Ἄννα Ἀμίλητου: Θεραπευτικὴ ἐπιδείνωση

.

Amilitou,Anna-TherapeytikiEpideinosi.png

.

Ἄν­να Ἀ­μί­λη­του

 

Θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἐ­πι­δεί­νω­ση

 .

Μά­να

Νύ­χτω­σε καὶ λεί­πει. Λύ­πη. Μυ­ρί­ζουν οἱ ἀ­που­σί­ες της, γλυ­κε­ρὴ κο­λώ­νια, ἐ­ξα­τμί­ζον­ται στὴν κα­ρέ­κλα με­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή της. Τὸ με­ση­μέ­ρι κλά­δε­ψαν τὶς μου­ρι­ές, μὲ κοι­τᾶ­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λο τοῦ σα­λο­νιοῦ, ἀ­πὸ τὴ φω­τει­νὴ πλευ­ρὰ τῆς σι­ω­πῆς. Φα­λα­κρὰ γυ­μνὰ κου­φά­ρια, μοιά­ζουν μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ ἐ­αυ­τοῦ τους, προ­βλέ­ψεις, συ­νι­στώ­με­νες δό­σεις. Ἡ ψυ­χα­να­λύ­τρια μοῦ ζή­τη­σε νὰ ζω­γρα­φί­σω νε­κρὲς φύ­σεις. Ἕ­να μπὼλ μὲ φροῦ­τα, ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ζω­γρά­φι­σα ὅ­ταν ἤ­μουν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νῶν. Τὸ κοι­τά­ω κρε­μα­σμέ­νο στὸν τοῖ­χο, τὰ φροῦ­τα δὲν ἔ­χουν σα­πί­σει ἀ­πὸ τό­τε. Ἡ λα­δομ­πο­γιὰ δὲ σα­πί­ζει, τὸ συ­κώ­τι σα­πί­ζει. Ἔ­χω ἕ­να δι­α­ζύ­γιο, μιὰ ἄ­γα­μη μο­να­χο­κό­ρη καὶ ἀ­πο­θη­κευ­μέ­νους στὸ φαρ­μα­κεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ με­ρι­κοὺς βαθ­μιαίους θα­νά­τους. Εἶ­ναι στρογ­γυ­λοὶ καὶ ξη­ροί. Ἔ­χω κι ἄλ­λους ὑ­γροὺς σὲ χρω­μα­τι­στὰ μπου­κά­λια. Τοὺς ἔ­χω κρύ­ψει ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Ἕ­να πο­τή­ρι εἶ­ναι πά­ρα πο­λὺ καὶ τὰ πολ­λὰ δὲ φτά­νουν. Θὰ κα­τα­πι­ῶ τὸ βαθ­μια­ῖο μὲ τρεῖς γου­λι­ές. Στὴν ὑ­γεί­α δὲ δί­νουν πολ­λοὶ ση­μα­σί­α, εἶ­ναι σὰν τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τα: δὲν εἶ­ναι δι­α­κρι­τή. Μό­νο ἡ βρω­μιὰ εἶ­ναι δι­α­κρι­τή.

 

Κό­ρη

Εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη. Ἔ­χω τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο μου, περ­πα­τᾶ­με στὰ πε­ρι­βό­λια μὲ τὰ γε­ρά­νια, τὶς λε­μο­νι­ὲς καὶ τὶς πορ­το­κα­λι­ές. Θὰ γεν­νή­σω ἕ­ναν λε­μο­ναν­θό. Ἔ­ψα­χνα χρό­νια στὸ λε­ξι­κό, ἂν μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να, ποι­ός γέν­νη­σε τὶς λέ­ξεις. Πάν­τα ἀ­να­ζη­τοῦ­σα τοὺς ὁ­ρι­σμούς. Στὰ δε­κα­ο­κτὼ ἡ για­τρός μου, εἶ­πε «Δὲν ἔ­χεις τί­πο­τα κο­ρί­τσι μου, πᾶ­νε σπί­τι σου». Πέ­ρα­σαν χρό­νια μὲ δι­ά­γνω­ση ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο τί­πο­τα. Μυρ­μηγ­κιά­ζει στὰ γό­να­τα, τὸ ὁ­ρι­σμέ­νο τί­πο­τα γί­νε­ται ἀ­ό­ρι­στο κά­τι. Εἶ­χα τὸ ἐ­λάτ­τω­μα, δὲν πή­γαι­να κα­λον­τυ­μέ­νη στὸν προ­θά­λα­μο τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας.

