Γιάννης Τσίγκρας: Ἡ Πατράκαινα

.

Tsigkras,Giannis-IPatrakaina-Eikona-04

.

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Ἡ Πα­τρά­και­να

 

02-TaphΟ ΒΛΕΠΕΙΣ αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι στὸ χέ­ρι; Τό­ ‘χω ἀ­πὸ παι­δί. Θυ­μᾶ­μαι μέ­χρι καὶ σή­με­ρα πῶς τὸ ἀ­πέ­κτη­σα. Ἔ­τρε­χα ἕ­να βρά­δυ μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διὰ πρὸς τὸ φρά­χτη τῆς Πα­τρά­και­νας, ἕ­να μι­σο­σκό­τει­νο τοῖ­χο, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γι­α­σε­μί. Βι­α­στι­κὴ ὅ­πως πάν­τα, σκόν­τα­ψα κι ἔ­πε­σα. Πρέ­πει νὰ σκί­στη­κα ἀ­πὸ πέ­τρα για­τί ἔ­νι­ω­σα ἕ­να κά­ψι­μο κι εἶ­δα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ χτύ­πη­σα ἕ­να ση­μά­δι, ἄ­σπρο σὰ πι­κρα­μύ­γδα­λο στὴν ἀρ­χὴ ποὺ πῆ­ρε στὴ συ­νέ­χεια τὸ σχῆ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ λει­ριοῦ τῆς Πα­γώ­νας, τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης κό­τας τῆς μά­νας μου.

        Πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ πα­ρα­τή­ρη­σα αὐ­τὸ καὶ τὸ εἶ­πα στὴν πα­ρέ­α μου, λί­γο πρὶν μὲ πά­ρουν τὰ αἵ­μα­τα καὶ βά­λω τὰ κλά­μα­τα.

        Εἶ­χε τρέ­λα μὲ αὐ­τὴ τὴν Πα­γώ­να ἡ κυ­ρὰ Χρυ­σάν­θη. Ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε ὁ συ­να­γερ­μὸς νὰ σφυ­ρί­ζει στὸ Βό­λο ἢ τὸ καμ­πα­νά­κι νὰ χτυ­πά­ει στὸν Ἄ­ι-Τα­ξιά­ρχη, κι ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­παιρ­νε ὑ­πὸ μά­λης τὰ ψει­ρι­α­σμέ­να μας χρά­μια κι ἀ­νέ­βα­ζε στὸ σβέρ­κο του ἐ­μέ­να, πεν­τά­χρο­νη τό­τε, γιὰ νὰ τρέ­ξει βι­α­στι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ συγ­χω­ρια­νοί μας , νὰ σκαρ­φα­λώ­σει τὸν ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ Τρα­νὸ Ἴ­σι­ω­μα, τὸ ἀ­σφα­λὲς ἀ­πὸ τὰ κα­νό­νια τῶν πλοί­ων τοῦ λι­μα­νιοῦ ἢ ἀ­πὸ τοὺς μη­χα­νο­κί­νη­τους στὸν ἁ­μα­ξω­τὸ δρό­μο Γερ­μα­νούς, τό­τε ἐ­κεί­νη χώ­νον­ταν στὶς πυ­κνο­φυ­τε­μέ­νες φα­σο­λι­ὲς «πούλ, πούλ, πούλ», φω­νά­ζον­τας, «ποὺ εἶ­σαι μω­ρὴ Πα­γώ­να καὶ θὰ μᾶς προ­λά­βουν». Καὶ ἦ­ταν ἱ­κα­νὴ θα­νά­σι­μα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σει πε­ρι­μέ­νον­τας τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ κό­τα θὰ πη­δοῦ­σε στὸν ὦ­μο της καὶ θὰ κούρ­νια­ζε ἐ­κεῖ. Τό­τε μό­νο κα­τέ­βαι­νε τὶς σκά­λες κι ἔμ­παι­νε στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­τρε­χαν.

        Ὁ πα­τέ­ρας λα­χά­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ ἄ­σθμα ποὺ τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἀ­πὸ παι­δὶ κι ἀ­πὸ τό, ἐ­λά­χι­στο, βά­ρος μου, λα­χά­νια­ζε ἀ­νε­βαί­νον­τας καὶ βλα­στη­μών­τας τὴν τύ­χη του «δὲ φτά­νουν ὅ­λα τὰ ἄλ­λα, ἔ­χω κι αὐ­τὴ τὴ μουρ­λή, τρέ­ξε Γι­ωρ­γά­κη μου μπρο­στὰ» ἔ­λε­γε στὸν ἀ­δελ­φό μου, «μιὰ φω­λιὰ τῆς Πα­γώ­νας νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σεις πρῶ­τα» σάρ­κα­ζε, κι ὁ Γι­ῶρ­γος ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε τί ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἔ­τρε­χε νὰ πιά­σει κά­ποι­α σπη­λιὰ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ἢ κά­ποι­ο ἀ­πάγ­κιο, στὴ ρί­ζα βρά­χου – ὁ τό­πος ἦ­ταν γε­μά­τος ἀ­πὸ τε­ρά­στι­ες πέ­τρες κι ἀ­πὸ κα­λύ­βες φι­λό­ξε­νων βο­σκῶν ποὺ τά­ι­ζαν, πρῶ­τα ἐ­μᾶς τὰ παι­διά, κι ἂν πε­ρίσ­σευ­ε καὶ τοὺς με­γά­λους, μὲ ἀ­χνι­στό, φρέ­σκο ψω­μὶ κι ἴ­σως καὶ γά­λα.

        Μέ­να­με λί­γες μέ­ρες ἐ­κεῖ, γιὰ μᾶς ἦ­ταν ὁ Πα­ρά­δει­σος, κι ὕ­στε­ρα κα­τε­βαί­να­με στὸ χω­ριὸ με­τρών­τας, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, ἐ­ρεί­πια κι ἀ­πο­κα­ΐ­δια. Θά­βα­με τοὺς νε­κρούς, γέ­ρους συ­νή­θως ποὺ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ μᾶς ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἐ­πι­δι­ορ­θώ­να­με πρό­χει­ρα τὶς ζη­μι­ές, κά­να­με τὴν πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γιᾶς μας στὸν Ἄ­ι-Νι­κό­λα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ὅ­λη τὴν ὥ­ρα γο­να­τι­στοὶ ἦ­ταν τὸ μό­νο τά­μα ποὺ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σου­με.

        Τὰ παι­διὰ ξα­να­βρί­σκα­με τὴ γει­το­νιά, τὰ κο­λο­κύ­θια ποὺ εἴ­χα­με γιὰ κοῦ­κλες ἐ­μεῖς τὰ κο­ρί­τσια καὶ τὰ κα­λά­μια ἄ­λο­γά τους τὰ ἀ­γό­ρια. Ἀρ­χί­ζα­με καὶ πά­λι τὸ «κα­ρά­βω­μα», τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο παι­γνί­δι τό­πων βου­νί­σι­ων μὲ πολ­λὰ νε­ρά, ὅ­πως ὁ δι­κός μας. Ρί­χνα­με στὸ αὐ­λά­κι ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὸ νε­ρὸ στὰ κτή­μα­τα με­γά­λα κομ­μά­τια ἀ­πὸ φλοῦ­δες δέν­τρων, ξυ­λά­κια, σκλη­ρὰ φύ­λα καί, τρέ­χον­τας πλά­ι στὸ αὐ­λά­κι, τὰ πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με νὰ κα­τε­βαί­νουν, στὰ μά­τια μας τε­ρά­στια πο­τα­μό­πλοι­α, ἄλ­λα ξε­περ­νών­τας τὰ ἐμ­πό­δια κι ἄλ­λα στα­μα­τών­τας λί­γο πιὸ κά­τω.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἀ­κού­γα­με τὴ μπάν­τα τῶν ἰ­τα­λῶν νὰ κα­τε­βαί­νει πρὸς τὸν Ἄι-Τα­ξιά­ρχη. «Ο σα­σὰ καὶ τρια­λό», τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ μπρο­στά τους, πρὶν κι ἀ­π’ τὸ μα­έ­στρο, πή­γαι­νε ἕ­νας μι­κρό­σω­μος ἀν­θρω­πά­κος, ὁ Ντού­λιας. Ἔ­κα­νε, ὅ­πως πάν­τα, κω­μι­κές, ἄ­ναρ­χες κι­νή­σεις, δι­ευ­θύ­νον­τας δῆ­θεν κι­νή­σεις ποὺ ἔ­φερ­ναν τὸ γέ­λιο σὲ ὅ­σους πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε τὸ βρά­δυ, τρέ­χα­με νὰ κρυ­φα­κού­σου­με τὴν Πα­τρά­και­να.

         Ἦ­ταν μί­α με­σό­κο­πη γυ­ναι­κού­λα ποὺ βλέ­πα­με κά­θε πρω­ὶ νὰ περ­νά­ει, μαυ­ρον­τυ­μέ­νη πάν­τα, νὰ πη­γαί­νει στοὺς μπα­κά­λη­δες τοῦ χω­ριοῦ ποὺ μοί­ρα­ζαν μὲ τὸ δελ­τί­ο ἀ­λεύ­ρι, λά­δι κι ὄ­σπρια. Ὅ­ταν νύ­χτω­νε κά­θον­ταν στὴν αὐ­λή της, χω­ρὶς νὰ τῆς περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι κά­ποι­οι τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Μὲ τὸ αὐ­τὶ κολ­λη­μέ­νο στὶς πέ­τρες οἱ μι­κρό­τε­ροι, ζη­τού­σα­με ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ τολ­μη­ρό­τε­ρους ποὺ σκαρ­φά­λω­ναν στὸν τοῖ­χο, νὰ μᾶς πε­ρι­γρά­φουν καὶ τὸ τί βλέ­πουν, ἔ­τσι γιὰ νὰ ἔ­χου­με μιὰ πλή­ρη σκη­νή-εἰ­κό­να καὶ λό­γο.

        Ἡ γυ­ναί­κα λοι­πόν, τρα­βοῦ­σε στὴν αὐ­λὴ δυ­ὸ κα­ρέ­κλες καὶ τὶς ἔ­βα­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πε­ζά­κι, πλά­ι στὴ με­γά­λη κε­ρα­σιά. Το­πο­θε­τοῦ­σε δυ­ὸ πιά­τα, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ἄ­δεια, καὶ κά­θον­ταν.

        «Δη­μη­τρά­κη, φά­ε τὸ ψά­ρι σου», ἔ­λε­γε κοι­τών­τας πρὸς τὴν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        «Χόρ­τα­σα, Χα­ρί­κλεια, σὲ εὐ­χα­ρι­στώ», ἀ­παν­τοῦ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της μὲ μιὰ βρα­χνὴ φω­νή.

        «Μή­πως κρυ­ώ­νεις; Νὰ σοῦ φέ­ρω τὸ κα­σκόλ;»

        « Ὄ­χι, γυ­ναί­κα» συ­νέ­χι­ζε, πά­λι μὲ ἀν­τρι­κὴ φω­νή, «μεῖ­νε λί­γο ἀ­κό­μη, σὲ λί­γο θὰ γε­μί­σουν πυ­γο­λαμ­πί­δες τὰ μαλ­λιὰ σου».

        Κι ὅ­λοι, σι­γὰ μή μᾶς ἀ­κού­σει, γε­λού­σα­με για­τί ξέ­ρα­με ὅ­τι ὁ Δη­μη­τρά­κης ἦ­ταν θαμ­μέ­νος στὴ ρί­ζα τῆς κε­ρα­σιᾶς, κομ­μέ­νος στὰ δυ­ό, ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ ὀ­βί­δα.  

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).

 

Τζέιμς Στίλ (James Still): Ἡ μετακόμιση

 

Still,James-IMetakomisi-Eikona-02

 

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still)

 

Ἡ με­τα­κό­μι­ση

(The Moving)

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΕΚΟΜΑΣΤΑΝ δί­πλα στὴ φορ­τω­μέ­νη ἅ­μα­ξα ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας κάρ­φω­νε τὰ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα καὶ ἔ­φτυ­νε μέ­σα στὶς κλει­δα­ρι­ὲς γιὰ νὰ τὶς κά­νει νὰ γυ­ρί­σουν. Πε­ρι­μέ­να­με, τὸ ἴ­διο ἀ­νυ­πό­μο­να μὲ τὴ φο­ρά­δα ποὺ ἦ­ταν ζε­μέ­νη στὴν ἅ­μα­ξα, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἐ­πί­μο­να βλέμ­μα­τα. Τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τοῦ Χάρ­ντστε­ϊ εἶ­χε κλεί­σει γιὰ πάν­τα καὶ δι­ά­φο­ροι ἀρ­γό­σχο­λοι ἄν­τρες εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ νὰ δοῦν ποὺ θὰ φεύ­γα­με. Κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὸ φρά­κτη, στρι­μώ­χνον­ταν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ μί­σχοι ἀ­πὸ τὶς ρε­τσι­νο­λα­δι­ὲς ἔ­πλε­καν γρο­θι­ὲς μὲ τὰ κα­φε­τιὰ φύλ­λα.

       Εἶ­δα τὰ ἀ­γό­ρια, μὲ τὶς τσέ­πες γε­μά­τες πέ­τρες, νὰ κοι­τά­ζουν κλε­φτὰ τὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων μας. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὰ πρό­σω­πά τους καὶ ἔ­νιω­σα νὰ γε­μί­ζω νο­σταλ­γί­α. Λα­χτα­ροῦ­σα μιὰ κου­βέν­τα, ἕ­ναν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό. Ὅ­μως, μό­νο ἕ­νας ἀ­γα­θού­λης λυ­πό­ταν ποὺ θά ’φευ­γα – ἕ­νας ἄν­τρας μὲ μυα­λὸ παι­διοῦ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ κορ­δό­νια καὶ τὰ τσιγ­κά­κια ἀ­πὸ τὰ πα­κέ­τα κα­πνοῦ, ἕ­να παι­δὶ μὲ με­γα­λί­στι­κα ροῦ­χα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νὰ λέ­ει πάν­τα τὰ πράγ­μα­τα ἀ­νά­πο­δα. Ὁ Χὶγκ Σό­μερς στε­κό­ταν μὲ τὰ μά­τια γουρ­λω­μέ­να καὶ οἱ ἄλ­λοι τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν. Κά­ποι­ος γο­νά­τι­σε καὶ τοῦ ἔ­λυ­σε τὰ κορ­δό­νια τῶν πα­που­τσι­ῶν του.

      Ἂν καὶ εἶ­χαν βγεῖ καὶ γυ­ναῖ­κες καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἀ­πὸ τὶς βε­ράν­τες τους, μό­νο μιὰ χή­ρα ἦρ­θε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὴ μη­τέ­ρα. Ἡ Σού­λα Μπά­σαμ βά­δι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μας, ψη­λὴ σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, μὲ ἕ­να κί­τρι­νο σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της νὰ κου­νι­έ­ται σὰν βα­ρί­δι ἀ­πὸ ἐκ­κρε­μές.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ εἶ­πε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο: «Ἂν εἶ­χα ἐ­γὼ γυ­ναί­κα στὸ μπό­ι της, θὰ τῆς κρέ­μα­γα κο­λο­κύ­θες, νὰ κά­νει τὴν τα­ΐ­στρα γιὰ τὰ που­λιά. Μὰ τὴν πί­στη μου, σοῦ λέ­ω.» Οἱ ἄλ­λοι γέ­λα­σαν πνι­χτά. Ὁ Λὸς ἔ­κα­νε πί­σω· ἤ­ξε­ρε ὅ­τι οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της δὲν εἶ­χαν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς μῦς τῶν ἀν­τρῶν.

      Ἡ Σού­λα ἦ­ταν τε­ρά­στια δί­πλα στὴ μη­τέ­ρα. Τὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μό­ταν σὰν ἀλ­φά­δι. Ἡ μη­τέ­ρα ἴ­σα ποὺ ἔ­φτα­νε τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο καὶ ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ κοί­τα­ζε στὸν οὐ­ρα­νό. Καὶ τὰ μά­τια της στά­θη­καν στὸ μεν­τα­γιόν, μιὰ καὶ ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε πο­τέ της μεν­τα­γιόν, δα­χτυ­λί­δι ἢ καρ­φί­τσα. Ἡ Σού­λα μί­λη­σε φω­να­χτὰ στὴ μη­τέ­ρα, ρί­χνον­τας στοὺς ἄν­τρες πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς μα­τι­ές: «Πρέ­πει νὰ νι­ώ­θεις πε­ρή­φα­νη ποὺ ὁ ἄν­τρας σου δὲν θέ­λει νὰ μεί­νει νὰ σα­πί­σει στὸ Χάρ­ντστε­ϊ, νὰ κο­προ­σκυ­λιά­ζει ὁ­λη­με­ρίς. Σύν­το­μα ὅ­λοι θὰ πρέ­πει νὰ φύ­γουν. Ἢ αὐ­τὸ ἢ θὰ ψο­φή­σουν τῆς πεί­νας. Δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει ξα­νὰ τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο. Πά­ει, τά ’­φα­γε τὰ ψω­μιά του.»

