τη ἑ­βδό­μη μέ­ρα, τὴν Ὥ­ρα τοῦ Φει­διοῦ, αὐ­τὸ τὸ κε­ρα­μί­δι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μέ­ψει σὰν μα­ξι­λά­ρι, θὰ τὸ πε­τά­ξουν πά­νω σ’ ἕ­να πον­τί­κι καὶ θὰ σπά­σει. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, ἡ προ­φη­τεί­α εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ τὴν Ὥ­ρα τοῦ Φει­δι­οῦ, τὴ δέ­κα­τη ἕ­βδο­μη μέ­ρα τοῦ τέ­ταρ­του μή­να τῆς Χρο­νιᾶς τοῦ Λα­γοῦ. Κα­τά­πλη­κτος ὁ Σό­κο Σέ­τσου κύτ­τα­ξε ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὰ θρύ­ψα­λα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὴ σφρα­γί­δα καὶ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ κα­τα­σκευα­στῆ. Ἀ­φή­νον­τας ἀ­μέ­σως τὴν κα­λύ­βα του καὶ παίρ­νον­τας μα­ζί του τὰ κομ­μά­τια τοῦ κε­ρα­μι­διοῦ, ξε­κί­νη­σε βι­α­στι­κὰ γιὰ τὴ γει­το­νι­κὴ πό­λη, σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ κε­ρα­μο­ποι­οῦ. Τὸν βρῆ­κε τὴν ἴ­δια ἐ­κεί­νη μέ­ρα, τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ σπα­σμέ­νο κε­ρα­μί­δι καὶ τὸν ρώ­τη­σε γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α του.

       »Ἀ­φοῦ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ θρύ­ψα­λα προ­σε­κτι­κά, ὁ κε­ρα­μο­ποι­ὸς εἶ­πε – “Αὐ­τὸ τὸ κε­ρα­μί­δι κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὸ δι­κό μου ἐρ­γα­στή­ριο, ὅ­μως τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα στὸν πη­λὸ γρά­φτη­καν ἀ­πὸ ἕ­να γέ­ρο —ἕ­να μαν­το­λό­γο— ποὺ ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψει κά­τι πά­νω στὸ κε­ρα­μί­δι προ­τοῦ αὐ­τὸ ψη­θεῖ.” – “Ξέ­ρεις ποῦ μέ­νει;” ρώ­τη­σε ὁ Σό­κο Σέ­τσου. “Ἔ­με­νε”, ἀ­πάν­τη­σε ὁ κε­ρα­μο­ποι­ός, “­ὄ­χι πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ δῶ· μπο­ρῶ μά­λι­στα νὰ σοῦ δεί­ξω τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι του. Δὲν ξέ­ρω ὅ­μως τὸ ὄ­νο­μά του.”

       »Ἀ­φοῦ μὲ τὴ κα­θο­δή­γη­ση τοῦ κε­ρα­μο­ποι­οῦ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι, ὁ Σό­κο Σέ­τσου πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν εἴ­σο­δο καὶ ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ μι­λή­σει στὸ γέ­ρο μαν­το­λό­γο. Ἕ­νας μα­θη­τής, ποὺ πρό­σφε­ρε ἐ­πί­σης ὑ­πη­ρε­σί­ες, τὸν προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κὰ νὰ πε­ρά­σει καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο βρί­σκον­ταν πολ­λοὶ νε­α­ροὶ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νοι στὴ με­λέ­τη. Κα­θὼς ὁ Σό­κο Σέ­τσου κά­θη­σε, ὅ­λοι οἱ νέ­οι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ πρω­το­μί­λη­σε, κά­νον­τας  πρὸς τὸ μέ­ρος του μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, εἶ­πε: “­Λυ­πού­μα­στε πο­λὺ ποὺ πρέ­πει νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σου­με ὅ­τι ὁ δά­σκα­λός μας πέ­θα­νε ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Ὅ­μως σᾶς πε­ρι­μέ­να­με, δι­ό­τι μᾶς εἶ­χε προ­εί­πει ὅ­τι σή­με­ρα θὰ ἐρ­χό­σα­σταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα. Τὸ ὄ­νο­μά σας εἶ­ναι Σό­κο Σέ­τσου. Καὶ ὁ δά­σκα­λός μας, μᾶς ἀ­νέ­θε­σε νὰ σᾶς δώ­σου­με ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ σᾶς ἦ­ταν χρή­σι­μο. Πρό­κει­ται γι’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το βι­βλί­ο· εὐ­α­ρε­στη­θεῖ­τε νὰ τὸ δε­χθεῖ­τε.”