       Σή­με­ρα τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἔ­λα­βα ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα, ἔ­λε­γε μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «Φαρ­μα­κευ­τι­κή: θη­λυ­κὸ ἐ­πί­θε­το χω­ρὶς οὐ­σι­α­στι­κό. Ἀ­πό­πει­ρα: οὐ­σί­ας οὐ­σι­α­στι­κὸ μὲ ἐ­πι­θε­τι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό». H ὁ­μι­λί­α εἶ­ναι ἕ­νας κύ­λιν­δρος: μό­λις φτά­νει στὸ τέ­λος ἀ­κουμ­πά­ει στὴν ἀρ­χή.

       Κά­πο­τε ἤ­ξε­ρα τρεῖς γλῶσ­σες καὶ δὲ μι­λοῦ­σα κα­μιά. Τώ­ρα με­γά­λω­σα χω­ρὶς λε­ξο­τα­νὶλ καὶ δὲν ὁ­μι­λῶ τὴ μη­τρι­κή μου γλώσ­σα. Πε­ρι­μέ­νω ἕ­να παι­δὶ ποὺ θὰ τὸ ὀ­νο­μά­σου­με Στό­μα καὶ θὰ τὸ ἀ­να­θρέ­ψου­με μὲ λε­ξη­τα­νίλ. Ὅ­πως λέ­ω πάν­τα, μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις πολ­λὰ πράγ­μα­τα μὲ τὸ στό­μα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων νὰ προ­φέ­ρεις ὡ­ραῖ­ες φρά­σεις σὲ ἐλ­λι­πῆ γραμ­μα­τι­κή. Οἱ γα­ζί­ες θὰ ἀν­θί­σουν καὶ πά­λι. Ὁ κα­λός μου ἄ­νοι­ξε χθὲς στὸ σα­λό­νι ὅ­λα τὰ βι­βλί­α ποὺ ἔ­χω δι­α­βά­σει καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι οἱ λέ­ξεις ἔ­λει­παν. Ἔ­λυ­παν.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἄν­να Ἀ­μί­λη­του (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ Νέ­α Μέ­σα.

. 

Λουὶς Φελίπε Ἐρνάντες (Luis Felipe Hernández): Σκηνὴ ἀπὸ ἕνα γάμο

.

men-2560-1600-wallpaper

.

Λου­ὶς Φε­λί­πε Ἐρ­νάν­τες (Luis Felipe Hernández)

 .

Σκηνὴ ἀπὸ ἕνα γάμο

(Escena conyugal)

 .

ΠΕΤΟΥΣΕ σβέλ­τα τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο τὰ μα­χαί­ρια στὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ τὰ ὑ­πο­δε­χό­ταν μὲ τὴν πε­τσέ­τα γιὰ νὰ τὰ σκου­πί­σει.

. 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Λου­ὶς Φε­λί­πε Ἐρ­νάν­τες (Luis Felipe Hernández) (Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1959). Ἔ­χει γρά­ψει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Derrumbe καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Circo de tres pistas y otros mundos minimos, De cuerpo entero καὶ Falsos amigos y otras e­pi­fanias. Τὸ «Escena Conyugal» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Mi­ni­fic­cion mexicana ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε τὸ 2003 τὸ Ἐ­θνι­κὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Lauro Zavala.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Μάνα

 

1901

.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ

 

Μά­να

 

