Μαρὼ Τριανταφύλλου: Διακλάδωση

.

FD002694 

.

 Μα­ρ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Δι­α­κλά­δω­ση

 

02-TaphΗΣ ΕΛΕΓΕ Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ ἔ­χει μιὰ πα­ρέ­α στὰ γε­ρα­τειά της. Τῆς φαι­νό­τα­νε πρό­στυ­χος λό­γος γιὰ νὰ ζή­σεις μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Τῆς ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας της νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ κά­νει παι­διά, κά­ποι­ος νὰ τὴ γη­ρο­κο­μή­σει. Τῆς φαι­νό­τα­νε ἄ­γριος λό­γος γιὰ νὰ φέ­ρεις στὸν κό­σμο νέ­α ζω­ή. Γε­ρὸ σκα­ρὶ ἤ­τα­νε, ἀρ­ρώ­στια μέ­χρι τὰ ἑ­ξήν­τα της δὲν κα­τά­λα­βε, ἄλ­λο νὰ πεῖς ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νά­χια, γρί­πες καὶ τὰ τέ­τοι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ ἀρ­ρώ­στη­σε στὰ ἑ­ξήν­τα. Δὲν ἔ­δω­σε τὴ ση­μα­σί­α πού ‘πρε­πε στὸ κρύω­­μα, γύ­ρι­σε αὐ­τὸ σὲ πνευ­μο­νί­α. Δώ­δε­κα μέ­ρες νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὰ ὀ­ξυ­γό­να καὶ τοὺς ὀ­ρούς, κι ἄλ­λο ἐ­νά­μι­σι μή­να στὸ σπί­τι κρε­βα­τω­μέ­νη.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο, πάν­τως πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ χτές, κι ἀ­πὸ προ­χτὲς πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα.  Ἤ­θε­λε κά­τι ζε­στὸ νὰ πι­εῖ νὰ τῆς πρα­ΰ­νει τὸ στῆ­θος. Μὲ τὴν κρί­ση, ποῦ λε­φτὰ νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, μιὰ κο­πέ­λα νὰ τὴν φρον­τί­ζει. Μό­νη της τά ‘βγα­λε πέ­ρα. Μὲ τὶς φί­λες της. Μιὰ ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἐρ­χό­τα­νε, μιὰ ἡ Μα­ρί­α καὶ ὅ­πο­τε μπο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἄλ­λες.  Νά ‘ναι κα­λὰ ὅ­λοι της οἱ φί­λοι, δί­πλα της στά­θη­καν ἀ­γόγ­γυ­στα.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ρι­χνε τὸ τσά­ι μο­σχο­βο­λι­στὸ μὲς στὸ φλιτ­ζά­νι, τῆς ἦρ­θε στὸ νοῦ ὁ Ἄ­ρης, ποὺ εἶ­χε ἡ­μέ­ρες νὰ τὸν σκε­φτεῖ, ἀ­π’ ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἂν ζοῦ­σε, θά ‘χε πα­τη­μέ­να τὰ ἑ­ξήν­τα πέν­τε.  «Οὔ­τε ἡ σκό­νη ἀ­πὸ τὰ κοκ­κα­λά­κια του…» ἔ­λε­γε κά­θε ποὺ τὸν σκε­φτό­ταν. Τὸ παι­δὶ τους τὸ πρῶ­το θὰ κόν­τευ­ε τὰ σα­ράν­τα. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­χαν κι ἕ­να δεύ­τε­ρο.

       Γύ­ρε­ψε ψω­μὶ νὰ τὸ βου­τή­ξει μὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ές. Ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πέ­ναν­τι τὸ μί­νι μάρ­κετ, ἀλ­λὰ ποι­ὸς νὰ πά­ει; Δὲν τὴν ἔ­νοια­ξε καὶ πο­λύ. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ πε­ρί­με­νε τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ ψώ­νια. Κα­νο­νι­σμέ­να τά ‘χαν με­τα­ξύ τους, ἡ Ἀ­ρε­τὴ τῆς ἑ­βδο­μά­δας τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τῆς κά­θε μέ­ρας —γά­λα, ψω­μὶ κι ἐ­φη­με­ρί­δα— ἡ Μα­ρί­α.

        Πῆ­ρε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κρε­βά­τι κι ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μὰ ἔ­νι­ω­σε βα­ριὰ τὰ βλέ­φα­ρά της. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κο­μο­δί­νο μι­σο­πι­ω­μέ­νο καὶ σκε­πά­στη­κε μὲ τὰ ζε­στὰ σκε­πά­σμα­τα. Ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι καὶ δι­πλώ­θη­κε σὰν ἔμ­βρυ­ο στῆς μά­νας τὴν κοι­λιά. Πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­πο­μά­κρυ­νε λι­γά­κι τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της κι ἔ­ψαυ­σε τὰ σεν­τό­νια – σὰ νά ‘ψά­χνε κά­τι. Ἕ­να σχῆ­μα γνω­στὸ στῆς ἀ­που­σί­ας τὸ σχῆ­μα πά­νω. Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νά­σα­νε βα­θιά. Εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­νι­ω­θε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νά­σαι­νε χω­ρὶς τὰ ὀ­ξυ­γό­να τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα. «Ἔ­χω πο­λὺ και­ρὸ νὰ πά­ω στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο» σκέ­φτη­κε. Κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς σὰν γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ θὰ πά­ρει τὴ Μα­ρί­α καὶ τὴν Ἀ­ρε­τή, νὰ ἔρ­θουν καὶ οἱ ἄν­τρες τους,  θὰ πεῖ καὶ τῆς Σού­λας καὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὸ χω­ριὸ ν’ ἀ­νά­ψου­νε στοῦ Ἄ­ρη τὸν τά­φο ἕ­να κε­ρί. Θά ‘χει φτιά­ξει κι ὁ και­ρός. «Εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στὸ χω­ριὸ τὴν ἄ­νοι­ξη», σκέ­φτη­κε. Κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μὲ μιὰ στα­γό­να νο­σταλ­γί­α ἀ­τσα­λά­κω­τη νὰ τῆς  δαγ­κώ­νει τὴν ψυ­χή· χω­ρὶς κα­μιὰ ἀ­γω­νί­α.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Ἡ Δάφνη καὶ τὸ βουνὸ (2011).

 

Πίτερ Τέιλορ (Peter Taylor): Κλειστὸς κῆπος

.

Taylor,Peter-KleistosKipos-Eikona-01

.

Πί­τερ Τέ­ι­λορ (Peter Taylor)

 .

Κλει­στὸς κῆ­πος

(A Walled Garden)

 .

05-OmikronΧΙ, ΤΟ ΜΕΜΦΙΣ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ δὲν ἔ­χει τὶς τυ­λιγ­μέ­νες σὲ μού­σκλια βε­λα­νι­δι­ὲς τοῦ Να­τσέζ. Οὔ­τε ἔ­χου­με, ἀ­γα­πη­τέ μου νε­α­ρέ, τὸ ἐ­ξω­τι­κό, τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἐ­ξω­τι­κὸ φύλ­λω­μα τῶν σφεν­τα­μι­ῶν τοῦ Ρά­ι καὶ τῆς Σα­ρα­τόγ­κα, μὲ τοὺς πορ­το­κα­λό­χρυ­σους καὶ μπρούν­τζι­νους τό­νους. Ὅ­ταν φτά­νει στὸ τέ­λος του τὸ κα­λο­καί­ρι, ποὺ στὰ μέ­ρη μας κρα­τά­ει πέν­τε μῆ­νες, τὰ φύλ­λα παίρ­νουν ἕ­να μουν­τὸ κα­φε­τὶ χρῶ­μα. Κοί­τα ἐ­κεί­νη τὴν κα­τάλ­πα πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο, καὶ τὰ χα­μό­φυλ­λα ποὺ πα­τᾶς, ἐ­δῶ, στὴ βε­ράν­τα: εἶ­ναι ὅ­λα βα­θυ­κί­τρι­να ἢ στα­χτο­πρά­σι­να· ἀ­κό­μα καὶ ὁ ἀ­έ­ρας, ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα, μοιά­ζουν, θαρ­ρεῖς, μὲ θά­λασ­σα ἀ­πὸ σκό­νη – οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νεις δὲν τολ­μᾶς! Κι ὅ­μως, κά­νου­με ὅ,τι μπο­ροῦ­με. Κλει­στή­κα­με ἐ­δῶ μέ­σα, μὲ τὰ ἀ­ει­θα­λῆ φυ­τά, τὰ πυ­ξά­ρια καὶ τὸ γι­α­σε­μί. Νὰ ξέ­ρεις, νε­α­ρέ, ὅ­τι ἡ μο­να­δι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς εἶ­ναι στὶς ἀρ­χὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ποὺ ὅ­λα γί­νον­ται κα­τα­πρά­σι­να. Καὶ ἦ­ταν λὲς κι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρω τὸ δά­χτυ­λό μου καὶ νὰ δεί­ξω στὴ Φράν­σις πό­σο τρα­χὺ καὶ ἄ­γριο εἶ­ναι τὸ κλί­μα σὲ τοῦ­το τὸν ξε­ρό­το­πο. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ φυ­τέ­ψω αὐ­τὸν τὸν κῆ­πο καὶ νὰ πῶ: «Κοί­τα, παι­δί μου, τί ὄ­μορ­φα καὶ φι­λι­κὰ ποὺ μπο­ροῦν νὰ εἶ­ναι ὅ­λα.» Ὅ­μως τώ­ρα πιὰ τὰ βλέ­πει ὅ­πως ἐ­γώ, κα­τα­λα­βαί­νεις. Κα­τα­λα­βαί­νεις, ἡ κό­ρη μου με­γά­λω­σε μα­ζί μου σὲ αὐ­τὸν τὸν κῆ­πο, καὶ κά­θε χρό­νο βε­βαι­ώ­νε­ται πὼς ἐ­λά­χι­στα πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἔ­ξω μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν μα­ζί του.

       Κι ἐ­σύ, ξέ­ρεις κα­θό­λου ἐ­σὺ ἀ­πὸ λου­λού­δια; Ἕ­νας νε­α­ρὸς ποὺ δὲν ξε­χω­ρί­ζει τὴ ζί­νια ἀ­πὸ τὴ μαρ­γα­ρί­τα! Πε­ρί­ερ­γο ποὺ γί­να­τε φί­λοι μὲ τὴν κό­ρη μου. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α πῶς γνω­ρι­στή­κα­τε. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­θε­λον­τι­κή της δου­λειὰ γιὰ τὴν Κοι­νό­τη­τα, προ­φα­νῶς. Ρί­χνε­ται μὲ πά­θος σὲ ὅ,τι κά­νει. Ἄ, ναί; Μὰ καὶ βέ­βαι­α, ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φαν­τα­στῶ. Φέ­τος ἔ­δω­σε ὅ­λη της τὴν ἐ­νέρ­γεια στὴ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α… Πάν­τως, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι φί­λοι της ἀ­γα­ποῦν τὰ λου­λού­δια. Κά­νει πιὰ τό­σο λί­γες γνω­ρι­μί­ες ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν στε­νό μας κύ­κλο, βλέ­πει τό­σο λί­γους ἀν­θρώ­πους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μας, ποὺ ἐν­τύ­πω­ση μοῦ κά­νει πῶς ἔ­χει φί­λο κά­ποι­ον ποὺ δὲν ξέ­ρει ἀ­πὸ λου­λού­δια.

       Ἔ­χου­με πιὰ πει­στεῖ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὸ ὄ­μορ­φο, ἀ­λη­θι­νὰ ὄ­μορ­φο, θέ­λω νὰ πῶ, σὲ τού­τη του­λά­χι­στον τὴ γω­νιὰ τῆς χώ­ρας, ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν κῆ­πο· καὶ φαν­τά­ζε­σαι πῶς ἦ­ταν κά­πο­τε αὐ­τὴ ἡ μι­κρο­γρα­φί­α κή­που. Τὸν δη­μι­ούρ­γη­σα ἀ­πὸ τὸ χά­ος τῆς πί­σω αὐ­λῆς – τὸν «παι­δό­το­πο» τῆς Φρά­νι. Τρί­α χρό­νια φρόν­τι­ζα ἐ­κεί­νη τὴ μα­νό­λια, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο κα­λο­καί­ρι δὲν εἶ­χα ἄλ­λη ἔ­γνοι­α ἀ­π’ τὸ νὰ πο­τί­ζω τὸν κισ­σὸ ποὺ σκε­πά­ζει τὸν ἀ­να­το­λι­κὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ· καὶ ποῦ νά ’­βλε­πες τὴν ἄ­θλια θα­μνο­στοι­χί­α καὶ τὸ κα­κό­γου­στο σπι­τά­κι τοῦ ὑ­πη­ρε­τι­κοῦ προ­σω­πι­κοῦ τῶν γει­τό­νων μας, ποὺ βρί­σκον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸν φι­δω­τὸ μαν­τρό­τοι­χό μου (ἂν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ). Ὅ­λα ἦ­ταν, τό­τε, πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κά, κα­τα­λα­βαί­νεις, ὁ πα­τέ­ρας τῆς Φράν­σις ζοῦ­σε, καὶ ἡ Φράν­σις ἦ­ταν παι­δί. Μὰ τώ­ρα πιά, τὴν ἄ­νοι­ξη, ἔ­χου­με ἕ­ναν ἀ­λη­θι­νὰ χα­ρι­τω­μέ­νο κῆ­πο ποὺ θυ­μί­ζει τὸν κῆ­πο τῆς μη­τέ­ρας μου, στὸ Ρά­ι. Γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες, κά­θε Μάρ­τη, οἱ ὑ­ά­κιν­θοι προ­σφέ­ρουν ἕ­να πα­νέ­μορ­φο θέ­α­μα στὴ Φράν­σις κι ἐ­μέ­να, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ὅ­σους μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται συ­χνά. Ὁ κα­που­τσί­νος καὶ ὁ κα­τι­φὲς εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι τὸν Μά­ι­ο, ἐ­κεῖ, δί­πλα στὶς τρι­αν­τα­φυλ­λι­ές.

