Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

      Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)   Τὸ παραξήλωσε (Пересолил)   ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι [...]

Βόλφγκανκ Μπόρχερτ (Wolfgang Borchert): Τὸ ψωμί

    Βόλφγκανκ Μπόρχερτ (WolfgangBorchert)   Τὸ ψω­μί (D­as B­r­ot)   ΑΦΝΙΚΑ ΞΥΠΝΗΣΕ. Δυ­ό­μι­ση ἡ ὥ­ρα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς ξύ­πνη­σε. Ἄχ, ναί. Κά­ποι­ος σκόν­τα­ψε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα στὴν κου­ζί­να. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τοὺς ἤ­χους τῆς κου­ζί­νας. Ἡ­συ­χί­α. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­πό­λυ­τη σι­γὴ καὶ κα­θὼς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ κρε­βά­τι, βρῆ­κε τὴ θέ­ση δί­πλα της ἄ­δεια. Νά τὶ ἔ­κα­νε τὴ σι­ω­πὴ [...]

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman): Ὁ πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

    Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman)   Ὁ πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ (The Lampshade Vendor)   Ο ΣΚΗΝΙΚΟ ἦ­ταν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­παι­ζε. Ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης ἄν­τρας μὲ μαῦ­ρο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο σμό­κιν ἦρ­θε στὴν πόρ­τα που­λών­τας ἀμ­πα­ζούρ. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸς ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια τῶν χε­ρι­ῶν του. Σή­κω­σε ἕ­να [...]

Λάνγκστον Χιούζ (Langston Hughes): Εὐχαριστῶ, κυρία

    ΛάνγκστονΧιούζ (Langston Hughes)   Eὐχαριστῶ, κυρία (Thank you, M’am)   ­ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥ­ΝΑΙ­ΚΑ ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ­ΣΩ­ΜΗ, μὲ μιὰ τε­ρά­στια τσάν­τα ποὺ μό­νο σφυ­ρὶ καὶ καρ­φιὰ δὲν εἶ­χε μέ­σα. Ἡ τσάν­τα εἶ­χε ἕ­να μα­κρὺ λου­ρὶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τὴ φο­ροῦ­σε κρε­μα­σμέ­νη δι­α­γώ­νια ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο της. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν πε­ρί­που ἕν­τε­κα τὸ βρά­δυ, ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ [...]

Ρόμπερτ Φόξ (Robert Fox): Παραμύθι

    Ρόμπερτ Φόξ (Robert Fox)   Παραμύθι (A Fable)   ΝΕΑΡΟΣ ἦ­ταν φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος καὶ κα­λον­τυ­μέ­νος. Ἦ­ταν Δευ­τέ­ρα, νω­ρὶς τὸ πρω­ί, ὅ­ταν ἐ­πι­βι­βά­στη­κε στὸν ὑ­πό­γει­ο σι­δη­ρό­δρο­μο. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη μέ­ρα τῆς πρώ­της του δου­λειᾶς καὶ ἔ­νι­ω­θε ἀ­μή­χα­να: δὲν ἤ­ξε­ρε ἀ­κρι­βῶς ποι­ὰ θὰ ἦ­ταν ἡ δου­λειά του. Κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ἔ­νι­ω­θε ὑ­πέ­ρο­χα. Ἀ­γα­ποῦ­σε τοὺς πάν­τες στὸ [...]

Στίβεν Σούτζμαν (Steven Schutzman): Ληστεία Τράπεζας

    Στίβεν Σούτζμαν (Steven Schutzman)   Λη­στεί­α Τρά­πε­ζας (The Bank Robbery)   ΛΗ­ΣΤΗΣ ΕΙ­ΠΕ τὴν ἱ­στο­ρί­α του μὲ μι­κρὰ ση­μει­ώ­μα­τα στὴν τα­μί­α τῆς τρά­πε­ζας. Κρά­τη­σε στὸ ἕ­να χέ­ρι τὸ ὅ­πλο καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­δω­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πρῶ­το ση­μεί­ω­μα ἔ­λε­γε:          Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ λη­στεί­α για­τί ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρῆ­μα κι [...]

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἐργαζομένων

    Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)    Πε­ρὶ τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἠ­θι­κοῦ τῶν ἐρ­γα­ζο­μέ­νων (Zur Senkung der Arbeitsmoral)   Ε ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ κά­ποι­ας ἀ­κτῆς στὴ δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη βρί­σκε­ται ξα­πλω­μέ­νος μέ­σα στὴ βάρ­κα του καὶ χου­ζου­ρεύ­ει ἕ­νας φτω­χι­κὰ ντυ­μέ­νος ψα­ράς. Ἕ­νας κα­λον­τυ­μέ­νος του­ρί­στας ἀλ­λά­ζει τὸ φὶλμ στὴ φω­το­γρα­φι­κή του μη­χα­νὴ γιὰ νὰ ἀ­πα­θα­να­τί­σει αὐ­τὴν τὴν εἰ­δυλ­λια­κὴ [...]

Γκιγέρμο Ἀριάγα (Guillermo Arriaga): Ροχέλιο

    Γκι­γέρ­μο Ἀ­ριά­γα (G­u­i­l­l­e­r­mo A­r­r­i­a­ga)   Ρο­χέ­λιο (R­o­g­e­l­io)   ΡΟΧΕΛΙΟ ἢ δὲν ἔ­παιρ­νε χαμ­πά­ρι ὅ­τι ἦ­ταν πιὰ νε­κρὸς ἢ ἁ­πλῶς ἀρ­νι­ό­ταν νὰ τὸ ἀ­πο­δε­χτεῖ. Γι’ αὐ­τό, συ­χνὰ-πυ­κνά, ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν τά­φο ὅ­που κει­τό­ταν θαμ­μέ­νος καὶ δὲν ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γο νὰ τὸν πε­τύ­χει κα­νεὶς ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο νὰ τρώ­ει σὲ κά­ποι­ο ἑ­στι­α­τό­ριο. Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν [...]

Julio Cortázar: Ἔρωτας 77

    Χού­λιο Κορ­τά­σαρ (J­u­l­io C­o­r­t­á­z­ar)   A­m­or 77    DESPU­ÉS de h­a­c­er t­o­do lo q­ue h­a­c­en, se l­e­v­a­n­t­an, se b­a­ñ­an, se e­n­t­a­l­c­an, se p­e­r­f­u­m­an, se p­e­i­n­an, se v­i­s­t­en, y a­sí p­r­o­g­r­e­s­i­v­a­m­e­n­te v­an v­o­l­v­i­e­n­do a s­er lo q­ue no s­on.       Ἔ­ρω­τας 77   ΑΙ ΑΦΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ὅ,τι κά­νουν, ση­κώ­νον­ται, πλέ­νον­ται, βά­ζουν τὸ [...]

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 210 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.