01-Sigmaτὸ σπί­τι κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μὲ τὴ δυ­να­τὴ φω­νή του καὶ τὸν τρέ­μα­με ὅ­λοι. H μη­τέ­ρα πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν σι­ω­πη­λὴ καὶ λί­γο καμ­που­ρι­α­σμέ­νη. Ἡ φω­νὴ της ἔ­βγαι­νε πάν­τα γιὰ συμ­βου­λὲς καὶ πο­τὲ γιὰ δι­α­τα­γές. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­φερ­νε φί­λους στὸ σπί­τι, ἀ­κού­γα­με τὶς βρον­τε­ρὲς φω­νές τους καὶ τὰ γέ­λια τους. Ἐ­κεί­νη πε­ρι­φέ­ρον­ταν σὰ σκιὰ ἢ κά­θον­ταν νυ­σταγ­μέ­νη σὲ μιὰ γω­νιά. Ὅ­σο ἤ­μα­σταν μι­κροί, ζε­σται­νό­μα­σταν στὴν ἀγ­κα­λιά της, μὰ σὰν με­γα­λώ­σα­με, ἄν­τρες κι ἐ­μεῖς, δὲν τῆς δί­να­με ση­μα­σί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ βλέ­πα­με νὰ σκου­πί­ζει βι­α­στι­κὰ τὰ δα­κρυ­σμέ­να της μά­τια κι αὐ­τό μᾶς νευ­ρί­α­ζε. Συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὶ λέ­γα­με, γυ­ναι­κεί­α κα­μώ­μα­τα. Χρει­ά­στη­κε νὰ κά­νει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βου­με πὼς χά­ρη στὴν ἀ­γά­πη της ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε ἡ ζω­ή μας. Ἦ­ταν ἕ­να βρά­δυ γύ­ρω στὶς δώ­δε­κα, εἴ­χα­με γυ­ρί­σει με­θυ­σμέ­νοι μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου, ἀ­γνο­ών­τας τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ εἶ­χε αὐ­τὴ ἡ ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α μας. Ὁ πα­τέ­ρας μας πε­ρί­με­νε ὀρ­γι­σμέ­νος. Μᾶς τὸ ‘χε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα δη­λώ­σει πὼς ἡ πόρ­τα θὰ ‘κλεινε στὶς ἕν­τε­κα, μὰ ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτη κι ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να. Βλέ­πον­τας τὰ χά­λια μας, τὸ λε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἐ­με­τὸ κου­στού­μι τοῦ μι­κροῦ μου ἀ­δερ­φοῦ, τὴ φαι­δρή μας ὄ­ψη, ἄρ­χι­σε νὰ βρί­ζει, νὰ φω­νά­ζει, ἐ­ρε­θί­στη­κε ἀ­π’ τὰ ἴ­δια του τὰ λό­για, μᾶς μπά­τσι­σε, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου ἀ­πε­ρί­σκε­πτα τοῦ ἀν­τι­μί­λη­σε, ἅρ­πα­ξε τὴ μα­σιὰ ποὺ ἦ­ταν πυ­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάρ­βου­να τοῦ μαγ­κα­λιοῦ καὶ τὴ σή­κω­σε κα­τὰ πά­νω του. Τό­τε μπῆ­κε στὴ μέ­ση ἡ μη­τέ­ρα κι ἔ­φα­γε τὴ μα­σιὰ στὰ μοῦ­τρα. Τὸ κρέ­ας της τσι­τσί­ρι­σε μὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­λε μή­τε τὴν πιὸ μι­κρὴ φω­νί­τσα, πα­ρὰ στέ­κον­ταν ὄρ­θια μὲ τὰ χέ­ρια μπρο­στὰ στὸ σῶ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Ὅ­λοι μεί­να­με ἀ­κί­νη­τοι σὰν ἀ­γάλ­μα­τα καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­ξα­νε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς. Ἐ­μεῖς εἴ­χα­με ἤ­δη ξε­με­θύ­σει. Ἀ­μί­λη­τη ἐ­κεί­νη μας ἄ­φη­σε, πῆ­γε στὸ νε­ρο­χύ­τη, ἔ­πλυ­νε τὸ μαν­τί­λι της κι ἄρ­χι­σε νὰ δρο­σί­ζει τὴν πλη­γή. Κα­νέ­νας μας δὲν πλη­σί­α­σε νὰ τὴν βο­η­θή­σει, πο­τὲ δὲν τὴν βο­η­θού­σα­με σὲ τί­πο­τα, τὸ νι­ώ­σα­με ἄ­ξαφ­να αὐ­τὸ καὶ χα­μη­λώ­σα­με τὸ κε­φά­λι.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Πικάσο «Μητέρα και παιδί δίπλα σε συντριβάνι», 1901.

 

Νικόλας Σεβαστάκης: Οἱ τελευταῖοι ἄσχημοι ἄνθρωποι

.

Sebastakis,Nikolas-OiTeleytaioiAschimoiAnthropoi-03

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

 .

Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι

 .