       Πῶς εἶ­ναι ὅ­μως δυ­να­τὸν νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζεις τὴ ζί­νια ἀ­πὸ τὴ μαρ­γα­ρί­τα, νε­α­ρέ μου; Πε­ρί­ερ­γο ποὺ ἐ­σεῖς οἱ δυ­ὸ γί­να­τε φί­λοι. Νά ’­σαι, πάν­τως, ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς μα­ζί της· δὲν τὸ λέ­ω ἐ­πει­δὴ θέ­λω νὰ τὴν κα­κο­μα­θαί­νω, ἀλ­λὰ θά ’ρ­θει, ὅ­που νὰ ’­ναι. Τε­λευ­ταῖα, τὴν ξα­νά­πια­σε μα­νί­α μὲ τὰ λοῦ­σα. Ἐ­νῶ πα­λι­ό­τε­ρα, ἡ μό­δα δὲν τὴν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε. Οἱ κῆ­ποι καὶ τὰ λου­λού­δια ἦ­ταν, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ μό­να ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ποὺ καλ­λι­έρ­γη­σε στὴ ζω­ή της – μὲ ὅ­ση κα­θο­δή­γη­ση μπό­ρε­σα νὰ τῆς προ­σφέ­ρω. Ὡ­στό­σο ὀ­φεί­λω νὰ πα­ρα­δε­χτῶ ὅ­τι πα­λιά, προ­τοῦ φύ­γει ἀ­πὸ κον­τά μας ὁ πα­τέ­ρας της —ἔ­χα­σα τὸν κ. Χά­ρις στὸν τρο­με­ρὸ καύ­σω­να τοῦ ’­48 (ὁ κό­σμος δὲν κα­τα­λα­βαί­νει, γε­νι­κά, πό­σο φρι­χτὴ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ χρο­νιὰ – ἡ χει­ρό­τε­ρη γιὰ τὰ φυ­τά, μο­νο­ε­τῆ καὶ πο­λυ­ε­τῆ, ἀ­πὸ τὸ Ἐ­φι­αλ­τι­κὸ ’­30. Ἔ­χα­σα τό­τε ὅ,τι πί­στευ­α πὼς δὲν θὰ ἔ­χα­να πο­τέ. Φρι­χτὸ κα­λο­καί­ρι.­)— γυρ­νοῦ­σε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μὲ κά­θε κα­ρυ­διᾶς κα­ρύ­δι. Δὲν τὴν ἐμ­πό­δι­σα, κα­τα­λα­βαί­νεις. Πό­σες φο­ρὲς δὲν εἶ­πα στὴ Φρά­νι μου: «Νὰ φτιά­ξεις τὴ ζω­ή σου, παι­δί μου, ὅ­πως τὴ θές.» Ναί, ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ γυρ­νοῦ­σε ἀ­πο­δῶ κι ἀ­πο­κεῖ, μὲ κά­θε λο­γῆς πα­ρέ­ες, ἔ­τσι του­λά­χι­στον μοῦ φαι­νό­ταν. Πῶς εἶ­πες ὅ­τι γνω­ρι­στή­κα­τε, μιᾶς καὶ ἐ­λά­χι­στα εἶ­ναι πιὰ τὰ μέ­ρη ὅ­που συ­χνά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐ­δῶ; Ὅ­μως ὁ κ. Χά­ρις δὲν μ’ ἄ­φη­νε νὰ τῆς βά­λω ὅ­ρια. Θυ­μᾶ­μαι τί πει­σμα­τά­ρα ποὺ ἦ­ταν ὡς ἔ­φη­βη, καὶ πό­σο εὐ­ε­ρέ­θι­στη ἦ­ταν στὰ εἴ­κο­σί της, μέ­χρι ποὺ ἔ­γι­νε τριά­ντα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ἔ­βλε­πες, δω­δε­κά­χρο­νο κο­ρι­τσά­κι, νὰ κά­νει τοῦμ­πες καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ σὰν σβού­ρα ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς ποὺ κα­θό­μα­στε τώ­ρα. Εἰ­λι­κρι­νά, τὸ βλέ­πω ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι, μὲ τὸν λα­σπω­μέ­νο ναυ­τι­κὸ για­κὰ καὶ τὰ ἴ­σια ξαν­θὰ μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στὰ μά­τια της.

       Ὅ­πο­τε ἐ­πέ­στρε­φα ἀ­πὸ κά­ποι­α ἐ­πί­σκε­ψη στοὺς δι­κούς μου, στὸ Ρά­ι, μὲ ὑ­πο­δε­χό­ταν μὲ σφιγ­μέ­να χεί­λη κι ἔ­τρε­χε νὰ κρυ­φτεῖ πί­σω ἀ­π’ τὴ μαύ­ρη μα­γεί­ρισ­σα. Ἔ­βρι­σκα ἕ­να ἀ­γρί­μι. Στὴν πόρ­τα αὐ­τῆς τῆς με­γά­λης βε­ράν­τας στά­θη­κα ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο ἀ­πό­γευ­μα —ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ ση­με­ρι­νό, νε­α­ρέ—, ντυ­μέ­νη ἀ­κό­μη μὲ τὰ ροῦ­χα τοῦ τα­ξι­διοῦ, καὶ φώ­να­ξα τὸ παι­δί μου ποὺ ἔ­παι­ζε στὴν αὐ­λὴ νά ’ρ­θει νὰ μὲ κα­λω­σο­ρί­σει. Εἶ­χα πε­ρά­σει δυ­ὸ πο­λὺ στε­νά­χω­ρους μῆ­νες στὸ πλευ­ρὸ τῆς ἄρ­ρω­στης μη­τέ­ρας μου. Μό­λις μὲ εἶ­δε, ὅ­μως, ἡ μι­κρὴ Ἰν­διά­να γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι της ἀλ­λοῦ, ἔ­βα­λε μιὰ στριγ­γλιὰ καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ κρυ­φτεῖ στὸν ἀ­φρόν­τι­στο φρά­χτη ἀ­πὸ λι­γού­στρα, στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς αὐ­λῆς. Τὴ φώ­να­ξα δυ­ὸ φο­ρές, ζη­τών­τας της νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τοὺς βρο­με­ροὺς θά­μνους. «Φράν­σις Ἄν!­». Ἔ­τσι τὴ λέ­γα­με, μὲ ὁ­λό­κλη­ρό το ὄ­νο­μά της, ὅ­σο ζοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας της. Ὅ­μως ἐ­κεί­νη δὲν κου­νή­θη­κε ρού­πι. Κούρ­νια­σε μο­νά­χα στὴ βά­ση τοῦ φρά­χτη κι ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὴν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ἀ­π’ τὸ τα­ξί­δι μη­τέ­ρα της, πί­σω ἀ­πὸ τὶς φυλ­λω­σιές.

       Στὴν ἀρ­χή, τὴν πα­ρα­κά­λε­σα νὰ βγεῖ, ἤ­ρε­μα καὶ κα­λο­συ­νά­τα, πε­ρι­γρά­φον­τάς της τὸ και­νούρ­γιο φου­στά­νι μὲ τοὺς φραμ­πα­λά­δες καὶ τὶς χαρ­το­τε­χνί­ες ποὺ τῆς ἔ­στελ­νε ἡ για­γιά της ἀ­πὸ τὸ Ρά­ι. (Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν θὰ ζοῦ­σε γιὰ πο­λὺ ἀ­κό­μη, τὸ ἤ­ξε­ρα, καὶ μοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ βρί­σκω μιὰ τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση γυρ­νών­τας στὸ σπί­τι μου.) Στὸ τέ­λος, τὴν ἀ­πεί­λη­σα ὅ­τι θὰ κρα­τοῦ­σα τὰ δῶ­ρα μέ­χρι τὶς Εὐ­χα­ρι­στί­ες, ἴ­σως καὶ μέ­χρι τὰ Χρι­στού­γεν­να. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα πρέ­πει νὰ δι­έ­κρι­νε τὴν ἀλ­λα­γὴ στὸν τό­νο τῆς φω­νῆς μου, για­τί ξε­πρό­βα­λε στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ σή­τα ποὺ βά­λα­με ἔ­κτο­τε, καὶ κοί­τα­ξε, πρῶ­τα ἐ­μέ­να κι ὕ­στε­ρα το παι­δί. Ἐ­νό­σω ξε­στό­μι­ζα τὶς ἀ­πει­λές μου, ἡ κό­ρη μου ζά­ρω­σε μέ­σα στὴ λά­σπη καὶ ἄρ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει λό­για ποὺ δὲν ἄ­κου­γα, καὶ νὰ βγά­ζει ἤ­χους ποὺ θύ­μι­ζαν ἀ­γρι­ε­μέ­νο γα­τί. Θαρ­ρῶ πὼς ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρη ζέ­στη ἀ­π’ ὅ,τι σή­με­ρα —μο­λο­νό­τι ὁ κῆ­πος μου ξε­γε­λᾶ— κι ἐ­γὼ φο­ροῦ­σα ἀ­κό­μη τὰ βα­ριὰ ροῦ­χα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Ἀ­πελ­πι­σμέ­νη, περ­πά­τη­σα κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἀ­χτί­δες τοῦ καυ­τοῦ ἥ­λιου, μέ­σα στὴν αὐ­λὴ ποὺ τό­σο σι­χαι­νό­μουν, καὶ οὔρ­λια­ξα τὸ ὄ­νο­μα τοῦ παι­διοῦ, «Φράν­σις Ἂν Χά­ρις!­». Ἡ μαύ­ρη μα­γεί­ρισ­σα βγῆ­κε στὴν πί­σω βε­ράν­τα, ὅ­μως τὴν πρό­στα­ξα νὰ γυ­ρί­σει ἀ­μέ­σως στὴν κου­ζί­να. Ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­σχί­ζω τὴν αὐ­λὴ πρὸς τὸ μέ­ρος ὅ­που ἦ­ταν κρυμ­μέ­νη ἡ Φράν­σις Ἂν —αὐ­τὸ τὸ σκυ­θρω­πὸ πλα­σμα­τά­κι πού, ὅ­σο ἀ­πί­στευ­το καὶ ἂν φαί­νε­ται, εἶ­ναι ἡ Φράν­σις ποὺ γνώ­ρι­σες— καὶ ἀ­μέ­σως ἐ­κεί­νη βάλ­θη­κε νὰ σέρ­νε­ται κα­τὰ μῆ­κος τῶν θά­μνων τοῦ φρά­χτη πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τος ποὺ χώ­ρι­ζε τὸ οἰ­κό­πε­δό μου ἀ­πὸ τοῦ γεί­το­να.