      »Ὁ Σό­κο Σέ­τσου ξαφ­νι­ά­στη­κε, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να κα­τα­χά­ρη­κε· για­τὶ τὸ βι­βλί­ο ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ἀ­πὸ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα καὶ πο­λυ­τι­μό­τε­ρα τοῦ εἴ­δους – ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ποὺ πε­ρι­εῖ­χε ὅ­λα τὰ μυ­στι­κὰ τῆς ἐ­πι­στή­μης τῆς μαν­τεί­ας. Ἀ­φοῦ εὐ­χα­ρί­στη­σε τοὺς νέ­ους καὶ δε­όν­τως ἐ­ξέ­φρα­σε τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια του γιὰ τὸ θά­να­το τοῦ δα­σκά­λου τους, γύ­ρι­σε στὴν κα­λύ­βα του καὶ ἄρ­χι­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἀ­ξί­α τοῦ βι­βλί­ου, συμ­βου­λευ­ό­με­νος τὶς σε­λί­δες του σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­κή του μοί­ρα. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ τὸν ὑ­παι­νιγ­μὸ ὅ­τι στὴ νό­τια πλευ­ρὰ τῆς κα­τοι­κί­ας του, σὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο κον­τὰ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κα­λύ­βας, τὸν πε­ρί­με­νε με­γά­λη τύ­χη. Ἔ­σκα­ψε στὸ μέ­ρος ποὺ τοῦ ὑ­πο­δεί­χτη­κε καὶ πραγ­μα­τι­κά, βρῆ­κε μιὰ στά­μνα ποὺ πε­ρι­εῖ­χε χρυ­σὸ τό­σο, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει πο­λὺ πλού­σιο ἄν­θρω­πο.»

 

* * *

 

Ὁ πα­λιός μου φί­λος ἄ­φη­σε αὐ­τὸ τὸν κό­σμο τό­σο μο­να­χι­κά, ὅ­σο εἶ­χε ζή­σει. Τὸν πε­ρα­σμέ­νο χει­μώ­να, κα­θὼς δι­ά­βαι­νε μιὰ ὁ­ρο­σει­ρά, ἔ­πε­σε πά­νω σε μιὰ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα κι ἔ­χα­σε τὸ δρό­μο του. Πολ­λὲς μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν βρῆ­καν νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν κορ­μὸ ἑ­νὸς πεύ­κου, μὲ τὸ μι­κρό του σακ­κί­διο δε­μέ­νο στοὺς ὤ­μους: ἕ­να ἄ­γαλ­μα ἀ­πὸ πά­γο – χέ­ρια δι­πλω­μέ­να καὶ μά­τια κλει­στά, σὰν σὲ δι­α­λο­γι­σμό. Ἴ­σως, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ πε­ρά­σει ἡ θύ­ελ­λα, νὰ εἶ­χε ὑ­πο­χω­ρή­σει στὴν ὑ­πνη­λί­α ποὺ φέρ­νει τὸ κρύ­ο, καὶ τὸ χι­ό­νι τὸν σκέ­πα­σε κα­θὼς κοι­μό­ταν. Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τὸν τὸν πα­ρά­ξε­νο θά­να­το θυ­μή­θη­κα τὴν πα­λιὰ ἰ­α­πω­νι­κὴ πα­ροι­μί­α – Οὐ­ρα­νά­ϊ­για μὶ νὸ οὐ­ὲ σι­ρά­ζου: «Ὁ μαν­το­λό­γος δὲν γνω­ρί­ζει τὴν ἴ­δια του τὴ μοί­ρα.»

 

* ντα­ϊ­μυ­ό· περιφερειακὸς διοικητὴς τῆς φεουδαρχικῆς περιόδου (Σ.τ.ἐ.).

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Lafcadio Hearn: In Ghostly Japan, Little, Brown, and Co., Boston 1899, σ. 50 -59.

 

