Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος: Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμός

.

Palaiologos,Konstantinos-EpaggelmatikosProsanatolismos-Eikona-01

.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸς προ­σα­να­το­λι­σμός

.

02-KappaΑΘΕ ΠΡΩΙ, σκύ­βει πά­νω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν σκου­πι­διῶν ποὺ εἶ­ναι ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νοι στὴ σει­ρὰ μπρο­στὰ στὸ πο­λυ­τε­λὲς ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἀ­τά­ρα­χος —ἀ­φοῦ δὲν φαί­νε­ται νὰ τὸν ἐ­νο­χλοῦν τὰ ἀ­πο­ρη­μέ­να ἕ­ως πε­ρι­φρο­νη­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῶν πε­ρα­στι­κῶν— ἀ­να­ζη­τά­ει πράγ­μα­τα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ που­λή­σει γιὰ νὰ βγά­λει κα­νέ­να φράγ­κο: ἄ­δεια μπου­κά­λια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να παι­χνί­δια, ροῦ­χα, βι­βλί­α… Χτές, σ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς κά­δους, βρῆ­κε ἕ­να φου­σκω­μέ­νο πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ δέρ­μα κρο­κο­δεί­λου. Δὲν μπῆ­κε κὰν στὸν κό­πο νὰ τὸ ἀ­νοί­ξει. Δὲν νι­ώ­θει ἕ­τοι­μος γιὰ ρι­ζι­κὲς ἀλ­λα­γές.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Ἡ γουρούνα

.

04-Malerba,Luigi-IGourouna-Eikona-01

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Ἡ γουρούνα

(La m­a­i­a­la)

 

04-Omikron­ΤΑΝ ΤΑ ΠΑΙ­ΔΙΑ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν τί­γρης ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη. Ὅ­ταν ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν ὀ­χιὰ τὸ ἴ­διο, κομ­μά­τι λι­γό­τε­ρο. Ὅ­ταν τὴν ἔ­λε­γαν γου­ρού­να, γι­νό­ταν ἔ­ξαλ­λη κι ἄρ­χι­ζαν νὰ πέ­φτουν τὰ τριά­ρια καὶ τὰ τεσ­σά­ρια βρο­χὴ στὸν κα­τά­λο­γο τῆς τά­ξης. Οἱ πιὸ κα­κό­βου­λοι ἔ­λε­γαν πὼς ἡ χει­ρό­τε­ρη προ­σβο­λὴ ἦ­ταν νὰ τὴν φω­νά­ζεις μὲ τ’ ὄ­νο­μά της: Μπου­τσί­κιο.

       Ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο δί­δα­σκε Ἰ­τα­λι­κά, Λα­τι­νι­κά, Ἑλ­λη­νι­κά, Ἱ­στο­ρί­α καὶ Γε­ω­γρα­φί­α, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α στὸ σχο­λεῖ­ο πή­γαι­νε γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο ποὺ κά­θε κα­λο­καί­ρι τὴν κο­πά­να­γε μὲ τὴ γραμ­μα­τέ­α του, γιὰ τὴν κό­ρη ποὺ ἀ­πὸ τὰ δε­κά­ξι εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, για­τὶ δὲν τὴν ἄν­τε­χε πιά, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ, για­τὶ εἶ­χε γεν­νη­θεῖ ἄ­σχη­μη καὶ κα­κιά, μὲ κά­τι χει­λά­ρες καὶ μιὰ μύ­τη σὰν πα­τά­τα.

      «Δὲν φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ εἶ­μαι κα­κιὰ» ἔ­λε­γε κά­θε φο­ρὰ ποὺ μο­νο­λο­γοῦ­σε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη.

      Κά­θε ἄλ­λο, αὐ­τὴ ἔ­φται­γε, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λοι, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων καὶ τῶν ἄλ­λων κα­θη­γη­τῶν. Τὴ λυ­πόν­του­σαν, για­τὶ στὸ βά­θος, μὰ πο­λὺ στὸ βά­θος, ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη. Ὡ­στό­σο τὰ παι­διά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, τὴν φο­βόν­του­σαν καὶ τὴν φώ­να­ζαν τί­γρη, ὀ­χιὰ καὶ γου­ρού­να. Αὐ­τὴν δὲν τὴν δυ­σα­ρε­στοῦ­σε νὰ τὴν φο­βοῦν­ται, για­τὶ πί­στευ­ε πὼς ἕ­νας ἐκ­παι­δευ­τι­κός, γιὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὸς μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι καὶ κα­κὸς μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν κα­κί­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς ὅ­λου του σχο­λεί­ου καὶ ἴ­σως ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Ρώ­μης.

      Πρὶν ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πὲς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ τοῦ Πά­σχα ἔ­δι­νε πάν­το­τε ἕ­να σω­ρὸ ἐρ­γα­σί­ες γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ φό­βο μπὰς καὶ τὰ παι­διὰ δι­α­σκέ­δα­ζαν. Καὶ στὸ τέ­λος τοῦ ἔ­τους σύ­στη­νε στοὺς μα­θη­τές της νὰ συγ­κεν­τρώ­σουν σ’ ἕ­να τε­τρά­διο ὅ,τι ἐ­κεί­νη ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὴ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν», μ’ ἄλ­λα λό­για ὅ,τι ὡ­ραῖ­ο ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σχη­μο εἴ­χα­νε κά­νει στὴ διάρ­κεια τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἡ φρά­ση «ἡ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν» τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ, για­τί τὴν ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε ὅ­λα τα χρό­νια καὶ σ’ ὅ­λους τοὺς μα­θη­τές της. Ἀλ­λὰ πολ­λοὶ προ­τι­μοῦ­σαν νὰ κο­ποῦν κα­λύ­τε­ρα, πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ τὴν ξα­να­δοῦν τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά.

      Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ φου­κα­ριά­ρα πα­ρέ­με­νε στὴ Ρώ­μη, στὸ σπί­τι της στὰ πε­ρί­χω­ρα κι ἔ­πλητ­τε καὶ τὸν Ἰ­ού­λιο καὶ τὸν Αὔ­γου­στο. Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ Σε­πτέμ­βρη πή­γαι­νε μιὰ ἑ­βδο­μά­δα δι­α­κο­πὲς γιὰ νὰ θε­ρα­πεύ­σει τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς, τὸ λουμ­πάγ­κο καὶ τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως γιὰ νὰ μαυ­ρί­σει λι­γου­λά­κι, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει πὼς εἶ­χε πά­ει κι αὐ­τὴ δι­α­κο­πές, ὅ­πως ὅ­λες οἱ ἄλ­λες κυ­ρί­ες. Κον­το­λο­γὶς ἔ­κα­νε μιὰ ζω­ὴ πο­λὺ θλι­βε­ρὴ καὶ πο­λὺ μί­ζε­ρη καὶ δὲν ἔ­βλε­πε τὴν ὥ­ρα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ ὅ­λη τὴ μι­ζέ­ρια καὶ τὰ φαρ­μά­κια ποὺ εἶ­χε πιεῖ.

      Ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς τῆς κα­θη­γή­τριας Μπου­τσί­κιο ὑ­πῆρ­χε κι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λός, ὁ πιὸ ψη­λὸς τῆς τά­ξης κι ὁ πιὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νος, μὲ κά­τι με­γά­λα, τε­ρά­στια μά­τια κι ἕ­να χέ­ρι βα­ρύ­υ­υ­υ. Ὅ­ταν ἔ­γρα­φε τὶς ἀ­σκή­σεις στὴν τά­ξη, τρυ­ποῦ­σε πάν­τα τὰ φύλ­λα μὲ τὸ στυ­λὸ κι αὐ­τὸ τὴν ἐ­ξα­γρί­ω­νε σὰν τί­γρη, τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε σὰν ὀ­χιά. Τὸν φώ­να­ζε στὴν ἕ­δρα καὶ τοῦ ἔ­κα­νε τὶς δυ­σκο­λο­τέ­ρες ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ τὴν Ἰ­τα­λί­α, σὰν πραγ­μα­τι­κὴ γου­ρού­να.

      Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τὴν ἔ­φερ­νε κά­θε φο­ρὰ σὲ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γου­ρού­να οὔ­τε ὀ­χιὰ οὔ­τε καὶ τί­γρη. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­σοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα ἢ ἴ­σως για­τὶ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πὼς στὴ διά­ρκεια τῶν μα­θη­μά­των της, ποὺ ἦ­ταν σκέ­τη βα­ρε­μά­ρα, ὁ νοῦς του τα­ξί­δευ­ε μα­κριὰ σὲ τό­πους φαν­τα­στι­κοὺς ποὺ σ’ ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­ναν γιὰ πάν­τα ἄ­γνω­στοι. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἀ­ό­ρι­στο ἢ τὸν ὑ­περ­συν­τέ­λι­κο δὲν εἶ­χε φτά­σει πο­τὲ ἡ φαν­τα­σί­α τῆς Μπου­τσί­κιο.

      Με­τὰ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο ἐ­πέ­στρε­φε στὸ σχο­λεῖ­ο μι­σο­μαυ­ρι­σμέ­νη καὶ δι­πλὰ κα­κι­ω­μέ­νη. Ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­παιρ­νε τὶς ἀ­που­σί­ες φώ­να­ζε στὴν ἕ­δρα με­ρι­κοὺς μα­θη­τὲς γιὰ νὰ τῆς ποῦν πε­ρι­λη­πτι­κὰ γιὰ «τὴ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν». Τὰ παι­διὰ ἀ­φη­γοῦν­ταν γιὰ τὴ θά­λασ­σα, τὴν ἐ­ξο­χή, τὰ τα­ξί­δια, τὰ παι­γνί­δια, τὰ δι­α­βά­σμα­τα, τὰ θε­ά­μα­τα, τὶς συμ­πά­θει­ες, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη κι ἄρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα νὰ μοι­ρά­ζει τὰ τριά­ρια καὶ τὰ τεσ­σά­ρια στὰ ἰ­τα­λι­κά.