       Θέ­λω νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη γιὰ τὰ σκλη­ρὰ λό­για ποὺ ξε­στό­μι­σα μὲ τέ­τοι­α ὁρ­μή, ὥ­στε ἤ­χη­σαν τε­λεί­ως ἀ­κα­τά­λη­πτα. Ὅ­ταν εἶ­δα ὅ­τι ἡ κό­ρη μου εἶ­χε φτά­σει στὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα καὶ σκό­πευ­ε νὰ σκαρ­φα­λώ­σει, ἔ­βγα­λα τὸ κα­πέ­λο μου ξε­σκί­ζον­τας τὸ βέ­λο μέ­σα στὴ φού­ρια μου νὰ τὴν προ­λά­βω. Δὲν θυ­μᾶ­μαι τί εἶ­πα —καὶ πι­θα­νό­τα­τα δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα οὔ­τε τό­τε νὰ σοῦ πῶ—, μή­τε ἔ­νι­ω­σα τὸν πό­νο ὅ­ταν στραμ­πού­λη­ξα τὸν ἀ­στρά­γα­λό μου στὸ χαν­τά­κι ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὴ μέ­ση της αὐ­λῆς. Κι ὅ­μως, ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­ζε νὰ μὲ καρ­φώ­νει μὲ τὰ μι­κρὰ σπιν­θη­ρο­βό­λα μά­τια της καὶ νὰ σι­γο­ψι­θυ­ρί­ζει κά­τι μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νοι­γό­κλει­νε τὰ χεί­λη, φώ­να­ζα ὅ­λο καὶ πιὸ δυ­να­τά, λὲς κι ἤ­θε­λα ἔ­τσι νὰ ἐ­κτο­νώ­σω τὴν ὀρ­γὴ ποὺ αἰ­σθα­νό­μουν γιὰ τὴ φρί­κη ποὺ ἀν­τί­κρι­ζα. Συ­νέ­χι­σα, ποὺ λές, νε­α­ρέ, νὰ περ­πα­τῶ μὲ με­γά­λες δρα­σκε­λι­ὲς πρὸς τὸν φρά­χτη, ὥ­σπου τὴν ἔ­φτα­σα προ­τοῦ προ­λά­βει νὰ σκαρ­φα­λώ­σει στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τος. Τὴν ἅρ­πα­ξα, θαρ­ρῶ, ἀ­π’ τὸ μπρά­τσο, λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­π’ τὸν ἀγ­κώ­να, κά­που ἐ­δῶ, καὶ εἶ­πα: «Θὰ τι­μω­ρη­θεῖς γι’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νες, Φράν­σις Ἄν». Δὲν τὴν τράν­τα­ξα. Δὲν τὴν τράν­τα­ξα κα­θό­λου, ὅ­πως ἤ­θε­λε νὰ τὸ πα­ρου­σιά­ζει, ἀλ­λὰ ἀν­τί­θε­τα, μὲ τὸ ποὺ τὴν ἄγ­γι­ξα, ἄ­φη­σε τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα καὶ ἔ­πε­σε στὸ χῶ­μα. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ στιγ­μή, ἀ­πὸ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη χαί­τη ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ πρό­σω­πό της. Πρὶν προ­φτά­σω νὰ τὴ δι­α­τά­ξω νὰ ση­κω­θεῖ, τι­νά­χτη­κε ὄρ­θια καὶ μὲ ἕ­ναν γρή­γο­ρο ἑ­λιγ­μὸ μοῦ ξέ­φυ­γε καὶ πά­λι. Ἔ­τρε­ξα πί­σω της —πά­νω στὰ ψη­λά μου τα­κού­νια— μό­νο ποὺ τού­τη τὴ φο­ρὰ στραμ­πού­λη­ξα τὸν ἄλ­λο μου ἀ­στρά­γα­λο στὸ χαν­τά­κι καὶ σω­ρι­ά­στη­κα φαρ­διὰ-πλα­τιὰ στὸ χῶ­μα, κα­τα­με­σὴς τῆς αὐ­λῆς, σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ το κῆ­πο. Δὲν θὰ τὸ πι­στέ­ψεις – μὲ συγ­χω­ρεῖς, πρέ­πει νὰ κά­τσω… Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν ἀ­πο­ρεῖς ποὺ σ’ τὰ λέ­ω ὅ­λα αὐ­τά… Δὲν θὰ τὸ πι­στέ­ψεις: ἔ­μει­να πε­σμέ­νη στὸ χαν­τά­κι, ὅ­μως ἐ­κεί­νη οὔ­τε κὰν πλη­σί­α­σε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, μὲ τὶς γνω­στὲς παι­δι­ά­στι­κες δι­και­ο­λο­γί­ες, ἀλ­λὰ ἀν­τί­θε­τα, γιὰ νὰ μὲ θυ­μώ­σει, ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πί­τη­δες στὴν κού­νια της ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ μιὰ ψω­ρι­ά­ρι­κη λεύ­κα ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λο­τε σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο (ἔ­βα­λα νὰ τὴν κό­ψουν καὶ νὰ τὴν ξε­ρι­ζώ­σουν), καὶ ἄρ­χι­σε νὰ λι­κνί­ζε­ται σι­γὰ-σι­γά, κοι­τά­ζον­τας τὴ μη­τέ­ρα της πε­σμέ­νη κα­τα­γῆς, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μα­κριά της μαλ­λιὰ – τὰ ὁ­ποῖ­α, ὅ­πως φαν­τά­ζε­σαι, νε­α­ρέ μου, ἔ­βα­λα, τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, νὰ τῆς τὰ κό­ψουν καὶ νὰ τὰ κα­τσα­ρώ­σουν σὲ ἑ­κα­τον­τά­δες μι­κρὲς μποῦ­κλες.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 .

Πί­τερ Τέ­ι­λορ (Peter Taylor).(Τρέν­τον, Τε­νε­σί, 1917-1994). Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ση­μαν­τι­κοὺς Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους. Κεν­τρι­κὸ θέ­μα του ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸς νό­τος. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα ἔ­γρα­ψε τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νος ἐ­πὶ 51 χρό­νια μὲ τὴν ποι­ή­τρια Ἔ­λι­νορ Ρὸς Τέ­ι­λορ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Φω­τει­νὴ Βλα­χο­πού­λου. Σπού­δα­σε Τε­χνο­λο­γί­α Γρα­φι­κῶν Τε­χνῶν στὰ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ δο­κι­μί­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων, ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γαλλικὰ πρὸς τὰ ἑλληνικά.

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Ἡ γουρούνα

.

04-Malerba,Luigi-IGourouna-Eikona-01

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Ἡ γουρούνα

(La m­a­i­a­la)

 

04-Omikron­ΤΑΝ ΤΑ ΠΑΙ­ΔΙΑ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν τί­γρης ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη. Ὅ­ταν ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν ὀ­χιὰ τὸ ἴ­διο, κομ­μά­τι λι­γό­τε­ρο. Ὅ­ταν τὴν ἔ­λε­γαν γου­ρού­να, γι­νό­ταν ἔ­ξαλ­λη κι ἄρ­χι­ζαν νὰ πέ­φτουν τὰ τριά­ρια καὶ τὰ τεσ­σά­ρια βρο­χὴ στὸν κα­τά­λο­γο τῆς τά­ξης. Οἱ πιὸ κα­κό­βου­λοι ἔ­λε­γαν πὼς ἡ χει­ρό­τε­ρη προ­σβο­λὴ ἦ­ταν νὰ τὴν φω­νά­ζεις μὲ τ’ ὄ­νο­μά της: Μπου­τσί­κιο.

       Ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο δί­δα­σκε Ἰ­τα­λι­κά, Λα­τι­νι­κά, Ἑλ­λη­νι­κά, Ἱ­στο­ρί­α καὶ Γε­ω­γρα­φί­α, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α στὸ σχο­λεῖ­ο πή­γαι­νε γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο ποὺ κά­θε κα­λο­καί­ρι τὴν κο­πά­να­γε μὲ τὴ γραμ­μα­τέ­α του, γιὰ τὴν κό­ρη ποὺ ἀ­πὸ τὰ δε­κά­ξι εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, για­τὶ δὲν τὴν ἄν­τε­χε πιά, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ, για­τὶ εἶ­χε γεν­νη­θεῖ ἄ­σχη­μη καὶ κα­κιά, μὲ κά­τι χει­λά­ρες καὶ μιὰ μύ­τη σὰν πα­τά­τα.

      «Δὲν φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ εἶ­μαι κα­κιὰ» ἔ­λε­γε κά­θε φο­ρὰ ποὺ μο­νο­λο­γοῦ­σε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη.

      Κά­θε ἄλ­λο, αὐ­τὴ ἔ­φται­γε, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λοι, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων καὶ τῶν ἄλ­λων κα­θη­γη­τῶν. Τὴ λυ­πόν­του­σαν, για­τὶ στὸ βά­θος, μὰ πο­λὺ στὸ βά­θος, ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη. Ὡ­στό­σο τὰ παι­διά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, τὴν φο­βόν­του­σαν καὶ τὴν φώ­να­ζαν τί­γρη, ὀ­χιὰ καὶ γου­ρού­να. Αὐ­τὴν δὲν τὴν δυ­σα­ρε­στοῦ­σε νὰ τὴν φο­βοῦν­ται, για­τὶ πί­στευ­ε πὼς ἕ­νας ἐκ­παι­δευ­τι­κός, γιὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὸς μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι καὶ κα­κὸς μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν κα­κί­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς ὅ­λου του σχο­λεί­ου καὶ ἴ­σως ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Ρώ­μης.

      Πρὶν ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πὲς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ τοῦ Πά­σχα ἔ­δι­νε πάν­το­τε ἕ­να σω­ρὸ ἐρ­γα­σί­ες γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ φό­βο μπὰς καὶ τὰ παι­διὰ δι­α­σκέ­δα­ζαν. Καὶ στὸ τέ­λος τοῦ ἔ­τους σύ­στη­νε στοὺς μα­θη­τές της νὰ συγ­κεν­τρώ­σουν σ’ ἕ­να τε­τρά­διο ὅ,τι ἐ­κεί­νη ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὴ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν», μ’ ἄλ­λα λό­για ὅ,τι ὡ­ραῖ­ο ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σχη­μο εἴ­χα­νε κά­νει στὴ διάρ­κεια τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἡ φρά­ση «ἡ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν» τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ, για­τί τὴν ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε ὅ­λα τα χρό­νια καὶ σ’ ὅ­λους τοὺς μα­θη­τές της. Ἀλ­λὰ πολ­λοὶ προ­τι­μοῦ­σαν νὰ κο­ποῦν κα­λύ­τε­ρα, πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ τὴν ξα­να­δοῦν τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά.

      Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ φου­κα­ριά­ρα πα­ρέ­με­νε στὴ Ρώ­μη, στὸ σπί­τι της στὰ πε­ρί­χω­ρα κι ἔ­πλητ­τε καὶ τὸν Ἰ­ού­λιο καὶ τὸν Αὔ­γου­στο. Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ Σε­πτέμ­βρη πή­γαι­νε μιὰ ἑ­βδο­μά­δα δι­α­κο­πὲς γιὰ νὰ θε­ρα­πεύ­σει τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς, τὸ λουμ­πάγ­κο καὶ τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως γιὰ νὰ μαυ­ρί­σει λι­γου­λά­κι, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει πὼς εἶ­χε πά­ει κι αὐ­τὴ δι­α­κο­πές, ὅ­πως ὅ­λες οἱ ἄλ­λες κυ­ρί­ες. Κον­το­λο­γὶς ἔ­κα­νε μιὰ ζω­ὴ πο­λὺ θλι­βε­ρὴ καὶ πο­λὺ μί­ζε­ρη καὶ δὲν ἔ­βλε­πε τὴν ὥ­ρα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ ὅ­λη τὴ μι­ζέ­ρια καὶ τὰ φαρ­μά­κια ποὺ εἶ­χε πιεῖ.

      Ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς τῆς κα­θη­γή­τριας Μπου­τσί­κιο ὑ­πῆρ­χε κι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λός, ὁ πιὸ ψη­λὸς τῆς τά­ξης κι ὁ πιὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νος, μὲ κά­τι με­γά­λα, τε­ρά­στια μά­τια κι ἕ­να χέ­ρι βα­ρύ­υ­υ­υ. Ὅ­ταν ἔ­γρα­φε τὶς ἀ­σκή­σεις στὴν τά­ξη, τρυ­ποῦ­σε πάν­τα τὰ φύλ­λα μὲ τὸ στυ­λὸ κι αὐ­τὸ τὴν ἐ­ξα­γρί­ω­νε σὰν τί­γρη, τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε σὰν ὀ­χιά. Τὸν φώ­να­ζε στὴν ἕ­δρα καὶ τοῦ ἔ­κα­νε τὶς δυ­σκο­λο­τέ­ρες ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ τὴν Ἰ­τα­λί­α, σὰν πραγ­μα­τι­κὴ γου­ρού­να.

      Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τὴν ἔ­φερ­νε κά­θε φο­ρὰ σὲ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γου­ρού­να οὔ­τε ὀ­χιὰ οὔ­τε καὶ τί­γρη. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­σοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα ἢ ἴ­σως για­τὶ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πὼς στὴ διά­ρκεια τῶν μα­θη­μά­των της, ποὺ ἦ­ταν σκέ­τη βα­ρε­μά­ρα, ὁ νοῦς του τα­ξί­δευ­ε μα­κριὰ σὲ τό­πους φαν­τα­στι­κοὺς ποὺ σ’ ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­ναν γιὰ πάν­τα ἄ­γνω­στοι. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἀ­ό­ρι­στο ἢ τὸν ὑ­περ­συν­τέ­λι­κο δὲν εἶ­χε φτά­σει πο­τὲ ἡ φαν­τα­σί­α τῆς Μπου­τσί­κιο.

      Με­τὰ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο ἐ­πέ­στρε­φε στὸ σχο­λεῖ­ο μι­σο­μαυ­ρι­σμέ­νη καὶ δι­πλὰ κα­κι­ω­μέ­νη. Ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­παιρ­νε τὶς ἀ­που­σί­ες φώ­να­ζε στὴν ἕ­δρα με­ρι­κοὺς μα­θη­τὲς γιὰ νὰ τῆς ποῦν πε­ρι­λη­πτι­κὰ γιὰ «τὴ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν». Τὰ παι­διὰ ἀ­φη­γοῦν­ταν γιὰ τὴ θά­λασ­σα, τὴν ἐ­ξο­χή, τὰ τα­ξί­δια, τὰ παι­γνί­δια, τὰ δι­α­βά­σμα­τα, τὰ θε­ά­μα­τα, τὶς συμ­πά­θει­ες, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη κι ἄρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα νὰ μοι­ρά­ζει τὰ τριά­ρια καὶ τὰ τεσ­σά­ρια στὰ ἰ­τα­λι­κά.

      Μιὰ μέ­ρα φώ­να­ξε στὴν ἕ­δρα ἐ­κεῖ­νο τὸν πα­νύ­ψη­λο μα­θη­τή της. Τὸ παι­δὶ ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ θρα­νί­ο ἔ­χον­τας μα­ζί του ἕ­να με­γά­λο κογ­χύ­λι ἀν­τὶ γιὰ τὸ τε­τρά­διο μὲ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο. Εἶ­πε πὼς «ἡ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν» ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὴν εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ οἱ συμ­μα­θη­τές του καὶ οἱ συμ­μα­θή­τρι­ές του. Ἕ­νας-ἕ­νας εἶ­χαν ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τῆς θά­λασ­σας στὴν ἀ­κρο­για­λιά, τὸν ἦ­χο τῶν κυ­μά­των ποὺ σπᾶ­νε πά­νω στὶς ξέ­ρες, τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ ἀ­νέ­μου ἀ­νά­με­σα στὰ πεῦ­κα τῆς πα­ρα­λί­ας καὶ ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἀ­κό­μα καὶ τὴ φω­νὴ τῶν γλά­ρων τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα.