      Τὰ λό­για της φά­νη­κε νὰ ἀ­να­στα­τώ­νουν τοὺς ἄν­τρες. Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ σή­κω­σε ψη­λὰ τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ ἅ­πλω­σε ὅ­πως κά­νουν οἱ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες. «Δὲν πρό­κει­ται νὰ πᾶ­νε που­θε­νὰ αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι», εἶ­πε. «Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­ταυ­λι­σμοὶ στὸν πο­τα­μὸ Κεν­τά­κι ποὺ νὰ ζη­τᾶ­νε ἐρ­γά­τες. Που­θε­νὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν δου­λει­ές. Εἶ­ναι ἔγ­κλη­μα νὰ γυρ­νᾶς τοὺς δι­κούς σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ σὰν τοὺς γύ­φτους. Ὅ­σο ἔ­χεις μιὰ στέ­γη πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καὶ τὸ σπί­τι σου, αὐ­τὸ λέ­ω ἐ­γώ.»

      Οἱ ἄν­τρες ἔ­βγα­λαν μουγ­κρη­τὰ ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας καὶ κου­νοῦ­σαν τὸ κε­φά­λι τους, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ σή­κω­ναν τὶς τσέ­πες τους ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τες πέ­τρες καὶ κον­το­σί­μω­ναν στὴν ἅ­μα­ξα. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο ἅρ­πα­ξε τὸ κα­πέ­λο τοῦ Χὶγκ Σό­μερς καὶ τὸ φό­ρε­σε. Αὐ­τὸ στη­ρί­χτη­κε πά­νω στ’ ἀ­φτιά του. Τὰ ἀ­γό­ρια ἀ­κούμ­πα­γαν στὶς ρό­δες τῆς ἅ­μα­ξας, ἔ­πι­α­ναν τὰ χα­λι­νά­ρια τῆς φο­ρά­δας, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι τοῦ κι­βώ­τιου μὲ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ νὰ δοῦν τί ἔ­χει μέ­σα. Ὁ Σέ­σι σύρ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι, ἀ­πὸ τὰ πί­σω πρὸς τὰ μπρός, καὶ κου­νοῦ­σε τὸν ζυ­γό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου μή­πως κά­νει κα­μιὰ κα­σκα­ρί­κα.

      Ὁ πα­τέ­ρας ἦρ­θε στὴν αὐ­λὴ κρα­τών­τας τὸ κλει­δί – τὸ σπί­τι ἦ­ταν πιὰ κλει­στό, ἀ­πο­κλεί­ον­τας τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με. Κοί­τα­ξα τὸ ἄ­δει­ο κέ­λυ­φος ποὺ ἦ­ταν τὸ σπί­τι μας, κοί­τα­ξα με­τὰ τὴ χα­μέ­νη πό­λη, καὶ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ μεί­νω στὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χα γεν­νη­θεῖ, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ γνώ­ρι­ζα. Ὁ πα­τέ­ρας σή­κω­σε ψη­λά το κλει­δί, πε­ρα­σμέ­νο στὸ ἕ­να δά­χτυ­λο. «Θὰ ἤ­μουν ὑ­πό­χρε­ος», εἶ­πε, «ἂν κά­ποι­ος ἔ­δι­νε τὸ κλει­δὶ στὸν ἐ­πι­στά­τη».

      Ὁ Χὶγκ Σό­μερς πῆ­γε βα­ρι­ο­πα­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ πα­τέ­ρα, μὲ τὸ που­κά­μι­σο νὰ ἀ­νε­μί­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του. Κά­ποι­ος τὸ εἶ­χε τρα­βή­ξει καὶ τοῦ τό ’­χε βγά­λει. «Ἐ­γὼ θὰ τὸ φέ­ρω», φώ­να­ξε ὁ Χίγκ, καὶ σὰν μω­ρὸ ἅ­πλω­σε καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸ κλει­δί.

      «Δὲν θέ­λω νὰ τὸ φέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας. Δὲν σκό­πευ­ε νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸ κλει­δὶ σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τε­τρα­κό­σια. «Λά­θος κα­τά­λα­βες. Θέ­λω νὰ τὸ πά­ει κά­ποι­ος.»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, ἀλ­λὰ δὲν προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε νὰ πά­ει αὐ­τὸς τὸ κλει­δί. «Ἀ­κό­μα καὶ ἡ Βί­βλος λέ­ει νὰ μὴν πα­ρα­σύ­ρου­με τοὺς ἀ­θώ­ους», εἶ­πε σο­βα­ρά. «Μεῖ­νε ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χεις σα­νί­δια κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια σου καὶ κε­ρα­μί­δια πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι σου.»

      Ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε μὲ θυ­μό: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει νό­μος ποὺ νὰ λέ­ει νὰ κοι­τᾶ­με τὴ δου­λειά μας. Προ­τι­μῶ νὰ πνι­γῶ στὸν ἱ­δρώ­τα ψά­χνον­τας νὰ βρῶ δου­λειὰ πα­ρὰ νὰ μὲ φά­ει τὸ σα­ρά­κι στὸ Χάρ­ντστε­ϊ.»

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ πλη­σί­α­σε τὸν πα­τέ­ρα, μὲ τὰ μά­τια του νὰ καῖ­νε καὶ τὶς γω­νι­ὲς τοῦ στό­μα­τός του νὰ συ­στρέ­φον­ται. Ἔ­γνε­ψε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Σού­λα Μπά­σαμ. «Με­τὰ χα­ρᾶς νὰ πά­ω ἐ­γὼ τὸ κλει­δὶ ἂν πά­ρεις κι ἐ­σὺ μα­ζί σου τὴν ψη­λέγ­κω τὴ χή­ρα καὶ τὴν πᾶς κά­που νὰ βρεῖ ἄν­τρα. Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ φο­ρά­ει τὰ μαῦ­ρα.»

      Οἱ ἄλ­λοι βάλ­θη­καν νὰ γε­λοῦν, πνί­γον­ταν, ξε­φυ­σοῦ­σαν. Ἡ Σού­λα γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μὲ τὸ πρό­σω­πο νὰ τὸ φω­τί­ζει ὁ θυ­μός. «Ἂν εἶ­χα κα­τὰ νοῦ νὰ παν­τρευ­τῶ», εἶ­πε καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ με­τά­νι­ω­νε γιὰ τὰ λό­για της, «σί­γου­ρα θὰ πή­γαι­να ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­βρι­σκα κα­τάλ­λη­λο ἄν­τρα. Θὰ πή­γαι­να…»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ τὴ δι­έ­κο­ψε, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ λε­γό­με­νά της. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα: «Τί θὰ τρῶ­τε γιὰ ψω­μὶ στὸ δρό­μο; Δὲν πέ­φτει πιὰ μάν­να ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ στὶς μέ­ρες μας.»

      Ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λοῦ­σε πα­ρα­τη­ρών­τας τὴ Σού­λα. Εἶ­δε ποὺ σφί­χτη­καν οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της καὶ ὁ Λὸς ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας γύ­ρι­σε πρὸς τὸν Σὶλ καὶ τοῦ εἶ­πε κα­λο­δι­ά­θε­τα: «Μὰ τὸ πρω­ὶ ὑ­πάρ­χει τὸ δρο­σό­με­λι στὰ φύλ­λα. Μπο­ροῦ­με νὰ ξυ­πνοῦ­με νω­ρὶς καὶ νὰ τρῶ­με αὐ­τό.»

      «Ἄ­σ’ τους νὰ πᾶν στὸ δι­ά­ο­λο», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα γιὰ νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὴ Σού­λα. «Οἱ ἄν­τρες δὲν ἔ­χουν θε­ό. Ἄ­σ’ τους νὰ βουρ­λί­ζον­ται.» Πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν τὸ μεν­τα­γιόν, τὸ με­λε­τοῦ­σε γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει, νὰ πά­ρει μα­ζί της τὴ θύ­μη­σή του. Σκέ­φτη­κα τῆς μη­τέ­ρας τὰ ἀ­τρύ­πη­τα ἀ­φτιὰ ἀ­π’ ὅ­που πο­τὲ δὲν εἶ­χε κρε­μά­σει σκου­λα­ρί­κια, τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να της δά­χτυ­λα ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τυ­λί­ξει χρυ­σά­φι, τὸν ἀ­στό­λι­στο μποῦ­στο της ποὺ οὔ­τε μιὰ καρ­φί­τσα δὲν εἶ­χε φι­λο­ξε­νή­σει. Κοί­τα­ζε τὸ μεν­τα­γιὸν ὄ­χι μὲ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­πο­ρί­α.

      «Θὰ τὸ πά­ρω ἐ­γὼ τὸ κλει­δί», εἶ­πε ἡ Σού­λα, «ἀ­φοῦ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος πρό­θυ­μος νὰ κά­νει τὸν κα­λὸ γεί­το­να».

      Ὁ Λὸς ἄ­νοι­ξε τὰ χέ­ρια του, μὲ τὸ πρό­σω­πο σο­βα­ρε­μέ­νο, σὰν τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τας. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἔ­δει­ξε τὴ Σού­λα, μὲ τὸ ἄλ­λο ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸ πλῆ­θος. «Πάν­τα συμ­πο­νοῦ­σα τὶς χῆ­ρες», εἶ­πε. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὸ ὕ­ψος τῆς Σού­λα. «Ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς ποὺ μα­ζευ­τή­κα­με ἐ­δῶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος ἄν­τρας ποὺ νὰ θέ­λει νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν Τε­τρά­ψη­λη Γυ­ναί­κα.»

      Τὸ στό­μα τῆς Σού­λα σκλή­ρυ­νε. «Νὰ μοῦ λεί­πει ὁ οἶ­κτος σου», τοῦ φώ­να­ξε. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του μὲ τὰ νεῦ­ρα τῶν χε­ρι­ῶν της νὰ τεν­τώ­νουν. Ὅ­ταν ὁ Λὸς πι­σω­πά­τη­σε, ἡ Σού­λα στρά­φη­κε πρὸς τὴ μη­τέ­ρα μου, ποὺ μό­λις εἶ­χε ἀ­νέ­βει πά­νω στὴν ἅ­μα­ξα. Τώ­ρα τὰ μά­τια τους ἦ­ταν στὸ ἴ­διο ὕ­ψος. «Ἐ­σὺ μὲ βο­ή­θη­σες ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ δι­κοί μου», εἶ­πε ἡ Σού­λα. «Ἐ­σὺ μὲ πα­ρη­γό­ρη­σες ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας μου κεί­τον­ταν στὸ φέ­ρε­τρό του. Δὲν τὰ ξε­χνῶ. Μα­κά­ρι νὰ εἶ­χα νὰ σοῦ δώ­σω κά­τι νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι, νὰ δεί­χνει ὅ­τι πάν­τα θὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Θὰ εἶ­σαι στὴ σκέ­ψη μου», τὴ βε­βαί­ω­σε ἡ μη­τέ­ρα.

      «Θὰ εἶ­μαι πε­ρή­φα­νη γι’ αὐ­τό.»

      Ἤ­μα­σταν ἕ­τοι­μοι νὰ φύ­γου­με. «Ἀ­νέ­βα πά­νω, γι­ό­κα μου», μοῦ φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας. Πι­ά­στη­κα ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα καὶ σκαρ­φά­λω­σα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ φορ­τί­ου. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τῶν ἀν­τρῶν ἔ­βλε­πα ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κα­ταυ­λι­σμό, μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπι­τά­κια στὸ ἴ­σω­μα, μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τοὺς σω­ροὺς τὰ σκου­πί­δια ποὺ ἔ­και­γαν. Στὸ στῆ­θος μου ἔ­νι­ω­σα νὰ ἀ­να­βλύ­ζει ὁ πό­νος τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ὁ πα­τέ­ρας πλα­τά­γι­σε τὴ γλώσ­σα του καὶ ἡ φο­ρά­δα ξε­κί­νη­σε. Ξε­κί­νη­σε καὶ προ­χώ­ρη­σε μό­νη της, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς ρυ­μοὺς τῆς ἅ­μα­ξας. Οἱ ἁ­λυ­σί­δες τοῦ ζυ­γοῦ ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴ θέ­ση τους καὶ οἱ ἄ­κρες των ρυ­μῶν ἀ­να­πή­δη­σαν στὸ ἔ­δα­φος.

      «Ἔι χό!» φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας καὶ πή­δη­ξε κά­τω. Πί­σω μας εἶ­χαν στή­σει πα­νη­γύ­ρι. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο εἶ­χε κά­νει τὴν κα­σκα­ρί­κα του καὶ εἶ­χε ξε­ζέ­ψει τὴ φο­ρά­δα. Χα­μο­γε­λών­τας ὁ πα­τέ­ρας ἔ­ζε­ψε πά­λι τὸ ζῶ­ο —δὲν τὸν πεί­ρα­ζαν κα­θό­λου τὰ ἔ­ξυ­πνα πει­ράγ­μα­τα— καὶ ξα­να­νέ­βη­κε στὴν ἅ­μα­ξα.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ ἔ­κα­νε χω­νὶ τὰ χέ­ρια του γιὰ νὰ φω­νά­ξει: «Ἂν δὲν πά­ρεις μα­ζί σου τὴ χή­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ βροῦ­με κα­νέ­ναν χα­ζὸ νὰ τὴν παν­τρέ­ψου­με. Θὰ τὴν προ­ξε­νέ­ψου­με στὸν Χὶγκ Σό­μερς.»

      Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­σταν, μὲ τὶς ρό­δες χω­μέ­νες στὴν τρο­χιὰ πα­λι­ῶν αὐ­λα­κι­ῶν, μὲ τὸ φορ­τί­ο νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε. Ξε­μα­κρύ­να­με μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πει­λὴ τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ νὰ ἀν­τη­χεῖ στ’ ἀ­φτιά μας: «Στὴν κό­λα­ση στρώ­νε­τε νὰ κοι­μη­θεῖ­τε!» εἶ­χε φω­νά­ξει. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸ χρυ­σὸ σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ τῆς μη­τέ­ρας καὶ νὰ πάλ­λε­ται στὸ στῆ­θος της σὰν καρ­διά.

      Κοί­τα­ξα πί­σω, εἶ­δα ποὺ ἄρ­χι­σαν νὰ πε­τᾶ­νε τὶς πρῶ­τες πέ­τρες, ἄ­κου­σά τα πα­ρά­θυ­ρά μας νὰ σπᾶ­νε. Κοί­τα­ξα πί­σω στὸν κα­ταυ­λι­σμό, σὰν νὰ κοί­τα­ζα τὸ πρό­σω­πο ἑ­νὸς νε­κροῦ. Εἶ­δα τὸ πλῆ­θος νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ μπρο­στὰ στὴ Σού­λα Μπά­σαμ, σκον­τά­φτον­τας ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Εἶ­χε χτυ­πή­σει τὸν Λὸς Τρὰμπλ μὲ τὴ γρο­θιά της κι αὐ­τὸς εἶ­χε πέ­σει στὰ γό­να­τα καὶ φο­βό­ταν νὰ ξα­να­ση­κω­θεῖ. Ἀ­π’ ὅ­λους μό­νο ὁ Χὶγκ Σό­μερς μᾶς ἔ­βλε­πε ποὺ φεύ­γα­με. Στε­κό­ταν ἐ­κεῖ καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ παν­τε­λό­νι του νὰ μὴν τοῦ πέ­σει, για­τί κά­ποι­ος τοῦ εἶ­χε κό­ψει τὶς τι­ράν­τες. Σή­κω­σε τὸ ἕ­να χέ­ρι ψη­λὰ καὶ μᾶς φώ­να­ξε: «Χαί­ρε­τε, χαί­ρε­τε!»

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still) (Κεν­τά­κι, 1906-2001). Ἔ­γρα­ψε πάμ­πολ­λα δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ βι­βλί­α γιὰ παι­διά, ἐ­νῶ δί­δα­ξε γιὰ δέ­κα χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μόρ­χεντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Λίγ­γρης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1948). Λε­ξι­κο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν βι­βλί­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Δί­δα­ξε ἀγ­γλι­κά, δού­λε­ψε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ B­BC, ἔ­χει κά­νει ὅ­λα σχε­δὸν τὰ εἴ­δη τῆς με­τά­φρα­σης, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια βο­η­θᾶ με­τα­φρα­στὲς μέ­σῳ ἑ­νὸς με­τα­φρα­στι­κοῦ φό­ρουμ ποὺ ἔ­χει ἱ­δρύ­σει. Οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­γι­ναν στὸ μο­νο­το­νι­κὸ καὶ πο­λυ­το­νί­στη­καν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ.

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου: 7 twitter ἱστορίες

.

Ἄν­να Ἀ­φεν­του­λί­δου

 

7 t­w­i­t­t­er-ἱ­στο­ρί­ες

(μὲ πί­να­κες τοῦ E­g­on S­c­h­i­e­le)

 

[Οἱ "κα­νό­νες" τῆς κα­τα­μέ­τρη­σής τους εἶ­ναι οἱ ἑ­ξῆς:
1. με­τροῦν ἐ­ξί­σου γράμ­μα­τα, ἀ­ριθ­μοί, κε­νὰ καὶ ση­μεῖ­α στί­ξης.
2. ὁ τί­τλος δὲν προ­σμε­τρᾶ­ται στὸ "σῶ­μα" τοῦ κει­μέ­νου.
3. με­τὰ ἀ­πὸ ση­μεῖ­α στί­ξης, δὲν ἀ­φή­νου­με κε­νό.
4. ἂν στὸ τέ­λος τοῦ κει­μέ­νου, τὸ ση­μεῖ­ο στί­ξης εἶ­ναι ἡ τε­λεί­α, δὲν ση­μει­ώ­νε­ται καὶ ὡς ἐκ τού­του δὲν προ­σμε­τρᾶ­ται.]