      Μιὰ μέ­ρα φώ­να­ξε στὴν ἕ­δρα ἐ­κεῖ­νο τὸν πα­νύ­ψη­λο μα­θη­τή της. Τὸ παι­δὶ ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ θρα­νί­ο ἔ­χον­τας μα­ζί του ἕ­να με­γά­λο κογ­χύ­λι ἀν­τὶ γιὰ τὸ τε­τρά­διο μὲ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο. Εἶ­πε πὼς «ἡ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν» ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὴν εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ οἱ συμ­μα­θη­τές του καὶ οἱ συμ­μα­θή­τρι­ές του. Ἕ­νας-ἕ­νας εἶ­χαν ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τῆς θά­λασ­σας στὴν ἀ­κρο­για­λιά, τὸν ἦ­χο τῶν κυ­μά­των ποὺ σπᾶ­νε πά­νω στὶς ξέ­ρες, τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ ἀ­νέ­μου ἀ­νά­με­σα στὰ πεῦ­κα τῆς πα­ρα­λί­ας καὶ ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἀ­κό­μα καὶ τὴ φω­νὴ τῶν γλά­ρων τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα.

      Ἡ κα­θη­γή­τρια τὸν κοί­τα­ξε ἔκ­πλη­κτη καὶ συ­νά­μα ἐ­νο­χλη­μέ­νη, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σε σχε­δὸν τα­πει­νω­μέ­νη ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νο καὶ συμ­πα­θη­τι­κὸ παι­δί. Τὸ παι­δὶ ἐ­πω­φε­λή­θη­κε ἀπ’ αὐ­τὸ τὸ στιγ­μια­ῖο σά­στι­σμα γιὰ νὰ τὴν προ­σκα­λέ­σει ν’ ἀ­κού­σει κι αὐ­τὴ τὴ φω­νὴ τῆς θά­λασ­σας καὶ τοῦ ἀ­νέ­μου καὶ τῶν γλά­ρων μέ­σα στὸ κογ­χύ­λι.

      Ἐ­πει­δὴ ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο δὲν πε­ρί­με­νε κά­τι τέ­τοιο, δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, ἀλ­λὰ ντρε­πό­ταν νὰ πεῖ ὄ­χι σὲ μιὰ τό­σο ἀ­θώ­α πρό­σκλη­ση. Τε­λι­κὰ πῆ­ρε τὸ κογ­χύ­λι καὶ τὸ πλη­σί­α­σε στ’ αὐ­τί της. Πράγ­μα­τι κά­τι ἀ­κου­γό­ταν, σὰν μα­κρι­νοὶ ἦ­χοι, σὰν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βου­η­τό. Συ­νέ­χι­σε ν’ ἀ­κού­ει. Τῆς φά­νη­κε πὼς ἄ­κου­σε ἕ­να βη­χα­λά­κι, ἔ­πει­τα μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ φω­νή, σὰν τὴ φω­νὴ τοῦ μα­θη­τῆ της ποὺ στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της καὶ τὴν κοι­τοῦ­σε μὲ τὰ με­γά­λα, σα­στι­σμέ­να μά­τια του. Ἐν­τέ­λει ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο ἄ­κου­σε νὰ ἔρ­χε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κογ­χύ­λι κα­θα­ρά, πεν­τα­κά­θα­ρα μιὰ φω­νὴ ποὺ ἔ­λε­γε: «γου­ρού­να!»

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ καθημερινὴ βόλτα

.

Marinos,Dionysis-IKathimeriniBolta-Eikona-04b

.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

.

.

.

.

Διο­νύ­σης Μα­ρί­νος

 .

Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ βόλ­τα

 

10-Kappa-Magnus_Blindes_saga-Initial_K-G__MuntheΑΘΕ ΠΡΩΙ ὁ κύ­ριος Ρο­βέρ­τος βγά­ζει τὴν οἰ­κό­σι­τη σαύ­ρα του νὰ ξε­σκά­σει. Ἕ­να λε­πτὸ δερ­μά­τι­νο λου­ρὶ ἑ­νώ­νει ἀ­φέν­τη καὶ ἑρ­πε­τὸ σὲ ἕ­ναν ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το κόμ­πο. Ὁ ἕ­νας προ­σέ­χει τὸν ἄλ­λον νὰ κρα­τη­θεῖ ἐν πο­ρεί­ᾳ. Τὰ βή­μα­τά τους ἠ­χοῦν ρυθ­μι­κὰ καὶ πα­ρα­πει­στι­κὰ πά­νω στὸ πλα­κό­στρω­το. Λὲς καὶ ἀρ­νοῦν­ται νὰ πα­τή­σουν στὸ ἔ­δα­φος κι ὅ­μως τὸ κά­νουν. Εἰς μά­την. Ὁ κό­σμος περ­νά­ει ἀ­φα­νὴς ἀ­πὸ δί­πλα τους· σπά­νια τοὺς κοι­τοῦν, ἀ­κό­μα πιὸ σπά­νια τοὺς χαι­ρε­τοῦν. Τὸν κύ­ριο Ρο­βέρ­το καὶ τὴν οἰ­κό­σι­τη σαύ­ρα του. Κι ὅ­μως κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ θυ­μί­ζουν στοὺς πε­ρα­στι­κούς, αὐ­τὸς ὁ πα­ρά­ξε­νος ἄν­θρω­πος καὶ ἡ σερ­νά­με­νη γλώσ­σα τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας τῶν Ἰ­γου­α­νί­δων. Ἂν κοι­τοῦ­σαν πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τους, ἂν δέ­χον­ταν μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὰ λέ­πια ποὺ πά­νω στὰ κορ­μιά τους εἶ­χαν φυ­τρώ­σει, θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς καὶ τοὺς ἴ­διους, κά­ποι­ος κύ­ριος Ρο­βέρ­τος τοὺς βγά­ζει κά­θε πρω­ὶ στὸ δρό­μο νὰ πά­ρουν ἀ­έ­ρα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­ος κου­νά­ει τὸ λου­ρὶ στὸν λαι­μό μου. Τὸ νι­ώ­θω.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Διο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀ­θή­να, 1971). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σιο­γρά­φος καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: Χα­μέ­να Κορ­μιά (ἐκ­δ. Τε­τρά­γω­νο) καὶ Τε­λευ­ταί­α πό­λη (ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης). 

 

Κάρλος Ἀλμίρα (Carlos Almira): Ἡ ἐπιστολή

.


.

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira)

 .

Ἡ ἐ­πι­στο­λή

(La carta)

 .

05-Taph-608px-Barcley_custom_corsetsTΕΛΙΚΑ ὅ­λα ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­π’ ὅ,τι πε­ρί­με­να. Ἔ­βα­λα τὴν ἐ­πι­στο­λὴ στὴν τσέ­πη μου δί­χως νὰ τὴν ἀ­νοί­ξω, τὰ προ­σω­πι­κά μου ἀν­τι­κεί­με­να σὲ μιὰ τσάν­τα καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἀ­σαν­σέρ.

       Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σω τὸ γρα­φεῖ­ο: αὐ­τὸ τὸ τοῦ­νελ ἀ­πὸ συμ­πο­νε­τι­κὰ βλέμ­μα­τα, ἀ­πὸ σπλα­χνι­κὴ σι­ω­πή, δί­χως νὰ σκύ­ψω τὸ κε­φά­λι, σὰν νὰ μὴν τρέ­χει τί­πο­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Fuego enemigo, Nowelution, 2010

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira) (Κα­στε­γιόν, 1965). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Jesua (2005).

Κων­σταν­τ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ διάλεξη

 

podium5_

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ δι­ά­λε­ξη

 

05-EpsilonΙΧΑ ΠΡΟΣΚΛΗΘΕΙ στὴν πό­λη Ὠ­μέ­γα γιὰ νὰ δώ­σω μιὰ δι­ά­λε­ξη. Ὅ­ταν ξε­κί­νη­σε τὸ τα­ξὶ ποὺ θὰ μὲ με­τά­φε­ρε στὸ κα­θο­ρι­σμέ­νο μέ­ρος, ἀν­τι­λή­φθη­κα πὼς δὲν εἶ­χα πά­ρει τὰ πρε­σβυ­ω­πι­κά μου γυα­λιά. Πα­ρα­κά­λε­σα τὸν ὁ­δη­γὸ νὰ γυ­ρί­σο­με πί­σω, πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­με μ’ ἀρ­κε­τὴ γκρί­νια, ἀ­νέ­βη­κα στὸ δω­μά­τιό μου, κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο ψά­ξι­μο βρῆ­κα τὴ θή­κη μὲ τὰ γυα­λιά μου στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Εἶ­πα στὸν τα­ξιτ­ζὴ νὰ τρέ­ξει πιὸ γρή­γο­ρα, για­τί εἶ­χα χά­σει ἤ­δη, ἐν­τε­λῶς ἀ­νό­η­τα, γύ­ρω στὰ δέ­κα λε­φτά.

