Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)
Ἐπαναπατρισμός
(Zuruckgekehrt)
ΤΑΝ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ἐδῶ στὰ καθ’ ἡμᾶς μποῦν κὰν στὸν κόπο νὰ γράψουν γιὰ ἕναν ἀπὸ τὴν ἴδιαν αὐτὴ χώρα προερχόμενο καὶ διεθνοῦς φήμης καὶ ἀκτινοβολίας καλλιτέχνη, γράφουν τότε ἁπλῶς καὶ μόνον γιὰ τὸν ἐν λόγῳ καλλιτέχνη, καθὼς μέσῳ αὐτῆς τῆς μνείας μποροῦν νὰ τὸν βλάψουν στὴν πατρίδα του περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι στὴν περίπτωση ποὺ ἔγραφαν εὐθέως αὐτὸ ποὺ στὴν πραγματικότητα καὶ εἰλικρινὰ σκέφτονται γιὰ τὸν καλλιτέχνη αὐτόν, τὸν ὁποῖο, ἀκριβῶς ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια χώρα κι ἀνήκει στὴν ἴδια γενιά —ποὺ δὲν ἀνέδειξε δὰ καὶ κάτι ἄξιο λόγου—, τὸν μισοῦν ὅσο τίποτα καὶ θὰ τὸν καταδιώκουν μὲ τὸ μίσος τους ὣς τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν τους. Δὲν τοῦ τὸ συγχωροῦν ποὺ μιὰ μέρα τοὺς παράτησε γιὰ τὴν τέχνη καὶ τὴν ἐπιστήμη του, ἀποδεικνύοντας συνεχῶς μὲ τὰ ὁλοένα καὶ καλύτερα ἔργα του τὸ δικό του μέγεθος καὶ τὴ δική τους ἀσημαντότητα. Ὅταν δὲν τοὺς μένει πλέον ἄλλη ἐναλλακτική, καθὼς ὁ ὑπόλοιπος κόσμος γράφει γι’ αὐτὸν τὸν κακόβουλο ἀποστάτη, ὅπως τὸν θεωροῦν, γράφουν κι ἐκεῖνοι, φροντίζοντας ὡστόσο, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἄμεσης ἀνταπόκρισής τους, νὰ σύρουν τὸν ἄσπονδο ἐχθρό τους στὴ λάσπη. Ἀδυνατοῦν ν’ ἀντιληφθοῦν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο βυθίζονται οἱ ἴδιοι ὁλοένα περισσότερο σ’ αὐτὴν τὴ λάσπη. Μὲ τὸ φθόνο καὶ τὸ μίσος τους ξαπόστειλαν τὸ φίλο μου μέχρι τὸ Νιουκὰστλ τῆς Αὐστραλίας, ὅπου εἶχε ἀφοσιωθεῖ ἀποκλειστικὰ στὴν ἐπιστήμη του. Ὅταν πρὶν χρόνια, πάσχοντας ἀπὸ ὀξεία πατριδαλγία, μοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ἀφήνει τὸ Νιουκὰστλ κι ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του, ἔσπευσα νὰ τὸν προειδοποιήσω τηλεγραφικῶς γιὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν πατρίδα, ἐφιστώντας του τὴν προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ πατρίδα του δὲν εἶναι πλέον στὴν πραγματικότητα παρὰ μονάχα μιὰ κόλαση, ὅπου τὸ πνεῦμα ἐκμηδενίζεται ἀδιαλείπτως, ἐνῶ τέχνη κι ἐπιστήμη ἀπαξιώνονται, καθὼς ἐπίσης κι ὅτι ἡ ἐπιστροφή του θὰ σήμανε τὸ τέλος του. Ἀψήφησε τὴ συμβουλή μου. Σήμερα, θανάσιμα ἄρρωστος, κατοικοεδρεύει στὴν ψυχιατρικὴ κλινικὴ «Ἂμ Στάινχοφ», μόνιμη καὶ ταυτόχρονα φρικτὴ κατοικία του ἐδῶ καὶ χρόνια.
Πηγή: Τόμας Μπέρνχαρντ, Μιμητὴς φωνῶν, ἐκδόσεις Σούρκαμπ, σελ. 178-179 (Thomas Bernhard, Stimmenimitator, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).
Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέερλεν Ὀλλανδίας 09.02.1931–Γκμοῦντεν Αὐστρίας 12.02.1989). Πεζογράφος, θεατρικὸς συγγραφέας καὶ ποιητής, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφεῖς τοῦ 20οῦ αἰώνα καὶ ἀμφιλεγόμενη προσωπικότητα στὴν πατρίδα του, Αὐστρία. Ὕστερα ἀπὸ δύσκολα παιδικὰ χρόνια καὶ τὴ μάχη μὲ τὴ φυματίωση κι ἔχοντας ἐγκαταλείψει τὸ γυμνάσιο, ἀφοσιώνεται στὴ συγγραφή. Θέματά του ἡ μοναξιά, ὁ πόνος, ὁ θάνατος, τὸ ἀδιέξοδο. Στὰ ἔργα του κυρίαρχο ρόλο παίζουν ἡ εἰρωνεία κι ὁ σαρκασμὸς σὲ μακρόσυρτες καὶ κατηγορηματικὲς φράσεις. Τιμήθηκε μὲ πλῆθος βραβείων, μεταξύ τῶν ὁποίων τὸ Κρατικὸ βραβεῖο λογοτεχνίας τῆς Αὐστρίας (1967) καὶ τὸ βραβεῖο Γκέοργκ Μπύχνερ (1970). Πέθανε ἀπαγορεύοντας τὴν ἀναδημοσίευση καὶ σκηνοθεσία τῶν ἔργων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)
Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:
Ἕλενα Σταγκουράκη (Χανιά, 1984). Μεταφράστρια κειμένων ἀπὸ τὰ γερμανικά, τὰ ἱσπανικά καὶ τὰ ἀγγλικά. Σπούδασε μετάφραση στὸ Ἰόνιο Πανεπιστήμιο καὶ ὁλοκλήρωσε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς μὲ ὑποτροφία τοῦ γερμανικοῦ κράτους στὴ Χαϊδελβέργη τῆς Γερμανίας. Ἐπιπλέον ἀσχολεῖται μὲ τὴν κριτικὴ θεάτρου σὲ μόνιμη στήλη περιοδικοῦ καὶ γράφει κριτικὲς λογοτεχνίας γιὰ ἐφημερίδες καὶ περιοδικά.
Ἀρχειοθετήθηκε ὡς: Bernhard Thomas,Αυτοβιογραφία,Γερμανικά,Κοινωνικοί κώδικες,Νοσήματα,Σταγκουράκη Έλενα,Τέχνη Ἐτικέττες: | Έλενα Σταγκουράκη,Γερμανόγραπτο διήγημα,Thomas Bernhard