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Δι­ά­σω­σις

 

ΣΑΝ τὸ πι­α­σμέ­νο ἀ­γρί­μι πά­λευ­ε νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄγ­γιγ­μα ἦ­ταν μιὰ ἐλ­πί­δα ὅ­τι μπο­ροῦ­σε,ἐ­πι­τέ­λους,κά­πως νὰ  ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ                                                                   

                                               

01-Diasosis 

 

Πορ­νι­κόν

 

ΑΡΠΑΖΟΤΑΝ ἀ­π’ τὰ ξέ­να κορ­μιὰ σὰν ἀ­π’ τὰ κάγ­κε­λα τοῦ κε­λιοῦ πρὶν τὴν ἐ­κτέ­λε­ση.Στρο­βι­λι­ζό­ταν στὴ δί­νη τους ὅ­πως ἄλ­λοι σνι­φά­ρουν βεν­ζί­νη   

 

02-Pornikon 

 

Λό­γιον

 

ΤΟΥ ἄ­ρε­σε νὰ τὴν βλέ­πει μὲ ἄλ­λες.­Ὕ­στε­ρα ἔ­γρα­φε ὣς τὸ πρω­ί.Με­τὰ ἀ­πὸ και­ρὸ αὐ­το­κτό­νη­σε.Καὶ ὅ­μως.Τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει

 

03-Logion 

 

Τε­λε­ο­λο­γι­κόν

 

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ἀ­κί­νη­το στὴν ἄ­κρη.Τζά­μι χα­ρα­κω­μέ­νο ἀ­πὸ βρο­χή.Δά­χτυ­λα τρέ­χουν στὶς σκι­ὲς τῆς σάρ­κας χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή.Ὅ,τι τρα­γού­δη­σε ἔ­χει τε­λει­ώ­σει

 

04-Teleologikon         

 

Λά­χε­σις

 

ΞΟΔΕΨΕ μι­σὴ ζω­ὴ ἀ­γνο­ών­τας ἐ­κεί­νη τὴν αἴ­σθη­ση.Θὰ ξο­δέ­ψει ἄλ­λη μι­σὴ ἀ­να­ζη­τών­τάς την σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἄλ­λοι λέ­νε τυ­χαῖ­ο,ἐ­νῶ εἶ­ναι ἁ­πλὰ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτo

                  

Z 035 

 

Μνή­σθη­τε

 

ΑΝΑΚΑΤΕΨΕ χλω­ρί­νη καὶ A­q­ua f­o­r­te.Τὸ ἤ­πι­ε.Ἀ­νά­στρο­φα κύ­λι­σε τὸ αἷ­μα καὶ δι­έ­λυ­σε τὸν δυ­να­τὸ μῦν τῆς γλώσ­σας.Ἀ­να­στα­σί­α, φώ­να­ξα.Δὲν ἤ­σουν πιὰ ἐ­κεῖ

            

06-Mnisthite 

 

Ὑ­στε­ρο­φη­μι­κόν

 

ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ τὸ σφρά­γι­σαν.Για­τί ὅ­λοι θὰ ἔ­βλε­παν τὰ δι­α­λυ­μέ­να μέ­λη.Ὅ­λοι θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν καὶ δὲν ἔ­πρε­πε.Ἀ­νοῖξ­τε το!Δῶ­στε πί­σω τὸν θά­να­τό μου

 

07-Ysterofimikon 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου: Ἱστορία μὲ 13ο Φεγγάρι

 

Afentoulidou,Anna-IstoriaMe13oFeggari-Eikona-01

 

Ἄννα Ἀφεντουλίδου

 

Ἱστορία μὲ 13ο Φεγγάρι

 

H-Itta-Somata ΜΗΤΕΡΑ μὲ εἶχε κουβαλήσει σὲ αὐτὴν τὴν ἀηδία, ἄδεια παραλία. Χωρὶς παιχνίδια.

Ἔβγαινα καὶ μάζευα φύκια καὶ ψόφια στρείδια.

      Τὸ ὡραῖο, ἕνας δράκος κοιμόταν στὴν θάλασσα καὶ τοὺς ἔλεγα συνεχῶς Σσς.

      Ἀλλὰ ἐκείνη δὲν μ’ ἄκουγε.

      Τῆς ἄρεσες ποὺ ἡλιοκαμένος, μόνο μὲ σόρτς, τῆς μιλοῦσες γλυκά. Ἤσουν μορφωμένος καὶ ἤξερες νὰ περιμένεις.

      Ἐγὼ κρυβόμουν πίσω ἀπ’ τὶς γρίλλιες καὶ σᾶς ἄκουγα.

      Ὅταν μαγείρευε μιὰ χοντρὴ γυναίκα καὶ ἐπλένε τὰ ροῦχα, κοίταζα τὶς ἱδρωμένες της μασχάλες.

      Τὸ 13ο φεγγάρι θὰ ἦταν πολὺ φωτεινὸ στὰ κεφάλια σας, ἀλλὰ ἐκείνη εἶχε αἷμα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κολυμπήσει. Κοιμήθηκε νωρίς.

 

      Καθόσουν στὸν βράχο καὶ ἔπινες. Μύριζες ἐκεῖνο τὸ βράδυ, ὅπως ὁ πατέρας μου, καφενεῖο.

      Σὲ πλησίασα, ἔκαιγαν τὰ μάγουλα.

      Τί θέλεις, μικρή;

      Ἔπεσα στὸ νερὸ μὲ τὰ ροῦχα. Φώναξες, ἀλλὰ ὄχι δυνατά.

      Βγῆκα ἀμέσως καὶ ἔβγαλα τὸ βρεγμένο μου φόρεμα. Τὰ μάτια σου γυάλισαν ὅπως ἡ θάλασσα.

      Θὰ κρυώσεις.

      Σὲ πλησίασα. Ἔτρεμα.

      Ἔβγαλες τὰ φύκια ἀπ’ τὸ στῆθος.

      Πήγαινε.

      Ὄχι.

      Ἔλα νὰ σοῦ δείξω τὰ κοχύλια μου, εἶπα.

      Πίσω ἀπ’ τὸ σπίτι σὲ μιὰ στοίβα καμένα ἔβγαλα τὸ τενεκεδένιο κουτί.

      Εἶναι ὅλα σπασμένα, εἶπες.

      Ἀκριβῶς. Αὐτὰ δὲν τὰ θέλει κανείς.

      Λαχάνιασες.

      Ἀκούμπησα πάνω σου, ὅπως ἐκείνη.

      Ἔβαλα τὸ δάχτυλό σου στὸ στόμα μου.

      Μετὰ γέμισα ἄμμο. Ἤσουν βαρύς. δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀνάσα. δάγκωσα τὰ χείλη. Μάτωσα.

      Ὄχι, ὄχι, ἔλεγες.

      Ἀλλὰ δὲν μποροῦσες νὰ ξεκολλήσεις.

      Τόσο μορφωμένος καὶ ἀκόμα δὲν εἶχες μάθει.

      Κανεὶς δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τέτοιο φεγγάρι.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄννα Ἀφε­ντου­λί­δου (Θεσ­σαλο­νί­κη). Σπού­δα­σε Με­σαιω­νικὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νικὴ Λο­γο­τε­χνί­α, μὲ εἰδί­κευ­ση στὴ Γε­νικὴ Συ­γκρι­τικὴ Γραμ­μα­το­λο­γί­α, στὸ ΑΠΘ. Ἔχει πα­ρα­κο­λου­θή­σει Σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ου­ρ­γικὴς Γραφῆς στὸ Ἐθνικὸ Κέ­ντρο Βι­βλί­ου καὶ στὴ Δη­μο­τικὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Πρέ­βε­ζας. Ἔχει ἐκδώ­σει μιὰ ποι­η­τικὴ συλ­λογὴ μὲ τί­τλο Ἐλλεῖπον Ση­μεῖο (ἐκδ. Παν­δώ­ρα, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Τὸμ Χόκινς (Tom Hawkins): Ἡ νύχτα τοῦ γάμου

 

 

Τὸμ Χόκινς (Tom Hawkins)

 

Ἡ νύχτα τοῦ γάμου

(W­e­d­d­i­ng N­i­g­ht)

 

ΧΩ ΔΟΥΛΕΨΕΙ στὸν πάγ­κο μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ αὐ­τὸ τὸν σταθ­μὸ λε­ω­φο­ρεί­ων ἀ­πὸ τὸ 1953, ἀ­να­μέ­νον­τας τὸ κα­τάλ­λη­λο κο­ρί­τσι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Ὅ­ταν πῆ­ρα αὐ­τὴ τὴν δου­λειά, ἡ μπο­γιὰ ἐ­κεί­νου ἐ­κεῖ τοῦ τοί­χου ἦ­ταν φρέ­σκια, εἶ­χε ἕ­να ἁ­πα­λὸ πρά­σι­νο χρῶ­μα τό­τε. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τῆς Κο­ρέ­ας θὰ στα­μα­τοῦ­σαν νὰ ἀ­γο­ρά­σουν τσι­γά­ρα καὶ ἔ­μα­θα τὰ ἐμ­βλή­μα­τα τοῦ στρα­τοῦ, τῆς ἀ­κτο­φυ­λα­κῆς, τοῦ ναυ­τι­κοῦ καὶ τῆς ναυ­τι­λί­ας.

       Μιὰ φο­ρὰ μὲ εἶ­χε λη­στέ­ψει ἕ­νας στι­βα­ρὸς λευ­κὸς ἄν­τρας μὲ κα­φὲ σα­κά­κι. Μοῦ εἶ­χε δεί­ξει τὰ δύο δόν­τια ποὺ τοῦ εἶ­χαν μεί­νει στὸ στό­μα καὶ ἡ σκαν­δά­λη ἐ­νὸς μι­κροῦ αὐ­τό­μα­του τυ­λιγ­μέ­νου μὲ ται­νί­α στό­χευ­ε τὴν καρ­διά μου. Τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­λα τὰ χρή­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν φο­βή­θη­κα κα­θό­λου. Κα­τα­λά­βαι­να κοι­τά­ζον­τας τον πὼς ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς σὰν ἐ­μέ­να. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­θά­νω πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν πάγ­κο καὶ αὐ­τὸς ἁ­πλὰ θὰ ἔ­φευ­γε κρυμ­μέ­νος μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα, μὲ με­ρι­κὰ δολ­λά­ρια γιὰ ξό­δε­μα. Εἴ­μα­σταν ὅ­λοι ἕ­να πράγ­μα. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­δω­σα τὰ λε­φτά, νι­ώ­θον­τας πλου­σι­ό­τε­ρος ἀ­μέ­σως —τρι­α­κό­σια εἴ­κο­σι τρί­α δολ­λά­ρια— καὶ τὸν ἄ­φη­σα νὰ ξε­φύ­γει πρὶν κα­λέ­σω τοὺς μπά­τσους.

      Ἄ­κου­σα πὼς δὲν τὸν ἔ­πια­σαν πο­τέ, ἀρ­γό­τε­ρα ἄ­κου­σα πὼς τὸν ἔ­πια­σαν σὲ μιὰ ἄλ­λη πο­λι­τεί­α —στὴν Γιού­τα νο­μί­ζω— καὶ πιὸ με­τὰ ἄ­κου­σα πὼς τὸν βρῆ­καν νε­κρὸ σὲ ἕ­να ὑ­παί­θριο πάρ­κινκ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου στὸ Κάν­σας. Δὲν ξέ­ρω. Μπο­ρεῖ νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­κό­μα. Μπο­ρεῖ νὰ γυ­ρί­σει. Μπο­ρεῖ νὰ μὲ λη­στέ­ψει ἀ­πό­ψε ἢ ἁ­πλὰ νὰ μὲ σκο­τώ­σει πυ­ρο­βο­λών­τας με, ἢ καὶ τὰ δύο.

      Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν σὲ ἕ­να σταθ­μὸ λε­ω­φο­ρεί­ου. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 εἴ­χα­με τοὺς ἀ­πο­κα­λού­με­νους χί­πη­δες, νε­α­ρὰ ἄ­το­μα μὲ κου­ρε­λι­α­σμέ­νη ἀμ­φί­ε­ση. Συ­νή­θι­ζαν νὰ κοι­μοῦν­ται πά­νω σὲ ὅ­λα τὰ κα­θί­σμα­τα μέ­σα σὲ ὑ­πνό­σα­κους μὲ σα­κί­δια καὶ σκη­νές.

      Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ κα­τάλ­λη­λο κο­ρί­τσι μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τε­λι­κά, κά­ποι­ο κο­ρί­τσι ποὺ βα­ρέ­θη­κε τὰ μα­κρυ­μάλ­λι­κα ἀ­γό­ρια, καὶ κου­ρά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, καὶ θὰ περ­πα­τοῦ­σε ὣς τὸ σπί­τι μα­ζί μου κρα­τών­τας μου τὸ χέ­ρι, καὶ θὰ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν μα­ζί μου στὸ κρε­βά­τι μου μὲ τοὺς σο­μιέ­δες ποὺ ἔ­τρι­ζαν. Εἶ­χα τὰ μά­τια μου ἀ­νοι­χτά. Μιὰ μέ­ρα εἶ­δα μιὰ νε­α­ρὴ κυ­ρί­α: φαι­νό­ταν τό­σο κου­ρα­σμέ­νη καὶ ἔ­μοια­ζε νὰ χρει­ά­ζε­ται ἕ­να φί­λο. Τῆς ἀ­γό­ρα­σα ἕ­να σάν­του­ιτς καὶ κα­φὲ καὶ ἕ­να βα­ζά­κι φυ­στι­κο­βού­τυ­ρο. Τῆς ἀ­γό­ρα­σα με­ρι­κὲς ἀ­σπι­ρί­νες καὶ μι­σὸ λί­τρο γά­λα, ψα­λι­δά­κι νυ­χι­ῶν καὶ ἕ­να ἀ­να­μνη­στι­κὸ που­κά­μι­σο.

      Τῆς εἶ­πα πὼς εἶ­χα ἕ­να μέ­ρος ὅ­που μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει καὶ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ, ὅ­σο ἤ­θε­λε. Τῆς εἶ­πα πὼς δὲν ἦ­ταν κά­τι τὸ πο­λυ­τε­λές, πα­ρὰ μό­νο ἕ­να δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ ὅ,­τι ἦ­ταν δι­κό μου ἦ­ταν καὶ δι­κό της. Ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν κα­θα­ρό. Τὸ εἶχα κα­θα­ρί­σει τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα ὅ­ταν εἶ­δα τὸ κο­ρί­τσι νὰ συ­χνά­ζει ἐ­δῶ.

      Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιὰ καὶ εἶ­πε πὼς ἡ καρ­διά μου ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­γά­πη. Εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κοι­μη­θεῖ δώ­δε­κα ὧ­ρες πε­ρί­που καὶ με­τὰ θὰ ἔ­φευ­γε. Τὴν πῆ­γα σπί­τι. Βυ­θί­στη­κε στὸ κρε­βά­τι καὶ ἔ­κλαι­γε – μοῦ εἶ­πε πὼς εἴ­μουν «τό­σο πο­λὺ εὐ­γε­νι­κός». Καὶ με­τὰ κοι­μή­θη­κε σὰν πε­θα­μέ­νη. Ξά­πλω­σα στὸ πά­τω­μα δί­πλα της, ὅ­που εἶ­πα πὼς θὰ κοι­μό­μουν. Στὴν μέ­ση τῆς νύ­χτας ξύ­πνη­σα ξα­ναμ­μέ­νος καὶ ἔ­νι­ω­σα τὸ δω­μά­τιο νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ. Ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­γι­νε ἀ­πο­πνι­κτι­κός. Τό­τε σύρ­θη­κα πά­νω καὶ γλί­στρη­σα μέ­σα στὸ κρε­βά­τι δί­πλα της. Τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ντυ­μέ­νο. Ἡ ἀ­να­πνο­ή της μοῦ θύ­μι­ζε τὸν ἦ­χο τῆς θά­λασ­σας. Ἄγ­γι­ξα τὸ δέρ­μα της, ἁ­πλῶς τὸ δέρ­μα κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα της. Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξύ­πνη­σε κα­θό­λου, ἁ­πλὰ ἀ­να­στέ­να­ξε καὶ γύ­ρι­σε. Τὸ πρω­ὶ ὅ­ταν ξύ­πνη­σα στὸ κρε­βά­τι, εἶ­χε φύ­γει.

      Ἔ­χω δου­λέ­ψει ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ 1953, ἀ­να­μέ­νον­τας τὸ κα­τάλ­λη­λο κο­ρί­τσι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Ὑ­πο­θέ­τω πὼς ἦρ­θε. Κά­ποι­οι κα­λοὶ γά­μοι δὲν κρα­τοῦν γιὰ πο­λύ.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Τὸμ Χό­κινς (T­om H­a­w­k­i­ns). Συγ­γρα­φέ­ας μιᾶς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο P­a­p­er C­r­o­wn (B­k­Mk P­r­e­ss). Ζεῖ στὸ Ρά­ι­λι τῆς Βό­ρειας Κα­ρο­λί­νας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­ρί­α Κα­πε­τά­νου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Κλαίτη Σωτηριάδου: Κλάρα Λούς

 

 

Κλαίτη Σωτηριάδου

 

Κλάρα Λούς

 

ΗΝ ΦΩΝΑΖΕΙ χα­ϊ­δευ­τι­κὰ Κλά­ρα Λούς, ποὺ ση­μαί­νει δι­ά­φα­νο φῶς, ἢ δι­ά­φα­νη φω­τει­νή. Εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κά­να, κομ­ψή, μον­τέρ­να, μὲ …καμ­πύ­λες. Καὶ αὐ­τός, ὁ ἄν­τρας μου, εἶ­ναι ἐ­ρα­στής της. Δὲν πά­ει που­θε­νὰ χω­ρὶς τὴν Κλά­ρα Λούς. Δη­λα­δή, γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­η, ἡ Κλά­ρα Λοὺς μέ­νει σπί­τι τὰ βρά­δια, ὅ­ταν πη­γαί­νου­με σὲ φί­λους ἢ σὲ κα­νέ­να σι­νε­μά. Ὅ­μως, ὅ­ταν δι­α­βά­ζει, τὴν κα­θί­ζει πλά­ι του, ἔ­τσι γιὰ συν­τρο­φιὰ καὶ γυρ­νά­ει καὶ τὴν χα­ϊ­δεύ­ει πό­τε-πό­τε, θαυ­μα­στι­κὰ καὶ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει ἀ­πὸ μέ­σα του «εἶ­ναι κού­κλα», ἢ «εἶ­ναι δι­κιά μου».