 Λευ­κά­διος Χὲρν (Lafkadio Hearn) Γεν­νή­θη­κε τὸ 1850 στὴν Λευ­κά­δα, ἀ­πὸ πα­τέ­ρα Ἰρ­λαν­δό, τὸν Τσὰρ­λς Χέρν, ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τό­τε ὡς για­τρὸς τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ στρα­τοῦ στὰ ὑ­πὸ βρε­ταν­νι­κὴ κα­το­χὴ Ἑ­πτά­νη­σα, καὶ μη­τέ­ρα Ἑλ­λη­νί­δα, τὴν Ρό­ζα Κα­σι­μά­τη ἀ­πὸ τὰ Κύ­θη­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ δύ­ο χρό­νια ὁ πα­τέ­ρας του γύ­ρι­σε μὲ με­τά­θε­ση στὴν Ἰρ­λαν­δί­α, μα­ζὶ μὲ ὅ­λη τὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ὅ­ταν ὁ Λευ­κά­διος ἦ­ταν τεσ­σά­ρων χρο­νῶν οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι χώ­ρι­σαν. Τὸν Λευ­κά­διο με­γά­λω­σε μιὰ εὐ­κα­τά­στα­τη θεί­α του, ἡ ὁ­ποί­α φρόν­τι­σε καὶ γιὰ τὴ μόρ­φω­σή του, στέλ­νον­τάς τον νὰ σπου­δά­σει σὲ ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς συγ­γε­νῆ ἡ θεί­α ἔ­χα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α της, ὁ­πό­τε ὁ Χέρν, σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν (1869) ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ με­τα­να­στεύ­σει στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Στὸ Σιν­σι­νά­τι καὶ τὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη ὅ­που κυ­ρί­ως ἔ­ζη­σε πέ­ρα­σε πολ­λὲς κα­κου­χί­ες, ὥ­σπου βρῆ­κε δου­λειὰ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες. Μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὸν ἔ­στει­λε ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τὴ στὴ Μαρ­τι­νί­κα. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­τέλ­λει τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἄ­στρο. Τὸ βι­βλί­ο μὲ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις του ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ τῆς ἐ­ξω­τι­κῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς γνω­ρί­ζει ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἐκ­πο­νεῖ ἐ­πί­σης με­τα­φρά­σεις Γάλ­λων λο­γο­τε­χνῶν. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ὴ τοῦ Λευ­κά­διου, τὸν ἀ­νέ­δει­ξε σὲ συγ­γρα­φέ­α δι­ε­θνοῦς βε­λη­νε­κοῦς καὶ τοῦ προ­σέ­δω­σε μιὰ σπά­νια ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, ἦ­ταν ἡ ἀ­πο­στο­λὴ ποὺ τοῦ ἀ­νέ­θε­σε ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα του νὰ πά­ει στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, ποὺ μό­λις πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὶς πύ­λες της στὴ Δύ­ση καὶ νὰ στεί­λει ἐν­τυ­πώ­σεις κ.λπ. ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ὁ Λευ­κά­διος ἐ­ρω­τεύ­τη­κε αὐ­τὴ τὴ χώ­ρα. Παν­τρεύ­τη­κε Ἰ­α­πω­νί­δα καὶ ἔ­γι­νε Ἰ­ά­πω­νας ὑ­πή­κο­ος, παίρ­νον­τας τὸ ὄ­νο­μα Κο­ϊ­ζού­μι Γι­ά­κου­μο. Ἀ­νέ­λα­βε συν­ει­δη­τὰ τὸ ἔρ­γο ἀ­πὸ τὴ μιὰ τῆς δι­ά­σω­σης τῆς ἰ­α­πω­νι­κῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς, πε­ρι­γρά­φον­τας τὴ ζω­ὴ ὅ­πως τὴν ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, με­τα­γρά­φον­τας πα­ρα­μύ­θια καὶ θρύ­λους, πε­ρι­γρά­φον­τας ἔ­θι­μα κ.λπ., καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τῆς ἑρ­μη­νεί­ας αὐ­τοῦ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ στὴ Δύ­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα, ἂν καὶ αὐ­τὴ ἡ ἑρ­μη­νεί­α ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­πὸ φά­σεις κρι­τι­κῆς, δὲν ἔ­χει πά­ψει νὰ μα­γνη­τί­ζει ἕ­να με­γά­λο ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, στὸ ὁ­ποῖ­ο, μα­ζὶ μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­ρε­τές, τὸν ρο­μαν­τι­σμὸ κ.λπ. τοῦ ἔρ­γου τοῦ Χέρν, ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη γο­η­τεί­α της. Ὁ Λευ­κά­διος πέ­θα­νε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α τὸ 1904 καὶ θά­φτη­κε ἐ­κεῖ μὲ τὸ βου­δι­στι­κὸ τυ­πι­κό, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α του. Ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ δὲν ἔ­πα­ψε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ τραῦ­μα τῆς ἔλ­λει­ψης τῆς μη­τέ­ρας, τὴν ὁ­ποί­α πάν­τα ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ­σα στὰ θο­λὰ σπα­ράγ­μα­τα τῶν παι­δι­κῶν ἀ­να­μνή­σε­ων. Ὁ Χὲρν ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ βι­βλί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α, ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν δι­ά­ση­μο, ὅ­πως τὸ O­ut of t­he E­a­st, G­l­e­a­n­i­n­gs in B­u­d­d­ha F­i­e­l­ds, K­w­a­i­d­an, J­a­p­an: An A­t­t­e­m­pt at I­n­t­e­r­p­r­e­t­a­t­i­on, κ.ἄ. Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἡ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α του, οἱ πα­ρα­δό­σεις γιὰ τὴν ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἔ­δω­σε ὡς κα­θη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τό­κυ­ο, κ.ἄ. (Περισσότερα στὸ
http://www.lafcadio.gr/index.html
)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά. Ἐκτε­τα­μέ­νες με­τα­φρα­στικὲς ἐργα­σί­ες του μὲ εἰσα­γωγὲς καὶ ση­μειώσεις ἔχουν δη­μο­σιευ­τεῖ στὸ περ. Πλα­νό­διον γιὰ τοὺς ἰά­πω­νες συγ­γρα­φεῖς Σίγκα Να­ό­για (τχ. 32) καὶ Οὐέ­ντα Ἀκι­νά­ρι (τχ. 41).  

 

Εἰκόνα: Ὁ Λευκάδιος Χὲρν μὲ τὴ σύζυγό του Κοϊζούμι Σέτσου.

