Κλαίτη Σωτηριάδου: Κλάρα Λούς

    Κλαίτη Σωτηριάδου   Κλάρα Λούς   ΗΝ ΦΩΝΑΖΕΙ χα­ϊ­δευ­τι­κὰ Κλά­ρα Λούς, ποὺ ση­μαί­νει δι­ά­φα­νο φῶς, ἢ δι­ά­φα­νη φω­τει­νή. Εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κά­να, κομ­ψή, μον­τέρ­να, μὲ …καμ­πύ­λες. Καὶ αὐ­τός, ὁ ἄν­τρας μου, εἶ­ναι ἐ­ρα­στής της. Δὲν πά­ει που­θε­νὰ χω­ρὶς τὴν Κλά­ρα Λούς. Δη­λα­δή, γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­η, ἡ Κλά­ρα Λοὺς μέ­νει σπί­τι τὰ βρά­δια, ὅ­ταν πη­γαί­νου­με [...]

Σωτήρης Δημητρίου: Θὰ σὲ σκοτώσω

    Σωτήρης Δημητρίου   Θὰ σὲ σκοτώσω   ΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΠΕ νὰ σὲ φυ­λά­ει ὁ Θε­ὸς ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ τὴν ὥ­ρα κά­τι βα­ρὺ θὰ ἔ­πα­θε, ὅ­πως ἔ­πα­θα κι ἐ­γώ. Τό­τε δού­λευ­α σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ γκαρ­σόν. Τὴ νύ­χτα. Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους ἦ­ταν τὸ μα­γα­ζί.        Δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο ἀ­π’ τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ οὔ­τε κι ἀ­πὸ τοὺς πε­λά­τες. [...]

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Ἡ διδασκαλία

    Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (JuanEduardoZúñiga)   Ἡ δι­δα­σκα­λί­α (Las enseñanzas)   Ο ΚΡΥΟ ΔΥΝΑΜΩΝΕ στοὺς ἄ­δει­ους δρό­μους, κολ­λοῦ­σε πά­νω στὰ ροῦ­χα καὶ ἔ­στελ­νε στὸ πρό­σω­πο αἰχ­μη­ρὲς ἀ­κί­δες ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια νὰ δα­κρύ­ζουν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ προ­χω­ροῦν κλεί­νον­τας στὸ λαι­μὸ τὰ παλ­τά τους, θέ­λον­τας νὰ ἐμ­πο­δί­σουν ἕ­ναν [...]

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Νυχτερινὴ περίπολος

    Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)   Νυχτερινὴ περίπολος (Patrulla del amanecer)   ΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ σκε­φτεῖ τό­τε κο­σμή­μα­τα, ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ τὰ μά­τια κοι­τά­ζουν ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να σὲ μιὰ βι­τρί­να γε­μά­τα πο­λυ­τέ­λεια καὶ λάμ­ψη. Κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸν μα­κρι­νὸ θό­ρυ­βο ἑ­νὸς βομ­βαρ­δι­σμοῦ ἢ τὴν ἔλ­λει­ψη ψω­μιοῦ [...]

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

    Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)   Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν (Ventanas de los últimos instantes)   Υ­Ο ΑΝ­ΤΡΕΣ ΠΥ­ΡΟ­ΒΟ­ΛΟΥΝ ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α μὲ τοί­χους καὶ μπά­ζα. Ἀ­ό­ρα­τα θραύ­σμα­τα βλη­μά­των αἰ­ω­ροῦν­ται γύ­ρω τους· τοὺς κυ­κλώ­νει μιὰ δί­νη ἀ­πὸ σφαῖ­ρες ποὺ ἀ­να­πη­δοῦν, ἀ­πὸ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στους θο­ρύ­βους, ἀ­πὸ χι­ό­νι καὶ βρο­χή, ἀ­πὸ βρον­τὲς ἀν­τι­αρ­μα­τι­κῶν. Πό­τε-πό­τε ἕ­να [...]

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

      Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)   Τὸ παραξήλωσε (Пересолил)   ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι [...]

Μάρω Παπαδημητρίου: Μετακόμιση

    Μά­ρω Πα­πα­δη­μη­τρί­ου   Με­τα­κό­μι­ση   ΕΔΙΑΛΕΓΕΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι αὐ­τὸ τώ­ρα τί εἶ­ναι. Ἕ­να με­γά­λο μπορ­ντὸ τε­νε­κε­δέ­νιο κου­τὶ Special Selection σκι­σμέ­νη μιὰ λέ­ξη στὴν ἐ­τι­κέ­τα καὶ με­τὰ Ἐ­ρυ­θρὸς Ξη­ρός. Στὴν ἀ­πο­θή­κη γε­μά­το πα­λιὰ φὶλμ ξε­χα­σμέ­να. Ἀρ­νη­τι­κὲς πό­ζες σὲ ται­νί­ες ζε­λα­τί­νας χρό­νο μὲ τὸν χρό­νο σὲ θῆ­κες ἀ­πὸ τσι­γα­ρό­χαρ­το μα­κρό­στε­να κί­τρι­να [...]

Τάσος Καλούτσας: Ψεύτης προφήτης

      Τάσος Καλούτσας   Ψεύτης προφήτης   ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ παι­ζό­ταν ὁ τε­λι­κὸς τοῦ μουν­τιάλ. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ βλέ­πα­νε τ’ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ σχη­μα­τί­ζουν οὐ­ρὰ μέ­σα στὴ ζέ­στη, γυρ­νών­τας βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κι ἦ­ταν σχε­δὸν οἱ μό­νοι ποὺ τα­ξί­δευ­αν ἀν­τί­θε­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ θυ­μοὺς καὶ πεί­σμα­τα δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δων, ἕ­ναν τρο­με­ρὸ κα­βγά, —κι ἀ­φοῦ τοῦ [...]

Ἐμὶλ Σιοράν (Emil Cioran): [Ἕνας παλιὸς φίλος, ἄστεγος...]

    Ἐ­μὶλ Σι­ο­ράν (Emil Cioran)   [Ἕνας παλιὸς φίλος, ἄστεγος...] [Un vieil ami, clochard...]   ΝΑΣ ΠΑΛΙΟΣ ΦΙΛΟΣ, ἄ­στε­γος, ἢ ἂν προ­τι­μᾶ­τε, πλα­νό­διος μου­ζι­κάν­της, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι τῶν δι­κῶν του στὶς Ἀρ­δέν­νες, ἔ­στη­σε, μιὰ Κυ­ρια­κὴ πρω­ί, γιὰ τὸ τί­πο­τα, με­γά­λο καυ­γὰ μὲ τὴ μά­να του, πα­λιὰ δα­σκά­λα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη ἑ­τοι­μά­ζο­ταν νὰ [...]

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Αὐτὴ δὲν εἶναι Ἐκείνη

      Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев)   Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι Ἐ­κεί­νη (Тази не е Оная)   ΑΙ Ο ΤΟΛΣΤΟΪ δὲν ἔ­πι­νε καὶ πά­λι δὲν ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος… Τά­χα μου κό­μης, ἀλ­λὰ ντυ­νό­ταν σὰν μου­ζί­κος. Βαμ­βα­κε­ρὴ που­κα­μί­σα, στὴ μέ­ση σχοι­νί. Μπό­τες. Ἀλ­λὰ στὰ νιά­τα του ὑ­πῆρ­ξε κομ­ψός. Ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων, ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὴ δε­κα­ο­κτά­χρο­νη Σο­φί­α Ἀν­τρέ­γι­εβ­να [...]

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 210 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.