       Κά­πο­τε ἔ­τυ­χε ν’ ἀρ­χί­σει νὰ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου πο­λὺ ἀ­θώ­α τὸ τί ὡ­ραῖ­α ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει μὲ τὴν Κλά­ρα Λοὺς σὲ κά­ποι­α ἐκ­δρο­μή, οἱ δυ­ό τους μὲς στὴν ἤ­ρε­μη φύ­ση, σὲ ἀ­πά­τη­τα μέ­ρη, στὰ λι­βά­δια τῆς πα­τρί­δας του. Καὶ μπο­ρεῖ­τε βέ­βαι­α νὰ μὲ φαν­τα­στεῖ­τε, κι ἐ­μέ­να καὶ τὰ νεῦ­ρα μου, για­τὶ δὲν πρό­κει­ται ἁ­πλὰ γιὰ μιὰν ἀν­τί­ζη­λο, εἶ­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἕ­νας ψυ­χο­λο­γι­κὸς πό­λε­μος ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Τὸ νό­στι­μο ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι πὼς ὅ­λοι στὸ γρα­φεῖ­ο του γνώ­ρι­ζαν τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς Κλά­ρα Λούς, ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να. Ἐ­γὼ βρι­σκό­μουν στὸ σπί­τι, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη στὰ παι­διά, στὴν οἰ­κο­γέ­νεια κι ἐ­κεῖ­νος στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου μὲ τὴν Κλά­ρα Λούς. Ὄ­χι, αὐ­τὸ πά­ει πο­λύ!

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ μὲ σκο­τώ­νει εἶ­ναι ποὺ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τὴν πα­σπα­τεύ­ει. Δὲν ἐ­νο­χλεῖ­ται κα­θό­λου, ἂν βρί­σκο­μαι ἐ­κεῖ μπρο­στὰ ἢ ὄ­χι. Τὴν παίρ­νει στὰ γό­να­τά του καὶ τὸ μό­νο ποὺ μοῦ ἀ­πο­μέ­νει, ἂν θέ­λω νὰ πε­ρι­σώ­σω τὴν συ­ζυ­γι­κή μου ἠ­ρε­μί­α, εἶ­ναι νὰ τὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. Ἄλ­λες φο­ρὲς μι­λᾶ­με καὶ κα­θὼς τὴν ἔ­χει δί­πλα του ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν πιά­νει ὅ­σο μοῦ μι­λά­ει, τὰ χά­δια ποὺ προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ μέ­να πᾶ­νε σ’ ἐ­κεί­νη, αὐ­τὸ μὲ τρε­λαί­νει.

       Πρὸς τὸ πα­ρὸν κά­νω ὑ­πο­μο­νή, ὄ­χι μό­νο για­τί τὸν ἀ­γα­πά­ω, ἀλ­λὰ καὶ για­τὶ πι­στεύ­ω πὼς κα­τὰ βά­θος εἶ­ναι κά­τι τὸ πε­ρα­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του.

       Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὴν φέρ­νει στὸ κρε­βά­τι μας, αὐ­τὸ πά­ει πο­λύ, θὰ πεῖ­τε, ναί, καὶ στὸ κρε­βά­τι μας, ξέ­ρω πὼς τε­λι­κὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ πλα­τω­νι­κὸ με­τα­ξύ τους, ἔν­το­νο, ἴ­σως αἰ­σθη­σια­κό, ἀλ­λὰ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το. Για­τί ἐ­κεί­νη τὸ παί­ζει ψυ­χρὴ κι ἀ­νέκ­φρα­στη. Τοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τῆς κά­νει ὅ,τι θέ­λει καὶ δὲν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοῦ ἔρ­χε­ται νὰ τοῦ πῶ: πρέ­πει νὰ δι­α­λέ­ξεις, ἢ τὴν Κλά­ρα Λοὺς ἢ ἐ­μέ­να. Ὕ­στε­ρα σκέ­φτο­μαι πιὸ λο­γι­κά: εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ δι­α­λύ­σω τὸν γά­μο μου γιὰ μιὰ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή;

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).

 

Σωτήρης Δημητρίου: Θὰ σὲ σκοτώσω

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Θὰ σὲ σκοτώσω

 

ΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΠΕ νὰ σὲ φυ­λά­ει ὁ Θε­ὸς ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ τὴν ὥ­ρα κά­τι βα­ρὺ θὰ ἔ­πα­θε, ὅ­πως ἔ­πα­θα κι ἐ­γώ.

Τό­τε δού­λευ­α σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ γκαρ­σόν. Τὴ νύ­χτα. Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους ἦ­ταν τὸ μα­γα­ζί.

       Δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο ἀ­π’ τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ οὔ­τε κι ἀ­πὸ τοὺς πε­λά­τες. Ὁ μά­γει­ρας ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ὥ­ρα δὲν μὲ χώ­νε­ψε. Κά­νε αὐ­τό, κά­νε τ’­ἄλ­λο συ­νε­χῶς νὰ μὴν πά­ρω ἀ­νά­σα οὔ­τε μιὰ στιγ­μή.

       Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε ἡ δου­λειά, ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε τὸ μά­τι συ­νε­χῶς ἀ­πά­νω μου σὰν κα­κὸ σκυ­λί. Μὲ τ’ ὄ­νο­μα δὲν μ’ ἔ­λε­γε πο­τέ. Ἄν­τε ρὲ βλά­χο καὶ ἄν­τε ρὲ βλά­χο, γα­μῶ τὴν Ἀλ­βα­νί­α σας, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Μοῦ ἔ­γι­νε ἄγ­χος. Πή­γαι­να στὸ σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ καὶ δὲν μοῦ κόλ­λα­γε ὕ­πνος.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς πῆ­γα νὰ τὸν καλ­μά­ρω μὲ τὸν τρό­πο μου καὶ γέ­λα­γε πα­ρά­ξε­να.

       Τό­τε ἀρ­ρώ­στη­σα μέ­σα μου. Ἔ­ψα­χνα τρό­πο νὰ βρῶ νὰ τὸν σκο­τώ­σω.

       Ἕ­να βρά­δυ μὲ ἔ­φε­ρε στὸ ἀ­προ­χώ­ρη­το. Σκό­λα­σα, ἔ­φυ­γα ἀπ’ τὸ μα­γα­ζὶ καὶ εἶ­δα τὸ μά­τι του πά­νω μου σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χα, σὰν νὰ ἤ­μουν ἕ­να σί­χα­μα.

       Τρά­βη­ξα γιὰ ἕ­ναν φί­λο μου ποὺ ἔ­με­νε στὴν Δάφ­νη. Ἔ­βρε­χε ἀ­στα­μά­τη­τα.

       Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους κα­τό­πιν μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα πή­γαι­να ὅ­λο στὴ μέ­ση του δρό­μου θο­λός, τρε­λα­μέ­νος. Ὅ­λο μὲ μού­τζω­ναν οἱ ὁ­δη­γοὶ καὶ μοῦ φώ­να­ζαν.

      Ἔ­φτα­σα στὸ Σύν­ταγ­μα, πε­ρί­με­να στὴ στά­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα στα­μα­τά­ει ἕ­να γι­ώ­τα χὶ μπρο­στά μου, μοῦ κορ­νά­ρει, καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ συ­νο­δη­γοῦ. Ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, ἔμ­πα. Ἦ­ταν ὁ μά­γει­ρας.

       Ἄλ­λος ἄν­θρω­πος. Μὲ ρώ­τα­γε για­τί εἶ­σαι μού­σκε­μα, πῶς δι­ά­ο­λο ἔ­γι­νες ἔ­τσι. Ἐ­γὼ τοῦ ’­λε­γα νὰ μὴν σὲ βγά­λω ἀπ΄τὸν δρό­μο. Μὴ σὲ νοιά­ζει, θὰ σὲ πά­ω ἐ­γὼ ὅ­που θές, ἔμ­πα. Ἄλ­λος ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ ἐ­μέ­να τὸ μί­σος δὲν μοῦ εἶ­χε φύ­γει κα­θό­λου.

       Ἀρ­χὲς Βου­λι­αγ­μέ­νης πη­γαί­να­με σὰν τὶς χε­λῶ­νες. Σάβ­βα­το βρά­δυ εἶ­χε φρα­κά­ρει ἡ συγ­κοι­νω­νί­α.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μα­σταν στα­μα­τη­μέ­νοι τί μ΄ἐ­πί­α­σε γυρ­νά­ω καὶ τοῦ λέ­ω θέ­λω νὰ σὲ σκο­τώ­σω.

       Δὲν μοῦ εἶ­πε τί­πο­τα, τί καὶ πῶς. Μουγ­κά­θη­κε.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ πεν­τα­κο­σα­ριὰ μέ­τρα ποὺ πά­λι ἤ­μα­σταν στα­μα­τη­μέ­νοι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ ἔ­φυ­γα.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993) κ.α. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011).

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Ἡ διδασκαλία

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (JuanEduardoZúñiga)

 

Ἡ δι­δα­σκα­λί­α

(Las enseñanzas)

 

Ο ΚΡΥΟ ΔΥΝΑΜΩΝΕ στοὺς ἄ­δει­ους δρό­μους, κολ­λοῦ­σε πά­νω στὰ ροῦ­χα καὶ ἔ­στελ­νε στὸ πρό­σω­πο αἰχ­μη­ρὲς ἀ­κί­δες ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια νὰ δα­κρύ­ζουν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ προ­χω­ροῦν κλεί­νον­τας στὸ λαι­μὸ τὰ παλ­τά τους, θέ­λον­τας νὰ ἐμ­πο­δί­σουν ἕ­ναν κα­κὸ ἀ­έ­ρα νὰ φτά­σει ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ δυ­να­τὸ καρ­δι­ο­χτύ­πι φα­νέ­ρω­νε κά­ποι­α ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸν ἐ­ὰν τε­λι­κὰ θὰ κα­τά­φερ­ναν νὰ βροῦν τὸ σπί­τι τοῦ κα­θη­γη­τῆ πού, ὅ­πως τοὺς εἶ­χαν πεῖ, βρι­σκό­ταν στὴν ὁ­δὸ Μπλά­σκο Ἰμ­πά­νι­εθ.

       Μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να σπί­τι ποὺ ξε­χώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα τῆς γει­το­νιᾶς, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν πιὸ ψη­λὸ ἀλ­λὰ κι ἐ­πει­δὴ εἶ­χε κά­τι ἀ­φί­σες στὰ μπαλ­κό­νια, βρι­σκό­ταν μιὰ με­γά­λη ὁ­μά­δα ἀν­τρῶν καὶ γυ­ναι­κῶν, ἔ­δει­χναν πο­λὺ νέ­οι, μὲ πρό­σω­πα χα­μο­γε­λα­στὰ καὶ σχε­δὸν κα­λυμ­μέ­να μὲ σκού­φους καὶ κα­σκόλ, τὰ κο­ρί­τσια μὲ μαν­τή­λια στὸ κε­φά­λι, κι ἀ­νά­με­σά τους ὅ­λο καὶ κά­ποι­ος μὲ στρα­τι­ω­τι­κὰ ροῦ­χα, κι ὅ­λοι κοί­τα­ζαν πρὸς τὴν εἴ­σο­δο καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν μὲ δυ­να­τὲς φω­νές, καὶ φώ­να­ξαν ἀ­μέ­σως ζή­τω καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να «Ζή­τω ἡ Ρω­σί­α» ποὺ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε ἐν χο­ρῷ καὶ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ τὸ ἄ­κου­σαν χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νουν τί ἦ­ταν. Εἶ­χαν στα­μα­τή­σει σὲ κον­τι­νὴ ἀ­πό­στα­ση για­τί νό­μι­ζαν ὅ­τι μοί­ρα­ζαν φα­γη­τό, μιὰ ἔ­κτα­κτη ἐ­νί­σχυ­ση σὰν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ ὀρ­γά­νω­νε συ­χνὰ ἡ Ἐ­ρυ­θρὰ Βο­ή­θεια, ἂν τοὺς πε­ρίσ­σευ­ε κα­νέ­νας σά­κος μὲ ρύ­ζι ἢ φα­κές, γρή­γο­ρα ὅ­μως δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι δὲν μοί­ρα­ζαν τί­πο­τα, καὶ τὸ παι­δὶ κοί­τα­ξε τὴ μη­τέ­ρα του ρω­τών­τας την μὲ τὰ μά­τια κι ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε μιὰ χει­ρο­νο­μί­α σὲ ἔν­δει­ξη ἄ­γνοι­ας.

       Δι­έ­σχι­σαν τρεῖς δρό­μους καὶ στὸ τέ­λος βρῆ­καν τὸ σπί­τι ποὺ ὄν­τως εἶ­χε κά­που πά­νω στὴν πόρ­τα του τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Σχο­λεῖ­ο», ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὴ λέ­ξη «Δω­ρε­άν». Εἶ­χαν πεῖ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα καί, μπρο­στὰ στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α, δί­στα­σε νὰ χτυ­πή­σει, δι­έ­τρε­ξε μὲ τὰ μά­τια τὶς χα­λα­σμέ­νες ἄ­κρες τῆς πόρ­τας, ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας πό­σα μπο­ρεῖ νὰ τῆς ζη­τοῦ­σαν γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα, τε­λι­κὰ ὅ­μως πά­τη­σε τὸ κου­δού­νι καὶ πε­ρί­με­νε, ὥ­σπου ἄ­νοι­ξε ἕ­νας ἄν­τρας ψη­λός, με­γά­λης ἡ­λι­κί­ας ἀλ­λὰ ὄ­χι γέ­ρος, πα­ρό­τι εἶ­χε ἄ­σπρα μαλ­λιά, ντυ­μέ­νος μὲ μιὰ με­γά­λη μπλὲ πο­διά.

       Ἡ μη­τέ­ρα τὸν ρώ­τη­σε δει­λά, χω­ρὶς νὰ πεῖ ξε­κά­θα­ρα τί ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας τοὺς ζή­τη­σε νὰ πε­ρά­σουν μέ­σα, κι ὅ­ταν μπῆ­καν ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα. Ἄ­κου­σε τὴ μη­τέ­ρα καὶ κοί­τα­ξε τὸ παι­δί, ποὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του τὸν κοί­τα­ζε προ­ση­λω­μέ­νο καὶ τρο­μο­κρα­τη­μέ­νο, κι ἔ­πει­τα ἐ­κεῖ­νο ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα του πρὸς τὴν ἄ­δεια αἴ­θου­σα μὲ τὶς σει­ρὲς ἀ­πὸ σκοῦ­ρα καὶ βρώ­μι­κα θρα­νί­α πά­νω ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α, στοὺς τοί­χους, ὑ­πῆρ­χαν καρ­φω­μέ­νοι χάρ­τες κι ἕ­νας με­γά­λος πί­να­κας μὲ γράμ­μα­τα, ἐ­νῶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἕ­δρα, ὅ­που στη­ρι­ζό­ταν μὲ τὴν πλά­τη του ὁ κα­θη­γη­τής, ἔ­βλε­πε τὸ πορ­τρέ­το ἑ­νὸς ἄν­τρα μὲ μαῦ­ρο μού­σι.

       Δὲν θὰ πλή­ρω­νε τί­πο­τα, ἁ­πλῶς τὸ παι­δὶ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­χε­ται στὸ μά­θη­μα φο­ρών­τας μιὰ πο­δί­τσα πά­νω ἀ­πὸ τὸ παλ­τό του, για­τί ἡ αἴ­θου­σα ἦ­ταν πο­λὺ κρύ­α κι ὅ­λα τους εἶ­χαν χι­ο­νί­στρες στὰ χέ­ρια, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­βγαι­ναν εἰ­δι­κὰ ὅ­ταν ἔ­πια­ναν τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψουν. Ἀ­κού­γον­τάς τον, ἐ­κεί­νη εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν κα­λὰ ντυ­μέ­νο κι ὅ­τι φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νούρ­γιο παλ­τὸ καὶ βαμ­βα­κε­ρὲς κάλ­τσες, ποὺ τοῦ εἶ­χαν κά­νει δῶ­ρο, καὶ τό­τε τὸ παι­δὶ κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια πρὸς τὶς κάλ­τσες καὶ πρὸς τὰ μαῦ­ρα καὶ λι­ω­μέ­να πα­πού­τσια του καὶ ξα­να­έ­στρε­ψε τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ μη­τέ­ρα του, τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐ­τὴ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο ἤ­ξε­ρε νὰ δι­α­βά­ζει καὶ νὰ γρά­φει, ἔ­πρε­πε ὅ­μως νὰ μά­θει καὶ νὰ δι­δα­χθεῖ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα.