 

Γιάννης Τσίγκρας: Τὸ τίκ κάτω ἀπὸ τὸ πόδι

 

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Τὸ τὶκ κά­τω ἀ­πὸ ­τὸ πό­δι

 

­ΚΕΙ­ΝΟ ΤΟ ΒΡΑ­ΔΥ τῆς Ἀ­πο­κριᾶς τοῦ 1965, ὅ­λοι στὴν κου­ζί­να τοῦ σπι­τιοῦ μας χό­ρευ­αν τὸ «Μπάρ­μπα Θω­μᾶ, τὸν παι­νε­μέ­νο μαγ­κί­τη ποὺ τὸν γέ­ρα­σαν τὰ βά­σα­να καὶ πλέ­ον ὁ κα­η­μέ­νος δὲν μι­λά­ει» κι ἀ­κό­μη τοὺς «λα­χα­νά­δες ποὺ κά­ναν τὴν κυ­ρί­α κά­τω στὰ Λε­μο­νά­δι­κα».

       Ὁ Νί­κος ὁ Κρε­μύ­δας εἶ­χε πε­ρά­σει ἕ­να με­γά­φω­νο, τό ‘χε κρύ­ψει στὸ με­γά­λο χω­νὶ ποὺ εἴ­χα­με γιὰ τὸν ἐ­ξα­ε­ρι­σμὸ τῆς κου­ζί­νας, καὶ μὲ ἕ­να κα­λώ­διο τὸ εἶ­χε συν­δέ­σει μὲ τὸ «στούν­τιό» του, ἕ­να δω­μα­τιά­κι κτι­σμέ­νο μὲ τσι­μεν­τό­λι­θους στὴν τα­ρά­τσα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ του, πλά­ι στὸν πε­ρι­στε­ρώ­να, γε­μά­το μὲ 45άρια δι­σκά­κια. Ἐ­κεῖ ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­γρα­φε λα­θραῖ­ες κα­σέ­τες.

      Κρα­τών­τας μιὰ πα­λαι­ό­τε­ρη ὑ­πό­σχε­σή του, μᾶς ἐγ­κα­τέ­στη­σε τὸ «σύ­στη­μα», ἔ­τσι τό ‘λέ­γε, κι ὅ­λη τὴ νύ­χτα μᾶς ἔ­βα­ζε δί­σκους. Πό­τε-πό­τε πε­τά­γον­ταν καὶ αὐ­τὸς στὸ σπί­τι μας, στὴν κου­ζί­να, ὅ­που κατ’ ἀ­νάγ­κη γί­νον­ταν τὸ γλέν­τι, καὶ χό­ρευ­ε μι­σο­στρί­βον­τας κω­μι­κὰ τὸ ἀ­πὸ σφαί­ρα τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα λα­βω­μέ­νο κορ­μί του, σὰν ἡ­μι­πλη­γι­κὴ χο­ρεύ­τρια τοῦ ὀ­ρι­εν­τάλ.

      Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἦ­σαν, ἀπ’ ὅ,τι θυ­μᾶ­μαι, ὁ θεῖ­ος ὁ Γι­ῶρ­γος ὁ ἀ­δελ­φὸς τῆς μά­νας μου, ἡ θεί­α ἡ Κά­τια ἡ γυ­ναί­κα του, μὲ τὴν πεν­τά­χρο­νη ξα­δέλ­φη μου νὰ κοι­μᾶ­ται συ­νε­χῶς σ’ ἕ­να μι­κρὸ κα­να­πέ, κα­θὼς καὶ ἡ ἀ­δελ­φὴ τῆς θεί­ας, ἡ δε­κα­πεν­τά­χρο­νη, τό­τε, Ἑ­λέ­νη, ποὺ θυ­μόν­ταν τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ ἕ­ως καὶ πέ­ρυ­σι ποὺ μᾶς ἐ­πι­σκέ­φτη­κε ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη ὅ­που, ἐ­δῶ καὶ σα­ράν­τα τό­σα χρό­νια, ζεῖ μὲ τὸν ἄν­τρα της, τὸ γιό της καὶ τὰ δυ­ό της ἐγ­γό­νια.

      Ἦ­ταν ἀ­κό­μη τὰ δυ­ὸ ἀ­νύ­παν­τρα τό­τε ἀ­δέλ­φια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ Θα­νά­σης καὶ ὁ Λά­κης καὶ κά­ποι­οι γεί­το­νες – ἀ­νά­πη­ροι πο­λέ­μου κι ἐ­κεῖ­νοι, σὰν τὸν πα­τέ­ρα.

      Μὲ λί­γο τσί­που­ρο καὶ μὲ με­ζὲ λα­κέρ­δα καὶ κε­φα­λο­τύ­ρι ποὺ ἔ­φε­ρε ἡ μά­να μου ἀ­πὸ τὸ μπα­κα­λι­κά­κι μας, τὸ μα­γα­ζὶ ὅ­πως τὸ λέ­γα­με, τὸ κέ­φι εἶ­χε φτιά­ξει.

      Ὁ θεῖ­ος ὁ Γι­ῶρ­γος εἶ­χε ξε­θη­λυ­κω­θεῖ, τὰ που­κά­μι­σα ἔ­ξω, λα­χα­νι­α­σμέ­νος καὶ κα­τα­κόκ­κι­νος, ὅ­πως ὅ­ταν ξε­φόρ­τω­νε τὰ καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ τοῦ Χρυ­σό­μαλ­λου, στὸ μα­γα­ζά­κι του τῆς πλα­τεί­ας τῆς Πορ­τα­ριᾶς.

