Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Ἡ διδασκαλία

    Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (JuanEduardoZúñiga)   Ἡ δι­δα­σκα­λί­α (Las enseñanzas)   Ο ΚΡΥΟ ΔΥΝΑΜΩΝΕ στοὺς ἄ­δει­ους δρό­μους, κολ­λοῦ­σε πά­νω στὰ ροῦ­χα καὶ ἔ­στελ­νε στὸ πρό­σω­πο αἰχ­μη­ρὲς ἀ­κί­δες ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια νὰ δα­κρύ­ζουν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ προ­χω­ροῦν κλεί­νον­τας στὸ λαι­μὸ τὰ παλ­τά τους, θέ­λον­τας νὰ ἐμ­πο­δί­σουν ἕ­ναν [...]

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Νυχτερινὴ περίπολος

    Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)   Νυχτερινὴ περίπολος (Patrulla del amanecer)   ΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ σκε­φτεῖ τό­τε κο­σμή­μα­τα, ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ τὰ μά­τια κοι­τά­ζουν ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να σὲ μιὰ βι­τρί­να γε­μά­τα πο­λυ­τέ­λεια καὶ λάμ­ψη. Κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸν μα­κρι­νὸ θό­ρυ­βο ἑ­νὸς βομ­βαρ­δι­σμοῦ ἢ τὴν ἔλ­λει­ψη ψω­μιοῦ [...]

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ὁ ἑστιάτορας…

    Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)   Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας… (Der Gastwirt…­)   Ε­ΣΤΙ­Α­ΤΟ­ΡΑΣ βρι­σκό­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὶς δύ­ο ἀ­δερ­φές του στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, γε­μί­ζον­τας ἕ­να μα­κρὺ ἔν­τε­ρο γιὰ νὰ φτιά­ξει λου­κά­νι­κα καὶ κρε­μών­τας τα γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Χρη­σι­μο­ποι­ών­τας κρι­θα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι, κα­τόρ­θω­σε νὰ φτιά­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρα λου­κά­νι­κα ἀ­π’ τὸ ἐ­πι­τρε­πτό, πράγ­μα ὅ­μως [...]

Σάιμον Μπρέτ (Simon Brett) καὶ ἄλλοι: [Τὸ σφιγμένο χαμόγελο τὸν ἔκανε νὰ μοιάζει...]

    [Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Γ΄ - Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα (2/2). Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ]   Σάιμον Μπρέτ (SimonBrett) καὶ ἄλλοι   [Τὸ σφιγ­μέ­νο χα­μό­γε­λο τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει...] ([The ri­gid grin ma­de it look...])   Ο ΣΦΙΓΜΕΝΟ χα­μό­γε­λο τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει λὲς κι εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­π’ τὰ γέ­λια. Ὑ­πὸ ἄλ­λες συν­θῆ­κες τὸ θέ­α­μα [...]

Ἴαν Ράνκιν (Ian Rankin) καὶ ἄλλοι: [Ξύπνησα σ’ ἕνα ἄγνωστο δωμάτιο...]

..   . [Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Γ΄ - Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα (1/2). Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ] . Ἴ­αν Ράν­κιν (IanRankin) καὶ ἄλλοι  . [Ξύ­πνη­σα σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο...] ([I wo­ke up on the floor of a stran­ge bed­room...])   ΥΠΝΗΣΑ σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο, στὸ πά­τω­μα, σφίγ­γον­τας στὸ δε­ξί μου χέ­ρι μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ [...]

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle): Ὁ Ἐκτελεστής

    Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle)   Ὁ Ἐκτελεστής (The Hit Man)   Νε­ό­τη­τα   Α ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ εἶ­ναι τα­ραγ­μέ­να ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μαύ­ρης σα­κού­λας ποὺ φο­ρᾶ πά­νω στὸ κε­φά­λι. Δά­σκα­λοι δι­ορ­θώ­νουν τὴν προ­φο­ρά του, ὁ προ­πο­νη­τὴς ἐ­πι­κρί­νει τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τὸν ξε­βρα­κώ­νει για­τί ἔ­και­γε τὰ μι­κρὰ μὲ τὴν κά­φτρα [...]

Κατερίνα Παπαντωνίου: Ἡ κόρη τοῦ παπᾶ

    Κα­τε­ρί­να Πα­παν­τω­νί­ου                                                Ἡ κόρη τοῦ παπᾶ   ΡΩΜΙΑΡΗ ΜΟΥΓΓΑΘΗΚΕΣ τώ­ρα, μὰ τί νὰ πεῖς, νὰ πεῖς φχα­ρι­στῶ κυ­ρὰ Πα­να­γι­ώ­τα, ποὺ σὲ βρῆ­κα πει­να­σμέ­νο στὴ δη­μο­σιὰ με­τὰ τὸ Γε­ρά­κι, σ’ ἐ­τά­ϊσα, χόρ­τα­σες ἔ­ρη­με δυ­ὸ χρό­νια κον­τά μου, ἔ­πια­σε κρέ­ας τὸ πε­τσί σου, μυα­λὸ δὲν εἶ­χες ὅ­μως, πα­πού­τσια σοῦ ἔ­δω­κα νὰ φο­ρέ­σεις, τὰ ροῦ­χα [...]

Σανφλερύ (Champfleury): Τὸ μῆλο

    Σαν­φλερύ (Champfleury)   Τὸ μῆ­λο   ΟΤΕ ΒΕΒΑΙΩΘΗΚΑ πὼς τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου εἶ­χε φτά­σει. Δέν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ ἀρ­νη­θῶ, οὔ­τε νά θρη­νή­σω. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λά, ὅ­πως ται­ριά­ζει στο­ὺς πρω­τό­πλα­στους, προ­χω­ρή­σα ὣς τὸν τό­πο τῶν ἀ­παν­τή­σε­ων. Ὁ Ἑ­ω­σφό­ρος (ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ φω­νή του) ρώ­τη­σε ποιά ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α μου. «Ἕ­να μῆ­λο», [...]

Λάνγκστον Χιούζ (Langston Hughes): Εὐχαριστῶ, κυρία

    ΛάνγκστονΧιούζ (Langston Hughes)   Eὐχαριστῶ, κυρία (Thank you, M’am)   ­ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥ­ΝΑΙ­ΚΑ ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ­ΣΩ­ΜΗ, μὲ μιὰ τε­ρά­στια τσάν­τα ποὺ μό­νο σφυ­ρὶ καὶ καρ­φιὰ δὲν εἶ­χε μέ­σα. Ἡ τσάν­τα εἶ­χε ἕ­να μα­κρὺ λου­ρὶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τὴ φο­ροῦ­σε κρε­μα­σμέ­νη δι­α­γώ­νια ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο της. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν πε­ρί­που ἕν­τε­κα τὸ βρά­δυ, ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ [...]

Στίβεν Σούτζμαν (Steven Schutzman): Ληστεία Τράπεζας

    Στίβεν Σούτζμαν (Steven Schutzman)   Λη­στεί­α Τρά­πε­ζας (The Bank Robbery)   ΛΗ­ΣΤΗΣ ΕΙ­ΠΕ τὴν ἱ­στο­ρί­α του μὲ μι­κρὰ ση­μει­ώ­μα­τα στὴν τα­μί­α τῆς τρά­πε­ζας. Κρά­τη­σε στὸ ἕ­να χέ­ρι τὸ ὅ­πλο καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­δω­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πρῶ­το ση­μεί­ω­μα ἔ­λε­γε:          Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ λη­στεί­α για­τί ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρῆ­μα κι [...]

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 210 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.