       Φτά­σα­με στὸν προ­ο­ρι­σμό μας ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­νο­νι­σμέ­νη ὥ­ρα. Ἀ­νέ­βη­κα γρή­γο­ρα τὴ σκά­λα καὶ συ­νάν­τη­σα τοὺς ὀρ­γα­νω­τὲς τῆς δι­ά­λε­ξης. Τοὺς χαι­ρέ­τη­σα καὶ συμ­φω­νή­σα­με ν’ ἀρ­χί­σο­με σὲ πέν­τε λε­φτά. Ἀ­να­ζή­τη­σα τὰ γυα­λιά μου γιὰ νὰ δῶ κά­τι στὴν πρό­σκλη­ση, ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ δι­α­τύ­πω­ση τοῦ θέ­μα­τος, καὶ δὲν τὰ βρῆ­κα στὴν τσέ­πη μου. Θυ­μή­θη­κα πὼς σὲ μιὰ στιγ­μή, κα­τὰ τὴ δι­α­δρο­μή, τὰ φό­ρε­σα γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸ χει­ρό­γρα­φο καὶ φαί­νε­ται πὼς ξέ­χα­σα νὰ τὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση τους. Γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μὲ χτυ­ποῦ­σε ἡ ἀ­τυ­χί­α καὶ τώ­ρα τὸ χτύ­πη­μα ἤ­τα­νε σο­βα­ρό­τε­ρο. Ἀ­να­κοί­νω­σα τὸ πράγ­μα στοὺς ὀρ­γα­νω­τές. Μὲ ρώ­τη­σαν ἂν θυ­μό­μουν τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ τα­ξὶ ἢ ἔ­στω τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νῆ­κε. Ὄ­χι, βέ­βαι­α. Μοῦ εἶ­παν πὼς τὰ γυα­λιὰ πι­θα­νῶς νὰ τά ’­χα­να, ὅ­μως τὸ ζή­τη­μα θὰ τα­χτο­ποι­οῦν­ταν, σί­γου­ρα, μὲ κά­ποι­α ἄλ­λα, δα­νει­κὰ γυα­λιά. Ὅ­λοι οἱ κύ­ριοι τοῦ Συλ­λό­γου προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν νὰ μοῦ προ­σφέ­ρουν τὰ δι­κά τους. Πῆ­ρα τὸ πρῶ­το ζευ­γά­ρι καὶ τὰ δο­κί­μα­σα. Ἔ­νι­ω­σα με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη, για­τί τὰ γράμ­μα­τα τῶν χει­ρο­γρά­φων μου τά ’­βλε­πα γραμ­μέ­να σὲ μιὰν ἄ­γνω­στη γλώσ­σα – πού, βέ­βαι­α, δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω. Τοὺς εἶ­πα πὼς δὲν ἔ­βλε­πα κα­λὰ καὶ δο­κί­μα­σα ἕ­να δεύ­τε­ρο ζευ­γά­ρι. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ γράμ­μα­τα φαί­νον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά, πάν­τα ὅ­μως σ’ ἀ­κα­τα­νό­η­τη γλώσ­σα. Τὸ ἴ­διο ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸ τρί­το καὶ μὲ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι. Ἀ­πο­ροῦ­σα μὲ τὸ πα­ρά­δο­ξο φαι­νό­με­νο. Κά­πο­τε, ἐ­πι­τέ­λους, τὰ γράμ­μα­τά μου ἔ­γι­ναν ἀ­να­γνώ­σι­μα. Ὄ­χι πὼς τά ’­βλε­πα γραμ­μέ­να στὴ γλώσ­σα μας, ἀλ­λὰ στὰ γαλ­λι­κά, σὲ μιὰ γλώσ­σα ποὺ στὸ κά­τω κά­τω ἤ­ξε­ρα νὰ δι­α­βά­ζω. Τί θὰ γι­νό­ταν ὅ­μως μὲ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, ποὺ εἶ­χε γε­μί­σει τὴν αἴ­θου­σα καὶ φαι­νό­ταν ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ γιὰ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῆς ἔ­ναρ­ξης;

       Δὲν μοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ τοὺς μι­λή­σω στὰ γαλ­λι­κά. Σί­γου­ρα θὰ βρί­σκον­ταν κάμ­πο­σοι γαλ­λο­μα­θεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βουν. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, σκέ­φτη­κα —μὲ ὑ­περ­βο­λι­κὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, ὁ­μο­λο­γῶ— θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν σι­ω­πη­λά, κι ἄς μὴ μ’ ἐν­νο­οῦ­σαν, ἀ­πὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κύ­ρος μου ὡς κα­θη­γη­τοῦ τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς χώ­ρας. Τὸ πο­λύ, με­ρι­κοί, οἱ πιὸ θρα­σεῖς, νὰ ση­κώ­νον­ταν καὶ νά ’­φευ­γαν.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ βῆ­μα μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μου ἀ­έ­ρα. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸ χει­ρό­γρα­φό μου, εἶ­δα τὴν ἔκ­πλη­ξη στὰ πρό­σω­πα τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων. Δὲν ἄρ­γη­σαν ν’ ἀρ­χί­σουν ν’ ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ται ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, καὶ σὲ λί­γο νὰ συ­νο­μι­λοῦν με­τα­ξύ τους. Ξαφ­νι­κὰ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α κα­θί­σμα­τα ση­κώ­θη­κε καὶ φώ­να­ξε: «Γιὰ Βουλ­γά­ρους μᾶς πε­ρά­σα­τε, κύ­ρι­ε;» Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα πὼς μι­λῶ γαλ­λι­κὰ κι ὄ­χι βουλ­γά­ρι­κα καὶ δὲν φταί­ω ἐ­γὼ ἂν δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὲ κα­τα­λά­βει. Μο­νο­μιᾶς ση­κώ­θη­κε σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μὲ τὰ πρό­σω­πα κόκ­κι­να, ἄρ­χι­σαν νὰ φω­νά­ζουν ὅ­λοι μα­ζί, κα­θέ­νας τὸ δι­κό του, καὶ νὰ κου­νοῦν τὰ χέ­ρια τους πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δὲν ξε­κα­θά­ρι­ζα τί ἔ­λε­γαν, ὅ­μως ἤ­τα­νε φα­νε­ρὸ πὼς ἦ­ταν ὀρ­γι­σμέ­νοι – δὲν ἔ­δει­χναν κα­νε­νὸς εἴ­δους σε­βα­σμό, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να εἶ­χα ὑ­πο­λο­γί­σει. Ἅ­πλω­σα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τοὺς ἠ­ρε­μή­σω καὶ νὰ δώ­σω μιὰν ἐ­ξή­γη­ση, ὅ­μως οἱ πιὸ θυ­μω­μέ­νοι προ­χω­ρού­σα­νε κι­ό­λας πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Κα­τέ­βη­κα ἐ­σπευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ βῆ­μα καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Ἀνέκδοτο διήγημα ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τοῦ συγγραφέα.

                                                                                                           

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης(Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τ σῶ­μα τς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­θε­λον­τής (Κί­χλη, 2008).

 

Στέφανος Σταμάτης: Διάλεξη

 

 

 

Στέ­φα­νος Στα­μά­της

 

Δι­ά­λε­ξη

 

ΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ, θὰ σᾶς μι­λή­σω ἀ­πό­ψε γιὰ τὸ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­τε, ἕν’ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα ἔ­ρι­ξ’ ἀ­νά­με­σά σας καὶ γιὰ λί­γο αὐ­τὸ τὸ ξάφ­νια­σμά σας θά ‘­ναι ἡ νί­κη μου. Καὶ κά­τι ἀ­κό­μα: ὅ­λοι θ’ ἀ­να­κα­τέ­ψε­τε τὴ θύ­μη­σή σας, μή­πως τὸ βρεῖ­τε κά­που θαμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ χρό­νια, λη­σμο­νη­μέ­νο. Καὶ κα­θέ­νας ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­σχο­λί­ες του, καὶ μὲ τὸν «πνευ­μα­τι­κόν του ὁ­ρί­ζον­τα» ποὺ λέ­νε, ἄλ­λος μὲ τὴν πυ­ρη­νι­κὴ φυ­σι­κή, ἄλ­λος μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μο­λο­γί­α, ἄλ­λοι μὲ τὴ χη­μεί­α, τὶς τέ­χνες ἢ τὸ ἐμ­πό­ριο, θ’ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται μή­πως συ­νάν­τη­σαν κά­που αὐ­τὸ τὸ βα­ρύ­η­χο ὄ­νο­μα. Ὅ­σο θὰ κρα­τά­ει τὸ ψά­ξι­μο, τὸ ξέ­ρω, ἐ­γὼ ποὺ βρί­σκου­μαι ψη­λό­τε­ρ’ ἀ­πὸ σᾶς, σὲ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ σᾶς, θά ‘­μαι ὁ πρῶ­τος, ὁ ἄρ­χον­τας τῆς πο­ρεί­ας, θὰ τρα­βά­ω τὶς σκέ­ψεις καὶ τὰ μά­τια σας. Μὰ τὸ ψά­ξι­μο δὲ γί­νε­ται νὰ κρα­τή­σει πο­λύ. Γρή­γο­ρα θὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦν οἱ ἐλ­πί­δες σας νὰ βρεῖ­τε, ἂν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Αὐ­τὸ ὅ­μως, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε, δὲ ση­μαί­νει πὼς μπο­ρῶ νὰ σᾶς κα­τη­γο­ρή­σω γιὰ ἔλ­λει­ψη γνώ­σε­ων, ἂς ποῦ­με γιὰ κα­κὴ «ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὴ κα­τάρ­τι­ση». Για­τί, τὸ ξέ­ρω, εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τὸν συ­ναν­τή­σα­τε. Δὲν ἦ­ταν μή­τε πυ­ρη­νι­κὸς φυ­σι­κός, μή­τε οἰ­κο­νο­μο­λό­γος, μή­τε «δι­ε­κρί­θη» στὸ ἐμ­πό­ριο ἢ στὶς τέ­χνες. Ἦ­ταν βέ­βαι­α κά­τι, ὅ­λοι μας κά­τι εἴ­μα­στε, δὲ μπο­ροῦ­σε ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ νὰ ἦ­ταν.­.. τί­πο­τα. Ὄ­χι κά­τι τὸ ξε­χω­ρι­στό, ὅ­λοι μας θὰ ἔ­χου­με ζή­σει πλά­ι σε πρό­σω­πα σὰν κι αὐ­τόν. Μ’ αὐ­τὰ ποὺ σᾶς εἶ­πα, σᾶς φα­νέ­ρω­σα, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κά­τι, ὅ­μως τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω ἐ­γὼ γιὰ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, τὸ κρα­τά­ω ἀ­κό­μα κρυ­φό. Γιὰ τὴν ὥ­ρα τὸ πο­λὺ πο­λὺ νὰ σᾶς φα­νέ­ρω­σα, τί δὲν ἦ­ταν. Ἀ­πο­μέ­νει νὰ μά­θε­τε ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἦ­ταν. Αὐ­τὸ ὅ­μως μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴ σᾶς τὸ πῶ. Ὅ­σο γιὰ νά ‘­τυ­χε νὰ τὸν ξέ­ρε­τε, νὰ τὸν ἔ­χε­τε κά­που στὴ θύ­μη­σή σας, πο­λὺ δύ­σκο­λο, τὸ λέ­ω πά­λι. Θὰ πρέ­πει, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ν’ ἀ­νοί­ξα­τε ἕ­να κα­λο­και­ρι­ά­τι­κο με­ση­μέ­ρι, στὰ χρό­νια τῆς πρώ­της νι­ό­της σας, ἕ­να χον­τρὸ βι­βλί­ο ζη­τών­τας κά­τι σ’ αὐ­τό.­.. Τί; Ἐ­κεῖ­να τὰ πολ­λὰ καὶ θο­λὰ ποὺ γυ­ρί­ζουν μέ­σα μας, τὸν και­ρὸ ποὺ σπαρ­τα­ρά­ει ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη της νὰ χορ­τά­σει τὸν κό­σμο ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται γύ­ρω μας, ἡ ψυ­χή μας. Ἐ­κεῖ­να ποὺ πρό­στα­ζαν οἱ φω­νὲς τῆς νι­ό­της καὶ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Τό­τε θὰ μεί­νει μέ­σα μας ὅ,τι βρε­θεῖ μπρο­στά μας, ἀ­κό­μα κι ἕ­νας κά­ποι­ος με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Βλέ­πω, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κε­φά­λια ποὺ ἀ­στρά­φτουν ἀ­πὸ πε­ρι­ποί­η­ση, νὰ σκύ­βουν τὸ ἕ­να στ’ ἄλ­λο, βλέ­πω κρα­νί­α ὁ­λό­γυ­μνα σὰν κορ­μιὰ κο­λα­σμέ­νων νὰ χα­μη­λώ­νουν καὶ ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε στὸν ὦ­μο ἢ στὸ στῆ­θος ἕ­να στή­ριγ­μα γι’ ἀ­νά­παυ­ση.­.. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν ἀλ­λά­ζω γνώ­μη, δὲ θὰ στα­μα­τή­σω. Θὰ πῶ ὅ,τι ἀ­πο­φά­σι­σα πρὶν πα­ρου­σια­στῶ μπρο­στά σας, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ,τι κρί­νω ἄ­ξιο νὰ μνη­μο­νέ­ψω σὲ σᾶς ἀ­πὸ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Μπο­ρεῖ πιὰ λί­γοι ἀ­πὸ σᾶς, μπο­ρεῖ καὶ κα­νέ­νας νὰ μὴ γυ­ρί­ζει σὲ μέ­να. Για­τί, τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ κα­λά, ἔ­τσι γί­νε­ται κι ἄλ­λες φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ὁ λό­γος δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα γιὰ κά­ποι­ον με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Ὅ­μως ὅ­ποι­ος ἀ­νε­βαί­νει στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο, ἔ­χει μέ­σα του μιὰ μι­κρὴ φλό­γα κι αὐ­τὴ προ­σπα­θεῖ νὰ σκορ­πί­σει κά­τω, στὴ μι­σο­σκό­τει­νη σά­λα. Νὰ τὴν κά­νει ν’ ἀγ­γί­ξει πολ­λοὺς ἢ λί­γους ἢ ἀ­κό­μα κι ἕ­ναν μο­νά­χα. Ἂν βέ­βαι­α βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν ἀ­κοῦ­νε κι αὐ­τὸς ὁ ἕ­νας.­.. Καὶ γι’ αὐ­τὸν τὸν ἕ­ναν, ἂν ὑ­πάρ­χει, ἔ­χω ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ξε­χά­σω τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να κε­φά­λια, ποὺ σα­λεύ­ουν, τὰ κόκ­κι­να χεί­λια ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τὸ δι­πλα­νὸ αὐ­τὶ γιὰ νὰ ξε­φύ­γουν, τὰ γυ­μνὰ κρα­νί­α ποὺ ἔ­γει­ραν κι ἀ­να­παύ­ουν­ται λα­φριὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­να. Πρέ­πει, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ τὰ ξε­χά­σω ὅ­λ’ αὐ­τὰ καὶ μὲ τὴν κα­λύ­τε­ρη φω­νή μου, τὶς κομ­ψό­τε­ρες χει­ρο­νο­μί­ες μου, νὰ φέρ­νω συ­νέ­χεια σὲ τού­τη τὴ σά­λα κά­τι ἀ­πὸ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ.­.. Μὰ εἶ­ναι πιὰ ὥ­ρα νὰ μι­λή­σω ἀ­λη­θι­νὰ γι’ αὐ­τόν. Κι ἀρ­χί­ζον­τας σᾶς λέ­ω πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ πρό­σε­ξαν πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό τους, τὸν κοί­τα­ξε μέ­σα σὲ κα­θρέ­φτη-φα­κό, σὲ φα­κὸ ποὺ με­γα­λώ­νει καὶ τὴ ζω­ὴ γύ­ρω του σ’ ἄλ­λον κα­θρέ­φτη-φα­κό, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ μι­κραί­νουν ὅ,τι στέ­κε­ται ἀν­τί­κρυ τους. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νέ­νας νὰ πεῖ, ὅ­λοι μας τὸ κά­νου­με, ἂς μὴν κρυ­βό­μα­στε. Λο­γα­ρι­ά­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο τ’ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς καρ­φί­τσας στὸ κορ­μί μας, ἀ­πὸ μιὰ λε­πί­δα ποὺ μπαί­νει βα­θιὰ στὴ σάρ­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ. Ὅ­μως μὴ βι­α­στεῖ­τε, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ πεῖ­τε πὼς ἔ­τσι ἔ­νι­ω­θε κι ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Δὲ λο­γά­ρια­σε, αὐ­τὸς ποὺ κρά­τη­σε σπα­θιὰ στὰ χέ­ρια του, τὶς λε­πί­δες, δὲν κρύ­φτη­κε ἀ­πὸ φό­βο μὴ σκί­σει κα­μιὰ τὸ κορ­μί του. Ναί, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ κρά­τη­σε ἄ­φο­βος τὸ σπα­θί, πρό­στα­ξε κα­νό­νια νὰ βρον­τή­σουν κι ἄ­γριους πο­λε­μι­στὲς νὰ χι­μή­ξουν γιὰ σφα­γὴ καὶ χα­λα­σμό.­.. Μὴ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ­τε, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μὴ φω­νά­ξε­τε. Μὴν πεῖ­τε πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τρα­βή­ξω ἀ­πὸ τὰ «ψι­λὰ» τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς μυ­ριά­δες πα­λιοὺς πο­λε­μι­στὲς θέ­λον­τας ἴ­σως νὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ κά­ποι­α ρο­μαν­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τειά του ἢ κά­ποι­ο πο­λε­μι­κό του κα­τόρ­θω­μα. Δὲ θά ‘­κα­να πο­τὲ τέ­τοι­ο πρά­μα, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μπρο­στὰ σὲ τό­σο φω­τι­σμέ­νο ἀ­κρο­α­τή­ριο, ὅ­σο κι ἂν τὰ φῶ­τα τῆς σά­λας εἶ­ναι ὅ­λα σβη­στά.­.. Δὲν ἀ­νέ­βη­κα ἐ­δῶ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Θὰ σᾶς πῶ τὸ σκο­πό μου τε­λει­ώ­νον­τας. Μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὰ κα­τα­φέ­ρω, μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸν ξε­κα­θα­ρί­σω ὁ­λό­τε­λα, ὄ­χι γιὰ νὰ μὴ μά­θε­τε κι ἐ­σεῖς, ὄ­χι γιὰ νὰ σᾶς παι­δέ­ψω, μο­νά­χα ἀ­πὸ ἀ­δυ­να­μί­α μου. Αὐ­τό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ ἀ­πὸ τώ­ρα νὰ μοῦ τὸ συγ­χω­ρή­σε­τε. Εἶ­πα λοι­πὸν πὼς ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ κοί­τα­ξε πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό του. Δὲ μί­λη­σα μ’ ἀ­κρί­βεια, τώ­ρα κα­τά­λα­βα τί ἔ­πρε­πε νὰ πῶ: ἔ­δω­σε πο­λὺ ση­μα­σία στὸν ἑ­αυ­τό του, βρῆ­κε κά­ποι­α στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς του πὼς ἔ­πρε­πε κά­θε πρά­ξη του νὰ ἐ­ξη­γή­σει, νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει. Δὲ μπό­ρε­σε νὰ βα­στά­ξει ἕ­να βά­ρος ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη του ἄ­δι­κα τοῦ φόρ­τω­σαν, θαρ­ρών­τας πὼς ὅ­λοι τὸν ἔ­βλε­παν μ’ αὐ­τὸ τὸ βά­ρος στοὺς ὤ­μους καὶ γε­λοῦ­σαν μα­ζί του ἢ τὸν κα­κο­λο­γοῦ­σαν. Καὶ σί­γου­ρα κά­ποι­α στιγ­μὴ θά ‘­γι­νε ἡ ἔ­κρη­ξη, θὰ ση­κώ­θη­κε νὰ φω­νά­ξει γύ­ρω του, νὰ φω­νά­ξει σ’ ὅ­λη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἂν μπο­ροῦ­σε, πὼς ἄ­δι­κα τὸν φόρ­τω­σαν, δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε, ἂς γύ­ρι­ζαν ν’ ἀ­κού­σουν τὴ φω­νή του καὶ θὰ μά­θαι­ναν τὴν ἀ­λή­θεια.­.. Δύ­στυ­χε με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ! Δύ­στυ­χοι ἀ­μέ­τρη­τοι ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, ποὺ πι­στεύ­ε­τε πὼς οἱ φω­νές σας μπο­ροῦν νὰ νι­κή­σουν τὸ βου­η­τὸ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες τρι­βὲς τῆς ζω­ῆς.­.. Ποι­ός δαί­μο­νας, ποι­ό τε­λώ­νιο, ποὺ θέ­λει νὰ πε­ρι­παί­ξει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α, πη­γαί­νει καὶ τοὺς ψι­θυ­ρί­ζει στ’ αὐ­τὶ νὰ φω­νά­ξουν καὶ στή­νει μπρο­στά τους ἕ­να σκο­πὸ πο­λὺ ψη­λό­τε­ρον ἀ­πὸ τὸ μπό­ι τους; Καὶ τοὺς κά­νει, προ­σέξ­τε το αὐ­τό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ ξε­χνᾶ­νε τὸ φό­ρο κοι­νῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ποὺ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸς σὲ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα; Θά ‘­στε ἕ­τοι­μοι νὰ συμ­φω­νή­σε­τε μα­ζί μου, πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί, γί­νουν­ται πιὰ ἄ­χρη­στοι γιὰ τὸ σύ­νο­λο, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐ­πι­ζή­μιοι, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐμ­πό­δια στὸ ρεῦ­μα ἀ­πὸ τ’ ἀ­μέ­τρη­τα κοι­νὰ ζη­τή­μα­τα, ποὺ σκορ­πά­ει ἀ­νε­ρώ­τη­τα ἀ­νά­με­σα μας ἡ ζω­ή. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κα­τα­λα­βαί­νε­τε, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς. Σὲ κά­τι τέ­τοι­ους, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου σ’ αὐ­τοὺς μο­νά­χα, θὰ ταί­ρια­ζε κεῖ­νο ποὺ εἶ­παν γε­νι­κὰ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο οἱ ὁ­μό­ε­θνοί του: ἕ­να «μά­ται­ο πά­θος». Μά, ποι­ός λί­γο, ποιός πο­λύ, δὲν εἶ­ναι κά­τι τέ­τοι­ο.­.. Ὅ­λοι – μὲ κά­τι μι­κρὸ ἢ με­γά­λο μέ­σα μας, σω­στὸ ἢ λα­θε­μέ­νο ἂν γί­νε­ται νὰ ζυ­γι­στοῦν εὔ­κο­λα ὅ­λ’ αὐ­τά.­.. Μή­πως, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ­ποι­ος ἀ­νε­βαί­νει στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο, πά­νω ἀ­πὸ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να μαλ­λιὰ ἢ γυ­μνὰ κρα­νί­α —συ­γνώ­μην, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ­λα ἔ­χουν πολ­λὴ λάμ­ψη— δὲ φλέ­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο πά­θος, ἕ­να μά­ται­ο στ’ ἀ­λή­θεια πά­θος ποὺ λι­ώ­νει καὶ χά­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ξα­ε­ρι­στῆ­ρες μα­ζὶ μὲ τὶς κου­ρα­σμέ­νες ἢ ἀ­νυ­πό­μο­νες ἀ­νά­σες ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν ἀ­κοῦν ἢ ποὺ ἦρ­θαν γι’ αὐ­τὸ μὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν; Ἂς εἶ­ναι λοι­πόν, μιὰ κι ὅ­λοι μας γυ­ρί­ζου­με σὰ μά­ται­α πά­θη, ἂς γέρ­νου­με κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ σὲ κα­νέ­να με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, για­τί ὅ­λοι μας στὴ θέ­ση του μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­γα­με μιὰ φω­νὴ νὰ μᾶς προ­στά­ζει νὰ μὴν ἀ­φή­σου­με πά­νω μας μιὰν ἄ­δι­κη ντρο­πή. Νὰ μὴν πε­θά­νου­με «σὰν τὰ σκυ­λιά», ὅ­πως ὁ ἥ­ρω­ας ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ και­ροῦ μας ποὺ ὅ­λοι θὰ ξέ­ρε­τε, ἔ­γι­νε καὶ ται­νί­α καὶ παί­ζε­ται τοῦ­τες τὶς μέ­ρες στὴν πό­λη μας, νὰ μὴν ἀ­φή­σου­με τὴν ντρο­πὴ νὰ ζή­σει πί­σω μας. Καὶ πό­σο ὄ­μορ­φο ἀ­λή­θεια θά ‘­ναι γιὰ μᾶς αὐ­τὸ τὸ πά­θος ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ χρό­νια, αὐ­τὸς ὁ ἀ­γώ­νας μας γιὰ τὸ ξέ­πλυ­μα μιᾶς ἄ­δι­κης ντρο­πῆς, νὰ βγεῖ ἀ­πὸ ἕ­να βι­βλί­ο καὶ νὰ πη­δή­σει σὲ μιὰ φλε­γό­με­νη νε­α­νι­κὴ ψυ­χή.­.. Ἂς σκύ­ψου­με λοι­πὸν μὲ κα­τα­νό­η­ση στὸ πά­θος καὶ στὶς φω­νὲς τοῦ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, ὅ­σο κι ἂν μᾶς φαί­νε­ται λί­γο ἀ­στεῖ­ο, ἂς τὸν φέ­ρου­με στὸ νοῦ μας μὲ συμ­πό­νια, μιὰ καὶ βρε­θή­κα­με ὅ­λοι ἐ­δῶ ἀ­πό­ψε, ἐ­σεῖς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο κι ἐ­γὼ στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο.­.. Δυ­ὸ λε­φτά, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μὴ ση­κώ­νε­στε ἀ­κό­μα, μὴν ἀρ­χί­ζε­τε νὰ μι­λᾶ­τε, λί­γη ὑ­πο­μο­νὴ σᾶς ζη­τά­ω.­.. Δυ­ὸ λε­φτὰ καὶ δυ­ὸ λό­για ἀ­κό­μα καὶ πιὰ θὰ σω­πά­σω, συγ­χω­ρεῖ­στε με, συγ­χω­ρεῖ­στε καὶ τὸ σε­βα­στὸ Ἵ­δρυ­μα ποὺ εἶ­χε τὴν κα­κή, ὅ­πως φαί­νε­ται, ἰ­δέ­α ν’ ἀ­νε­βά­σει ἐ­μέ­να ἀ­πό­ψε δῶ πά­νω, δυ­ὸ λε­φτὰ νὰ σᾶς πῶ, για­τί μί­λη­σα, γιὰ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ.­.. Νά, προ­χτὲς ἄ­νοι­ξα ἕ­να βι­βλί­ο πα­ρό­μοι­ο μ’ ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν εἶ­χα βρεῖ κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι τῆς νι­ό­της μου, πα­ρό­μοι­ο μὰ και­νού­ριο. Καὶ πιὰ δὲν τὸν βρῆ­κα, τὸν προ­σπέ­ρα­σε ὁ και­ρός, τὸν ἔ­ρι­ξε σὲ βα­θιὰ σκο­τά­δια, τὸν ξέ­χα­σε – καὶ μα­ζὶ σὰν νὰ προ­σπέ­ρα­σε καὶ μέ­να, νὰ προ­σπέ­ρα­σε τὴ νι­ό­τη μου.­.. Χά­θη­κε πιά, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, χά­θη­κε γιὰ πάν­τα κι ἤ­μουν, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μάρ­τυ­ρας στὸ χα­μό του ἐ­γὼ ποὺ ἔ­νι­ω­σα τὸ πά­θος του ἕ­να κα­λο­καί­ρι τῆς νι­ό­της μου, αὐ­τὸ μο­νά­χα εἶ­χα νὰ σᾶς πῶ, αὐ­τὸ μο­νά­χα μπο­ρεῖ νά ‘­πρε­πε νὰ σᾶς πῶ, πρὶν ἀρ­χί­σε­τε νὰ ση­κώ­νε­στε, νὰ φωνάζετε καὶ νὰ ζητᾶτε ἐξηγήσεις, πρὶν πάψετε νὰ μπορεῖτε νὰ μὲ ἀκοῦτε, ἀξιότιμες κυρίες, ἀξιότιμοι κύριοι…

