Χρῆστος Γιαννακός: Συνταγὴ γιὰ προζύμι

    Χρῆ­στος Γι­αν­να­κός   Συν­τα­γὴ γιὰ προ­ζύ­μι   ΥΓΑΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ἀ­π’ τὸ κε­λί, κι ἐ­νῶ προ­χω­ροῦ­σα μὲ προ­σποι­η­τὴ ἄ­νε­ση στὴν αὐ­λὴ τοῦ να­οῦ, βρῆ­κε τρό­πο ἡ πα­πα­διά, πε­τα­χτού­λι­κα, νὰ μοῦ βά­λει στὸ χέ­ρι κι ἕ­να μα­τσά­κι βα­σι­λι­κὸ – πῶς ἐ­γὼ τὸν ἀ­μέ­λη­σα; πά­ει, μὲ φύ­ρα­νε ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ τα­ρα­χή· φουν­τω­τός, μυ­ρω­δά­τος στὴ με­γά­λη του γλά­στρα, [...]

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

      Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)   Τὸ παραξήλωσε (Пересолил)   ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι [...]

Ἰωάννης Κονδυλάκης: Ὁ σιωπηλός

      Ἰωάννης Κονδυλάκης   Ὁ σιωπηλός   ΕΝ ΔΥ­ΝΑ­ΜΑΙ νὰ κα­τη­γο­ρή­σω τὸν κου­ρέ­α μου ὅ­τι ἐ­κλη­ρο­νό­μη­σε τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῶν ἀρ­χαί­ων ὁ­μο­τέ­χνων του. Πο­τὲ δὲν εὑ­ρέ­θη­κα εἰς τὴν ἀ­νάγ­κην, εἰς ἣν ὁ ἀρ­χαῖ­ος ἐ­κεῖ­νος, ὅ­στις, ἐ­ρω­τη­θεὶς πα­ρὰ τοῦ κου­ρέ­ως «Πῶς σὲ κεί­ρω;­», ἀ­πήν­τη­σε «Σι­ω­πῶν». Πο­τὲ δὲν μοῦ ἀ­νέ­πτυ­ξε τὰς ἰ­δέ­ας του πε­ρὶ τῆς δι­ορ­γα­νώ­σε­ως [...]

Ἐλισάβετ Γρηγοριάδου: Τὸ θρανίο ἀνάποδα

    Ἐλισάβετ Γρηγοριάδου   Τὸ θρα­νί­ο ἀ­νά­πο­δα    ΚΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΓΟΥΡΕΤΟΣ εἶ­χαν ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει τὸ θρα­νί­ο καὶ τὸ στή­ρι­ζαν στὰ πό­δια τους, ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν τά­ξη.        Πέν­τε θρα­νί­α ἀ­ρι­στε­ρά, πέν­τε δε­ξιὰ καὶ στὴ μέ­ση τὸ ἑν­δέ­κα­το. Εἰ­κο­σι­δύ­ο μα­θη­τὲς σὲ δε­κα­πέν­τε τε­τρα­γω­νι­κά. Οἱ μα­θη­τὲς ποὺ κά­θον­ται στὰ τρί­α τε­λευ­ταῖ­α θρα­νί­α δὲν μπο­ροῦν νὰ βγοῦν, [...]

Ἴαν Φρέιζιερ (Ian Frazier): Τὸ πουλὶ τοῦ αὔριο

    Ἴαν Φρέιζιερ (IanFrazier)   Τὸ πουλὶ τοῦ αὔριο (T­o­m­o­r­r­o­w­’s b­i­rd)   ΟΥΛΕΥΩ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ ἀ­πὸ τὸ Μά­ι­ο, καί, μέ­χρι στιγ­μῆς, εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη δου­λειὰ ποὺ εἶ­χα πο­τέ. Τὸ ὅ­τι τὴ βρῆ­κα ὀ­φεί­λε­ται σ’ ἕ­να συν­δυα­σμὸ ἑ­τοι­μό­τη­τας καὶ τύ­χης. Ἔ­ψα­χνα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα, γυ­ρεύ­ον­τας κά­ποι­α ἀλ­λα­γὴ πλεύ­σης στὴν κα­ρι­έ­ρα μου, [...]