       

      Ξάφ­νου χτύ­πη­σε δυ­να­τὰ ἡ πόρ­τα – κα­τέ­φθα­νε ἡ πρώ­τη ὁ­μά­δα καρ­να­βα­λι­στῶν. Μπῆ­καν μέ­σα μὲ φω­νὲς καὶ γέ­λια.

      Τὸ ἀ­στεῖ­ο τῆς ὑ­πό­θε­σης ἦ­ταν ὅ­τι ὅ­λοι, μὰ ὅ­λοι, ἦ­σαν ἀ­να­γνω­ρί­σι­μοι, ὡς γεί­το­νες.

      Κατ’ ἀρ­χὴν ξε­χω­ρί­σα­με τοὺς ἄν­τρες ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες. Οἱ ἄν­τρες φο­ροῦ­σαν γυ­ναι­κεῖ­α ροῦ­χα καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ἀν­τρι­κά.

      Ὅ­μως τὰ πο­λυ­φο­ρε­μέ­να αὐ­τὰ ροῦ­χα μᾶς ὁ­δή­γη­σαν καὶ στὸ ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ κα­θέ­νας, τὰ πρό­σω­πα πί­σω ἀ­πὸ τὶς αὐ­το­σχέ­δι­ες μά­σκες ἦ­σαν ἀ­πό­λυ­τα εὐ­δι­ά­κρι­τα. Ἔ­τσι ἀ­νά­με­σα σὲ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ γέ­λια, τὰ πρό­χει­ρα μαν­τή­λια ἀ­φαι­ρέ­θη­καν γρή­γο­ρα. Μό­νον ἡ Ἀ­θη­νᾶ τοῦ Ἀ­λέ­κου, ἡ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νη τὸ Κι­κι­ρί­κι, μᾶς δυ­σκό­λε­ψε λί­γο για­τί εἶ­χε φο­ρέ­σει ἕ­να κα­φά­σι ἀ­πὸ μῆ­λα στὸ κε­φά­λι καὶ τὸ εἶ­χε τυ­λί­ξει ἐ­πι­με­λῶς μὲ τλου­πά­νια, ἔ­τσι ἔ­παιρ­νε ἕ­να ἀ­προσ­δό­κη­το, ὑ­περ­φυ­σι­κὸ ὕ­ψος.

       

      Ὁ ἑ­πό­με­νος με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος ἦ­ταν μο­να­χι­κὸς καὶ ἄ­γνω­στος. Μπῆ­κε ἀ­μί­λη­τος, ἔ­τσι ποὺ πι­στέ­ψα­με ὅ­τι ἦ­ταν γνω­στὸς καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­δο­θεῖ ἀ­πὸ τὴ φω­νή. Ἦ­ταν ἡ χα­λα­ρὴ ὥ­ρα τῶν ταγ­κό – Βι­ο­λε­τέ­ρα, Κομ­παρ­σί­τα, τέ­τοι­α. Χό­ρε­ψε μὲ ὅ­λες τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς πα­ρέ­ας κι αὐ­τὸ δὲν ἄ­ρε­σε στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους. Τοῦ ζή­τη­σαν νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νή­θη­κε. Τό­τε τὰ αἵ­μα­τα ἄ­να­ψαν, ἔ­πε­σαν κά­τι σπρω­ξί­μα­τα καὶ ἕ­νας θερ­μό­αι­μος, ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους μᾶλ­λον, τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ δυ­να­τὴ γρο­θιά. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πε­σε στὸ πλά­ι. Ἀ­κί­νη­τος. Τοῦ ἔ­βγα­λαν τὴ μά­σκα – ἄ­γνω­στος σ’ ὅ­λους. Ἄ­γνω­στος κι ἀ­κί­νη­τος, σὰ νε­κρός. Δη­μι­ουρ­γή­θη­κε πα­νι­κός, οἱ μι­κροὶ βά­λα­με τὰ κλά­μα­τα, ὁ Κρε­μύ­δας στα­μά­τη­σε τὰ τρα­γού­δια.

      Εὐ­τυ­χῶς σὲ λί­γο ὁ ἄν­θρω­πος συ­νῆλ­θε, ψέλ­λι­σε ἕ­να «συγ­γνώ­μη, λά­θος μου» καί, πρὸς ἀ­να­κού­φι­ση ὅ­λων μας, ἀ­πῆλ­θε μὲ ὕ­φος σα­στι­σμέ­νο.