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς δί­δα­σκε ὅ­λα τα βα­σι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ ἐ­πί­σης τοὺς μά­θαι­νε νὰ φέ­ρον­ται κα­λὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, νὰ εἶ­ναι φί­λοι, νὰ μὴ μα­λώ­νουν, νὰ βο­η­θᾶ­νε ἂν ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη τὴν οἰ­κο­γέ­νειά τους, ὅ­σο μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει ἕ­να παι­δί, νὰ ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει ἡ δου­λειὰ ποὺ τοὺς πε­ρι­μέ­νει, ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν. Ἀ­κό­μα, τοὺς μά­θαι­νε νὰ μι­σοῦν ἐ­κεῖ­νον τὸν πό­λε­μο ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν, μὲ ὅ­λες του τὶς συ­νέ­πει­ες.

       Τὸ ἄ­σχη­μο ἦ­ταν ὅ­τι ὁ πό­λε­μος εἶ­χε μπεῖ μέ­σα στὰ σπί­τια, τὸ μέ­τω­πο ἦ­ταν τό­σο κον­τά, τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ἄ­φη­ναν πί­σω τους νε­κροὺς καὶ κα­τε­στραμ­μέ­να σπί­τια, μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα τὸ πράγ­μα χει­ρο­τέ­ρευ­ε, δὲν ὑ­πῆρ­χε κὰν φα­γη­τό, στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς τό­σο πα­γε­ροῦ Δε­κέμ­βρη, δί­χως προ­σά­ναμ­μα γιὰ νὰ ἀ­νά­ψεις λί­γη φω­τιά: πῶς νὰ μὴν γε­μί­ζουν λοι­πὸν τὰ δά­χτυ­λα μὲ χι­ο­νί­στρες, ἡ μη­τέ­ρα ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε αὐ­τὸ ποὺ ἄ­κου­γε νὰ λέ­νε κά­θε ὥ­ρα καὶ στιγ­μή, κά­νον­τας χει­ρο­νο­μί­ες, ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸν κα­θη­γη­τή, ποὺ κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι συμ­φω­νών­τας, ἔ­χον­τας τὸ βλέμ­μα του στραμ­μέ­νο πρὸς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­π’ ὅ­που δι­α­κρί­νον­ταν τὰ σπι­τά­κια τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρᾶς τοῦ δρό­μου.

       Τὸ παι­δί, ἐ­στι­ά­ζον­τας σ’ ἕ­να χάρ­τη, συλ­λά­βι­σε τὴ λέ­ξη «Ρω­σί­α» καὶ τό­τε τρά­βη­ξε τὴ μη­τέ­ρα του ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι, κι ὅ­ταν ἐ­κεί­νη γύ­ρι­σε κα­τὰ τὴ με­ριά του, τῆς ἔ­δει­ξε στὸν τοῖ­χο τὸν χάρ­τη καὶ ψι­θύ­ρι­σε:

       «Ρω­σί­α.»

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς ἄ­κου­σε αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη καὶ ὕ­ψω­σε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὰ ποι­κί­λα χρώ­μα­τα ποὺ εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ με­γά­λο σχέ­διο: στὴ μέ­ση ἑ­νὸς πρά­σι­νου λε­κὲ ὑ­πῆρ­χαν πέν­τε γράμ­μα­τα: ΡΩ­ΣΙΑ. Ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους καὶ εἶ­πε, σχε­δὸν χω­ρὶς νὰ ἀ­κου­στεῖ:

       «Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει.»

       Ἡ μη­τέ­ρα, ποὺ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ τί ἔ­δει­χνε τὸ παι­δί, ἀ­πάν­τη­σε σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γκρι­μά­τσα:

       «Εἶ­ναι για­τί ἐ­κεῖ ἔ­ξω φώ­να­ζαν “Ζή­τω ἡ Ρω­σί­α”» —ὁ κα­θη­γη­τὴς ἔ­νευ­σε ἀρ­νη­τι­κὰ καὶ με­τὰ τὴ δι­α­βε­βαί­ω­σε ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ φέ­ρει τὸ παι­δὶ μό­λις θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη ἡ πο­διά του, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα ἐ­πα­νέ­λα­βε—: «Ἐ­κεῖ ἔ­ξω, παι­διὰ ἦ­ταν, αὐ­τὸ φώ­να­ζαν, ναί, νε­ο­λαί­α, βλέ­πεις.»

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς σού­φρω­σε τὰ χεί­λη του καὶ εἶ­πε:

       «Δὲν ἔ­χω κα­μιὰ σχέ­ση μ’ αὐ­τούς. Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἕ­να ἐ­λευ­θε­ρια­κὸ σχο­λεῖ­ο.»

       Βγῆ­καν ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ ἄ­νοι­ξαν τὸ βῆ­μα τους, ἀ­μί­λη­τοι καὶ οἱ δύ­ο, ἀ­νή­συ­χοι θαρ­ρεῖς, καὶ ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι πο­λὺ κον­τὰ ἀ­κού­γον­ταν οἱ σει­ρῆ­νες τοῦ ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κοῦ συ­να­γερ­μοῦ, ἀλ­λὰ μὲ τὸ πέ­ρας με­ρι­κῶν λε­πτῶν αὐ­τὸ ποὺ ἄ­κου­σε ἦ­ταν τὸν σά­λα­γο ἀ­πὸ πολ­λὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ πλη­σί­α­ζαν πε­τών­τας σὲ πο­λὺ χα­μη­λὸ ὕ­ψος, κι ἀ­μέ­σως μιὰ τρο­με­ρὴ ἔ­κρη­ξη ποὺ τοὺς συγ­κλό­νι­σε, ἀ­κο­λου­θού­με­νη ἀ­πὸ τὴ βρον­τὴ τῶν βομ­βαρ­δι­σμῶν ποὺ ἔ­πε­σαν σ’ ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τὸ ση­μεῖ­ο κά­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸ ἔ­δα­φος νὰ τρέ­μουν, ποὺ σὲ ἀ­πο­σβό­λω­ναν καὶ σὲ ξε­κού­φαι­ναν καὶ ποὺ ἔ­κα­ναν τὴ μη­τέ­ρα νὰ βά­λει μιὰ τρε­χά­λα σέρ­νον­τας σχε­δὸν τὸ παι­δὶ καὶ νὰ βρεῖ προ­στα­σί­α κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κλει­στὴ πόρ­τα.

       Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ἔ­βγαι­ναν γυ­ναῖ­κες οὐρ­λι­ά­ζον­τας καί, πα­ρό­τι ἀ­κού­γον­ταν φω­νὲς ποὺ ἔ­λε­γαν «Στὸ κα­τα­φύ­γιο!­», κον­το­στέ­κον­ταν κά­ποι­ες στιγ­μὲς κοι­τά­ζον­τας καὶ δεί­χνον­τας πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ τρέ­ξουν ἔ­πει­τα καὶ νὰ χα­θοῦν στὸν χα­λα­σμὸ τῶν κον­τι­νῶν δρό­μων.

       Ἀγ­κά­λια­ζε τὸ παι­δὶ πι­έ­ζον­τάς το πά­νω στὴν ξύ­λι­νη πόρ­τα, προ­στα­τεύ­ον­τάς το μὲ τὸ σῶ­μα της, λέ­γον­τάς του λό­για πα­ρη­γο­ριᾶς γιὰ νὰ μὴ φο­βᾶ­ται, καὶ κον­τά τους στρι­μώ­χτη­καν κι ἄλ­λες δύ­ο γυ­ναῖ­κες, κλαί­γον­τας γο­ε­ρὰ καὶ βά­ζον­τας τὶς φω­νὲς μό­λις ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­κού­γον­ται οἱ πρῶ­τες ἐκ­πυρ­σο­κρο­τή­σεις ἀ­πὸ τὰ ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κὰ ποὺ βρί­σκον­ταν σὲ μιὰ ἀ­λά­να στὸ Φράν­κος Ρο­δρί­γεθ.

       Τὰ πάν­τα κα­λύ­φθη­καν ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κα­πνό, σὰν μιὰ πυ­κνὴ καὶ τρα­χιὰ ὁ­μί­χλη ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ σκε­πά­σουν τὶς μύ­τες τους μὲ τὰ μαν­τή­λια, ἔ­πρε­πε νὰ βή­χουν γιὰ μὴν πνι­γοῦν, καὶ πε­ρί­με­ναν ἔ­τσι, ὥ­σπου κό­πα­σε ὁ σα­μα­τὰς καὶ τό­τε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ με­ριὰ ποὺ φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει λι­γό­τε­ρο κα­πνό, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, πῆ­ραν κά­ποι­ους δρό­μους πρὸς τὰ πί­σω, οἱ τοῖ­χοι κα­τέρ­ρε­αν μπρο­στά τους καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια ἐ­κτο­ξεύ­ον­ταν στὴ μέ­ση τῆς ἀ­σφάλ­του. Τό­τε τὸ παι­δὶ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει ἀ­πελ­πι­σμέ­να, γαν­τζω­μέ­νο στὴ φού­στα τῆς μη­τέ­ρας του, ἀρ­νού­με­νο νὰ περ­πα­τή­σει, κι ἐ­κεί­νη τὸ ἕ­σφιγ­γε πά­νω της, τὰ χέ­ρια τρε­μά­με­να.

       Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σύν­νε­φο σκό­νης ποὺ εἶ­χε κοκ­κι­νί­σει ἀ­πὸ τὰ σπα­σμέ­να τοῦ­βλα, εἶ­δε ὅ­τι τὰ σπι­τά­κια στὴν Μπλά­σκο Ἰμ­πά­νι­εθ εἶ­χαν γκρε­μι­στεῖ κι ὅ­τι πα­ρέ­με­ναν ὄρ­θιοι μό­νο κά­ποι­οι τοῖ­χοι μὲ με­γά­λες ρωγ­μὲς κι ἀ­πὸ πά­νω τα ξύ­λα τῆς ὀ­ρο­φῆς, ἐ­νῶ πρὸς ἐ­κεί­νη τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἔ­τρε­χαν δι­ά­φο­ροι ἄν­θρω­ποι φω­νά­ζον­τας ἐ­κεί­νους ποὺ πι­θα­νὸν εἶ­χαν θα­φτεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὰ χα­λά­σμα­τα, καὶ ἐμ­φα­νί­στη­καν κι ἄλ­λες μορ­φές, ἀ­γνώ­ρι­στες, ἄ­σπρες ἀ­πὸ τοὺς σο­βά­δες, μὲ πλη­γὲς στὸ κε­φά­λι καὶ μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το αἵ­μα­τα.

       Ἔ­δει­χναν πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ φώ­να­ζαν ὅ­τι ἦ­ταν γερ­μα­νι­κὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να, εἴ­κο­σι τε­ρά­στια ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ πε­τοῦ­σαν πο­λὺ χα­μη­λά. Ἕ­νας ἄν­τρας, στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου, κραύ­γα­ζε.

       «Κα­θάρ­μα­τα Γερ­μα­νοί!»

       Οἱ δυ­ό τους ἔ­κα­ναν με­ρι­κὰ βή­μα­τα σφι­χταγ­κα­λι­α­σμέ­νοι, πράγ­μα ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ περ­πα­τοῦν σκουν­του­φλών­τας, καὶ οἱ δυ­ό τους ἔ­βη­χαν καὶ ἔ­λε­γαν κά­τι χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν τί ἦ­ταν αὐ­τό, καὶ κον­το­στά­θη­καν γιὰ νὰ ρί­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια πά­νω ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­δύ­ον­ταν και­νούρ­για σύν­νε­φα σκό­νης.

       Ἔ­φτα­ναν ἄν­τρες τρέ­χον­τας καὶ πή­γαι­ναν ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­ρος στὸ ἄλ­λο, χω­ρὶς συγ­κε­κρι­μέ­νο προ­ο­ρι­σμό, ἀ­μέ­σως ὅ­μως ἄρ­χι­σαν νὰ με­τα­κι­νοῦν ξύ­λι­να δο­κά­ρια καὶ μπά­ζα, για­τὶ ἀ­πὸ κά­τω δι­έ­κρι­ναν ἕ­να χέ­ρι ἢ μι­σὸ σῶ­μα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­πρε­πε νὰ τρα­βή­ξουν γιὰ νὰ τὰ βγά­λουν, καὶ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὰ λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σάρ­κα οὔ­τε κό­κα­λα κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα. Χέ­ρια καὶ πό­δια δι­πλώ­νον­ταν σὰν νὰ ἦ­ταν κομ­μέ­να καὶ τὰ συν­θλιμ­μέ­να πρό­σω­πα δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ἀν­θρώ­πι­να. Δυ­ὸ-τρεῖς τοὺς με­τέ­φε­ραν στὴ μιὰ με­ριὰ τοῦ δρό­μου καὶ τοὺς ἔ­βα­ζαν τὸν ἕ­ναν δί­πλα στὸν ἄλ­λον· ἂν ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­δί, τὸ κου­βα­λοῦ­σε μό­νο ἕ­νας στὰ χέ­ρια καὶ σή­κω­νε ψη­λὰ τὸ πρό­σω­πο, γιὰ νὰ μὴ δεῖ σὲ τί εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ: ὅ­λοι μὲ τὰ ροῦ­χα ξε­σκι­σμέ­να, ξυ­πό­λυ­τοι, γε­μά­τοι σκό­νη.

       Μὲς στὴ σα­στι­μά­ρα της, ἡ μη­τέ­ρα ἤ­θε­λε νὰ σκε­πά­σει τὸ πρό­σω­πο τοῦ παι­διοῦ, νὰ τοῦ σκε­πά­σει τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴ τὰ δεῖ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κού­να­γαν ἀ­πὸ κεῖ, ἦ­ταν μαρ­μα­ρω­μέ­νοι, τοὺς πε­ρι­στοί­χι­ζαν φω­νές, ἐκ­κλή­σεις, ὀ­νό­μα­τα ποὺ προ­φέ­ρον­ταν καὶ ξα­να­προ­φέ­ρον­ταν δυ­να­τά.

       Ἔ­φτα­σαν δυ­ὸ αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἔ­βα­λαν μέ­σα ὅ­σους τραυ­μα­τι­σμέ­νους εἶ­χαν ἀ­κό­μη ζω­ή, καὶ τὰ κλά­μα­τα τῶν γυ­ναι­κῶν δυ­νά­μω­ναν βλέ­πον­τάς τους νὰ φεύ­γουν, ἄ­γνω­στο γιὰ ποῦ, κά­ποι­ες ἔ­πρε­πε νὰ τὶς συγ­κρα­τή­σουν γιὰ νὰ μὴν πλη­σιά­σουν στὰ ση­μεῖ­α ὅ­που ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν τὰ μπά­ζα, κα­θὼς ὅ­λο καὶ κά­ποι­ος πί­να­κας ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ ἕ­ναν τοῖ­χο ἢ γκρε­μι­ζό­ταν μιὰ σει­ρὰ κε­ρα­μί­δια. Καὶ οἱ ἄν­τρες τῆς γει­το­νιᾶς, οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι —οἱ νέ­οι εἶ­χαν ἐ­πι­στρα­τευ­τεῖ—, ξε­δι­ά­λε­γαν μπά­ζα ξε­φυ­σών­τας, ἀ­νήμ­πο­ροι μπρο­στὰ σὲ βου­νὰ κα­τε­στραμ­μέ­νων ὑ­λι­κῶν κά­τω ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πῆρ­χαν ἄν­θρω­ποι.

       «Πᾶ­με, πᾶ­με» – εἶ­πε στὸ τέ­λος ἡ μη­τέ­ρα τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο ποὺ δυ­νά­μω­νε ὁ­λο­έ­να, καὶ ἔ­σπρω­ξε τὸ παι­δὶ κά­νον­τάς το νὰ προ­χω­ρή­σει, κι ἀ­φοῦ δι­έ­σχι­σαν κά­ποι­ους δρό­μους, τὸ κοί­τα­ξε καὶ εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χε σο­βά­δες στὰ μαλ­λιὰ καὶ τοῦ τοὺς ἔ­βγα­λε μ’ ἕ­να μαν­τή­λι καὶ με­τὰ τὸ φί­λη­σε. Τὸ παι­δὶ πιὰ δὲν ἔ­κλαι­γε, ἀλ­λὰ εἶ­χε τὰ μά­τια πο­λὺ ἀ­νοι­χτά, τρο­μαγ­μέ­να. Πέ­ρα­σαν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ψη­λὸ σπί­τι ὅ­που πρὶν λί­γο εἶ­χαν δεῖ ἀρ­κε­τὸ κό­σμο στὴν εἴ­σο­δο: τώ­ρα πιὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς, οἱ ἀ­φί­σες ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὰ μπαλ­κό­νια, ἀλ­λὰ εἶ­χαν δι­α­λυ­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐ­κρή­ξεις.

       Ἔ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι τοῦ παι­διοῦ ποὺ τὸ κρα­τοῦ­σε συ­νε­χῶς καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Μὴ φο­βᾶ­σαι, ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν, ἔ­πε­σαν βόμ­βες ἀλ­λὰ δὲν πά­θα­με τί­πο­τα, πᾶ­με στὸ σπί­τι.»

       Τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, τῆς φά­νη­κε πο­λὺ μι­κρό, χλω­μό, μὲ τὸ και­νούρ­γιο του παλ­του­δά­κι καὶ μὲ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να, καὶ ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὁ πό­λε­μος, παι­δί μου, ἔ­τσι, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξε­χνᾶς.»