      Ἡ κα­θη­γή­τρια τὸν κοί­τα­ξε ἔκ­πλη­κτη καὶ συ­νά­μα ἐ­νο­χλη­μέ­νη, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σε σχε­δὸν τα­πει­νω­μέ­νη ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νο καὶ συμ­πα­θη­τι­κὸ παι­δί. Τὸ παι­δὶ ἐ­πω­φε­λή­θη­κε ἀπ’ αὐ­τὸ τὸ στιγ­μια­ῖο σά­στι­σμα γιὰ νὰ τὴν προ­σκα­λέ­σει ν’ ἀ­κού­σει κι αὐ­τὴ τὴ φω­νὴ τῆς θά­λασ­σας καὶ τοῦ ἀ­νέ­μου καὶ τῶν γλά­ρων μέ­σα στὸ κογ­χύ­λι.

      Ἐ­πει­δὴ ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο δὲν πε­ρί­με­νε κά­τι τέ­τοιο, δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, ἀλ­λὰ ντρε­πό­ταν νὰ πεῖ ὄ­χι σὲ μιὰ τό­σο ἀ­θώ­α πρό­σκλη­ση. Τε­λι­κὰ πῆ­ρε τὸ κογ­χύ­λι καὶ τὸ πλη­σί­α­σε στ’ αὐ­τί της. Πράγ­μα­τι κά­τι ἀ­κου­γό­ταν, σὰν μα­κρι­νοὶ ἦ­χοι, σὰν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βου­η­τό. Συ­νέ­χι­σε ν’ ἀ­κού­ει. Τῆς φά­νη­κε πὼς ἄ­κου­σε ἕ­να βη­χα­λά­κι, ἔ­πει­τα μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ φω­νή, σὰν τὴ φω­νὴ τοῦ μα­θη­τῆ της ποὺ στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της καὶ τὴν κοι­τοῦ­σε μὲ τὰ με­γά­λα, σα­στι­σμέ­να μά­τια του. Ἐν­τέ­λει ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο ἄ­κου­σε νὰ ἔρ­χε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κογ­χύ­λι κα­θα­ρά, πεν­τα­κά­θα­ρα μιὰ φω­νὴ ποὺ ἔ­λε­γε: «γου­ρού­να!»

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Ἀλέξιος Μάινας: Μπλὲ μάγουλα

 .

 

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

Μπλὲ μά­γου­λα

 

04-OmikronΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ πα­ρα­θε­ρί­ζα­με συ­νή­θως στὸ Κα­μά­ρι τῆς Σαν­το­ρί­νης, στὸ Μέ­σα βου­νό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα οἱ γο­νεῖς μου μὲ ἔ­στελ­ναν στὸ χω­ριό, ὅ­που ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ μπα­κά­λι­κο. Ἡ ἔν­νοι­α μί­νι μάρ­κετ ἦρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Μὲ τὰ με­γά­λα κα­ρά­βια ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τοὺς του­ρί­στες ἀ­πὸ Πει­ραι­ὰ Ἀ­θη­νιὸ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε ὧ­ρες. Ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Λῆ­μνος.

       Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, σὰν νά ’­χε πέ­σει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ. «Τὸ φτι­ά­ξα­με πιὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ μὴ γί­νει τί­πο­τα…» μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μὲ ἔν­ρι­νη φω­νὴ σὰν νά ’­χε γά­ζες στὴ μύ­τη ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος. «Τί νὰ γί­νει δη­λα­δή;» ρώ­τα­γα. Ἤ­μουν παι­δί, κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λι­ό­ταν.

       Ἦ­ταν ὁ μπα­κά­λης, ξά­δερ­φος τῆς θεί­ας Μα­ρου­λί­ας. Τὸ μα­γα­ζὶ που­λοῦ­σε ἀ­πὸ καρ­πού­ζια μέ­χρι κρη­τι­κὲς μί­νι μπα­νά­νες, ἀ­πὸ συ­ρια­νὰ λου­κού­μια μέ­χρι σαν­το­ρι­νιὸ κου­φέ­το μὲ μέ­λι, ἀ­πὸ φά­βα μέ­χρι φάρ­μα­κα καὶ βι­βλί­α. Ἦ­ταν παν­το­πω­λεῖ­ο. Ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ σκα­λιὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ, κα­θό­ταν πάν­τα μιὰ γι­α­γι­ού­λα, ἔ­τσι μοῦ ’­μοια­ζε, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα πέν­τε ἢ ἑ­ξήν­τα, ζα­ρω­μέ­νη καὶ μό­νη, μὲ μαύ­ρη μαν­τί­λα στὸ κε­φά­λι, καὶ κα­θά­ρι­ζε ὁ­λη­με­ρὶς φι­στί­κια στὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ὁ­λό­κλη­ρο σα­κὶ δί­πλα της. Τὴ θυ­μᾶ­μαι πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, στὰ ἀ­σβε­στω­μέ­να σκα­λιά, νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὰ φι­στί­κια καὶ νὰ ρί­χνει τὸν καρ­πὸ σ’ ἕ­να τσίγ­κι­νο πιά­το. Πο­τὲ δὲν τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει. Τὴ θυ­μᾶ­μαι νὰ δι­αι­ω­νί­ζει τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ἐ­πὶ ὧ­ρες, σὰν μη­χα­νή, καὶ ἀμ­φι­βάλ­λω ἂν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τή, ἀ­βέ­βαι­η, ἐρ­γα­τι­κὴ καὶ δι­η­νε­κής, μὲ συγ­κλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρη τοῦ Ἰσ­λαν­δοῦ ποὺ πνι­γό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Πνι­γό­ταν, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε χα­ρού­με­νος. Τὸν θυ­μᾶ­μαι μὲ μπλὲ μά­γου­λα νὰ χα­μο­γε­λά­ει ἀ­νί­κα­νος νὰ φω­νά­ξει, καὶ νὰ πι­τσι­λά­ει ὁ­λό­γυ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ’­χε ρί­ξει τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης μου, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πια­στεῖ, ὄ­χι ὅ­μως νὰ ξα­πλώ­σει πρὶν τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σαν. Ἤ­μουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ συ­νέ­δε­σα τὸ θά­να­το μὲ τὴν ἀ­πώ­λεια παι­χνι­δι­ῶν.

       Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ παν­το­πω­λεῖ­ο, μπαί­νω μὲ τὸ μυα­λό μου ἀ­π’ τὴ δί­φυλ­λη ἄ­σπρη πόρ­τα. Τὸ ἕ­να φύλ­λο ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος τό ’βγα­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτός, γιὰ νὰ μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο φῶς. Μέ­σα τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σπη­λαι­ῶ­δες καὶ σκο­τει­νό, χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα. Ἔμ­παι­νες καὶ δὲν ἔ­βλε­πες τί­πο­τα γιὰ μι­σὸ λε­πτό. Ἔ­νι­ω­θες ἔκ­θε­τος. Ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο σοῦ μί­λα­γε ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος στὸν Σα­ούλ. Με­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­χνά. Στὸ βά­θος ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος κρα­τοῦ­σε ἕ­να μα­χαί­ρι μὲ τὴ νέ­α φέ­τα ἀ­πὸ Πε­λο­πόν­νη­σο.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μέ­ρος τοῦ μα­γα­ζιοῦ ὑ­πῆρ­χε μιὰ σκά­λα οἰ­κο­δο­μῆς ποὺ ἀ­νέ­βα­ζε τὸν ἀ­γο­ρα­στὴ στὰ ρά­φια μὲ τὰ βα­ζά­κια. Ρί­γα­νη, φα­σκό­μη­λο, ξε­ρα­μέ­να σύ­κα, κα­ρα­με­λω­μέ­να φι­στί­κια μὲ βα­σι­λι­κό, ὅ­λα ντό­πια καὶ δι­α­φα­νῆ σὲ βα­ζά­κια. Σὲ ἕ­να με­γά­λο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο ἐ­νυ­δρεῖ­ο εἶ­χε μι­κρὲς σαῦ­ρες ποὺ ἔ­παιρ­ναν πό­ζες πά­νω σε ξυ­λα­ρά­κια, νό­μι­ζες ὅ­τι ζοῦ­σαν. Σὲ μιὰ ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στὴ σκά­λα κα­θό­ταν μὲ πλά­τη στὸ φῶς τῆς πόρ­τας ἕ­νας χλω­μὸς κύ­ριος σὲ λι­νὸ κου­στού­μι, γα­λά­ζιο που­κά­μι­σο, ἄ­σπρο κα­πέ­λο μὲ φαρ­διὰ πά­νι­νη ται­νί­α, καὶ πα­τε­ρί­τσες. Στὰ χέ­ρια του εἶ­χε ἕ­να τε­τρά­διο κι ἕ­να κόκ­κι­νο μο­λύ­βι, ποῦ καὶ ποῦ ση­μεί­ω­νε κά­τι, θά ’­λε­γες ὅ­τι ἔ­λυ­νε σταυ­ρό­λε­ξο. Ἦ­ταν σχε­δὸν πάν­τα στὸ μα­γα­ζὶ ὅ­ταν πή­γαι­να. Ἔ­στρε­φε γιὰ λί­γο τὸ κε­φά­λι, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε μὲ εὐ­γέ­νεια σὰν νὰ μ’ ἔ­βλε­πε γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ συ­νέ­χι­ζε νὰ λύ­νει, προ­σθέ­τον­τας κά­θε τό­σο μιὰ λέ­ξη.

       Ἤ­μουν σχε­δὸν κά­θε ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ. Μὲ πεί­ρα­ζε ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ κύ­ριος αὐ­τὸς μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­πως χα­μο­γε­λᾶ­με σ’ ἕ­να γά­το ποὺ σου­λα­τσά­ρει στὸ κάγ­κε­λο τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου. Γι’ αὐ­τὸν ἤ­μουν ἕ­να παι­δί. Ἕ­να παι­δὶ ποὺ μπαί­νει μὲ τι­ράν­τες καὶ φεύ­γει μὲ μιὰ μπλὲ σα­κού­λα το­μά­τες καὶ φέ­τα Πε­λο­πον­νή­σου.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ πε­ρί­με­να τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο νὰ ξε­φορ­τώ­σει καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ γιὰ νὰ μοῦ βά­λει κε­φα­λο­τύ­ρι, ἀ­κού­στη­κε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ μὲ φω­νά­ζει ἀπ’ τὸ σο­κά­κι δί­πλα στὸ μα­γα­ζί. Ὁ κύ­ριος μὲ τὶς πα­τε­ρί­τσες ση­κώ­θη­κε, για­τὶ ἐν­νο­οῦ­σαν ἐ­κεῖ­νον, ὅ­λοι Μά­ι­νες, Κα­ρα­μο­λέγ­κοι καὶ Σι­γά­λες λε­γό­μα­σταν, ἔ­βα­λε τὶς πα­τε­ρί­τσες στὶς μα­σχά­λες τοῦ κου­στου­μιοῦ καὶ κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τὸ κου­τσό, γύ­ρι­σε, μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει κά­τι, κοί­τα­ξε καὶ τὸ σταυ­ρό­λε­ξο πά­νω στὴν ψά­θι­νη καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἡ στιγ­μὴ εἶ­χε ἔρ­θει. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πῆ­γα στὴν πο­λυ­θρό­να, πῆ­ρα τε­τρά­διο καὶ μο­λύ­βι, τά ’­χω­σα στὴ σα­κού­λα μὲ τὸ γά­λα καὶ τοὺς γι­αρ­μά­δες καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω, χαι­ρέ­τη­σα τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο, ποὺ δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ ἀ­πο­ρή­σει, κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα. Κα­τέ­βη­κα στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ γυρ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο στὸ σπί­τι.

       Κά­θι­σα σὲ μιὰ βάρ­κα ποὺ εἶ­χε σχο­λά­σει καὶ τρα­βη­χτεῖ στὴν ἀ­κτὴ μὲ τὴ χει­ρο­κί­νη­τη τρο­χα­λί­α καὶ ἔ­βγα­λα τὸ τε­τρά­διο. Πά­νω ἔ­γρα­φε «Ἀγ­γε­λέ­τος». Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Δὲν ἦ­ταν σταυ­ρό­λε­ξα. Ἦ­ταν σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα λευ­κὲς σε­λί­δες μὲ λί­γες χει­ρό­γρα­φες λέ­ξεις στὴν κα­θε­μιά. Σὰν κώ­δι­κας. Ἐν μέ­ρει ἔ­βγα­ζαν νό­η­μα. Σὲ μιὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα ἔ­γρα­φε: Οἱ σαῦ­ρες κοι­μή­θη­καν / Βρεγ­μέ­να τὰ ρά­φια / Χα­μο­γε­λᾶ στὰ στε­γνὰ / Τὸ ἐ­νυ­δρεῖο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Ἀλέξιος Μάινας: Paradise Lost

 

.

Mainas,Aleksios-ParadiseLost-Eikona-05a

.

Ἀλέξιος Μάινας

 

P­a­r­a­d­i­se L­o­st

 

T-[Tay]-SomataΟ 1994 ΗΜΟΥΝ δε­κα­ο­χτὼ ἐ­τῶν, ἕ­νας νε­ο­θρὶξ μι­κρο­α­στὸς Ἀ­δὰμ στὸ ἄν­θος ὅ­λης μου τῆς ἀ­σά­φειας, καὶ ἤ­μουν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α μου ποὺ χό­ρε­ψε b­l­u­es. Ἦ­ταν στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, τοῦ Τά­κη, σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α – ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι τοῦ πέμ­πτου ὀ­ρό­φου φαι­νό­ταν στὸ βά­θος ὁ Ὑ­μητ­τός, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἦ­ταν ἡ πό­λη ὡς ἀ­ό­ρα­το μυ­θο­λο­γι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα.