 

 

Πηγή: με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Ζ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Νυχτερινὴ ἐπαφή (Ἀ­θή­να, 1964).

 

Στέ­φα­νος Στα­μά­της (Φι­λιπ­πιά­δα, 1932-2007). Δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, Ναυ­τι­λια­κά καὶ Μου­σι­κή. Κα­πε­τά­νιος τοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ ναυ­τι­κοῦ, ἱ­δρυ­τὴς ἀ­πὸ τὸ 1985 ναυ­τι­λια­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας καὶ ἀ­πὸ τὸ 1993 γρα­φεί­ου ἐ­νοι­κι­ά­σε­ων σκα­φῶν στὴν Πρέ­βε­ζα. Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1958 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Ἑ­στί­α μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να δει­λι­νό» ὑ­πὸ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Θέ­μος Δε­λή­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ κάμ­πος μὲ τὰ ὄ­νει­ρα (Δί­φρος, Ἀ­θή­να, 1960). Τὴν χρο­νιὰ τοῦ θα­νά­του του κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο του Ἡ στρο­φὴ τῆς Κλε­ο­πά­τρας (Δι­η­γή­μα­τα, Αἰ­γό­κε­ρως, Ἀ­θή­να, 2007).

 

Γιάννης Γιαννουλέας: 0° Fahrenait

 

 

 

Γιάννης Γιαννουλέας

 

Fahrenait

 

ΜΑΡ­ΘΑ, ἀ­φοῦ χτύ­πη­σε τὴν πρω­ι­νὴ κάρ­τα μὲ κα­θυ­στέ­ρη­ση δύο λε­πτῶν, ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­ά­λειμ­μα στὸν τρί­το γιὰ νὰ πεῖ δυ­ὸ κλε­φτὲς κου­βέν­τες στὴν Μα­ρί­α, ἀ­φοῦ δού­λε­ψε ἀρ­κε­τὰ ἀλ­λὰ ὄ­χι πά­ρα πο­λύ, ἀ­φοῦ ἀ­πέρ­ρι­ψε τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τά­σεις τοῦ Γι­ώρ­γου, ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε τοὺς με­ση­με­ρια­νοὺς τί­τλους, ἀ­φοῦ ἔ­σβη­σε τὸ 22ο τσι­γά­ρο, ἀ­φοῦ πλή­ρω­σε τὰ κοι­νό­χρη­στα, κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας καὶ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι τί­πο­τα δὲν εἶ­χε νὰ κά­νει καὶ πὼς τί­πο­τα δὲν εἶ­χε κά­νει τὰ προ­η­γού­με­να 24 χρό­νια.