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Παρὰ τρίχα

    Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)   Πα­ρὰ τρί­χα (Fast)   ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΚΔΡΟΜΗ στὸ Μόλ­ταλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­το­τε ἤ­μα­σταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς, πι­ά­σα­με τὴν κου­βέν­τα σὲ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο στὸ Ὀμ­περ­βέλ­λαχ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς συ­νέ­στη­σε ἕ­νας για­τρὸς στὸ Λίν­τς καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε, μὲ μιὰ πα­ρέ­α βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὸ [...]

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ἐπαναπατρισμός

    Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)   Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός (Zuruckgekehrt)   ΤΑΝ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ἐ­δῶ στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς μποῦν κὰν στὸν κό­πο νὰ γρά­ψουν γιὰ ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἴ­διαν αὐ­τὴ χώ­ρα προ­ερ­χό­με­νο καὶ δι­ε­θνοῦς φή­μης καὶ ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας καλ­λι­τέ­χνη, γρά­φουν τό­τε ἁ­πλῶς καὶ μό­νον γιὰ τὸν ἐν λό­γῳ καλ­λι­τέ­χνη, κα­θὼς μέ­σῳ αὐ­τῆς τῆς μνεί­ας μπο­ροῦν νὰ τὸν [...]

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Φήμη

    Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)   Φή­μη (Beruhmt)   ΗΜΙΣΜΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ καὶ κά­το­χος πα­νε­πι­στη­μια­κῆς ἕ­δρας ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει μιὰ ἐγ­χεί­ρι­ση ρου­τί­νας, κα­θό­λου δύ­σκο­λη, οὔ­τε ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ νὰ ἀ­να­θέ­σει τὴν πε­ρά­τω­σή της στοὺς βο­η­θούς του, λό­γῳ ξαφ­νι­κῆς ἀ­δι­α­θε­σί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια δὲν δι­έ­θε­τε τὸ σθέ­νος νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ δη­μο­σί­ως καὶ στὴν ἴ­δια τὴν ἀ­σθε­νῆ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε [...]

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ὁ δικτάτορας…

    Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)   Ὁ δι­κτά­το­ρας… (Der Diktator.­.­.)   ΔΙ­ΚΤΑ­ΤΟ­ΡΑΣ κα­τέ­λη­ξε, ἀ­νά­με­σα σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ ὑ­πο­ψη­φί­ους, στὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἑ­νὸς λού­στρου. Τοῦ ἀ­νέ­θε­σε μί­α καὶ μό­νη ἁρ­μο­δι­ό­τη­τα: νὰ κα­θα­ρί­ζει τὰ πα­πού­τσια του. Εὐ­πρόσ­δε­κτη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα γιὰ τὸν ἁ­πλὸ ἄν­θρω­πο τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν συ­νε­χεί­ᾳ παίρ­νει γρή­γο­ρα βά­ρος καὶ μὲ τὰ χρό­νια γί­νε­ται [...]

Βέσελ Τσανκόφ (Весел Цанков): Βλέπω φάντασμα, γλιτώνω μὲ τρομάρα

    Βέσελ Τσανκόφ (Весел Цанков)   Βλέπω φάντασμα, γλιτώνω μὲ τρομάρα (Виждам призрак, отървавам се с уплаха)   ΑΦΝΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να. Καὶ νὰ πεῖς ὅ­τι κα­τοι­κῶ σὲ κά­ποι­ο παμ­πά­λαι­ο σπί­τι, κά­τι σὰν κά­στρο ἢ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο μο­να­στή­ρι. Ὄ­χι, μέ­νω σ’ ἕ­να ἁ­πλὸ λα­ϊ­κό, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα.        Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἔ­τσι [...]

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 210 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.