       Τὰ ἀ­γό­ρια φο­ρού­σα­με ὅ­λα χον­τροὺς κο­κά­λι­νους σκε­λε­τοὺς ποὺ ξα­νά­γι­ναν τῆς μό­δας με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, καὶ εἴ­χα­με κά­νει πη­γα­δά­κι πά­νω στὸν φαρ­δὺ ὑ­πο­κί­τρι­νο κα­να­πὲ μὲ τὴ γλι­στε­ρὴ δερ­μά­τι­νη ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὶς ἐ­τα­ζέ­ρες γιὰ τὰ κο­κτέ­ιλ, ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ δι­α­πραγ­μα­τευ­ό­με­νοι μὲ ποι­ὰ γει­τό­νισ­σα τοῦ Τά­κη θὰ χο­ρέ­ψου­με. Οἱ ὄ­μορ­φες κα­θόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς ζω­ῆς, σὲ μιὰ γού­βα φω­τὸς τοῦ τρι­πλοῦ πορ­τα­τὶφ καί, ἂν καὶ χα­χά­νι­ζαν ἐμ­φα­νῶς ζων­τα­νὲς καὶ θερ­μό­αι­μες, ἦ­ταν γιὰ μᾶς συμ­πα­γεῖς κι ἀ­προ­σπέ­λα­στες σὰν κέ­ρι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα. Τὸ μό­νο ποὺ μᾶς συ­νέ­δε­ε ἦ­ταν τὸ παρ­κέ.

      Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς ἐμ­φα­νεῖς δυ­σκο­λί­ες τοῦ νὰ μὴν εἶ­σαι πιὰ παι­δὶ βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι νὰ κα­πνί­σω. Ἤ­μουν μό­νος κι ἔ­κα­νε κρύ­ο. Τὸ τσι­γά­ρο δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ συ­ζη­τή­σεις καὶ γνω­ρι­μί­ες ὅ­πως ἡ βόλ­τα μὲ τὸ σκύ­λο, ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος στοι­χή­μα­τος ἢ ἀ­πό­δει­ξης, μιὰ πρά­ξη πί­στης σὲ κά­τι ποὺ δὲν πι­στεύ­α­με ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὁ στρα­τός. Πί­σω ἀ­π’ τὸν πλα­ϊ­νὸ τοῖ­χο τῆς βε­ράν­τας μπρο­στὰ στὴν κου­ζί­να, ἂν ἔ­σκυ­βες πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλώ­στρα, φαι­νό­ταν ἕ­να τρί­γω­νο Ἀ­θή­νας σὰν νε­κρο­τα­φεῖ­ο μὲ πο­λύ­χρω­μα φω­τά­κια καὶ τὴ φι­μω­μέ­νη μεμ­ψι­μοι­ρί­α τῶν νε­κρῶν. Ἔ­νι­ω­θα συν­δε­δε­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­χὸ τῆς πό­λης ὅ­πως μὲ ὀμ­φά­λιο λῶ­ρο. Ἡ Κυ­ψέ­λη τῶν πρώ­των ἐ­τῶν δὲ φαι­νό­ταν μέ­σα στοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, οὔ­τε ἡ ἄλ­λη κυ­ψέ­λη στὴ σκιὰ τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ, ὅ­που με­γά­λω­σα μέ­σα στὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ὅ­ταν ἔ­σβη­να τὸ φῶς μπο­ροῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἀ­νά­σες τῶν μυ­ριά­δων κοι­μώ­με­νων νὰ ἀ­νε­βαί­νουν ψη­λὰ στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα σὰ λω­ρί­δες ρι­ζό­χαρ­το. Δὲ γνώ­ρι­ζα σχε­δὸν κα­νέ­ναν. Τὴ νύ­χτα ἔ­βλε­πα συ­χνὰ φα­νά­ρια, οἱ δι­α­σταυ­ρώ­σεις τοῦ ὕ­πνου μου ἦ­ταν γε­μά­τες γυ­μνοὺς μὲ σα­κά­κια.

      Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἡ Τά­νι (μὲ γι­ώ­τα), μιὰ νορ­βη­γί­δα πρα­σι­νο­μά­τα Μπρυν­χίλ­ντε ποὺ ὁ Τά­κης γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη, κα­λο­και­ρι­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ Φά­λη­ρο. Ἤ­θε­λε νὰ χο­ρέ­ψου­με, μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἀ­νέλ­πι­στη πρό­τα­ση εὐ­θύ­βο­λα καὶ νορ­βη­γι­κά, ἀλ­λὰ τῆς εἶ­πα ὄ­χι, για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λι­α­στοῦ­με πά­νω ἀ­π’ τὴν ἤ­δη ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­να­το­μί­α μου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ μὲ πλη­σί­α­σε, ἄ­φο­βα σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν σει­σμοὶ στὸν πέμ­πτο, σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε ἡ Κραυ­γὴ τοῦ M­u­n­ch, μοῦ πῆ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τὸ τσι­γά­ρο ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κα­νε μιὰ τζού­ρα, τὸ πέ­τα­ξε στὸ σκο­τά­δι χω­ρὶς νὰ ρω­τή­σει, τύ­λι­ξε τοὺς βρα­χί­ο­νες σὲ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μαλ­λί μου σὰν πύ­θω­νες γύ­ρω ἀ­π’ τὸ σβέρ­κο μου, καὶ σφρά­γι­σε μιὰ γιὰ πάν­τα μ’ ἕ­να ἁ­πλὸ γη­τευ­τι­κὸ λί­κνι­σμα τῶν γο­φῶν, μ’ ἕ­να τρί­λε­πτο b­l­u­es πά­νω στὴ στύ­ση μου, κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπλὲ ἀ­πό­η­χο τοῦ “W­i­t­h­o­ut y­ou” πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τὴ μα­κρι­νὴ γαρ­γά­ρα τῆς πό­λης, τί θὰ πεῖ ὑ­πε­ρο­χή. Καὶ ὑ­πέ­ρο­χη θη­λυ­κό­τη­τα.

      Τὰ τρί­α λε­πτὰ πέ­ρα­σαν. Ἡ M­a­r­i­ah σώ­πα­σε πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι. Ἡ Τά­νι τρά­βη­ξε τὴ συ­ρό­με­νη καὶ χά­θη­κε στὰ φιὸρδ τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ πό­λη ἔ­μει­νε ἔ­ξω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου: Ἱστορία μὲ 13ο Φεγγάρι

 

Afentoulidou,Anna-IstoriaMe13oFeggari-Eikona-01

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου

 

Ἱστορία μὲ 13ο Φεγγάρι

 

H-Itta-Somata ΜΗΤΕΡΑ μὲ εἶχε κουβαλήσει σὲ αὐτὴν τὴν ἀηδία, ἄδεια παραλία. Χωρὶς παιχνίδια.

Ἔβγαινα καὶ μάζευα φύκια καὶ ψόφια στρείδια.

      Τὸ ὡραῖο, ἕνας δράκος κοιμόταν στὴν θάλασσα καὶ τοὺς ἔλεγα συνεχῶς Σσς.

      Ἀλλὰ ἐκείνη δὲν μ’ ἄκουγε.

      Τῆς ἄρεσες ποὺ ἡλιοκαμένος, μόνο μὲ σόρτς, τῆς μιλοῦσες γλυκά. Ἤσουν μορφωμένος καὶ ἤξερες νὰ περιμένεις.

      Ἐγὼ κρυβόμουν πίσω ἀπ’ τὶς γρίλλιες καὶ σᾶς ἄκουγα.

      Ὅταν μαγείρευε μιὰ χοντρὴ γυναίκα καὶ ἐπλένε τὰ ροῦχα, κοίταζα τὶς ἱδρωμένες της μασχάλες.

      Τὸ 13ο φεγγάρι θὰ ἦταν πολὺ φωτεινὸ στὰ κεφάλια σας, ἀλλὰ ἐκείνη εἶχε αἷμα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κολυμπήσει. Κοιμήθηκε νωρίς.

 

      Καθόσουν στὸν βράχο καὶ ἔπινες. Μύριζες ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ὅπως ὁ πατέρας μου, καφενεῖο.

      Σὲ πλησίασα, ἔκαιγαν τὰ μάγουλα.

      Τί θέλεις, μικρή;

      Ἔπεσα στὸ νερὸ μὲ τὰ ροῦχα. Φώναξες, ἀλλὰ ὄχι δυνατά.

      Βγῆκα ἀμέσως καὶ ἔβγαλα τὸ βρεγμένο μου φόρεμα. Τὰ μάτια σου γυάλισαν ὅπως ἡ θάλασσα.

      Θὰ κρυώσεις.

      Σὲ πλησίασα. Ἔτρεμα.

      Ἔβγαλες τὰ φύκια ἀπ’ τὸ στῆθος.

      Πήγαινε.

      Ὄχι.

      Ἔλα νὰ σοῦ δείξω τὰ κοχύλια μου, εἶπα.

      Πίσω ἀπ’ τὸ σπίτι σὲ μιὰ στοίβα καμένα ἔβγαλα τὸ τενεκεδένιο κουτί.

      Εἶναι ὅλα σπασμένα, εἶπες.

      Ἀκριβῶς. Αὐτὰ δὲν τὰ θέλει κανείς.

      Λαχάνιασες.

      Ἀκούμπησα πάνω σου, ὅπως ἐκείνη.

      Ἔβαλα τὸ δάχτυλό σου στὸ στόμα μου.

      Μετὰ γέμισα ἄμμο. Ἤσουν βαρύς. δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀνάσα. δάγκωσα τὰ χείλη. Μάτωσα.

      Ὄχι, ὄχι, ἔλεγες.

      Ἀλλὰ δὲν μποροῦσες νὰ ξεκολλήσεις.

      Τόσο μορφωμένος καὶ ἀκόμα δὲν εἶχες μάθει.

      Κανεὶς δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τέτοιο φεγγάρι.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ μεγάλος ἐπισκέπτης

 

 

Christofilakis,Giorgos-OMegalosEpiskeptis-Eikona-01a 

. 

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης

 . 

Ὁ με­γά­λος ἐ­πι­σκέ­πτης

 .

01-HttaΤΑΝΕ οἱ δάφ­νες ἀ­πὸ με­ριά, μα­χαί­ρια δί­κο­πα τὰ φύλ­λα καὶ λέ­λου­δα χα­τζά­ρια, τὰ πεῦ­κα τίγ­κα κου­κου­νά­ρια, πευ­κο­βε­λό­νες στρω­μέ­νο γύ­ρα τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­λο­γό­μυ­γες ντου­μά­νι στὶς κοι­λι­ὲς τῶν ζῶν τὰ μούρ­λαι­ναν στὸ βύ­ζαγ­μα. Ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ κι εἴ­κο­σι πέν­τε Μάρ­τη. Ἀλ­λὰ μύ­ρι­ζε Ἀ­πρί­λη ὁ τό­πος…

       Γῆς, οὐ­ρα­νός, που­λιά, καρ­δι­ές, γρα­σί­δι, ἕ­τοι­μα γιὰ φοῦρ­λες στὸν ἀ­γέ­ρα… Οἱ πα­τε­ρά­δες καὶ οἱ μα­νοῦ­λες, κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν γιοὺς καὶ θυ­γα­τέ­ρες, μα­θη­τά­κους κα­θα­ροντυ­μέ­νους, στὴν πα­ρέ­λα­ση. Κον­το­λο­γῆς, ὅ­λη ἡ Ἅ­για Με­γα­λό­πο­λη καὶ μιὰ κα­το­στα­ριὰ λι­α­νο­χώ­ρια ὁ­λό­γυ­ρα, στὸ πό­δι.

      Στὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτά, μό­λο­γος. Μπλὲ πο­δίτσα τὸ θη­λυ­κὸ γέ­νος. Μπλὲ μπε­ρε­δά­κι ὁ­λό­γι­ο­μο, σκαλ­τσου­νά­κι κον­τὸ λευ­κό. Μπλὲ με­λισ­σο­λό­ι οἱ μα­θή­τρι­ες μὲ κόρ­φους γι­ο­μά­τους ἀ­πή­γα­νο, σκάρ­φη κι ἀ­ψηθιά, πα­ρα­κα­τού­λια στὰ βρά­χια… δεν­τρο­λί­βα­νο, δυ­ό­σμος καὶ βρυ­σοῦ­λες, ἀ­πό­τι­στος κάμ­πος, σπη­λι­α­ρά­κια μο­να­χού­λια χω­ρὶς τὸν ντά­κο τοῦ τσο­πά­νη.

      Ἀ­πὸ με­ριὰ οἱ μα­θη­τές, μπλὲ παν­τε­λό­νια, ἄ­σπρα που­κά­μι­σα, μά­τια μὲ σκυ­λί­σιο πα­ρά­πο­νο κι ἀ­γριά­δα γιὰ τὶς θη­λυ­κές, ποὺ ξά­μω­σαν πρω­ὶ πρω­ὶ τὴν πραμ­μά­τια τους κα­τά­λα­κα στοὺς γυ­ρο­λό­γους.