 

 

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Capital de la gloria (ἐκδόσεις Alfaguara, 2003).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Νυχτερινὴ περίπολος

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Νυχτερινὴ περίπολος

(Patrulla del amanecer)

 

ΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ σκε­φτεῖ τό­τε κο­σμή­μα­τα, ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ τὰ μά­τια κοι­τά­ζουν ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να σὲ μιὰ βι­τρί­να γε­μά­τα πο­λυ­τέ­λεια καὶ λάμ­ψη. Κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸν μα­κρι­νὸ θό­ρυ­βο ἑ­νὸς βομ­βαρ­δι­σμοῦ ἢ τὴν ἔλ­λει­ψη ψω­μιοῦ ἢ τὰ κλά­μα­τα ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ ἔ­χει ξε­μεί­νει στὸ βά­θος ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νου χα­ρα­κώ­μα­τος. Οὔ­τε κὰν ἡ Ρο­σά­ριο, ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ στο­λί­ζε­ται, ἐ­κτί­μη­σε τὸ βρα­χι­ό­λι καὶ τὸ πέ­τα­ξε μὲ πε­ρι­φρό­νη­ση λὲς καὶ εἶ­χε πά­νω του ἕ­ναν σι­χα­με­ρὸ λε­κέ.

       Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­κεῖ, πά­νω στὸν μου­σα­μὰ ποὺ κά­λυ­πτε τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ἔ­τρω­γαν, ὁ πα­τέ­ρας ἀ­κούμ­πη­σε τὸ βρα­χι­ό­λι καὶ μὲ τὸν δεί­κτη φά­νη­κε νὰ τὸ δεί­χνει προ­σφέ­ρον­τάς το σὲ κά­ποι­ον ἢ στὴν πε­ρι­έρ­γεια τῆς θεί­ας Πι­λὰρ καὶ τῶν δύο γι­ῶν πού, σι­ω­πη­λοί, τὸ θαύ­μα­ζαν για­τί ἦ­ταν ἕ­νας χρυ­σὸς κρί­κος, γε­ρός, κα­λο­στιλ­βω­μέ­νος, καὶ πά­νω του μιὰ μι­κρὴ σει­ρὰ ἀ­πὸ δε­μέ­να μπρι­γιά­ντια ποὺ λαμ­πο­κο­ποῦ­σαν φα­νε­ρώ­νον­τας τὴν ἐ­κλε­κτή τους ποι­ό­τη­τα. Κα­νε­νὸς ὅ­μως τὸ μυα­λὸ δὲν πή­γαι­νε σὲ κο­σμή­μα­τα, ὅ­ταν ὁ πα­γω­μέ­νος ὀ­ρει­νὸς ἀ­έ­ρας ἔ­τρε­χε στοὺς δρό­μους ποὺ ἦ­ταν τό­σο ἔ­ρη­μοι, ὥ­στε βου­λιά­ζαν πέ­ρα μα­κριά, σὰν πυ­ρε­τι­κὴ πα­ραί­σθη­ση, καὶ ἡ πεί­να ἦ­ταν πι­στὸς σύν­τρο­φος καὶ σὲ ἀ­πό­με­ρες συ­νοι­κί­ες ἀν­τη­χοῦ­σαν οἱ σει­ρῆ­νες τοῦ ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κοῦ συ­να­γερ­μοῦ ποὺ ἀ­να­κοί­νω­ναν μιὰ νέ­α κα­τα­στρο­φή, καὶ τὰ βλέμ­μα­τα ὑ­ψώ­νον­ταν πρὸς ἕ­ναν συν­νε­φι­α­σμέ­νο οὐ­ρα­νὸ ἀπ’ ὅ­που ἔρ­χον­ταν οἱ πρῶ­τες νι­φά­δες τοῦ χει­μώ­να.

       Μὲ τὰ στό­μα­τα μι­σά­νοι­χτα ἔ­μει­ναν τὰ δύ­ο παι­διὰ καὶ μὲ τὰ φρύ­δια ση­κω­μέ­να ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμό τους γι’ αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­χαν ξα­να­δεῖ· στὶς ἐ­ρω­τή­σεις τους, ὁ πα­τέ­ρας πέ­ρα­σε τὸ ἀ­νά­στρο­φο τῆς πα­λά­μης του μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη, ρου­θού­νι­σε καὶ εἶ­πε μό­νο ὅ­τι ἦ­ταν ἑ­νὸς φα­σί­στα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στρα­βώ­νον­τας τὸ στό­μα, κοί­τα­ξε ἕ­ναν-ἕ­ναν τοὺς πα­ρι­στα­μέ­νους καὶ τὸ ἔ­δει­ξε ξα­νά, τοὺς λαμ­πυ­ρι­σμούς του, τὸ καμ­πυ­λω­τό του σχῆ­μα ποὺ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ ἐ­φαρ­μό­ζει στὸ χέ­ρι, τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό του κούμ­πω­μα, τὴν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ χρυ­σα­φιοῦ του. Πῶς πῆ­γε τὸ μυα­λό του σὲ κο­σμή­μα­τα, ἐ­νῶ περ­νοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες νυ­χτε­ρι­νὲς ὧ­ρες στὸ φῶς τῆς λάμ­πας ἀ­σε­τι­λί­νης, μπρο­στὰ στὰ πιά­τα μὲ τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα ἑ­νὸς εἴ­δους σού­πας ποὺ τὰ εἶ­χαν γλύ­ψει μὲ βου­λι­μί­α; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι τό­σο ἀ­ταί­ρια­στο μὲ τὰ κα­κο­πλυ­μέ­να χέ­ρια, μὲ τὴ δου­λειὰ στὸ πλιν­θο­ποι­εῖ­ο τοῦ Κάμ­πο δὲ λὸς Ὄρ­νος, μὲ τὸ στή­σι­μο στὴν οὐ­ρά, μή­πως καὶ βρε­θεῖ κα­νέ­να κομ­μά­τι βα­κα­λά­ος;

       Ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ρω­τοῦ­σε ἂν ἦ­ταν γυ­ναι­κεῖ­ο, καὶ ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε πὼς φυ­σι­κὰ ἦ­ταν, καὶ γιὰ γυ­ναί­κα προ­ο­ρι­ζό­ταν, καὶ τὸ εἶ­πε τό­σο κα­θα­ρὰ ποὺ φά­νη­κε ἡ στα­θε­ρή, σκού­ρα, ρο­ζι­α­σμέ­νη πα­λά­μη του νὰ βά­ζει τὸ κό­σμη­μα σ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι, νὰ τὸ το­πο­θε­τεῖ στὸ λευ­κὸ καὶ τρο­φαν­τὸ χέ­ρι ὅ­που θὰ ἔ­λαμ­πε σὲ ὅ­λο του τὸ με­γα­λεῖ­ο. Τὸ βρα­χι­ό­λι ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει ἐ­κεῖ, πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, πάν­τα στὴ μνή­μη του, τὴν τό­σο ὀ­δυ­νη­ρή, ποὺ ὅ­ταν τὸ ἔ­βλε­πε, ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια, στὴ βι­τρί­να ἑ­νὸς κο­σμη­μα­το­πω­λεί­ου, αἰ­σθα­νό­ταν ἕ­να πε­ρί­ερ­γο συ­ναί­σθη­μα ἀ­πόρ­ρι­ψης.

       Ὁ πα­τέ­ρας τὸ φύ­λα­ξε στὴν τσέ­πη του· εἶ­χε τό­τε ἕ­να δερ­μά­τι­νο μπου­φὰν ποὺ ὅ­λοι ζή­λευ­αν, τὸ πι­στό­λι στὴ θή­κη του, κρε­μα­σμέ­νη στὴ μέ­ση, ἕ­να κόκ­κι­νο μαν­τή­λι δε­μέ­νο στὸν λαι­μὸ γιὰ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο ἢ γιὰ νὰ δεί­χνει τὶς πο­λι­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις, καὶ στὴν ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν τὸ τσι­γά­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει πο­τέ: ἐ­νέ­πνε­ε θαυ­μα­σμὸ καὶ κά­ποι­α δυ­σπι­στί­α μὲ τὴν ἐ­πι­βλη­τι­κό­τη­τα τῆς μυ­ώ­δους του κορ­μο­στα­σιᾶς, καὶ φό­βο ὅ­ταν σού­φρω­νε τὰ χεί­λη, τὰ ἔ­σφιγ­γε καὶ τὰ ρου­θού­νια δι­α­στέλ­λον­ταν εἰ­σπνέ­ον­τας ἕ­ναν ἀ­έ­ρα ποὺ θὰ ξα­νά­βγαι­νε μὲ μιὰ βρι­σιά· μιὰ ἀρ­ρε­νω­πὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α στὴ φτω­χι­κὴ συ­νοι­κί­α, τὸ πα­λιὸ Τε­του­ὰν δὲ λὰς Βι­κτό­ριας, μὲ μιὰ περ­πα­τη­σιὰ ποὺ προ­κα­λοῦ­σε τοὺς πάν­τες, πα­τέ­ρας θαυ­μα­στός, τρο­μα­κτι­κὸς στὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση τῶν ἐ­πι­πλή­ξε­ων, τῶν χτυ­πη­μά­των, ἀ­μή­χα­νων σι­ω­πῶν, καὶ μιὰ ἀ­κό­μα ἀ­κέ­ραι­η ἀ­νά­μνη­ση. Τὰ δυ­ὸ παι­διὰ περ­πα­τᾶ­νε στὴν ἔ­ρη­μη συ­νοι­κί­α, φτά­νουν στὸ πρα­νές του ἀρ­χαί­ου τεί­χους, ἐ­πι­κίν­δυ­νου γιὰ ὅ­ποι­ον ἀ­νε­βαί­νει ἐ­κεῖ, παί­ζον­τας, καὶ πιὸ πέ­ρα φαί­νε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τῶν ψη­λῶν σπι­τι­ῶν τῆς λε­ω­φό­ρου Βα­σι­λίσ­σης Βι­κτώ­ριας, καὶ ψη­λά, στὸν οὐ­ρα­νό, τό­σο μα­κριά, τὰ σύν­νε­φα. Σ’ ἕ­να δρο­μά­κι μέ­νει ἡ γυ­ναί­κα τὴν ὁ­ποί­α ὁ πα­τέ­ρας φω­νά­ζει Ρο­σά­ριο: μιὰ πόρ­τα καὶ σὲ κά­θε πλευ­ρὰ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο μὲ γε­ρά­νια, καὶ τὰ δυ­ὸ ἀ­δέρ­φια περ­νᾶ­νε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ τὸ κοι­τά­ζουν ἀ­πὸ μα­κριά, κον­το­στέ­κον­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ἀ­νοί­ξει ἡ πόρ­τα καὶ νὰ βγεῖ ἔ­ξω καὶ νὰ τοὺς δεῖ. Ὁ ἕ­νας λέ­ει στὸν ἄλ­λον ὅ­τι μα­κά­ρι νὰ βγεῖ καὶ σκον­τά­φτει καὶ πέ­φτει κά­τω καὶ τσα­κί­ζε­ται, καὶ οἱ δυ­ό τους γε­λᾶ­νε, ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται δὲν εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, εἶ­ναι μό­νοι, για­τὶ ἡ θεί­α τους ἐ­λά­χι­στα ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί τους, ὅ­λη μέ­ρα στὸ πλιν­θο­ποι­εῖ­ο νὰ φτιά­χνει τοῦ­βλα, καὶ ὁ πα­τέ­ρας, στὸ συν­δι­κά­το, νὰ πη­γαί­νει στὸ μέ­τω­πο μ’ ἕ­να φορ­τη­γά­κι ἐ­πει­δὴ ξέ­ρει νὰ ὁ­δη­γεῖ καὶ φέρ­νει φα­γώ­σι­μα ποὺ δὲν ἐ­παρ­κοῦν, κι ὅ­ταν πε­ρί­με­ναν τὸ τυ­ρὶ ποὺ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­φερ­νε, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τυ­ρί, αὐ­τὸς ἔ­βα­λε στὸ τρα­πέ­ζι μό­νο τὸ χρυ­σὸ βρα­χι­ό­λι.

       Τί νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο τῶν ὅ­πλων καὶ τῶν ἐ­κρή­ξε­ων; Ἤ­θε­λε νὰ τὸ που­λή­σει, νὰ τὸ ἀν­ταλ­λά­ξει μὲ λε­φτά; Τό­τε ὅ­μως δὲν ὑ­πῆρ­χαν κομ­ψὲς γυ­ναῖ­κες ποὺ τὰ ἀ­γό­ρα­ζαν γιὰ νὰ τὰ φο­ρᾶ­νε σὲ χο­ροὺς ἢ σὲ θέ­α­τρα ποὺ ἄ­στρα­φταν ἀ­πὸ τὰ φῶ­τα καὶ τὰ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ φο­ρέ­μα­τα. Τὸ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ μπῆ­κε ξαφ­νι­κά, χω­ρὶς νὰ χτυ­πή­σει τὴν πόρ­τα, καὶ φώ­να­ξε στὸν πα­τέ­ρα ὅ­τι δὲν τὸ ἤ­θε­λε, ὅ­τι δὲν τῆς ἄ­ρε­σε, ποῦ τὸ εἶ­χε βρεῖ, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ου νε­κροῦ, ὅ­τι τῆς προ­κα­λοῦ­σε φό­βο, καὶ τὸ πέ­τα­ξε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι μπρο­στὰ στὸν πα­τέ­ρα ποὺ κα­θό­ταν μ’ ἕ­να πο­τή­ρι στὸ χέ­ρι καὶ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο σ’ ἐ­κεί­νη ποὺ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἡ Ρο­σά­ριο.

       Ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρό, σὲ τό­σο μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α, ὁ γιὸς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξέ­ρει αὐ­τὸ ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα, στὰ δε­κα­πέν­τε, στὰ δε­κα­ε­φτά, ἔ­μα­θε, καὶ κρά­τη­σε στὴ σκέ­ψη του μὲ κά­θε ἀ­κρί­βεια ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα, νέ­α ἀ­κό­μα, μι­κρὴ στὸ δέ­μας καὶ εὔ­σω­μη, μὲ μαῦ­ρα, μα­κριὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἔ­πε­φταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ πλαι­σι­ώ­νον­τας τὴν ὀρ­γι­σμέ­νη χει­ρο­νο­μί­α, φέρ­νον­τας ἀ­πὸ τὸν δρό­μο μιὰ ἀ­πει­λὴ πα­ρό­μοι­α μ’ ἐ­κεί­νη ποὺ εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει ἀ­ό­ρι­στα ἡ θεί­α Πι­λάρ, ὅ­τι ἂν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν οἱ φραν­κι­στές, τὸν πα­τέ­ρα τὸν πε­ρί­με­ναν τέσ­σε­ρις σφαῖ­ρες.

       Μα­χαι­ριὰ στὴν καρ­διὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ συ­νέ­βη μιὰ μέ­ρα ὅ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, κου­βεν­τι­ά­ζον­τας στὸ μπάρ, τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι οἱ «κόκ­κι­νοι» ἔ­κλε­ψαν ὅ­λα τὰ κο­σμή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας του τὸ ’­36, κι ὅ­τι τὸ ἴ­διο εἶ­χε συμ­βεῖ σὲ πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους· ἡ ἀ­πάν­τη­σή του ἦ­ταν ἕ­να κρά­μα συμ­πά­θειας, σύγ­χυ­σης, ἀ­νη­συ­χί­ας ποὺ ὁ ἄλ­λος θὰ ἑρ­μή­νευ­ε ὡς ἀ­γα­νά­κτη­ση, ἀλ­λὰ ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ τὸ τα­ρα­κού­νη­μα ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια ἐμ­φά­νι­ση στὴ συ­νεί­δη­σή του, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δυ­να­τὸ φῶς, τοῦ φθαρ­μέ­νου μου­σα­μᾶ καὶ τοῦ βρα­χι­ο­λιοῦ ποὺ ἔ­λαμ­πε καὶ δι­α­κή­ρυτ­τε τὴν πο­λυ­τέ­λειά του μέ­σα στὸ κα­τα­θλι­πτι­κὸ καὶ ἄ­δει­ο φτω­χό­σπι­το, πα­γω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νον τὸν χει­μώ­να, μὲ τὰ βρώ­μι­κα κλι­νά­ρια, μὲ τὴ γκα­ζι­έ­ρα ποὺ κα­νεὶς δὲν ἄ­να­βε. Ἐ­κεῖ εἶ­χε λάμ­ψει τὸ χρυ­σα­φι­κὸ σὰν τὴν προ­δο­σί­α ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐ­ξω­ρα­ΐσει τὴ θλι­βε­ρὴ ἀ­σχή­μια, χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα, ὥ­σπου στὸν κεν­τρι­κὸ τί­τλο μιᾶς ἐ­φη­με­ρί­δας δι­ά­βα­σε κά­ποι­ες λέ­ξεις τὸ νό­η­μα τῶν ὁ­ποί­ων κα­τά­λα­βε μό­νο ὅ­ταν εἶ­χε πε­ρά­σει ἡ τρο­με­ρὴ ἐ­πο­χή: «Οἱ Ἀ­τσί­δες τῆς Νύ­χτας», καὶ ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­ναι πά­λι ὄρ­θιος, ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος, τὸ στῆ­θος φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ μα­ται­ο­φρο­σύ­νη, ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες χω­ρὶς νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ στὸ σπί­τι, καὶ μα­κριά, ἕ­νας με­γά­λος κίν­δυ­νος ποὺ πλη­σί­α­ζε, ὁ πό­λε­μος νὰ πο­λι­ορ­κεῖ τὴν πε­ρη­φά­νια του, τὸ πι­στό­λι του, τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ δύ­σκο­λου πε­πρω­μέ­νου του, τῆς ἄ­σκη­σης ἄ­θλι­ων ἐ­παγ­γελ­μά­των ποὺ μι­σοῦ­σε, συ­νη­θι­σμέ­νων κα­κου­χι­ῶν σὲ μιὰ συ­νοι­κί­α μὲ τρῶ­γλες καὶ στε­ρή­σεις.