       

      Στὸ χά­σμα ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἴ­δα­με ὅ­λοι νὰ γε­μί­ζει τὸ προ­σκή­νιο ὁ πα­τέ­ρας. Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γά, τε­λε­τουρ­γι­κὰ σχε­δὸν καὶ ζή­τη­σε ἕ­να βα­ρὺ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο. Ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει μὲ κεί­νη τὴν πε­ρη­φά­νια ποὺ κά­ποι­ες εἰ­δι­κὲς στιγ­μὲς τὸν δι­έ­κρι­νε. Τὸ γνώ­ρι­ζα, κι ἂς μὴν τὸν κοι­τοῦ­σα, ὅ­τι τὰ μά­τια του ἦ­ταν δα­κρυ­σμέ­να. Δι­έ­κρι­να, για­τὶ τὸν ἤ­ξε­ρα κα­λά, τὰ μυ­στι­κὰ τῆς ψυ­χῆς του κι­νή­μα­τα. Χό­ρευ­ε καὶ τὸ ξύ­λι­νο πό­δι του ἔ­τρι­ζε ἀ­παί­σια. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ὅ­τι δὲν τὸ ἄ­κου­γε.

      Ὣς τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­ρα­πά­τη­σε κι ἔ­πε­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα.

      Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα.

      Κι ἀ­νά­με­σα σὲ λυγ­μοὺς «για­τί ὁ κε­ρα­τὰς δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι νὰ βά­λει τὴ νάρ­κη» ἔ­λε­γε κι ἀ­κό­μη «για­τί νά ’μαι ἐ­γὼ ποὺ ἔ­νι­ω­σα τὸ τὶκ κά­τω ἀ­πὸ τὸ πό­δι μου. Για­τί Θε­έ μου…»

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980). 

 

Νίκη Τρουλλινοῦ: Πολιτεία χωμένη στὴν ἄμμο

 

 

Νί­κη Τρουλ­λι­νοῦ

 

Πο­λι­τεί­α χω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο

 

στὴ Νί­κη Μα­ραγ­κοῦ

 

Ε ΠΗΡΕ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι νὰ μοῦ δεί­ξει τὰ πα­τρο­γο­νι­κά. Καὶ τὰ χρό­νια τὰ παι­δι­κά, κι αὐ­τὰ τῆς ἐ­φη­βεί­ας. Καὶ μὲ πῆ­γε τα­ξί­δι ὁ­λά­κε­ρο στὸ χρό­νο καὶ τοὺς δρό­μους καὶ στὸν πα­λια­τζὴ τοῦ στε­νοῦ δρό­μου πρὶν ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἄι Νι­κό­λα. Καὶ εἶ­πε ἔ­τσι, ἤ, πε­ρί­που ἔ­τσι:

 