       Κα­τό­πιν τού­του, ἄρ­χι­σε νὰ συ­γυ­ρί­ζει τὸ σπί­τι.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997).

 

Γιάν­νης Γιαν­νου­λέ­ας (1962). Ἔκα­νε σπουδὲς σκη­νο­θε­σί­ας κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ γύ­ρι­σε τὶς ται­νί­ες: Ἡ ἄλλη πλευ­ρά (1985), ἡ μο­να­δι­κή ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη κι­νη­μα­το­γρα­φικὴ συ­νέ­ντευ­ξη τοῦ πα­λαί­μα­χου ἐπα­να­στά­τη Ἄγι Στί­να (διάρ­κεια 25΄) καὶ Κα­λη­μέ­ρα Μα­νά­γκουα (1987), ἕνα τα­ξι­διω­τικὸ ντο­κι­μα­ντὲρ στὴ Νι­κα­ρά­γουα τῶν Σα­ντι­νί­στας (διάρ­κεια 10΄). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Σὲ 45 τε­τρα­γω­νι­κά (Tα­χυ­δρά­μα­τα, ἐκδ. Ἀπό­πει­ρα, 1997) καὶ Ἀπροσ­δό­κη­τος κῆπος (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἀ­πό­πειρα, 2006).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει πολ­λὰ κεί­μενα κι­νη­μα­το­γρα­φικῆς καὶ θε­α­τρικῆς κρι­τικῆς σὲ ἐφη­με­ρί­δες καὶ πε­ριο­δι­κά. Διατηρεῖ τὸ ἱστολόγιο Lathrometanastis: Τέ­χ­νη – Ἀ­να­τρο­πή – Δη­μι­ουρ­γία.

Κίμων Θεοδώρου: Στεφάνι

.

.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου

.

 

Στε­φά­νι

.

ΕΡΙΜΕΝΑ στὸν προ­θά­λα­μο μι­σὴ ὥ­ρα, βου­τηγ­μέ­νος στὶς σκέ­ψεις μου καὶ σὲ ἕ­ναν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο μιὰ τε­τρά­πα­χη κυ­ρί­α, μοῦ ἔ­ρι­ξε μα­τιὰ βα­ρι­ε­στη­μέ­νη, ἀ­να­στέ­να­ξε καὶ ἔ­σκα­σε μιὰ μι­κρὴ φυ­σα­λί­δα σά­λιου στὴν δε­ξιὰ ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν της. Προ­χώ­ρη­σε μοι­ά­ζον­τας νὰ ἔ­χουν συγ­κα­εῖ τὰ μπού­τια της. Χά­θη­κε περ­νών­τας τὸ ἄ­νοιγ­μα στὸ τέ­λος τοῦ στε­νό­μα­κρου χόλ, ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει μιὰ πόρ­τα, μο­νά­χα ποὺ γιὰ κά­ποι­ον πε­ρί­ερ­γο λό­γο δὲν ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νὰ πόρ­τες. Εἶ­χε δύ­ο φου­σκω­τοὺς μὲ μαῦ­ρο κου­στού­μι κά­τω στὴν εἴ­σο­δο, σὲ ρό­λο φύ­λα­κα, ἀ­να­λο­γί­στη­κα πό­σα λε­φτὰ βγά­ζει γιὰ νὰ ἔ­χει φύ­λα­κες. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, μᾶλ­λον ἀ­πα­ραί­τη­τοι σὲ αὐ­τὸ τὸ λυ­πη­ρὰ ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης. «Ὁ ἑ­πό­με­νος», ἄ­κου­σα μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ λα­ρύγ­γι γριᾶς που­τά­νας μὲ αἱ­μορ­ρο­ΐ­δες ποὺ κα­τε­βά­ζει τρί­α πα­κέ­τα τσι­γά­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα. Ση­κώ­θη­κα. Προ­χώ­ρη­σα στὸ δω­μά­τιο, δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να μι­κρὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­νά­με­σα σὲ κουρ­τί­νες καὶ τού­λια ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸ τα­βά­νι στὸ πά­τω­μα. «Εἶ­σαι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος γιὰ σή­με­ρα», μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ἀ­να­μέ­νον­τας νὰ κο­λα­κευ­τῶ γιὰ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή. «Τὴν εἶ­δες τὴ χον­τρὴ ποὺ βγῆ­κε; Θέ­λει νὰ βρεῖ καὶ γκό­με­νο», συ­νέ­χι­σε. Θε­ώ­ρη­σα ἀ­πρε­πὲς τὸ νὰ σχο­λιά­ζει ἄλ­λους πε­λά­τες. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Πα­ρα­τή­ρη­σα πὼς ὄν­τως ἔ­μοια­ζε μὲ γριὰ που­τά­να, ἀ­ραι­ὰ ξε­βαμ­μέ­να κο­μο­δι­νὶ μαλ­λιά, ἔν­το­νο βά­ψι­μο στὰ μά­τια καὶ τὰ χεί­λη, βα­θι­ὲς ρυ­τί­δες στὸ δέρ­μα, γυ­α­λι­στε­ρὰ βρα­χι­ό­λια καὶ μπι­χλιμ­πί­δια, κα­θὼς καὶ ἕ­να ἔν­το­νο ἐ­με­τι­κὸ ἄ­ρω­μα. Προ­σπά­θη­σα νὰ κρύ­ψω τὴν ἀ­η­δί­α μου. Δί­χως χρο­νο­τρι­βές, μὲ χέ­ρι ἐ­λα­φρὰ τρε­μά­με­νο, ἔ­βγα­λα τὸ ὅ­πλο ἀ­πὸ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ μου. Σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου πρὶν κα­τα­λά­βει κα­λὰ κα­λὰ τί γί­νε­ται πυ­ρο­βό­λη­σα τι­νά­ζον­τας τὰ μυα­λά της στὸν ἀ­έ­ρα. Εὔ­κο­λα, γρή­γο­ρα, ἀ­θό­ρυ­βα, ὡ­ραῖ­ος ὁ σι­γα­στή­ρας. Ὡ­ραῖ­οι καὶ οἱ φύ­λα­κες, συγ­χα­ρη­τή­ρια. Τὰ λε­φτὰ δὲν ἦ­ταν στὸ σχέ­διο, ἀλ­λὰ δὲν μὲ χά­λα­γαν κα­θό­λου, πέ­τυ­χα μπίν­γκο. Φυ­λοῦ­σε τὴν εἴ­σπρα­ξη τῆς ἡ­μέ­ρας στὸ τε­λευ­ταῖ­ο συρ­τά­ρι τοῦ γρα­φεί­ου ὅ­που κα­θό­ταν. Τὰ μοί­ρα­σα σὲ ὅ­λες τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ γιὰ νὰ μὴ φου­σκώ­νουν πο­λύ

       Πέ­ρα­σα στὸν προ­θά­λα­μο. Βού­λια­ξα στὸν πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο μὼβ βε­λού­δι­νο κα­να­πέ, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πα­να­με­λε­τή­σω τὶς ἑ­πό­με­νες κι­νή­σεις. Ὄ­φει­λα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σω τὴν ἔ­ξο­δο, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἐ­ὰν ἔ­φευ­γα ἀ­μέ­σως μπο­ρεῖ οἱ φύ­λα­κες κά­τω νὰ μὲ ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα. Ἀ­πο­χώ­ρη­σα σὰν νὰ μὴ τρέ­χει σύ­κο με­τὰ ἀ­πὸ εἴ­κο­σι λε­πτά. Χαι­ρέ­τι­σα τοὺς φύ­λα­κες, μὲ ἕ­να ὑ­πο­το­νι­κὸ νεῦ­μα, κά­τι ἔ­λε­γαν, στα­μά­τη­σαν τὴν ὥ­ρα ποὺ μὲ εἶ­δαν νὰ κα­τε­βαί­νω, ἀν­τα­πέ­δω­σαν τὸ νεῦ­μα. Κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μουν εἶ­δα τὸν ἕ­ναν νὰ ἀ­νε­βαί­νει στὸ κτί­ριο. Δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σε νὰ πέ­σει σὲ θέ­α­μα αἱ­μα­τη­ρό. Ἐ­πι­τά­χυ­να τὸ βῆ­μα μου, ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα μέ­σα στὸν κό­σμο σκο­πεύ­ον­τας νὰ κα­τέ­βω στὸ με­τρὸ δύ­ο τε­τρά­γω­να πα­ρα­κά­τω, ὅ­ταν ἕ­να τα­ξὶ σὰν ἀ­πὸ μη­χα­νῆς θε­ὸς πε­τά­χτη­κε μπρο­στά μου —ἢ ἐ­γὼ μπρο­στά του— κα­θὼς πή­γαι­να νὰ δι­α­σχί­σω τὸ δρό­μο, πα­ρα­λί­γο νὰ μὲ πα­τή­σει, ἄλ­λα­ξα τὸ σχέ­διο, μπού­κα­ρα μέ­σα. «Πή­γαι­νέ με ὅ­που θέ­λεις τα­ξι­τζή», ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψω τὸ κρύ­ο ἀ­στεῖο, ὁ τα­ρί­φας ἔ­μοια­ζε μὲ ἀ­πο­λί­θω­μα δύ­ο χι­λιά­δων ἐ­τῶν —ἀ­σπρι­σμέ­νο ἀ­ραι­ω­μέ­νο κε­φά­λι, γυα­λιὰ μα­τομ­πού­κα­λα, ἀ­σθε­νι­κὴ ἀ­δύ­να­τη κρά­ση, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο που­κά­μι­σο μὲ κί­τρι­νες ρί­γες καὶ προ­πο­λε­μι­κὸ γκρὶ ὑ­φα­σμά­τι­νο παν­τε­λό­νι— ἔ­ρι­ξε ἕ­να γε­λά­κι φα­νε­ρώ­νον­τας ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται μα­σέ­λα. «Κα­τὰ προ­τί­μη­ση πρὸς τὸ Παγ­κρά­τι», συμ­πλή­ρω­σα για­τί ὁ τύ­πος ὄν­τως μπο­ρεῖ νὰ μὲ πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Ἀν­ταλ­λά­ξα­με ἀ­ε­ρο­λο­γί­ες, τὸ εἶ­χα ἀ­νάγ­κη ὥ­στε νὰ ἐ­λα­φρύ­νω τὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς, νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι δὲν ἔ­κα­να κά­τι φο­βε­ρό, ὅ­τι ὁ κό­σμος βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα στὴ θέ­ση του, ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­ο­λο­γι­κὰ καὶ οἱ τα­ρί­φες ἔ­χου­νε πάν­το­τε ὄ­ρε­ξη νὰ σὲ πρή­ξουν μὲ τὶς μποῦρ­δες ποὺ ἀ­ρα­διά­ζουν, ἀρ­κεῖ νὰ τοὺς ἐν­θαρ­ρύ­νεις. Κά­τι τέ­τοι­ες στιγ­μὲς τὸ σι­νά­φι τους μᾶς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ κό­σμος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει μὲ ἕ­να μέν­τιουμ ἀ­στρο­λό­γο λι­γό­τε­ρο, σι­γὰ τὸ σι­νά­φι. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ παν­τρευ­ό­μουν, πῆ­γε λέ­ει σὲ αὐ­τὴ τὴ γριὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸ μέλ­λον. Ἡ γριὰ τῆς εἶ­πε ὅ­τι δὲν θὰ εὐ­τυ­χή­σει καὶ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μὲ παν­τρευ­τεῖ.