      Ὅ­λοι ἄ­σπρα, μέγ­κλες που­κά­μι­σα. Μό­νο ὁ Ντα­ρί­βας ξη­γι­ό­τα­νε κόκ­κι­νο κα­ρώ. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοῦ Μα­ρα­φῆ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μι­σο­κούρ­δα­γε τὸ τούμ­πα­νο. Ἤ­τα­νε Ἀρ­χη­γός. Κι εἶ­χε ἄλ­λους δε­κα­ε­φτὰ στὴ διά­τα του. Τὸ ὅ­λο, δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να βαρ­βά­τα, σκού­ξι­μο κι ἀν­τά­ρα, ὅ­που τὰ παί­ζα­νε μόρ­τες ἕ­νας κι ἕ­νας.

      Ὁ μα­θη­τὴς κα­θό­τα­νε σὲ μιὰ πέ­τρα. Συλ­λο­ϊ­σμέ­νος. Εἶ­χε ἔρ­θει πρω­ὶ πρω­ὶ ἡ μά­να του μὲ τὸν Μπίρ­κο —τὸ μου­λά­ρι— τρεῖς ὧ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο ἀ­πὸ τοῦ Με­μῆ. Τοῦ ἔ­φε­ρε δί­πλες, ψω­μά­κι, ἀ­βγου­λά­κια…

      — Κα­λῶς τη­νε.

      — Κά­τσε νὰ φᾶς μιὰ μπου­κιά. Νὰ πά­ρεις δύ­να­μη.

      — Για­τί;

      — Για­τί που­κά­μι­σο κι ἄ­σπρο δὲν ἔ­χει. Βρῆ­κα τοῦ­το τὸ κόκ­κι­νο στὸ μπα­οῦ­λο. Ἔ­χει τὰ κα­ρου­δά­κια…

      — Κα­λό ‘­ναι…

      — Τὰ ἔρ­μα τὰ λε­φτά. Δὲν τὰ με­γα­λώ­νουν τὰ δέν­τρα.

      — Μὴ σε­κλε­τί­ζε­σαι μά­να. Τρά­βα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν «Πορ­το­κα­λιά», τὸ μα­γέ­ρι­κο καὶ στή­σου νὰ μὲ δεῖς ποὺ θὰ περ­νά­ω.

      — Ἔ­τσι θὰ γί­νει…

      Δι­ά­βη­κε ὁ Ντα­ρί­βας τὸ κα­τώ­φλι καὶ τώ­ρα κά­θε­ται στὴν πέ­τρα, τρί­τη φο­ρά, καὶ κουρ­ντί­ζει τὸ τούμ­πα­νο. Πα­ρα­κα­τού­λια οἱ σαλ­πιγ­κτές, φυ­σᾶ­νε τὶς σάλ­πιγ­γες νὰ τὶς φέ­ρουν στὸ ζύ­γι τους, κι ἀ­πά­νω στὸ μπαλ­κό­νι μό­στρα τὸ κα­θη­γη­το­λό­ι ντυ­μέ­νο στὰ γι­ορ­τι­νά. Μαῦ­ρα, μπλὲ κου­στού­μια καὶ φο­ρέ­μα­τα. Τί Σι­κα­νι­ώ­του, τί Περδί­κης, τί Κα­σκαν­τή­ρης, τί Κυ­ρι­α­κό­που­λος, τί Κου­ρου­νι­ώ­του, τί Καλ­πά­κη, τί Νά­τσης. Ὅ­λο τὸ συμ­πε­θε­ριό. Καὶ στὰ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ρια, ζού­λα τσι­γα­ριὰ οἱ ζω­η­ροί…

      Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­να­νε ὅ­λα τοῦ­τα τοῦ Ντα­ρί­βα. Σι­γό­βραζε… Κα­θη­γη­τὲς ὅ­λο κου­στού­μι καὶ ἰ­δέ­α. Καὶ κεί­νη πιὰ ἡ πει­θαρ­χί­α τους, ὁ­πού ‘­ταν ὅ­λο τσί­τω­μα κι ἐ­ξυ­πνά­δα… Σι­γό­βρα­ζε ὁ μα­θη­τής. Ἀλ­λά… τὰ βά­ζει ὁ πλά­τα­νος μὲ τὸ πο­τά­μι;

      — Τὰ βά­νει καὶ τὰ πα­ρα­βά­νει, μι­σό­λε­γε.

      — Τί λὲς Ντα­ρί­βα; Τί βά­νει καὶ πα­ρα­βά­νει; Ἦ­ταν ὁ Μα­ρα­φής. Τὸ συ­νή­θι­ζε… Τσούπ! Φάν­της μπα­στού­νι νὰ σκα­ρί­ζει μπρός σου.

      — Λέ­ω…

      — Για­τί δὲ φο­ρέ­νεις ἄ­σπρο που­κά­μι­σο;

      — Για­τί ὁ ἀρ­χη­γὸς δὲν φο­ρέ­νει.

      — Καὶ φο­ρέ­νει κόκ­κι­νο;

      — Ναί.

      Δὲν εἶ­πε τί­πο­τε. Ἔ­φυ­γε φουρ­κι­σμέ­νος ὁ γυ­μνα­στής. Ἀλ­λὰ τοῦ ἤ­τα­νε καὶ τό­σο ἀ­πα­ραί­τη­τος. Δὲν τό ‘­χε σὲ τί­πο­τα ὁ Ντα­ρί­βας νὰ παί­ξει κόν­τρα καὶ νὰ τοῦ χα­λά­σει τὴν πα­ρέ­λα­ση…

      Ἡ σάλ­πιγ­γα σφύ­ρι­ξε συγ­κέν­τρω­ση. Θη­λυ­κοί, σερ­νι­κοὶ μπῆ­καν σὲ τε­τρά­δες. Μπρο­στὰ τὰ τούμ­πα­να. Πί­σω ἡ Ση­μαί­α. Δί­πλα οἱ ἐ­πί­λε­χτοι… οἱ ἀ­ρι­στοῦ­χοι. Καὶ σού­μα, μο­νο­κού­κι, ὅ­λο τὸ γυ­μνά­σιο, καὶ κα­τὰ μι­κρὰ δι­α­στή­μα­τα οἱ κα­θη­γη­τές, ἀ­κο­λού­θα­γαν τὸ κύ­ριο σῶ­μα.

      Παί­ζα­νε τὰ δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να τοῦ Ντα­ρί­βα κι εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα τους τὰ σπί­τια καὶ χό­ρευ­αν στὸν ἀ­γέ­ρα. Εἶ­χαν προγ­κί­ξει τὰ που­λιὰ ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ποῦ νὰ τολ­μή­σουν ν’ ἀ­ρά­ξουν σὲ κλα­ρά­κι… Κι ὁ μα­θη­τὴς κρά­τα­γε τὰ τουμ­πα­νό­ξυ­λα, χά­ι­δευ­ε ἄ­γρια τὸ τουμ­πα­νό­πε­τσο κι ἔ­βγαι­νε βρόν­τος πρω­τό­γο­νος, ποὺ σοῦ χά­ρα­ζε τὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Βρόν­τος κο­φτός. Ἀ­χὸς μὲ ἀ­χὸ γι­νό­ταν ἄ­χτι καὶ ση­κω­νό­ταν στὸν ἀ­γέ­ρα.

      Πρῶ­τος δε­ξιὰ στὴν τριά­δα —τρεῖς τρεῖς τοὺς ἤ­θε­λε γιὰ μπού­γιο— περ­πά­τα­γε καὶ τή­ρα­γε ἴ­σια πέ­ρα. Νὰ μὴ δεῖ μη­τρο­πο­λί­τη, γυ­μνα­σιά­ρχη, ἔμ­πο­ρο, ἐ­πι­στή­μο­να. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­νε στὴν «Πορτοκαλιά» μο­νά­χα, χα­μή­λω­σε τὸ θώ­ρι. Ὅ­λοι χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν. Φώ­να­ζαν…

      — Γειά σου Ντα­ρί­βα.

      — Ὅρ­μα Ντα­ρί­βα.

      Καὶ τέ­τοι­α, ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του τ’ ἀ­λά­νια.

      Κεῖ μέ­σα στὸ πλῆ­θος, εἶ­δε τὴ μά­να του μ’ ἕ­να σα­κού­λι στὸ χέ­ρι, τὶς πα­λι­ο­βα­κέ­τες στὰ πό­δια καὶ τὸ φου­στά­νι, ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σες φο­ρὲς εἶ­χε φο­ρε­θεῖ μο­νο­φό­ρι, γιὰ νὰ κα­τέ­βει νὰ τὸν δεῖ ἀ­π’ τὸ χω­ριό. Δὲ χει­ρο­κρό­ταγε. Τὸν τή­ρα­ε μό­νο. Ἔ­τσι, κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­πως τὸν εἶ­χε ντύ­σει ἡ ἀ­νάγ­κη.

      Ὁ Ντα­ρί­βας χα­μή­λω­σε τὸ θώ­ρι κι ἔ­δω­σε διά­τα, τὰ τούμ­πα­να νὰ χα­μη­λώ­σουν τὸ παί­ξι­μο, νὰ βγεῖ ἦ­χος χνού­δι, σὰν πού­που­λο τρυ­γό­νας. Πέ­σαν τὰ τούμ­πα­να χα­μη­λά, ἄλ­λα­ξε ὁ ρυθ­μὸς στὴ μέ­ση τῆς πλα­τεί­ας. Ὁ Ντα­ρί­βας ἐ­γύ­ρι­σε καὶ χαι­ρέ­τη­σε τὸ δι­κό του ἐ­πί­ση­μο καὶ ξα­νά­δω­σε διά­τα νὰ ἀ­νέ­βει στὰ τούμ­πα­να ἡ φω­νή…

      Σει­ρὰ τῶν σαλ­πιγ­κτῶν με­τὰ νὰ παί­ξουν..

 

 

φούρλα = γύρος χορευτικός, στριφογύρισμα.

μόλογος = κακὴ φήμη, στὴ φρ. «βγῆκε μόλογος».

ἀ­πή­γα­νος = φαρμακευτικὸ καὶ μυρωδικὸ φυτό.

σκάρ­φη = εἶδος ελλέβορου

ἀ­ψηθιά = τὸ φυτὸ ἄψινθος.

ντάκος = κομμάτι ξύλου ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς ὑποστήριγμα· πα­ξι­μά­δι.

ξαμώνω = ἁπλώνω.

κατάλακα = φανερά.

μέγκλος = θαυμάσιος.

σκαρίζω = βγαίνω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

 

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal): Τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ κόσμου

 

Rosenthal,Chuck-ToKalyteroPaidiTouKosmou-Eikona-06

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal)

 

Τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ κόσμου

(Τhe nicest kid in the universe)

 

17-oΦΡΑΝΚΥ ΓΚΟΡΚΥ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ κό­σμου. Πάν­τα ἄ­κου­γε τοὺς γο­νεῖς του. Μοι­ρα­ζό­ταν τὰ παι­χνί­δια του ἀλ­λὰ καὶ τὶς λι­χου­δί­τσες του μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Τὰ που­λιὰ κά­θον­ταν τὰ πρω­ι­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου του, πε­ρι­μέ­νον­τάς τον νὰ ξυ­πνή­σει γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σουν τὸ τρα­γού­δι τους. Ἄ­γρια ζῶ­α ἔρ­χον­ταν στὸν Φράν­κυ Γκόρ­κυ καὶ ἔ­τρω­γαν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια του. Κά­θε παι­δὶ ποὺ ἔ­ζη­σε στὴν 24η ὁ­δὸ ἄ­κου­γε γιὰ τὸν Φράν­κυ Γκόρ­κυ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δί.

       Δὲν ἦ­ταν, ὅ­μως, καὶ τὸ ἐ­ξυ­πνό­τε­ρο.

       Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πρό­σε­ξε πο­τέ του τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν πρό­σε­ξε πο­τέ του τὸ φεγ­γά­ρι, μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα οἱ γο­νεῖς του τὸν πῆ­γαν ἔ­ξω. Μιὰ κρύ­α νύ­χτα τοῦ Δε­κέμ­βρη με­τὰ ἀ­πὸ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴ γι­ορ­τὴ τῆς Ἄ­μω­μου Συλ­λή­ψε­ως καὶ τῆς ἐ­πε­τεί­ου τοῦ Πὲρλ Χάρ­μπορ, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ νύ­χτα ποὺ ὁ Γκά­ρυ καὶ ἡ Γκρέ­τα ἔ­δει­ξαν στὸν Φράν­κυ τὸ μι­σο­φέγ­γα­ρο. Ὁ Φράν­κυ νό­μι­ζε πὼς ἦ­ταν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο φῶς στὸ δρό­μο. «Ὄ­χι», τοῦ εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, ὁ Γκά­ρυ Γκόρ­κυ, «Εἶ­ναι τὸ φεγ­γά­ρι!­».