         Ἀνοίξανε τὰ ὁ­δο­φράγ­μα­τα. Μέ­ρες τοῦ Πά­σχα τοῦ 2003. Οὐ­ρὲς τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στὸν Ἅ­γιο Δο­μέ­τη. Πε­ρά­σα­με τρί­τοι. Πα­τή­σα­με γκά­ζι μὲ τὸν Κων­σταν­τῆ. Νὰ περ­νᾶ­με τὴ Με­σα­ω­ρί­α, νὰ κα­τα­πί­νει τὸ ἁ­μά­ξι τὸν κάμ­πο καὶ νὰ λι­ώ­νω τὰ νύ­χια μέ­σα στὶς πα­λά­μες. Γραμ­μὴ γιὰ τὴν Ἀμ­μό­χω­στο. Φα­μαγ­κού­στα. Μαγ­κού­στα. Στὸ δρό­μο μὲ τὰ περ­βό­λια τὸ σπί­τι τῆς θεί­ας ἔ­ρη­μο. Στὴν ἄμ­μο, εἶ­πα, στὴν ἄμ­μο. Ἔ­βγα­λα τὰ πα­πού­τσια καὶ πά­τη­σα γυ­μνό­πο­δη. Ἡ ἄμ­μος! Σι­μὰ στὸ φυ­λά­κιο ἀ­γνάν­τε­ψα τὸ σπί­τι τοῦ παπ­ποῦ. Ξυ­λέμ­πο­ρας κά­πο­τε. Πρῶ­τος ἦρ­θε κι ἔ­κτι­σε ἐ­δῶ πά­νω στὸ κύ­μα. Δί­πλα ἡ πα­ράγ­κα, βλέ­πεις; Νά, ἐ­κεῖ, ἴ­δια ὅ­πως τό­τε, βέ­νε­τη… θὰ πεῖ λου­λα­κί. Τοῦ ζω­γρά­φου τοῦ Πὸλ Γε­ωρ­γί­ου. Θὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τὸν καὶ τὶς ζω­γρα­φι­ές του. Ὕ­στε­ρα στὸ Ναυ­τι­κὸ ὅ­μι­λο, ἐ­κεῖ σὲ πά­ω, καὶ τὸ στέ­κι τοῦ Λου­ί­ζου. Καὶ στὴν πλα­τεί­α τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ. Ἐ­δῶ ἡ ρή­γαι­να, τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου τοῦ Μο­ρέ­α θυ­γα­τέ­ρα, ἐ­δῶ οἱ Λου­ζι­νια­νοί, ἐ­δῶ οἱ Βε­νε­τσιά­νοι. Κι ὁ πύρ­γος τοῦ Ὀ­θέ­λου μιὰ δρα­σκε­λιά. Νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ στό­λο, νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ει τὴν Δεισ­δαι­μό­να, νὰ πέ­φτει ὁ πα­θι­α­σμέ­νος στὶς πα­γί­δες τοῦ Ἰ­ά­γου. Θέ­λεις ν’ ἀ­νε­βοῦ­με…Τὰ κα­ρά­βια, ἔρ­χον­ταν μι­λι­ού­νια γιὰ αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λή…Χω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο ἡ πο­λι­τεί­α μου. Ὁ πα­τέ­ρας μου για­τρὸς σπου­δαγ­μέ­νος στὴ Βι­έν­νη. Ὁ θεῖ­ος στὰ ἐμ­πό­ρια. Ἄλ­λα λα­χτα­ροῦ­σε αὐ­τός. Τὰ βι­βλί­α, αὐ­τὰ τὸν τρα­βοῦ­σαν. Τὰ ἀ­λη­θι­νά, ὄ­χι τὰ κα­τά­στι­χα μὲ τὰ νού­με­ρα. Ξό­δε­ψε πε­ρι­ου­σί­ες στὰ βι­βλί­α. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ-ἀρ­χὴ ποὺ ὁ Γου­τεμ­βέρ­γιος εὐ­λό­γη­σε τὴν τυ­πο­γρα­φί­α. Μπαί­νω μιὰ μέ­ρα σ’ ἕ­ναν πα­λια­τζὴ στὴ Λευ­κω­σί­α. Καὶ βρί­σκω πα­λιὸ βι­βλί­ο μὲ τὴ σφρα­γί­δα του. Καὶ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του. Καὶ γράμ­μα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου, σφη­νω­μέ­νο μέ­σα στὶς σε­λί­δες. Ρω­τά­ω, ποῦ, τί. Τὸ ἄ­λα­λο νε­ρό, ἐ­κεῖ­νος. Ἀ­γό­ρα­σα ὅ,τι μπο­ροῦ­σα. Ἄρ­χι­σα τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση. Στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ἐμ­πό­ριο, στοὺς πα­λαι­ο­πῶ­λες… Σπά­νι­ες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πὸ τὸ 17ο αἰ­ώ­να ἀ­κό­μα. Πε­ρι­ου­σί­ες ὁ­λό­κλη­ρες σή­με­ρα! Βρῆ­κα ἄ­κρι­ες. Μέ­ρος, λέ­ει, τῆς πε­ρί­φη­μης βι­βλι­ο­θή­κης Μα­ραγ­κοῦ εἶ­ναι στὴν Κε­ρύ­νεια. Καὶ πέ­ρα­σα στὰ κα­τε­χό­με­να. Ἔ­ψα­ξα. Βρῆ­κα. Μέ­σ γνω­ρι­μι­ῶν φτά­σα­με στὸν Τα­λάτ. Νὰ σω­θοῦν τὰ βι­βλί­α. «Τί θὰ μά­θε­τε ἀ­πὸ κλεμ­μέ­να βι­βλί­α… ἂς ἔρ­θουν πί­σω, του­λά­χι­στον αὐ­τά.» Ναί, εἶ­πε. Τί­πο­τα δὲν ἔ­κα­νε… Ἐρ­χό­μου­να συ­νε­χῶς τὸν πρῶ­το και­ρό. Βρῆ­κα τὸν πα­λαι­ο­πώ­λη, ἐ­δῶ στὴν Ἀμ­μό­χω­στο. Μπῆ­κα. Στοῖ­βες τὰ πορ­σε­λά­νι­να πιά­τα, σεν­τού­κια, κη­ρο­πή­για ἀ­πὸ ἀ­σή­μι καὶ μπροῦτ­ζο. Ἀ­πο­μει­νά­ρια ἡ­με­ρῶν, κα­τά­λοι­πα ἀ­πὸ ζω­ὲς ἀ­νέ­με­λες. Πό­σο λί­γο τὴν ξέ­ρου­με τὴν Ἱ­στο­ρί­α! Στὰ μέ­ρη μας. Στὰ μέ­ρη τῆς ἄμ­μου.