      Πάν­τα πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­ες ἀ­η­δί­ες, ἀλ­λὰ θαρ­ροῦ­σα πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ χού­ι σο­βα­ρό, πολ­λὰ τέ­τοι­α γυ­ναι­κεῖ­α χα­ζο­πράγ­μα­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν οἱ ἄν­τρες. Καὶ ὅ­μως. Λά­κι­σε πι­στεύ­ον­τας στὸ μέν­τιουμ. Καὶ ἡ μά­να της τὴ συμ­βού­λε­ψε νὰ μὴν ἀ­γνο­ή­σει τὶς προ­βλέ­ψεις. Αὐ­τὸ τὸ μέν­τιουμ εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, σκέ­φτη­κα. Εἴ­χα­με πά­ρει δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ δά­νει­ο, εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει και­νούρ­για ἔ­πι­πλα καὶ τη­λε­ό­ρα­ση πλά­σμα σα­ράν­τα ἰν­τσῶν, εἴ­χα­με βρεῖ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν ποὺ θὰ ἀ­πο­κτού­σα­με στὸ μέλ­λον, μό­νο βέ­ρες ἔ­με­νε νὰ ἀλ­λά­ξου­με. Ὄ­χι, σί­γου­ρα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σω τὴν ἀ­στρο­λό­γα νὰ κλεί­σει καὶ ἄλ­λο σπί­τι. Ἔ­τσι, πῆ­ρε αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε. Μιὰ σφαί­ρα στὸ κε­φά­λι ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ δεῖ πολ­λὰ ἀ­στρά­κια.

 

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Δι­η­γή­μα­τά του δι­α­κρί­θη­καν στοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς H­o­t­el I­n­t­e­r­n­et (2008) καὶ H­o­t­el Οἰ­δί­πους (2011) τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.

.

Μέριλιν Κρίσλ (Marilyn Krysl): Ἡ Ἀγκινάρα

Μέ­ρι­λιν Κρίσλ (M­a­r­i­l­ynK­r­y­sl)

Ἡ Ἀγκινάρα

(T­he A­r­t­i­c­h­o­ke)

.­.. μέ­χρι νὰ λά­βου­με ὑ­πό­ψη τὶς πιὸ προ­σω­πι­κές του θε­ω­ρί­ες γιὰ τὴν ἀγ­κι­νά­ρα, τὸ γάν­τι, τὸ μπι­σκό­το ἢ τὸ κα­ρού­λι.

Μπρε­τόν, Νάν­τια

Α ΣΥΜΒΕΙ σὲ ἕ­να τρέ­νο γιὰ τὸ Μπάνφ, κι οἱ δυ­ό μας νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι εἴ­μα­στε σὲ δι­α­κο­πές. Θὰ εἴ­μα­στε στὸ βαγ­κὸν-ρε­στο­ράν, νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ νὰ συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸν Μπον­τλέρ, ἢ γιὰ τὴν Γκὰλφ Ὄιλ, ἢ γιὰ τὸν πλη­θω­ρι­σμό, κα­θὼς πε­ρι­μέ­νου­με τὸ σερ­βι­τό­ρο. Ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­νου­με τὸ σερ­βι­τό­ρο χω­ρὶς κα­μί­α βι­α­σύ­νη καὶ ὄ­χι ἰ­δι­αί­τε­ρα πει­να­σμέ­νοι. Καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴ συ­ζή­τη­ση θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὶς ἐκ­φρά­σεις Α­ΕΠ καὶ ἐμ­πο­ρι­κὴ ἀ­ξί­α καὶ ἰ­δέ­α τοῦ κα­κοῦ. Καὶ θὰ μι­λᾶς ἐ­σὺ καὶ ἐ­γώ, ὄ­χι κά­ποι­ος ἄλ­λος κά­που ἀλ­λοῦ, καὶ ὄ­χι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι στη­μέ­νο γιὰ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔρ­χε­ται νὰ πά­ρει τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μας. Εἶ­ναι μαῦ­ρος καὶ φο­ρεῖ ἄ­σπρο σα­κά­κι. Θὰ εἶ­ναι μαῦ­ρος, ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι εἶ­ναι οἱ σερ­βι­τό­ροι στὰ τρέ­να γιὰ τὸ Μπάνφ, εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ σι­δη­ρο­δρό­μου νὰ ἐ­πι­τε­λεῖ τὸ ἔρ­γο του μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο. Θὰ εὐ­χη­θοῦ­με νὰ μὴν ἦ­ταν ὁ σερ­βι­τό­ρος μας, ἀλ­λὰ νά! Καὶ ἐ­κεῖ θὰ εἴ­μα­στε κα­θὼς ὁ σερ­βι­τό­ρος πε­ρι­μέ­νει, ἐ­φό­σον ἔ­χει πλη­ρω­θεῖ ἀρ­κε­τά, ἀλ­λὰ ὄ­χι πά­ρα πολ­λὰ γιὰ νὰ φτά­νουν, μέ­χρι ποὺ εἶ­πα τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά μου γιὰ τὸν Μπον­τλὲρ καὶ δι­α­κό­ψα­με τὴ συ­ζή­τη­ση γιὰ νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με.

       Τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο θὰ εἶ­ναι κολ­λα­ρι­στό, ἄ­σπρο λι­νό. Ὄ­χι για­τί θέ­λου­με κολ­λα­ρι­στό, ἄ­σπρο λι­νό, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἂν μπεῖς στὸ τρέ­νο γιὰ τὸ Μπάνφ, παίρ­νεις ἕ­να ἄ­σπρο λι­νὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο. Καὶ παίρ­νου­με αὐ­τὸ τὸ τρέ­νο ποὺ δι­α­σχί­ζει τὰ βου­νά. Τὰ βου­νὰ δὲν θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ γιὰ μᾶς βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ.

       Καὶ θὰ πα­ραγ­γεί­λου­με μιὰ ἀγ­κι­νά­ρα. Ἐ­πει­δὴ μᾶς ἀ­ρέ­σουν. Μᾶς ἀ­ρέ­σουν καὶ ὑ­πάρ­χουν στὸν κα­τά­λο­γο.

       Ξέ­ρου­με ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ ἀλ­λά­ξου­με κά­ποι­α πράγ­μα­τα, καὶ ἄλ­λα ὄ­χι, καὶ ξέ­ρου­με ποι­ὰ μπο­ροῦ­με νὰ ἀλ­λά­ξου­με, ὅ­ταν κλω­τσή­σεις ἕ­να βρά­χο θὰ σπά­σεις τὸ δά­κτυ­λό σου, καὶ τώ­ρα πει­νᾶ­με. Ἤ­δη ἔ­χου­με ξε­φορ­τω­θεῖ τὴ μαυ­ρί­λα τοῦ σερ­βι­τό­ρου, τὸ κολ­λά­ρι­σμα στὸ λι­νό, τὰ ὀ­ρει­νὰ βου­νά, ἔ­χου­με προ­σαρ­μό­σει τὰ αἰ­σθή­μα­τά μας γιὰ αὐ­τά, γι’ αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νός. Ἔ­χου­με ἀ­κό­μα μπου­χτί­σει μὲ αὐ­τὰ τὰ αἰ­σθή­μα­τα ποὺ μᾶς γυ­ρο­φέρ­νουν σὰν ἀ­νια­ρὰ πι­τσι­ρί­κια ποὺ δὲν ἔ­χουν κά­τι νὰ κά­νουν, ἀλ­λὰ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πει­νᾶ­με.

       Καὶ ὅ­λοι φυ­σι­κὰ ἔρ­χε­ται ἡ ὥ­ρα ποὺ πει­νᾶ­νε, μπο­ροῦ­με νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦ­με γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο σὰν γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς ὑ­περ­βο­λι­κὲς ἠ­θι­κο­λο­γί­ες καὶ νὰ κα­θί­σω μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τοῦ συμ­βου­λί­ου τῆς Γκάλφ, φτά­νει καὶ οἱ δυ­ό μας νὰ εἴ­χα­με μιὰ ἀγ­κι­νά­ρα.