       Κά­ποι­ος σύν­τρο­φος τὸν ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του· ἐ­κεῖ­νος ἔ­δω­σε τὴν ἕ­τοι­μη ἀ­πάν­τη­ση, ὅ­τι δού­λευ­ε στὴν Κα­τα­λο­νί­α στὴν αὐ­το­κι­νη­το­βι­ο­μη­χα­νί­α, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἔ­κα­νε τὴ χει­ρο­νο­μί­α κά­ποι­ου ποὺ δὲν δί­νει ση­μα­σί­α στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἀ­να­μνή­σεις. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια: τὰ λό­για, οἱ χει­ρο­νο­μί­ες, τὰ χτυ­πή­μα­τα καὶ οἱ φω­νές, ἡ βου­λι­μί­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­τρω­γε, τὸ τσου­λού­φι στὸ μέ­τω­πο, ἴ­διο μὲ τσιγ­γά­νου, ὅ­λα ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ μό­λις πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, καὶ γι’ αὐ­τὰ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ποὺ θὰ τὸν πα­ρη­γο­ροῦ­σε.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κεί­νη ἔ­φυ­γε βρον­τών­τας τὴν πόρ­τα μπρο­στὰ στὸ ἔκ­πλη­κτο πρό­σω­πο τοῦ πα­τέ­ρα ποὺ δὲν εἶ­χε κου­νη­θεῖ, ὅ­σο τὴν ἄ­κου­γε· πρό­σω­πο πιὸ τρα­χύ, πιὸ ἄ­καμ­πτο, ὅ­ταν κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια πρὸς τὸ κό­σμη­μα, ὕ­στε­ρα τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους καὶ εἶ­δαν ὄ­χι μό­νο τὴ συγ­κρα­τη­μέ­νη ὀρ­γή, ἀλ­λὰ καὶ τὰ χεί­λη ποὺ σά­λευ­αν, σί­γου­ρα μι­λών­τας μό­να τους, ἀ­παν­τών­τας ὅ,τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ πεῖ στὴν κο­πέ­λα: πρώ­τη φο­ρὰ δὲν βλα­στή­μη­σε, δὲν ἐ­ξα­πέ­λυ­σε τὸν χεί­μαρ­ρο τῶν συ­νη­θι­σμέ­νων βρι­σι­ῶν, πα­ρέ­μει­νε κα­θι­σμέ­νος καί, λὲς καὶ τὸ σῶ­μα του δε­χό­ταν ἕ­να με­γά­λο βά­ρος, ἔ­μει­νε καρ­φω­μέ­νος στὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἦ­ταν δι­ά­χυ­τη ἡ ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κου­νη­θεῖ, ἀ­κί­νη­τος ἐ­κεῖ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ἀ­δυ­να­μί­ας τῆς θέ­λη­σής του: μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρόν­τη­μα τῆς πόρ­τας ξε­κί­νη­σε ἡ πο­ρεί­α τοῦ πα­τέ­ρα πρὸς τὸ τέ­λος του.

       Οἱ πε­ρί­πο­λοι ποὺ δι­ε­νερ­γοῦ­σαν ἐ­λέγ­χους μὲ πρό­σχη­μα τὴ σύλ­λη­ψη φα­σι­στῶν, ἔ­ψα­χναν κο­σμή­μα­τα καὶ τὰ κρα­τοῦ­σαν οἱ ἴ­διοι, ὅ­πως καὶ κά­ποι­ον ἄν­τρα τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ τὸ πρω­ὶ τὸν ἔ­βρι­σκαν σ’ ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὰ προ­ά­στια, ξα­πλω­μέ­νο κα­τα­γῆς, μὲ τὰ μά­τια γουρ­λω­μέ­να καὶ ἀ­πο­βλα­κω­μέ­να, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει κα­τα­λά­βει τί συ­νέ­βαι­νε. Σχε­δὸν ἄν­τρες πιά, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέρ­φια πῆ­γαν νὰ δοῦν τὴ Ρο­σά­ριο, ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, γιὰ νὰ μι­λή­σουν γι’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πό­λους· κοι­τά­χτη­καν χω­ρὶς νὰ ποῦν πολ­λά, κα­τα­λα­βαί­νον­τας κά­τι, θέ­λον­τας νὰ γαν­τζω­θοῦν ἀ­πὸ μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α ποὺ νὰ ἦ­ταν βά­σι­μη, καὶ οἱ τρεῖς τους κοι­τά­ζον­ταν, συγ­κα­τέ­νευ­αν μὲ τὸ κε­φά­λι, καὶ τί­πο­τα δὲν δι­έ­ψευ­δε τὴν ὕ­παρ­ξη τῶν συμ­βάν­των, για­τί ἡ ἱ­στο­ρί­α τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­λέγ­χων ἦ­ταν γνω­στή, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ κα­τη­γό­ρι­ες καὶ βου­βὲς ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ δὲν χρη­σί­μευ­αν σὲ τί­πο­τα: ὅ­σοι ἐ­νερ­γοῦ­σαν ἔ­τσι ἐ­πι­δί­ω­καν νὰ πά­ρουν μὲ σκο­τει­νὸ τρό­πο ἐκ­δί­κη­ση γιὰ ὁ­λό­κλη­ρες ἐ­πο­χὲς τα­πεί­νω­σης καὶ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τὸ μί­σος τους τῶν ὑ­πο­ταγ­μέ­νων, νὰ ἀ­πο­κτή­σουν ὅ,τι εἶ­χαν τὰ ἀ­φεν­τι­κά. Τὰ χέ­ρια δὲν ἁ­πλώ­νον­ταν πρὸς τὰ δερ­μά­τι­να κου­τιὰ ὅ­που φυ­λάσ­σον­ται συ­νή­θως τὰ πλού­τη, ἁ­πλώ­νον­ταν πρὸς μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα τοῦ νὰ τρῶς δύ­ο φο­ρὲς τὴ μέ­ρα, νὰ ἀ­γο­ρά­σεις ροῦ­χα καὶ νὰ τὰ ἐ­πι­δει­κνύ­εις, νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὸν ἀ­έ­ρα τοῦ πλου­σι­ό­παι­δου ποὺ κα­πνί­ζει ποῦ­ρο, νὰ φο­ρᾶς κα­λὰ καὶ ἀ­στρα­φτε­ρὰ πα­πού­τσια, ψευ­δαί­σθη­ση ποὺ δρα­πέ­τευ­ε, ἀ­νέ­φι­κτη ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α μὲ τὶς πρῶ­τες ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις. Ἴ­σως ὁ πα­τέ­ρας πί­στε­ψε ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­σει τὸ κό­σμη­μα σὲ εὐ­τυ­χί­α καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ χρυ­σὸς εἶ­ναι κα­τα­ρα­μέ­νος λό­γῳ τῆς χρή­σης ποὺ κά­νουν ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α καὶ ἡ ἀ­πλη­στί­α.

       Ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ γιοῦ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ ὑ­πο­ψία, ἕ­ναν θά­να­το, πάν­τα ὅ,τι πρέ­πει νὰ μεί­νει κρυ­φὸ καὶ δὲν κα­τα­φέρ­νει πο­τὲ νὰ ξε­θω­ριά­σει ἐ­πι­μέ­νει σ’ ἕ­ναν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὸ κύ­κλο, σ’ ἕ­ναν κρί­κο ἀ­πὸ χρυ­σὸ μὲ τὸν ἐ­πί­μο­νο, ἐ­σώ­τε­ρο πό­νο του, συγ­κε­χυ­μέ­νη βε­βαι­ό­τη­τα ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ τὴν ἀ­πο­δε­χτεῖ, ὅ­τι στὴν πε­ρί­πο­λο «Οἱ Ἀ­τσί­δες τῆς Νύ­χτας» ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πῆρ­ξε δο­λο­φό­νος.

 

 

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Capital de la gloria (ἐκδόσεις Alfaguara, 2003).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

(Ventanas de los últimos instantes)

 

Υ­Ο ΑΝ­ΤΡΕΣ ΠΥ­ΡΟ­ΒΟ­ΛΟΥΝ ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α μὲ τοί­χους καὶ μπά­ζα. Ἀ­ό­ρα­τα θραύ­σμα­τα βλη­μά­των αἰ­ω­ροῦν­ται γύ­ρω τους· τοὺς κυ­κλώ­νει μιὰ δί­νη ἀ­πὸ σφαῖ­ρες ποὺ ἀ­να­πη­δοῦν, ἀ­πὸ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στους θο­ρύ­βους, ἀ­πὸ χι­ό­νι καὶ βρο­χή, ἀ­πὸ βρον­τὲς ἀν­τι­αρ­μα­τι­κῶν. Πό­τε-πό­τε ἕ­να ἀ­πει­λη­τι­κὸ τρί­ξι­μο, καὶ κομ­μά­τια με­σο­τοι­χί­ας κα­ταρ­ρέ­ουν κον­τά τους: μιὰ κόκ­κι­νη σκό­νη ἀ­πὸ σπα­σμέ­να τοῦ­βλα ση­κώ­νε­ται σὰν μα­τω­μέ­νη γά­ζα. Τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λο το πρω­ὶ ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται τὴ θέ­ση, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ τε­τρά­γω­νο γῆς κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, ἕ­να ἔ­δα­φος βρω­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ νε­ρὸ καὶ οὖ­ρα, χαρ­τιὰ καὶ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τρο­φῆς.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο βομ­βαρ­δι­σμὸ ἀ­κο­λου­θοῦν με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἠ­ρε­μί­ας. Κοι­τά­ζον­ται.

       «Ἐ­πα­νά­λα­βέ μου αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Πές το μου ἐ­σύ.»

       «Για­τί θὲς νὰ τὸ ἀ­κού­σεις; Δὲν τὸ ξέ­ρεις;»

       «… εἶ­ναι λὲς κι ἔ­χουν πε­ρά­σει αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἄ­κου­σα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­λά.»

       «Τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­σο κα­λὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι κι ἐ­γώ, για­τὶ δὲν ἔ­χεις σκε­φτεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο.»

       «Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ σκε­φτό­μουν κά­τι τέ­τοι­ο, ἐ­νῶ μᾶς γυ­ρό­φερ­νε ὁ θά­να­τος;»

       «Ναί, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ λὲς ψέ­μα­τα, ὅ­πως κι ἐ­γώ: καὶ οἱ δύ­ο δὲν σκε­φτό­μα­στε τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τό­τε ποὺ αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος μᾶς με­τέ­δω­σε τὸ δη­λη­τή­ριό του.»

       «Τὸ εἶ­πε, ναί. Τώ­ρα πιὰ δὲν θὰ τὸ ξα­να­πεῖ» – καὶ κά­νει μιὰ χει­ρο­νο­μί­α πρὸς τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα ποὺ τὸ πρό­σω­πό τους ἔ­χει συν­θλι­βεῖ στὸν δι­ά­τρη­το τοῖ­χο.

       «Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ τὸ συ­ζη­τή­σου­με οἱ δυ­ό μας καὶ δὲν θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ τὸ βγά­λου­με ἀ­π’ τὸ μυα­λό μας. Για­τὶ κι ἐ­γώ…»

       «Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο σὲ μιὰ ἄ­δεια συ­νοι­κί­α, ἐν­τε­λῶς ἐκ­κε­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νε­ρό, χω­ρὶς φῶς.»

       «Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, ψέ­μα: ἐ­γὼ προ­τι­μά­ω νὰ πι­στεύ­ω κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρος.»

       Βά­ζει στὸ στό­μα ἕ­να κομ­μά­τι χι­ό­νι καὶ τὸ μα­σου­λά­ει.

       «Ὑ­πάρ­χουν ξε­κά­θα­ρα ὄ­νει­ρα.»

       «Αὐ­τοὺς τοὺς μῆ­νες τὰ πάν­τα εἶ­ναι πι­θα­νὰ ἐ­δῶ· μοι­ά­ζου­με μὲ τρε­λούς.»

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ ἀ­πέ­ναν­τί τους καὶ ξα­νὰ ὅ­λος ὁ ὀ­ρυ­μα­γδὸς μιᾶς ἐ­πί­θε­σης τοὺς συγ­κλο­νί­ζει καὶ τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι μό­νοι καὶ φω­νά­ζουν ἀ­πὸ φό­βο καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἄλ­λες ἀ­κοῦ­νε τρε­ξί­μα­τα ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ τὴν ἐ­σπευ­σμέ­νη ἀ­πο­χώ­ρη­ση ἑ­νὸς πα­ρα­κεί­με­νου πο­λυ­βό­λου. Δί­πλα τους, συρ­ρι­κνω­μέ­να σὰν πα­λι­ό­ρου­χα, ὑ­πάρ­χουν ἀ­κί­νη­τα σώ­μα­τα. Πά­νω τους γέρ­νουν οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες καὶ δὲν στα­μα­τᾶ­νε νὰ παίρ­νουν ἀ­πὸ τὶς φυ­σιγ­γι­ο­θῆ­κες τους τὰ πυ­ρο­μα­χι­κὰ ποὺ τοὺς λεί­πουν. Βγά­ζουν τὰ του­φέ­κια ἀ­πὸ τὶς πο­λε­μί­στρες καὶ στο­χεύ­ουν βι­α­στι­κὰ τὰ δα­σύλ­λια τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πάρ­κου καὶ τὸ ἔ­δα­φος ὅ­που οἱ κα­νο­νι­ο­βο­λι­σμοὶ κά­νουν κομ­μά­τια σκού­ρου χώ­μα­τος νὰ πε­τά­γον­ται.

       Τὸ σού­ρου­πο ἀ­το­νεῖ ἡ ἐ­πί­θε­ση καὶ ἐ­πι­κρα­τεῖ λί­γη ἡ­συ­χί­α. Οἱ δύ­ο ἄν­τρες ἐ­πί­σης ἠ­ρε­μοῦν, βή­χουν, κά­νουν χει­ρο­νο­μί­ες ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, χα­ϊ­δεύ­ουν μὲ τὰ χέ­ρια τὰ ἀ­ξύ­ρι­στα μά­γου­λα, ξύ­νον­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρά­νος.

       «Θὰ πρέ­πει νὰ μεί­νου­με κι ἄλ­λη νύ­χτα;»

       Ἀ­κού­γε­ται κον­τὰ μιὰ σφυ­ρί­χτρα. Στὴ θέ­ση μπαί­νουν τρεῖς στρα­τι­ῶ­τες καὶ αὐ­τοὶ ὀ­πι­σθο­χω­ροῦν καὶ ἑ­νώ­νον­ται μὲ μιὰ ὁ­μά­δα τῆς ἴ­διας τα­ξι­αρ­χί­ας. Στὸ ἡ­μί­φως με­τὰ βί­ας φαί­νον­ται τὰ πρό­σω­πα, δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται. Βή­χουν, κλεί­νουν τὶς χλαῖ­νες καὶ τὰ κα­σκὸλ στὸν λαι­μό, ἀ­νά­βουν τσι­γά­ρο. Ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­πι­δε­μέ­νο θέ­λει νὰ τοὺς μι­λή­σει, τραυ­λί­ζει λό­για ποὺ κα­νεὶς δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       «Θὰ κά­νει φο­βε­ρὸ κρύ­ο τὴ νύ­χτα» – ἀ­να­φω­νοῦν. Ἡ ὁ­μά­δα φαί­νε­ται ἕ­τοι­μη νὰ φύ­γει· πλη­σιά­ζουν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζουν ἀ­πὸ μέ­σα, χώ­νον­ται στὸ σκο­τά­δι του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­τι ποὺ θὰ τοὺς ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρὰ τῆς μά­χης. Οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­χουν μεί­νει τε­λευ­ταῖ­οι καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νουν τὰ βλέμ­μα­τά τους. Ὁ πιὸ νέ­ος βά­ζει τὸ χέ­ρι του στὰ μά­τια.

       «Πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι μου, νοι­ώ­θω σὰν νὰ ἔ­χω ἕ­να καρ­φὶ στὸ κού­τε­λο, παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως.­.. θὰ πή­γαι­να στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι» – καὶ λέ­γον­τας αὐ­τό, κά­νει μιὰ γκρι­μά­τσα μὲ τὰ χεί­λη σὰν χα­μό­γε­λο. Ὁ ἄλ­λος μοιά­ζει νὰ σκέ­φτε­ται καρ­φω­μέ­νος στὸ ἔ­δα­φος.

       «Ναί, κι ἐ­γώ. Μό­νο αὐ­τὸ θὰ μᾶς ἀ­πο­ζη­μί­ω­νε γιὰ τού­τη τὴ φρί­κη ποὺ ζοῦ­με τώ­ρα, γιὰ τού­τη τὴν κού­ρα­ση, ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια αὐ­τὸ ποὺ μᾶς εἶ­πε.»

       Ἀ­κοῦ­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ κα­τσα­ρό­λες ποὺ φέρ­νουν δύ­ο σι­τι­στές. Ὅ­λοι στρι­μώ­χνον­ται, ἀ­κουμ­πᾶ­νε τὰ του­φέ­κια στοὺς τοί­χους, τεί­νουν τὰ πο­τή­ρια πρὸς μιὰ ντα­μι­τζά­να ποὺ μοι­ρά­ζει κρα­σί, βου­βοί, τρέ­μον­τας μὴν ξυ­πνή­σουν μὲ τὶς φω­νές τους τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τώ­ρα ἔ­χουν πνι­γεῖ. Πε­ρι­μέ­νουν ἀ­κί­νη­τοι τὸ συσ­σί­τιο.