01-LamdaΙΓΟ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ, περ­νοῦ­σαν τὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια μὲ τὰ θε­ό­ρα­τα κα­λά­μια τοῦ ψα­ρέ­μα­τος καὶ τὶς πλα­στι­κὲς σα­κοῦ­λες μὲ τὰ δο­λώ­μα­τα πί­σω στὴ σέ­λα. Τὰ κε­φά­λια τους ἦ­ταν μα­κρό­στε­να καὶ πε­πλα­τυ­σμέ­να συγ­χρό­νως, οἱ μύ­τες τους στρα­βὲς καὶ τὰ μα­γου­λά τους σὰν νὰ τοὺς εἶ­χαν δεί­ρει ὧ­ρες μὲ γάν­τια τοῦ μπόξ. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σα­ράν­τα χρο­νῶν, ἀλ­λὰ τοὺς λο­γα­ρι­ά­ζα­με χω­ρὶς ἡ­λι­κί­α. Φο­ροῦ­σαν κά­τι σκοῦ­ρα σα­κου­λι­α­σμέ­να παν­τε­λό­νια καὶ τὰ μά­τια τους, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­να σχε­δὸν μέ­σα στὶς δί­πλες τῶν πρη­σμέ­νων τους προ­σώ­πων, φαί­νον­ταν πάν­τα θυ­μω­μέ­να καὶ ἐ­χθρι­κά. Μύ­ρι­ζαν ἀ­πὸ μα­κριὰ τα­ρα­μὰ καὶ χα­λα­σμέ­νο τυ­ρί. Τὰ μαλ­λιά τους κολ­λοῦ­σαν στὰ στρα­βο­χυ­μέ­να κρα­νί­α τους ὅ­πως τὰ κα­μέ­να λί­πη στὸ τη­γά­νι. Καὶ τὰ σα­γό­νια τους δὲν ξε­χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ λαι­μό, ποὺ καὶ στοὺς δυ­ὸ ἦ­ταν πα­χὺς καὶ κα­τά­μαυ­ρος ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο.

       Ἦ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ φαν­τα­στεῖς τὴ ζω­ή τους πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ κον­σερ­βο­κού­τια μὲ τὶς κομ­μέ­νες γα­ρί­δες ποὺ προ­ό­ρι­ζαν γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη λεί­α τους, τὰ με­γά­λα κε­φα­λό­που­λα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ πι­στέ­ψου­με ὅ­τι εἶ­χαν γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ ἢ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, ὅ­τι ἔ­δει­ξαν πο­τὲ ἀ­φο­σί­ω­ση σὲ ἄλ­λες ὑ­πο­θέ­σεις.

       Πο­τὲ δὲν τοὺς ἀ­κού­σα­με νὰ μι­λοῦν γιὰ πο­λι­τι­κή, γιὰ κυ­βερ­νή­σεις, γιὰ τὸ ἐμ­πό­ριο. Μό­νο μιὰ φο­ρὰ πῆ­ρε τὸ αὐ­τί μας τὴ λέ­ξη Ὀ­λυμ­πια­κός. Καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.

       «Τσιμ­πά­ει;» ρω­τού­σα­με δει­λὰ-δει­λά, για­τὶ τοὺς φο­βό­μα­στε. «Μπά… τί­πο­τα δὲν ἔ­χει σή­με­ρα» ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ ἕ­νας. Καὶ ὁ ἄλ­λος, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός, τὸν ἀ­γρι­ο­κοί­τα­ζε σὰν νὰ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ ὑ­περ­βο­λι­κὰ στὸν κό­σμο καὶ εἶ­χε προ­δώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή τους.

       Καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­χαν κά­ποι­α ἀ­πο­στο­λή. Για­τί ἦ­ταν οἱ πιὸ ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι στὴν πό­λη μας. Καὶ ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πο­χή, ἐ­πο­χὴ με­τά­βα­σης στὴ σχε­δὸν ὄ­μορ­φη ἀν­θρω­πό­τη­τα, στὴ γε­νι­κευ­μέ­νη πε­ρι­ποί­η­ση καὶ στὴ μα­ζι­κὴ ἀ­πό­δρα­ση τῶν νη­σι­ω­τῶν ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πα­λιοῦ τύ­που ἀ­γριά­δες, ἦ­ταν ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση αὐ­τοῦ τοῦ πρω­τό­γο­νου εἴ­δους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του  Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.

Π. Ἔνιγουεϊ: Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

.

 863AEEC985E00B3340726972C759865E

 .

Π. Ἔνιγουεϊ

Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

  

Θέ­μα: Πε­ρι­γράψ­τε εν συ­ντο­μί­α μία έ­ντο­νη ε­μπει­ρί­α που ζή­σα­τε με τους γο­νείς σας.

 

«Α­α­α! Α­α­α!»

       Ξύ­πνη­σα.