       Καὶ ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ γιὰ τὸ φεγ­γά­ρι, ἂν καὶ εὐ­χό­ταν νὰ ἦ­ταν στρογ­γυ­λό, καὶ κά­θε βρά­δυ ποὺ τὸν ἔ­βα­ζαν γιὰ ὕ­πνο πή­γαι­νε στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου του, ἐ­κεῖ ὅ­που τὰ που­λιὰ τὸν πε­ρί­με­ναν νὰ ξυ­πνή­σει τὸ πρω­ί, γιὰ νὰ κοι­τά­ξει τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γι­νό­τα­νε με­γα­λύ­τε­ρο καὶ βα­σι­κά, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἔ­μοια­ζε νὰ στρογ­γύ­λευ­ε. Φυ­σι­κὰ ἦ­ταν κα­λὸ παι­δὶ καὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τὰ κα­λὰ παι­διὰ ἔ­παιρ­ναν συ­χνὰ αὐ­τὸ ποὺ εὔ­χον­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ ἀρ­κε­τὰ πα­ρα­μύ­θια ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­κτη­σαν αὐ­τὸ ποὺ εὐ­χή­θη­καν, ὅ­πως ὁ βα­σι­λιὰς Μί­δας, καὶ κα­τέ­λη­γαν νὰ προ­κα­λοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κὸ πα­ρὰ κα­λό, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως φά­νη­κε τυ­χε­ρὸς ἀ­φοῦ κα­νέ­νας ἄλ­λος δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε πὼς τὸ φεγ­γά­ρι στρογ­γύ­λευ­ε. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει στὴ για­γιά του ποὺ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε στοὺς γο­νεῖς του καὶ ποὺ πάν­τα φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει πολ­λά. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι γι­νό­τα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ με­γά­λο καὶ κά­ποι­ο βρά­δυ ἔ­γι­νε τό­σο με­γά­λο καὶ τό­σο λευ­κὸ ποὺ νό­μι­σε πὼς θὰ τοῦ ρου­φή­ξει τὰ κό­κα­λα καὶ ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ τὰ κό­κα­λα ὅ­λου του κό­σμου, κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει τὴν εὐ­θύ­νη. Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ θυ­μή­θη­κε πὼς συ­νή­θως δὲν κά­νεις μό­νο μί­α εὐ­χὴ ἀλ­λὰ τρεῖς καὶ ἔ­τσι ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να τὸ θα­να­τε­ρὸ πα­γω­μέ­νο φεγ­γά­ρι καὶ εὐ­χή­θη­κε νὰ ἔ­φευ­γε μα­κριὰ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὴ για­γιά του.

       Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ κό­σμου ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν σή­μαι­νε πὼς ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ σω­στό, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ἴ­διος τὸ ἤ­ξε­ρε αὐ­τὸ καὶ ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ξα­νά­γι­νε σχε­δὸν μι­σὸ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ νι­ώ­θει κα­λύ­τε­ρα ἀν­τι­λή­φθη­κε πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χη­θεῖ πρὶν ἦ­ταν νὰ ἐ­πα­νέλ­θει τὸ φεγ­γά­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ καὶ ὄ­χι νὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Τὸ νὰ εὔ­χε­ται νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἦ­ταν με­γά­λο σφάλ­μα, εἰ­δι­κὰ τώ­ρα ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴν τρί­τη εὐ­χή του, ὥ­στε νὰ δεῖ τὴ για­γιά του ἀ­φοῦ, ἔ­μα­θε πὼς θὰ ἐρ­χό­τα­νε τὰ Χρι­στού­γεν­να, ὅ­πως ἔ­κα­νε πάν­τα.

       Ὁ­πό­τε ἦ­ταν μιὰ θλι­βε­ρὴ πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σβη­σε. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα παι­χνί­δια του καὶ ἀν­τὶ νὰ μεί­νει ξύ­πνιος ὅ­λη νύ­χτα προ­σπα­θών­τας νὰ μὴ σκέ­φτε­ται τί θὰ ἔ­παιρ­νε γιὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, σκε­πτό­με­νος τὸν μι­κρὸ Χρι­στού­λη καὶ τοὺς σο­φοὺς μά­γους καὶ πῶς ὁ κό­σμος θὰ σω­νό­τα­νε ἀ­πὸ τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα, αὐ­τὸς συ­νέ­χι­σε νὰ πη­γαί­νει στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ νὰ βλέ­πει τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ ἔ­σβη­σε λό­γῳ τῆς εὐ­χῆς του. Καὶ τώ­ρα τὸ μό­νο ποὺ ἔ­με­νε ἦ­ταν ἡ για­γιά του, ἡ για­γιὰ Γκόρ­κυ, ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ Μπά­φα­λο ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε χρό­νο τὰ Χρι­στού­γεν­να, ποὺ θὰ τὸν ἄ­κου­γε καὶ θὰ ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει.

       Καὶ ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ πε­τά­χτη­κε ὄρ­θιος ἐ­κεῖ­νο τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πρω­ι­νὸ πε­ρι­μέ­νον­τας στὸ μπρο­στι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴ για­γιὰ Γκόρ­κυ καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε, ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη κα­κὴ πρά­ξη στὴ ζω­ή του, ἔ­τρε­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι χω­ρὶς ἄ­δεια καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε παρ­κά­ρει ἡ για­γιὰ Γκόρ­κυ, ἐ­πει­δὴ οἱ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κοι ἐ­πι­σκέ­πτες σὲ ὅ­λη τὴ γει­το­νιὰ πῆ­ραν ὅ­λες τὶς θέ­σεις τοῦ χώ­ρου στάθ­μευ­σης στὴν πλευ­ρὰ τῶν Γκόρ­κυ, γλί­στρη­σε στὸν πά­γο καὶ ἔ­σβη­σε ἀ­πὸ ἕ­να με­θυ­σμέ­νο ὁ­δη­γό.

       Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, ὅ­ταν ὁ κό­σμος παίρ­νει τὴ θέ­ση στάθ­μευ­σης κά­ποι­ου ἄλ­λου.

       Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα μου, ὅ­ταν δὲν κοι­τᾶς καὶ στὶς δυὸ πλευ­ρὲς τοῦ δρό­μου.

       Συμ­βαί­νει νὰ πε­θαί­νεις, ἂν εἶ­σαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ συμ­βαί­νει, ὅ­ταν προ­σπα­θεῖς νὰ ἐ­ξη­γή­σεις κά­τι.

     Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal). Γεν­νή­θη­κε στὸ Ἴ­ρι, Πεν­σιλ­βά­νια καὶ εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γι­ού­τα. Ἔ­χει γρά­ψει 8 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια καὶ τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς γιὰ δι­α­λέ­ξεις. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σκεύ­η Μαυ­ρου­δῆ. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Μαρία Δαλαμήτρου: Ἡ Ἀνοστάλγητη

 

Dalamitrou,Maria-IAnostalgiti-Eikona-01

 

Μαρία Δαλαμήτρου

 

Ἡ Ἀνοστάλγητη

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν δυ­σά­ρε­στα. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­στεῖ γι’ αὐ­τό. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, δὲν ἤ­ξε­ραν κὰν ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε καὶ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο. Ἦ­ταν παι­διά, δὲν τὸ εἶ­χαν ξα­να­δεῖ. Καὶ ἡ Μι­λού­να ἦ­ταν παι­δί. Στὰ βου­νὰ εἶ­χε χι­ό­νια. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δυ­σά­ρε­στος, ὁ θά­να­τος τοὺς φά­νη­κε καὶ πε­ρί­ερ­γος, κι ἔ­λε­γαν πὼς ἔ­χει χρῶ­μα κε­ρα­σί, για­τί τὰ χεί­λη τῆς Μι­λού­να τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­να. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, ζω­γρά­φι­σαν κε­ρά­σια πά­νω στὸ βρά­χο γιὰ νὰ τὸ ἐ­ξη­γή­σουν καὶ στοὺς ἄλ­λους. Τὰ παι­διὰ πῆ­ραν βό­τσα­λα καὶ ζω­γρά­φι­σαν κε­ρά­σια κι αὐ­τά. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν τὴ Μι­λού­να κι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι κοι­μή­θη­καν νω­ρίς.

       Ὁ βρά­χος ἦ­ταν ἕ­νας δύ­σμορ­φος με­γά­λος ὄγ­κος ἀ­πὸ ἀ­σβέ­στη δί­πλα στὴ θά­λασ­σα.

       Τὴ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε, τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη πιὸ δυ­σά­ρε­στα. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε προ­ε­τοι­μα­στεῖ γι’ αὐ­τό. Στὰ βου­νὰ φά­νη­καν κέ­δροι. Τὴν ἀρ­χι­κὴ ἔκ­πλη­ξη τὴ δι­α­δέ­χτη­κε μιὰ με­γα­λύ­τε­ρη. Πῶς ζεῖ; Καὶ ἔ­πει­τα, πῶς ξα­να­πέ­θα­νε; Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε, ἡ μά­να της δὲ στα­μά­τη­σε νὰ φω­νά­ζει ἀ­πὸ χα­ρά. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι χά­ρη­καν, ἀλ­λὰ καὶ φο­βή­θη­καν. Ἡ Μι­λού­να δὲ μι­λοῦ­σε κα­θό­λου γι’ αὐ­τό, σάμ­πως γιὰ νὰ ξε­χά­σει, καὶ μό­νο ἔ­τρε­χε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. H ἐ­πι­στρο­φή της τοὺς εἶ­χε φα­νεῖ πε­ρί­ερ­γη κι ἔ­λε­γαν πὼς ὄ­χι μό­νο ὁ θά­να­τος, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ζω­ὴ ἔ­χει χρῶ­μα κε­ρα­σί, για­τί τὴν πρώ­τη μέ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε ἡ Μι­λού­να, τὰ χεί­λη της ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­να. Κά­ποι­οι, δυ­ὸ τρεῖς, πῆ­γαν στὸν βρά­χο γιὰ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὸς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ φα­γώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ χρό­νο. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, ὅ­λα ἔ­γι­ναν γρή­γο­ρα, σάμ­πως γιὰ νὰ ξε­χα­στοῦν. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σαν τὴ Μι­λού­να, κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἔ­κλα­ψαν πο­λύ. Γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­ποι­ος εἶ­πε πὼς δὲν ἦ­ταν δί­και­ο, καὶ κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ὅ­λοι κού­νη­σαν τὸ κε­φά­λι. Ἡ μά­να ἔ­φυ­γε, δὲν τὴν ξα­να­εῖ­δαν. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι δὲν κοι­μή­θη­κε κα­νείς.

       Τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νια, οἱ κέ­δροι ἄλ­λα­ζαν φύλ­λα πιὸ ἀρ­γά.

       Τὴν τρί­τη φο­ρά, ζοῦ­σαν λί­γοι ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἡ Μι­λού­να, αὐ­τοὶ ἦ­ταν γε­ρα­σμέ­νοι, καὶ νό­μι­ζαν πὼς ἔ­βλε­παν φάν­τα­σμα. Με­τὰ εἶ­δαν τὰ χεί­λη τὰ κε­ρα­σί. Τὴν πῆ­ραν πά­λι μα­ζί τους καὶ δὲν τὴν ἄ­φη­σαν κα­θό­λου. Ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε ξα­να­γυ­ρί­σει. Κι αὐ­τοὺς τοὺς εἶ­χαν πο­νέ­σει. Σκέ­φτη­καν ὅ­μως ἀ­πὸ μέ­σα τους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν φω­να­χτά, πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα γιὰ ὅ­λους, ἀν­τὶ νὰ πε­θαί­νει κά­ποι­ος πολ­λὲς φο­ρές. Δὲν τὸ εἶ­παν στὴ Μι­λού­να, για­τί αὐ­τὴ τώ­ρα ἦ­ταν ζων­τα­νή. Στὰ βου­νὰ τὰ χι­ό­νια ἔ­λι­ω­σαν, ἔ­γι­ναν κα­ταρ­ρά­χτες, οἱ ἐ­πο­χὲς πέ­ρα­σαν, κι ἦρ­θε ἕ­να πρω­ὶ ποὺ ἡ Μι­λού­να πέ­θα­νε. Κά­ποι­οι ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­πο­ροῦν, σή­κω­σαν τὸ κε­φά­λι στὸν οὐ­ρα­νό, κά­ποι­οι νὰ λυ­ποῦν­ται, ἔ­σκυ­ψαν τὰ μά­τια στὴ γῆ, μό­νο ἕ­νας τὴν κοι­τοῦ­σε ὅ­ταν τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν, καὶ σκε­φτό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα του πὼς θὰ ξα­ναρ­θεῖ. Γιὰ πρώ­τη φο­ρά, κά­ποι­ος θύ­μω­σε, εἶ­πε πὼς δὲν ἦ­ταν δί­και­ο, κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξα­ναρ­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα νὰ φεύ­γει κα­νείς, νὰ μὴν ξα­να­ζεῖ. Οἱ λί­γοι ποὺ ἔ­μει­ναν κού­νη­σαν τὸ κε­φά­λι. Τώ­ρα ὅ­λη ἡ ζω­ὴ τοὺς φά­νη­κε δυ­σά­ρε­στη. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι, πέ­θα­ναν κι αὐ­τοί. Ἔ­μει­νε ἕ­να παι­δί.

       Τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ μὲ τὰ χι­ό­νια ποὺ ἔ­λι­ω­σαν ἔ­φε­ρε τὰ φύλ­λα τῶν κέ­δρων στὸ βρά­χο, στὴ θά­λασ­σα.