       «Τὸ ἔ­λε­γε μὲ με­γά­λη σι­γου­ριά, φαι­νό­ταν πε­πει­σμέ­νος.»

       «Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὸ πι­στεύ­ω. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πεῖ ψέ­μα­τα ἕ­νας ἄν­θρω­πος λί­γο πρὶν πε­θά­νει;»

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἐ­μεῖς σὰν κι αὐ­τόν, κι ὅ­μως ζοῦ­με. Θὰ πᾶ­με στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι καὶ θὰ ψά­ξου­με.»

       «Ἐ­γὼ μπο­ρῶ νὰ πά­ω τώ­ρα, ἐ­σὺ πή­γαι­νε με­τά. Ἂν δὲν τὴν βρῶ, θὰ σ’ τὸ πῶ.»

       «Καὶ για­τί νὰ πᾶς ἐ­σύ;»

       «Για­τί ἐ­γώ.­.. ἔ­χω ἀ­νάγ­κη νὰ ἀγ­γί­ξω τὸ δέρ­μα της καὶ νὰ τὴ φι­λή­σω, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη, τὸ εἶ­πε καὶ τὸν πι­στεύ­ω.»

       «Κι ἐ­γώ; Σὲ μέ­να τὸ εἶ­πε, σὲ μέ­να μι­λοῦ­σε, ἤ­μα­σταν κον­τὰ καὶ ἔ­βλε­πε ὅ­τι τὸν ἄ­κου­γα καὶ τὸν πί­στευ­α.»

       «Μι­λοῦ­σε σὲ ὅ­λους, δὲν ἀ­πευ­θύν­θη­κε σὲ κά­ποι­ον ξε­χω­ρι­στά, ἤ­θε­λε νὰ τὸ ξέ­ρου­με μή­πως μᾶς προ­σφέ­ρει μιὰ νό­τα αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, κι ὅ­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ θὰ τε­λεί­ω­νε, νὰ βρι­σκό­μα­σταν μα­ζί της καὶ νὰ δι­α­πι­στώ­να­με πῶς εἶ­ναι μιὰ γυ­ναί­κα.»

       Κά­ποι­ος τοὺς φω­νά­ζει νὰ πλη­σιά­σουν στὴν ὁ­μά­δα καὶ νὰ βά­λουν τὰ πιά­τα γιὰ νὰ τοὺς ρί­ξουν ζε­στὸ συσ­σί­τιο. Σι­ω­πη­λοί, χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, πε­ρι­μέ­νουν τὴ σει­ρά τους καὶ ἔ­πει­τα χω­ρί­ζον­ται καὶ τὸ τρῶ­νε ρου­φη­χτά.

       «Πά­ω, δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω ἄλ­λο· θὰ εἴ­μα­στε ἐ­δῶ ὅ­λη νύ­χτα, ἔ­χου­με πο­λὺ χρό­νο.»

       «Μὴν πᾶς, θέ­λω νὰ πά­ω ἐ­γὼ πρῶ­τος, ἄ­σε ἐ­μέ­να.»

       «Πε­ρί­με­νε, θὰ δῶ ἐ­γὼ ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ξέ­ρω τὴν πε­ρι­ο­χή, δὲν θὰ ἀρ­γή­σω κα­θό­λου νὰ γυ­ρί­σω.»

       «Αὐ­τὸς ποὺ θὰ πά­ει εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ θὰ πε­ρι­μέ­νεις, ἐ­γὼ θὰ πά­ω πρῶ­τος.»

       «Γιὰ ποι­ὸν λό­γο; Τί ἔ­χεις ἐ­σὺ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­να; Τὰ ἴ­δια σκα­τὰ εἴ­μα­στε, ὁ ἕ­νας ἀν­τί­γρα­φο τοῦ ἄλ­λου, αὔ­ριο με­θαύ­ριο θὰ μᾶς ἔ­χουν ξε­πα­στρέ­ψει, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴ βγά­λου­με κα­θα­ρή.»

       Ἐν­τεί­νον­ται οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί, φαί­νον­ται ἐ­κρή­ξεις πο­λὺ κον­τὰ καὶ στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκον­ται φτά­νει μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ βρο­χὴ ποὺ χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους καὶ ξε­ρι­ζώ­νει κομ­μά­τια σο­βά. Οἱ ἄν­τρες συγ­κεν­τρώ­νον­ται στὸ βά­θος τοῦ ὀ­χυ­ρώ­μα­τος.

       «Ἐν­τά­ξει, θὰ τὸ παί­ξου­με κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα» —βγά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα, τὸ βά­ζει στὴν πα­λά­μη τοῦ χε­ριοῦ του— «Δι­α­λέ­γω γράμ­μα­τα».

       «Ἐ­γὼ κο­ρώ­να.»

       Τὸ νό­μι­σμα ὑ­ψώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος. Οἱ δυ­ό τους γο­να­τί­ζουν καὶ τὸ φω­τί­ζουν μὲ τὴν φλό­γα ἑ­νὸς ἀ­να­πτή­ρα.

       «Κο­ρώ­να! Πη­γαί­νω ἀ­μέ­σως, πε­ρί­με­νέ με ἐ­δῶ.»

       Θὰ ἔ­βγαι­νε στὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν νι­φά­δων. Θὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­ταν μιὰ στιγ­μή, κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ, θὰ πά­τα­γε στὸ χι­ό­νι ποὺ ἔ­τρι­ζε, θὰ ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν μὲ προ­σο­χή. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν οὔ­τε ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, οὔ­τε μιὰ φω­νή, οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το.­.. Ὁ στρα­τι­ώ­της θὰ προ­χω­ροῦ­σε σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, κολ­λη­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, ἀ­πο­φεύ­γον­τας με­γά­λες τρύ­πες στὸ ἔ­δα­φος. Σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση θὰ ἔ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα του πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά: ἡ δι­ά­τρη­τη ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ἀ­πέ­ραν­της πρό­σο­ψης θὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ ση­κώ­σει τὰ μά­τια μέ­χρι τοὺς τε­λευ­ταί­ους ὀ­ρό­φους: ἕ­να πε­λώ­ριο πλέγ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρα πα­ρά­θυ­ρα, ἐ­κτει­νό­με­νο πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση, νὰ τὸν ζα­λί­ζει μὲ τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­τι μπαλ­κο­νό­πορ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτά, εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­να, δι­α­θέ­σι­μα γιὰ μιὰ ἀ­κα­τα­νό­η­τη ψευ­δαί­σθη­ση ποὺ θὰ με­γά­λω­νε τὴ μο­να­ξιὰ τῆς ἀ­κα­τοί­κη­της συ­νοι­κί­ας: θὰ ξε­πρό­βαλ­λε τὸ χέ­ρι ἢ τὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ποὺ εἶ­χε σκύ­ψει γιὰ νὰ τὸν δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει στὸ χι­ό­νι.

       Πα­τών­τας μὲ προ­φύ­λα­ξη, θὰ συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ καὶ δί­πλα του τὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, τό­σο ψη­λὸ ποὺ βυ­θι­ζό­ταν στὴν ὁ­μί­χλη. Φτά­νον­τας μπρο­στά του, θὰ ἀν­τά­μω­νε μὲ τὸν σκο­τει­νὸ προ­θά­λα­μο καὶ θὰ τὸν ἐ­πί­α­νε φό­βος. Προ­σε­κτι­κά, μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να καὶ τσι­τω­μέ­να, ὅ­πως ἕ­νας ὑ­πνο­βά­της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ περ­πα­τά­ει κα­τα­με­σῆς τοῦ ὕ­πνου, θὰ ἔμ­παι­νε, θὰ κα­τέ­βαι­νε με­ρι­κὰ σκα­λιὰ ψη­λα­φών­τας τὸν τοῖ­χο. Θὰ ἔ­ρι­χνε τὸ κε­φά­λι πί­σω καὶ θὰ φώ­να­ζε μὲ δύ­να­μη: «Ποῦ εἶ­σαι;»

       Ἡ φω­νὴ θὰ χα­νό­ταν στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ θὰ ἔ­φτα­νε μα­κριά, ὅ­μως δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε κα­νείς. Κι ἄλ­λες φω­νὲς θὰ εἶ­χαν δι­α­πε­ρά­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι καὶ θὰ εἶ­χαν λά­βει τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τῆς σκά­λας ἢ πί­σω ἀ­πὸ κλει­στὲς πόρ­τες, τώ­ρα ὅ­μως ὁ στρα­τι­ώ­της δὲν θὰ ἄ­κου­γε οὔ­τε μί­α μα­κρι­νὴ φω­νὴ οὔ­τε ἕ­ναν ψί­θυ­ρο κον­τά του. Ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, θὰ ἔ­στρι­βε δε­ξιὰ καὶ θὰ κα­τέ­λη­γε σὲ μιὰ με­σαυ­λὴ πιὸ σκο­τει­νὴ ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α, τὰ σκου­πί­δια, τὰ σά­πια ἀ­πο­μει­νά­ρια, ἐ­πέ­σπευ­δαν τὴ νύ­χτα. «Ποῦ εἶ­σαι;» θὰ ξα­να­φώ­να­ζε.

       Στὸ βά­θος θὰ ἔ­βλε­πε ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το ση­μεῖ­ο φω­τὸς στὸ ὕ­ψος τοῦ ἐ­δά­φους. Θὰ πλη­σί­α­ζε ἐ­κεῖ ἀρ­γά, θὰ ἔ­σκυ­βε καὶ θὰ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρα­θυ­ρά­κι. Γο­να­τι­σμέ­νος ἐ­κεῖ θὰ στα­μα­τοῦ­σε νὰ ἀ­να­πνέ­ει γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα· τὸ φῶς προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να κε­ρὶ το­πο­θε­τη­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Δί­πλα του κα­θό­ταν μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­γερ­νε ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νη στὴ δου­λειά της, τὴν ὁ­ποί­α τὰ χέ­ρια, μι­κρὰ καὶ ἀ­δύ­να­τα, δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν μὲ σβελ­τά­δα. Θὰ ἔ­βλε­πε τὸ σχε­δὸν ἄ­σπρο κε­φά­λι της καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση προ­σή­λω­σης, τὰ χα­μη­λω­μέ­να μά­τια ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζον­ταν ἀ­πὸ ρυ­τί­δες καὶ σκι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ρι­χνε τὸ κε­ρὶ πά­νω στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ ἔ­ρα­βε ἀ­μί­λη­τη.

       «Ἔι, μά­να» —θὰ ἔ­λε­γε μὲ βε­βι­α­σμέ­νη φω­νή, τεν­τω­μέ­νος καὶ βυ­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἀ­γω­νί­α—. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι» – καὶ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξυ­λια­σμέ­να θὰ τυμ­πά­νι­ζε τὰ τζά­μια τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, ὅ­μως σὲ αὐ­τὸ τὸ κά­λε­σμα ἡ μη­τέ­ρα δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε οὔ­τε θὰ ἔ­παιρ­νε εἴ­δη­ση καὶ ὅ­λη της ἡ προ­σο­χὴ θὰ ἀ­φι­ε­ρω­νό­ταν στὴν κί­νη­ση τῆς βε­λό­νας. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; Δὲν μ’ ἀ­κοῦς;» Θὰ νό­μι­ζε ὅ­τι μι­λοῦ­σε, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κὰν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ προ­φέ­ρει αὐ­τὰ τὰ λό­για καὶ θὰ ἔ­νι­ω­θε νὰ τὸν δι­α­περ­νά­ει ὑ­γρὸς ἀ­έ­ρας καὶ μο­να­ξιά. Θὰ ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια, θὰ ση­κω­νό­ταν καὶ θὰ σκε­φτό­ταν νὰ ψά­ξει γιὰ τὴν πόρ­τα ἐ­κεί­νου τοῦ δω­μα­τί­ου, ἀ­μέ­σως ὅ­μως θὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι ἦ­ταν μά­ται­ο, ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ πιὰ νὰ ξα­να­μι­λή­σει μὲ τὴ μά­να του, οὔ­τε ἐ­κεῖ οὔ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ, καὶ θὰ ἄγ­γι­ζε τὸν τοῖ­χο σὰν νὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα. Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα καὶ θὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν μιὰ ἄλ­λη μι­κρὴ λάμ­ψη, καὶ θὰ γο­νά­τι­ζε καὶ θὰ κοί­τα­ζε ξα­νὰ μὲ λα­χτά­ρα: δύ­ο γυ­ναῖ­κες, ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄλ­λη, κου­βέν­τια­ζαν καὶ χει­ρο­νο­μοῦ­σαν σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κού­σει. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ θὰ κα­θό­ταν ἐ­κεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει κά­τι, νὰ συλ­λά­βει τὸν δι­ά­λο­γο τῶν δύ­ο ξα­δελ­φῶν του, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­γνώ­ρι­ζε κα­θα­ρά, ὅ­πως τὶς εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ἀλ­λὰ στ’ αὐ­τιά του δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς φω­νές τους, τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου ἔ­μοια­ζε μὲ τυ­φλὸ τοῖ­χο. Ναί, ἐ­κεῖ θὰ ξε­χνοῦ­σε τὶς σφαῖ­ρες ποὺ χό­ρευ­αν πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του σὰν νὰ ἦ­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ πολ­λὰ χρό­νια πρίν, καὶ γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν αὐ­θόρ­μη­τη κου­βέν­τα τῶν δυ­ὸ γυ­ναι­κῶν ποὺ κά­θον­ταν κα­τα­πρό­σω­πο. Μό­νο το νε­ρὸ μιᾶς ὑ­δρορ­ρο­ῆς ἔ­στα­ζε σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς με­σαυ­λῆς.

       «Κα­σίλ­ντα, Κα­σίλ­ντα!» θὰ φώ­να­ζε ἀ­κού­γον­τας τὴν ἴ­δια του τὴ φω­νὴ σ’ ἐ­κεί­νη τὴ με­σαυ­λὴ τοῦ θα­νά­του, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ φω­νά­ζει αὐ­τοὺς ποὺ δὲν εἶ­χαν κα­νέ­να ὄ­νο­μα.

       Θὰ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν ἄλ­λη γυ­ναί­κα, αὐ­τὴν γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἔρ­θει, μιὰ γυ­ναί­κα ὄ­μορ­φη, εὔ­σω­μη, καὶ μὲ κό­πο θὰ ἔ­ρι­χνε μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω καὶ θὰ πλη­σί­α­ζε σ’ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρα­θυ­ρά­κι ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στὸ καὶ κα­τό­πιν σὲ ἄλ­λο καὶ σὲ ἄλ­λο, καὶ στὸ τρί­το θὰ ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­τι­σμέ­νη σχι­σμὴ καὶ ἀ­πὸ μέ­σα της θὰ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὴ μορ­φὴ μιᾶς νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ χτέ­νι­ζε μὲ ζῆ­λο τὶς μα­κρι­ές της μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της. Μιὰ χτέ­να γλι­στροῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κα­τὰ μῆ­κος ἐ­κεί­νων τῶν σκού­ρων μαλ­λι­ῶν, καὶ τὸ λευ­κὸ χέ­ρι, τὸ μο­να­δι­κὸ ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν στὸ ἡ­μί­φως, ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κού­ρα­στα κά­νον­τας αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε δεῖ νὰ κά­νει ἐ­πὶ μέ­ρες ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­πὸ παι­δί, μὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ταν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές.

       Θὰ κοί­τα­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ δυσ­δι­ά­κρι­το πρό­σω­πο καὶ θὰ ἤ­θε­λε νὰ μά­θει για­τί ἡ ἀ­δερ­φή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τί δου­λειὰ εἶ­χε μπρο­στά του, τί ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πεῖ, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα δὲν θὰ ξε­κα­θα­ρι­ζό­ταν τί­πο­τα. Θὰ ἀ­πέ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα, πρῶ­τα πρὸς τὸ σκο­τά­δι τοῦ δω­μα­τί­ου, ἔ­πει­τα πρὸς τὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, στὸν τοῖ­χο, στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­ό­νι, καὶ θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ γυ­ρί­σει στὸν δρό­μο. Ὅ­μως μὲ πά­σα βε­βαι­ό­τη­τα θὰ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θεῖ τὴ δι­α­δρο­μή.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της ποὺ ἔ­χει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι του τὸ νό­μι­σμα, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Δὲν ἤ­θε­λες νὰ πᾶς; Τώ­ρα ἔ­χεις τὴν εὐ­και­ρί­α. Κάν­΄ το.»

       Ἀλ­λὰ δὲν παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Τα­ρα­κου­νά­ει τὸν σύν­τρο­φό του, τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὴ χλαί­νη καὶ δι­αι­σθά­νε­ται τὸ βά­ρος τοῦ πα­ρα­δο­μέ­νου χε­ριοῦ. Κά­νει νὰ τὸν φω­τί­σει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τεῖ­ται: κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἔ­χει ἔρ­θει ἡ σει­ρά του, πρέ­πει τώ­ρα νὰ πά­ει ὁ ἴ­διος στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ τοί­χου καὶ νὰ βγεῖ στὸν δρό­μο ποὺ ἔ­χει κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν χιο­νο­νιφάδων.

 

 

 

Viva la Quinta Brigada!

Ay Carmela!

  

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Largo noviembre de Madrid (ἐκδόσεις Bruguera, 1980).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 309 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.