       Νά, ἔρ­χε­τε ὁ σερ­βι­τό­ρος μὲ μιὰ ἄ­σπρη πι­α­τέλ­λα. Βλέ­πω τὶς σει­ρὲς ἀ­πὸ μυ­τε­ρὰ φύλ­λα τῆς ἀγ­κι­νά­ρας, φύλ­λα σχη­μα­τι­σμέ­να σὰν φτε­ρά, καὶ πιὸ κον­τὰ τώ­ρα, συγ­κεν­τρω­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο σὰν φτε­ρά, πο­λὺ πιὸ κον­τά, καὶ αὐ­τὰ τὰ φτε­ρὰ ἔρ­χον­ται πιὸ κον­τά, αὐ­τὰ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ φτε­ρά. Καὶ τώ­ρα ἡ πεί­να μου ξα­να­κά­νει ὅ­λο το δρό­μο πί­σω, ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ στὸ στό­μα μου, μιὰ καρ­διὰ ποὺ θέ­λει νὰ πε­τά­ξει ἔ­ξω καὶ μα­κριά. Τὰ φτε­ρά της, εἶ­ναι ἕ­να φτε­ρω­τὸ κά­λυμ­μα τῆς κε­φα­λῆς, εἶ­ναι ἕ­να κε­φά­λι. Καὶ ὁ σερ­βι­τό­ρος βά­ζει μπρο­στά μου τὸ πορ­φυ­ρὸ κε­φά­λι τοῦ Κε­τσαλ­κο­άτλ σὲ ἕ­να δί­σκο.

       Θέ­λω νὰ πῶ Ὄ­χι, ἔ­χε­τε μπερ­δέ­ψει τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μου μὲ κά­ποι­ου ἄλ­λου, δὲν ζή­τη­σα ἐ­γὼ γι’ αὐ­τό, πάρ­τε το πί­σω. Μὰ κυ­ρί­α, λέ­ει, ἐ­σεῖς τὸ πα­ραγ­γεί­λα­τε. Καὶ θέ­λω νὰ πῶ «Μὴ μὲ λὲς κυ­ρί­α!» Ἀλ­λὰ εἶ­ναι τὸ κε­φά­λι τοῦ Κε­τσαλ­κο­ά­τλ στὸ δί­σκο μου.

       Αὐ­τὸ ποὺ πα­ραγ­γεί­λα­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ θέ­λου­με, θὰ σκε­φτό­σα­σταν ὅ­τι ὁ κά­θε βλά­κας μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δεῖ αὐ­τό. Θε­ω­ρού­σα­με πάν­τα ὅ­τι οἱ ἄ­κα­κες προ­θέ­σεις μας δι­και­ο­λο­γοῦν τὸν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸ τρό­πο ζω­ῆς μας. Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει στὸ ὅ­τι ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος μᾶς φέρ­νει τὸ κε­φά­λι τοῦ Κε­τσαλ­κο­ά­τλ σὲ μιὰ πι­α­τέ­λα, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ κε­φά­λι ἔ­χου­με ξε­χά­σει ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ζη­τή­σου­με, ἔ­χον­τας τα­ξι­δέ­ψει σὲ αὐ­τὲς τὶς δι­α­κο­πὲς μέ­σα ἀ­πὸ δα­σω­μέ­να, κα­κο­τρά­χα­λα, κα­τα­πλη­κτι­κὰ βου­νά, ὡ­στό­σο ὄ­χι πλέ­ον παρ­θέ­να, ἀ­φή­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο νὰ με­λε­τοῦν πῶς νὰ δι­α­χει­ρι­στοῦν τὴν Κορ­πόρ­σιον, τῆς ὁ­ποί­ας εὔ­κο­λα κα­τα­φέ­ρα­με νὰ ξε­χά­σου­με ὅ­τι ἀ­φεν­τι­κὰ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Μέ­ρι­λιν Κρίσλ (M­a­r­i­l­yn K­r­y­sl). Βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τεσ­σά­ρων συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των καὶ ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κῶν συλ­λο­γῶν. Γρά­φει δο­κί­μια καὶ κρι­τι­κὲς σὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Ἀν­τω­νί­ου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Χρῆστος Γιαννακός: Συνταγὴ γιὰ προζύμι

 

 

Χρῆ­στος Γι­αν­να­κός

 

Συν­τα­γὴ γιὰ προ­ζύ­μι

 

ΥΓΑΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ἀ­π’ τὸ κε­λί, κι ἐ­νῶ προ­χω­ροῦ­σα μὲ προ­σποι­η­τὴ ἄ­νε­ση στὴν αὐ­λὴ τοῦ να­οῦ, βρῆ­κε τρό­πο ἡ πα­πα­διά, πε­τα­χτού­λι­κα, νὰ μοῦ βά­λει στὸ χέ­ρι κι ἕ­να μα­τσά­κι βα­σι­λι­κὸ – πῶς ἐ­γὼ τὸν ἀ­μέ­λη­σα; πά­ει, μὲ φύ­ρα­νε ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ τα­ρα­χή· φουν­τω­τός, μυ­ρω­δά­τος στὴ με­γά­λη του γλά­στρα, προ­μή­θευ­ε τὴ δι­α­νε­μη­τι­κὴ κα­λα­θού­να τῆς γι­ορ­τῆς τοῦ Σταυ­ροῦ.

       Στὸ σπί­τι ἑ­τοί­μα­σα μιὰ κού­πα μὲ ζε­στὸ νε­ρό, ὅ­που βύ­θι­σα τὸ μα­τσά­κι γιὰ νὰ πο­τί­σει.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, πρὶν ψή­σω τὸ δει­λι­νὸ κα­φε­δά­κι, κα­τα­πι­ά­στη­κα μὲ τὸ ἐκ­χύ­λι­σμα τοῦ βα­σι­λι­κοῦ. Σὲ λε­κά­νη πή­λι­νη ζύ­μω­σα ὅ­σο ἀ­λεύ­ρι δε­χό­ταν ὁ πρά­σι­νος χυ­μὸς —δί­χως ξέ­νη μα­γιά— καὶ κά­λυ­ψα μὲ μιὰ πε­τσέ­τα τὴ ζύ­μη, γιὰ νὰ φου­σκώ­σει. Ἐ­πα­να­λάμ­βα­να τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τὴν ἴ­δια πε­ρί­που ὥ­ρα ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες προ­σθέ­τον­τας κά­θε φο­ρὰ δυ­ὸ χοῦ­φτες ἀ­λεύ­ρι καὶ ζε­στὸ νε­ρό.

       Λό­γῳ ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε τὶς κλει­σοῦ­ρες της· δὲν βλε­πό­μα­στε. Μά­λα­ζα τὸ ζυ­μά­ρι καὶ σκε­φτό­μουν τὸ στα­ρέ­νιο κορ­μά­κι της. Γι’ αὐ­τὸ λὲς τὸ μεῖγ­μα νὰ φού­σκω­σε κα­λύ­τε­ρα φέ­τος;

       Τὴν τέ­ταρ­τη μέ­ρα, προ­τοῦ πά­ω στὴν τε­λευ­ταί­α πα­ρά­στα­ση τοῦ θε­ρι­νοῦ σι­νε­μά, ἀ­πό­σπα­σα ἕ­να σβό­λο σὲ μέ­γε­θος γρο­θιᾶς ἀ­π’ τὴ ζύ­μη, τὸν φύ­λα­ξα ὡς προ­ζύ­μι μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο ζύ­μω­μα στὸ ψυ­γεῖ­ο κι ἀ­νά­πια­σα τὴν ὑ­πό­λοι­πη μά­ζα μὲ τὶς ὁ­ρι­στι­κὲς δό­σεις ἀ­λευ­ριοῦ καὶ νε­ροῦ. Σκέ­πα­σα τὸ ζυ­μά­ρι ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ τὸ τε­λει­ω­τι­κὸ βρά­δυ.

       Ἀ­χά­ρα­γα, τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ι­νὸ ἔ­πλα­σα δυ­ὸ καρ­βέ­λια καὶ τά ’­ψη­σα.

       Ἐξ ἐγ­κύ­ρου πη­γῆς γνώ­ρι­ζα πὼς προ­τι­μοῦ­σε ὁ πα­πὰς τὸ ψω­μὶ ποὺ δὲ μύ­ρι­ζε μα­γιὰ ἐμ­πο­ρί­ου. Ἔ­τσι –ἀ­φορ­μὴ ἔ­ψα­χνα– πῆ­γα στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ τοῦ πρό­σφε­ρα τὸ ἕ­να καρ­βέ­λι.

       «Δὲν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη, εὐ­λο­γη­μέ­νη», μοῦ λέ­ει.

       «Τί κα­λο­πε­ρα­σά­κιας ποὺ εἶ­σαι, βρὲ κε­ρα­τού­κλη!», σκέ­φτη­κα, καὶ μὲ τα­πει­νὸ ὕ­φος ἀ­πάν­τη­σα:

       «Ἄς εἶν’ κα­λὰ ἡ πα­πα­διὰ ποὺ κορ­φο­λο­γεῖ τὸ βα­σι­λι­κό, πά­τερ». Γιὰ κα­λὸ τὴν ἀ­νέ­φε­ρα; Πό­σο μοῦ λεῖ­παν, πά­λι, τὰ κά­λλη της!

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Χρῆ­στος Γι­αν­να­κός (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε Χη­μεί­α στὴν Ἀθήνα καὶ Πε­ρι­βάλ­λον στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» ἔ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἐγ­χει­ρί­διο Ἀ­μη­χα­νί­ας (2004) καὶ Ἕ­τοι­μος Κό­σμος (2011). Κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α δω­δε­κα­ε­τί­α συμ­με­τέ­χει σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες ποί­η­σης, ἐ­νῶ δη­μο­σι­εύ­ει κρι­τι­κές, ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζὰ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὰ Πρα­κτι­κά του Συμ­πο­σί­ου Ποί­η­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Συμ­με­τεῖ­χε στὸν τό­μο 12 μι­κρὰ σε­νά­ρια, ἐκ­δό­σεις t-short, Ἀ­θή­να, 2011, καὶ μὲ ψη­φια­κὸ φὶλμ στὸ Φε­στι­βὰλ Ται­νι­ῶν Μι­κροῦ Μή­κους Life and Art Theater, Ἀ­θή­να, 2011.

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 296 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.