       «Α­α­α! Α­α­α! Α­α­α!», η φω­νή συ­νέ­χι­σε. Ή­ταν η μα­μά. Φώνα­ζε α­πό το δω­μά­τιό της. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε. Ζη­τού­σε βο­ή­θεια. Κα­λού­σε τον μπα­μπά – πού βρι­σκό­ταν, α­φού εί­χα­με ξα­πλώ­σει ό­λοι μα­ζί;

       Ε­γώ, έ­να μι­κρό παι­δί πέ­ντε χρο­νών, ξα­πλω­μέ­νος στο κρε­βά­τι μου να α­κού­ω τις φω­νές της μα­μάς και να κοι­τά­ζω την ο­ρο­φή με α­γω­νί­α, με φό­βο, αλ­λά και α­πο­ρία. Τι συ­ναί­βε­νε; Εί­χε μπει στο σπί­τι μας κα­νέ­νας κλέ­φτης; Τι έ­κα­νε στη μα­νού­λα; Τι εί­χε κά­νει στον μπα­μπά; Τον εί­χε χτυ­πή­σει; Θα ερ­χό­ταν και στο δι­κό μου δω­μά­τιο αρ­γό­τε­ρα; Τι θα μου έ­κα­νε;

       «Α­α­α! Α­α­α!» α­κού­στη­κε τό­τε η φω­νή του μπα­μπά, το ί­διο α­γω­νιώ­δης, το ί­διο φοβι­σμέ­νη με αυ­τή της μα­μάς. Ο κλέ­φτης τούς χτυ­πού­σε; Τους α­πει­λού­σε; Κρα­τούσε μα­χαί­ρι; Πι­στό­λι; Αλ­λά για­τί δεν α­κου­γό­ταν; Για­τί δε μι­λού­σε; Φο­ρού­σε μάσκα; Δε μι­λού­σε για να μην τον α­να­γνω­ρή­σουν; Ή­ταν λοι­πόν γνω­στός μας; Συγ­γενής μας; Ή­ταν δει­λός! Το μό­νο βέ­βαιο. Ή­ταν δει­λός και φο­βό­ταν ό­σο κι ε­γώ. Έ­πρεπε ό­μως να κά­νω κά­τι. Να α­ντει­δρά­σω. Να μο­νο­μα­χή­σω με τον τρο­με­ρό λη­στή και να τον νι­κή­σω – δεν εί­χα άλ­λη. Έ­πρε­πε να δρά­σω, και μά­λι­στα γρή­γο­ρα. Να ε­πιτε­θώ. Αλ­λά με τι; Το βρή­κα! Με το νε­ρο­πί­στο­λο! Θα το γε­μί­σω νε­ρο­μπο­γιά και θα του ρί­ξω στα μά­τια! Θα τον τη­φλώ­σω!

       Ση­κώ­θη­κα α­θό­ρυ­βα α­πό το κρε­βά­τι και ό­πλι­σα γρή­γο­ρα το νε­ρο­πί­στο­λο με πράσι­νη νε­ρο­μπο­γιά. Περ­πά­τη­σα στις μύ­τες των πο­διών και έ­φτα­σα έ­ξω α­πό την κρε­βα­το­κά­μα­ρα κρα­τώ­ντας με τα δυο μου χέ­ρια το νε­ρο­πί­στο­λο, έ­τοι­μο να… εκπηρ­σο­κρο­τή­σει! Η πόρ­τα ή­ταν μι­σά­νοι­χτη. Α­κού­μπη­σα την πλά­τη μου στο κούφο­μα και έ­φε­ρα στο στή­θος το νε­ρο­πί­στο­λο με το δά­χτυ­λο στη σκαν­δά­λη. Έ­στριψα αρ­γά το πρό­σω­πό μου και κοί­τα­ξα α­πό τη χα­ρα­μά­δα της πόρ­τας. Αλ­λά τι να δω! Ού­τε κλέ­φτης υ­πήρ­χε, ού­τε κα­νέ­νας δια­ρή­κτης, ού­τε τί­πο­τα! Μό­νο η μα­μά κι ο μπα­μπάς να χο­ρεύ­ουν γυ­μνοί και α­γκα­λια­σμέ­νοι πά­νω στο κρε­βά­τι! Τη μί­α φο­ρά α­νά­σκε­λα, την άλ­λη μπρού­μυ­τα, πλά­ι πλά­ι, όρ­θιοι, γο­να­τι­στοί… Και συ­νέχεια να φω­νά­ζουν, ό­λο να φω­νά­ζουν… «Α­α­α!Α­α­α!» και «Ουου! Ουου!». Τι ή­ταν ό­λα αυτά μες στη νύ­χτα; Γιορ­τά­ζα­με τί­πο­τα; Εί­χα­με κα­μιά ε­πέ­τειο; Αλ­λά α­πο­ρώ, δεν κου­ρά­ζο­νται να χο­ρεύ­ουν τό­ση ώ­ρα α­στα­μά­τη­τα; Δε βα­ριού­νται έ­τσι ά­τσα­λα και μο­νό­το­να ό­πως κου­νιού­νται;