       Τέ­ταρ­τη φο­ρὰ δὲν ὑ­πῆρ­ξε. Μά­ται­α πε­ρί­με­νε ὁ ἕ­νας ὁ μι­κρό­τε­ρος, ποὺ τώ­ρα ἦ­ταν γέ­ρος κι αὐ­τός, νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ ἡ Μι­λού­να. Μά­ται­α πε­ρί­με­νε νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴ φυ­λή. Ὅ­σο ζοῦ­σε αὐ­τὸς του­λά­χι­στο, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ποὺ θυ­μό­ταν, δὲν ξα­να­γεν­νή­θη­κε κα­νείς. Στὸ τέ­λος βα­ρέ­θη­κε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε κι αὐ­τός. Τα­ξί­δε­ψε στὴ θά­λασ­σα καὶ τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Φο­βή­θη­κε λί­γο, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τοῦ ἄ­ρε­σε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει στὴ θά­λασ­σα πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τόν. Δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν γιὰ πα­ρέ­α στὸ τα­ξί­δι, δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν γιὰ πα­ρέ­α ὣς τὸ τέ­λος, πέ­θα­νε μό­νος αὐ­τός. Ὅ­ταν πέ­θα­νε, κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ἀ­πό­γευ­μα, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι, θυ­μή­θη­κε τὴ Μι­λού­να. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σε, τοῦ εἶ­χε πεῖ, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ζη­σε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ γυρ­νοῦ­σε, τὰ θυ­μό­ταν ὅ­λα, θυ­μό­ταν τὸ θά­να­το, θυ­μό­ταν καὶ τὴ ζω­ή, θυ­μό­ταν ξα­νὰ τὸ θά­να­το, θυ­μό­ταν ξα­νὰ τὴ ζω­ή, θυ­μό­ταν καὶ τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται, οὔ­τε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει. Ἦ­ταν δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση ἡ ἐ­πι­στρο­φή.

       Ὁ ἥ­λιος κα­τέ­βη­κε στὴ θά­λασ­σα, ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­σε, ὁ οὐ­ρα­νὸς κοκ­κί­νι­σε καὶ ἡ θά­λασ­σα βά­φτη­κε κε­ρα­σί. Ὅ­ταν ὁ ἕ­νας ὁ μι­κρό­τε­ρος πέ­θα­νε, θυ­μή­θη­κε τὴ Μι­λού­να ζων­τα­νή, πρὶν αὐ­τὴ πε­θά­νει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ καὶ γεν­νη­θεῖ ὁ­ρι­στι­κὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους ἡ ὁ­ρι­στι­κό­τη­τα τοῦ τέ­λους καὶ ἡ νο­σταλ­γί­α γιὰ μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μαρία Δαλαμήτρου (Κοζάνη, 1978). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ Ἄντρες παρὰ τέταρτο (ΑΩ, διηγήματα, 2012).

 

Γιάννης Τσίγκρας: Νέκυια Ἤ Τὸ παιδὶ χωρὶς δελφίνια

 

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Νέ­κυι­α

Τὸ παι­δὶ χω­ρὶς δελ­φί­νια

 

ΣΙΚ», ἔ­ξυ­σε τὸ νυ­χά­κι τοῦ πα­ρά­με­σου πά­νω στὸν ἀν­τί­χει­ρα καὶ ὁ μι­κρὸς δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ ποῦ ἦλ­θε ὁ θό­ρυ­βος, ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ κου­ρέ­α ἢ ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά του. «Μιὰ ψεί­ρα ἦ­ταν… μὲ γειά σου, λε­βέν­τη » εἶ­πε ὁ κου­ρέ­ας. Ὁ πι­τσι­ρί­κος στα­μά­τη­σε νὰ θαυ­μά­ζει τὰ δε­κά­δες εἴ­δω­λα ἑ­νὸς ἀ­γνώ­ρι­στου, ὁ­λό­γυ­μνου πλέ­ον κε­φα­λιοῦ του, εἴ­δω­λα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ δυ­ὸ κα­τέ­ναν­τι ἀ­νι­σο­ϋ­ψεῖς κα­θρέ­φτες. Κοί­τα­ξε τὸν πα­τέ­ρα ποὺ δι­ά­βα­ζε ἐ­φη­με­ρί­δα στὸν κα­να­πὲ κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ ση­κω­θεῖ. Ὁ κου­ρέ­ας εἶ­χε πλη­σιά­σει τὸ ρα­φά­κι μὲ τὶς γυά­λες. Ἄλ­λες πε­ρι­εῖ­χαν τρι­αν­τα­φυλ­λό­νε­ρο κι ἄλ­λες βδέλ­λες ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζαν. «Εἴ­χα­με βά­λει κά­πο­τε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς στὸ πό­δι τῆς μα­μᾶς» θυ­μή­θη­κε τὸ παι­δί. «Τὴν ἔ­βλε­πα πῶς φού­σκω­νε κι ἔ­κλαι­γα.»

       «Ἔρ­χε­ται τὸ Κύ­κνος, ὅ­που νά ­’­ναι» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας ἐ­νῶ πλή­ρω­νε τὸν κου­ρέ­α. «Φεύ­γου­με.» O μι­κρὸς κα­τσού­φια­σε. Ἂν καὶ γνώ­ρι­σε ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔρ­χον­ταν ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ἔ­νι­ω­σε ἄ­σχη­μα. Περ­νοῦ­σε πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ, στὰ οἰ­κό­πε­δα μὲ τὶς μι­κρὲς πη­γὲς ποὺ τὸ νε­ρό τους κό­χλα­ζε. Στὶς πη­γὲς αὐ­τές, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ αὐ­γὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­νε ἡ μα­μά, ἔ­βρα­ζαν, μὲ τὸ Γιά­ννη τὸ φί­λο του, καὶ τὶς ἀ­κρί­δες ποὺ κα­πά­κω­ναν μὲ τὴ φού­χτα στὰ, κά­τα­σπρα ἀ­πὸ τὸ ἁ­λά­τι, οἰ­κό­πε­δα. Εἶ­χαν ἀ­νοί­ξει ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ που­λοῦ­σαν τὶς βρα­στὲς ἀ­κρί­δες καὶ τὶς πα­σχα­λί­τσες στὰ κο­ρί­τσια. Δὲν τὶς που­λοῦ­σαν, τσάμ­πα τὶς ἔ­δι­ναν. Ἔ­τσι γιὰ νὰ τοὺς χα­μο­γε­λοῦν τὰ κο­ρί­τσια ἀρ­γό­τε­ρα, στὰ Σα­ράν­τα Πλα­τά­νια, στὸ δά­σος ὅ­που ἄ­κου­γαν, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἔ­βλε­παν, τοὺς δρυ­ο­κο­λά­πτες.

       Βέ­βαι­α, καὶ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ μὲ τὸ «Κύ­κνος» θὰ ἦ­ταν ὄ­μορ­φη. Θὰ φυ­σοῦ­σε ἀ­ε­ρά­κι στὸ κα­τά­στρω­μα, ἐ­κεῖ­νος θὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ πα­ρα­πέ­το καὶ θὰ κοι­τοῦ­σε τὴ μπλὲ θά­λασ­σα. Ἡ θά­λασ­σα θὰ ἄ­νοι­γε ξαφ­νι­κά, σὰ νὰ τρα­βοῦ­σε κά­ποι­ος φερ­μου­άρ, καὶ δελ­φί­νια θὰ τι­νά­ζον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα. Θὰ ἔρ­χον­ταν κον­τά, πο­λὺ κον­τὰ στὸ πλοῖ­ο καὶ θὰ ἔ­παι­ζαν μα­ζί του. Ὁ κό­σμος θὰ μα­ζεύ­ον­ταν στὴν ἄ­κρη γιὰ νὰ τὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει καὶ νὰ τὰ χει­ρο­κρο­τή­σει. Αὐ­τὸ του­λά­χι­στον εἶ­χε συμ­βεῖ μὲ τὸν ἐρ­χο­μό τους. Για­τί νὰ μὴ ξα­να­γί­νει;

       Χαι­ρέ­τι­σαν μὲ τὸν πα­τέ­ρα καὶ βγῆ­καν. Κα­τέ­βη­καν στὴν προ­κυ­μαί­α. Ἐ­κεῖ, στὰ παγ­κά­κια τοῦ μι­κροῦ πάρ­κου, ἀ­νά­με­σα στὸ πο­λύ­χρω­μο πλῆ­θος ποὺ πε­ρί­με­νε μὲ βα­λί­τσες καὶ τσάν­τες, ξε­χώ­ρι­σαν τὴ μη­τέ­ρα καὶ τοὺς ἄλ­λους. Μιὰ με­γά­λη χα­ρού­με­νη πα­ρέ­α. Κά­ποι­οι ἦ­σαν γεί­το­νές τους, ἀ­νά­πη­ροι πο­λέ­μου οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, μὲ τὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους. Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ πε­ρά­σουν μα­ζὶ τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ λου­τρό­πο­λη. Ἄλ­λοι ἤ­σαν φί­λοι ποὺ γνώ­ρι­σαν στὸ Κέν­τρο Λου­τρο­θε­ρα­πεί­ας, στὸν ὑ­παί­θριο κι­νη­μα­το­γρά­φο ἢ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α κα­τευ­θύν­θη­κε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νεῖ­ο, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου. Κά­θι­σαν στὰ τρα­πε­ζά­κια τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου. Πλά­ι σε ἕ­ναν ἀκ­κορ­ντε­ο­νί­στα μὲ μαῦ­ρα γυα­λιὰ ποὺ κοί­τα­ζε πρὸς τὴ θά­λασ­σα. Ὁ μι­κρὸς πρό­σε­ξε στὴν ταμ­πέ­λα τὸ πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος: ΝΕΚΥΙΑ. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα του τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ μᾶλ­λον δή­λω­νε ἄ­γνοι­α.

       Κά­ποι­ος χά­ι­δε­ψε τὸ παι­δὶ στὸ κε­φά­λι καὶ « μὲ γειά τὸ κού­ρε­μα » τοῦ εὐ­χή­θη­κε. Ἦ­ταν ὁ Τά­κης, ἕ­να φο­βι­κὸ γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο τῆς πα­ρέ­ας. Κά­πο­τε, τὴν ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι ποὺ εἶ­χαν νοι­κιά­σει ὅ­λοι μα­ζί, μιὰ ἐ­ξό­διος πομ­πή —κη­δεύ­ον­ταν ἕ­να πα­λι­κά­ρι ποὺ εἶ­χε πνι­γεῖ, ἀ­νοι­χτά της «ζε­στῆς θά­λασ­σας», ἑ­νὸς ση­μεί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πε­φταν τὰ νε­ρὰ τῶν θερ­μῶν πη­γῶν— ὁ Τά­κης χώ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ντι­βά­νι. «Μή», τσί­ρι­ζε « μή, μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς». Κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, στὸ σκο­τά­δι, ἕ­ως τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὸν βε­βαί­ω­σαν γε­λών­τας οἱ ἄλ­λοι, ὅ­τι πέ­ρα­σε ὁ χά­ρος, δὲν εἶ­χε πιὰ κα­νέ­να φό­βο.

       Τώ­ρα, ὁ Τά­κης ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος για­τί θὰ ξα­νά­φευ­γαν. Θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε στὴν αὐ­λί­τσα τοῦ παμ­πά­λαι­ου πέ­τρι­νου σπι­τιοῦ του, μὲ τὴν μα­δη­μέ­νη οὐ­α­σιγ­κτώ­να νὰ ση­μα­δεύ­ει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴν κα­θη­συ­χα­στι­κὴ με­ση­με­ρι­ά­τι­κη γκρί­νια τῶν ὀρ­νί­θων. Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ὁ μαῦ­ρος ἱπ­πό­της μὲ τὸ δρε­πά­νι.

       Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­δει­ξε στὸ βά­θος. Τὸ πλοῖ­ο ἔμ­παι­νε στὸ λι­μά­νι. Τὸ πλῆ­θος κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν προ­κυ­μαί­α, μα­ζεύ­ον­τας μπό­γους καὶ βα­λί­τσες. Κά­ποι­οι ἀγ­κα­λι­ά­στη­καν.

       Τὸ ἀ­γό­ρι κοί­τα­ξε καὶ αὐ­τὸ πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Ἔ­νι­ω­θε πα­ρά­ξε­να. Ἕ­νας μι­κρὸς ἀ­έ­ρας φυ­σοῦ­σε ἐν­τός του. Εἶ­δε μό­νο τὸ πά­νω μι­σό του πλοί­ου κι ἔ­νι­ω­σε νὰ πε­τά­ει. Ταυ­τό­χρο­να ἄ­κου­σε μιὰ φω­νὴ νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Σὰν νὰ τὸν προ­ει­δο­ποι­οῦ­σαν γιὰ κά­ποι­ον ἀ­κα­θό­ρι­στο κίν­δυ­νο. Μό­νο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει ποι­ὸς τοῦ μι­λοῦ­σε καὶ τί τοῦ ἔ­λε­γε. Σκι­ὲς ἀ­ει­κί­νη­τες τὸν τύ­λι­γαν. Περ­πα­τοῦ­σε σὲ μιὰ γῆ ὠ­χρή, ἀ­νά­με­σά σε μὸβ λου­λού­δια .

       Ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα σκο­τεί­νια­σαν.

       Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­πε­σε σπα­ρά­ζον­τας στὴν προ­κυ­μαί­α. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χω­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ στρα­βὸ στό­μα τοῦ παι­διοῦ ἐ­νῶ ἡ μάν­α κά­θον­ταν στὰ πό­δια του γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τοὺς σπα­σμούς. Ὁ κό­σμος συγ­κεν­τρώ­θη­κε πε­ρί­ερ­γος.

       «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε» φώ­να­ξε ἡ μά­να. «Σύν­δρο­μο Ε», κα­λυμ­μέ­να ἐ­ξή­γη­σε, γιὰ νὰ μὴ προ­φέ­ρει τὴ φο­βε­ρὴ λέ­ξη, «δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε , σὲ δυ­ὸ λε­πτὰ θὰ τοῦ ἔ­χει πε­ρά­σει».

       Ὁ τυ­φλὸς ἀκ­κορ­ντε­ο­νί­στας ση­κώ­θη­κε.

       Τὸ πλοῖ­ο σφύ­ρι­ξε.

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 295 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.