         Στὴ γω­νιὰ τὸ γρα­φεῖ­ο του. Μι­κρό. Δὲ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ δρό­μο. Στὸν τοῖ­χο τῆς κό­χης ἕ­νας πί­να­κας. Κέ­ρω­σα. Χλω­μὴ κι ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τό, τὸ που­λᾶ­τε, ρώ­τη­σα. Ὄ­χι, εἶ­πε. Δι­κός του, εἶ­πε, εἶ­ναι. Ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ γί­να­με φί­λοι, τὰ ἑλ­λη­νι­κά του βε­βαί­ως ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα ποῦ βρῆ­κε τὸν πί­να­κα. Δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν θὰ ἀ­παν­τή­σει πο­τέ. Ξέ­ρου­με κι οἱ δυ­ὸ για­τί. Νὰ ξέ­ρεις… ἤ­μου­να κο­ρι­τσά­κι κι ἡ μά­να μας πῆ­ρε, καὶ τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια, μα­ζί της στὸ Λον­δί­νο. Χα­ρὰ ἐ­μεῖς! Τέ­τοι­οι δρό­μοι, τέ­τοι­α μα­γα­ζιὰ δὲν εἴ­χα­με στὴ Κύ­προ. Στὴν Oxford street τὸ βλέ­πω. Κά­τι ἀ­νά­με­σα σὲ χαρ­το­πω­λεῖ­ο πο­λυ­τε­λεί­ας καὶ γκα­λε­ρί. Στὴ βι­τρί­να ἀν­τί­γρα­φα ἀ­πὸ ἔρ­γα με­γά­λων ζω­γρά­φων. Ποι­ός ὁ ζω­γρά­φος ποὺ ἔ­κα­νε τοῦ­τα τὰ πα­ρά­ξε­να πρά­μα­τα βου­τηγ­μέ­να στὰ χρώ­μα­τα τῆς ἄμ­μου. Πι­κά­σο, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα. Θὰ στὸ ἀ­γο­ρά­σω. Χο­ρο­πη­δοῦ­σα, φο­ροῦ­σα τὸ κα­λό μου κα­σμι­ρέ­νιο παλ­τό, πα­πού­τσια λου­στρί­νι, σφι­χτὰ μὲ μπα­ρέ­τα, χο­ρο­πη­δοῦ­σα, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μι­κρή μου μα­σχά­λη τὸ ἔρ­γο. Προ­σε­κτι­κὰ τυ­λιγ­μέ­νο. Ρο­λό. Πί­σω στὴν Κύ­προ, τὸ βά­λα­με σὲ τε­λά­ρο. Πά­λι χο­ρο­πη­δοῦ­σα. Τὸ κρέ­μα­σα, ἀ­νέ­βη­κα μὲ τὰ πα­πού­τσια στὸ κρε­βά­τι, τέ­τοι­ο ζό­ρι, πά­νω ἀ­πὸ τὸ προ­σκε­φά­λι μου. Ὕ­στε­ρα τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια τοῦ ἑ­ξήν­τα, τὰ λά­θη, ἡ εἰ­σβο­λή, πᾶ­νε χρό­νια τό­σα…

 

Κα­λη­σπε­ρί­σα­με τὸν πα­λαι­ο­πώ­λη. Ἐ­κεί­νη καὶ αὐ­τὸς μι­λοῦ­σαν κυ­πραί­ϊ­κα. Δύ­σκο­λα νὰ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θή­σω. Μό­νο ὁ ἦ­χος. Ψι­θύ­ρι­σα πό­σο ἀ­γα­πῶ νὰ ἀ­κού­ω νὰ μι­λοῦν τὰ κυ­πρια­κά. Τοῦ ζή­τη­σε νὰ τῆς βρεῖ μιὰ πα­λιὰ τούρ­κι­κη κα­νά­τα. Ἔ­χει, εἶ­πε αὐ­τὸς καὶ χά­θη­κε στὴ σκα­λί­τσα γιὰ τὸ πα­τά­ρι. Μὲ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ γρα­φεῖ­ο του. Κι ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸν τοῖ­χο τῆς κό­χης, τὰ παι­δι­κά της χρό­νια κι ὁ ἥ­λιος ποὺ «σὰν πά­ει νὰ κοι­μη­θεῖ καί­ει τὰ σεν­τό­νια του» κι ἡ φω­νὴ τοῦ πα­τέ­ρα-για­τροῦ, κι ὁ θεῖ­ος μὲ τὰ πα­λιὰ βι­βλί­α κι ὁ Λου­ί­ζος καὶ ὁ Πὸλ στὴ βέ­νε­τη πα­ράγ­κα, ὅ­λα, ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­να κλεμ­μέ­νο ἀν­τί­γρα­φο τοῦ Πάμ­πλο Πι­κά­σο.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

 

Νί­κη (Κου­κου­νά­κη) Τρουλ­λι­νοῦ (Χανιά, 1953). Ἔ­κα­νε νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν στὰ χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1979 ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο. Ἄ­σκη­σε τὴ μά­χι­μη δι­κη­γο­ρί­α καὶ δί­δα­ξε (ΤΕΙ Ἡ­ρα­κλεί­ου) γιὰ χρό­νια. Πέ­ρα­σε βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ θέ­α­τρο, τὴν ποί­η­ση (Ἀν­θο­λο­γί­α Παν/μί­ου Πα­τρῶν). Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸν ἀ­γρο­του­ρι­σμό. Πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, τὸ 1995, τὸ Ἕ­να μο­λύ­βι στὸ κο­μο­δί­νο. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ συλ­λο­γὲς Μα­ρὰλ ὅ­πως Μα­ρί­α καὶ Καὶ φύ­ση­ξε νο­τιάς… (ἐκ­δό­σεις Ρο­δα­κιό). To 2009 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κέ­δρο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μ’ ἕ­να κα­φά­σι μπύ­ρες. Τὸ ἔρ­γο της πε­ρι­λαμ­βά­νει ἀ­κό­μη τὸ βι­βλί­ο Crete, No man is an island (κεί­με­να στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς Π. Μα­σού­ρη).

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 310 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.