       Τό­τε ο μπα­μπάς έ­κα­νε κά­τι που με ε­ξόρ­γι­σε: Γύ­ρι­σε στο πλά­ι και άρ­χι­σε να θυλά­ζει τη μα­μά! Αυ­τό δεν ή­ταν σω­στό! Δεν ή­ταν δί­καιο! Αυ­τό ά­ρε­σε και σ’ ε­μένα! Για­τί να θυ­λά­ζει ο μπα­μπάς τη μα­μά κι ε­γώ ό­χι; Για ποιο λό­γο η μα­μά το εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει σε ε­μέ­να ε­νώ τον μπα­μπά τον ά­φη­νε α­νε­μπό­δει­στο; «Γιωρ­γά­κη, τα με­γά­λα παι­διά δε θυ­λά­ζουν!», μου εί­χε πει τό­τε, και τώ­ρα μπρο­στά στα μά­τια μου υ­πέ­κυ­πτε α­διαρ­μα­τή­ρη­τα στις ε­πι­θυ­μί­ες του μπα­μπά! Ή­μουν έ­τοι­μος να βά­λω τα κλά­μα­τα! Δεν μπο­ρού­σα ν’ α­να­πνεύ­σω, έ­νας κό­μπος εί­χε κά­τσει στο λαι­μό μου, τα χέ­ρια μου τρέ­μα­νε α­πό το θυ­μό μου!

       «Δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση! Σή­με­ρα θα θυ­λά­σω κι ε­γώ!», σκέ­φτη­κα και έ­σπρω­ξα σιγά σι­γά την πόρ­τα. Εί­χαν α­πό ώ­ρα στα­μα­τή­σει το χο­ρό. Εί­χαν κου­ρα­στεί και κοι­μό­ντου­σαν α­γκα­λια­σμέ­νοι. Μπή­κα στο υ­πνο­δω­μά­τιο με το νε­ρο­πί­στο­λο να δεί­χνει τη μα­μά και με το χέ­ρι στη σκαν­δά­λη. Αν τυ­χόν έ­φερ­νε α­ντίρ­ρη­ση, θα της έ­ρι­χνα! Πλη­σί­α­σα στο στή­θος της και άρ­χι­σα να θυ­λά­ζω… Ό­μως τι έκ­πλη­ξη! Δε γεύ­τη­κα το πολ­λυ­πό­θη­το γά­λα! Κα­τα­στρο­φή! Α­τυ­χί­α!

       Τό­τε ξύ­πνη­σε η μα­μά:

       «Γιωρ­γά­κη, τι κά­νεις ε­δώ πέ­ρα;»

       «Μα­μά, ο μπα­μπάς ή­πιε μό­νος του ό­λο το γά­λα! Δε μου ά­φη­σε κα­θό­λου!», και ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. ’Ένιγουεϊ, ἔχει γράψει μία ἀνέκδοτη συλλογή διηγημάτων μὲ τίτλο «Δὲν θὰ ξαναγράψω ποτὲ πιὰ ἄλλα διηγήματα καὶ ἄλλα διηγήματα».

 

Ρουμπὲν Νταρίο (Rubén Darío): Πῶς γεννήθηκε τὸ λάχανο

.

Dario,Rubén-PosGennithikeToLachano-Eikona-02

.

Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο (Rubén Darío)

 .

Πῶς γεννήθηκε τὸ λάχανο

(El nacimiento de la col)

 .

S-[Sigma]-SomataΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, τὴ λαμ­πε­ρὴ μέ­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ λου­λού­δια καὶ προ­τοῦ τὸ φί­δι βά­λει τὴν Εὔα σὲ πει­ρα­σμό, τὸ κα­κό­βου­λο πνεῦ­μα πλη­σί­α­σε τὴν πιὸ ὡ­ραί­α νε­α­ρὴ τρι­αν­τα­φυλ­λιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­κεί­νη πρό­τει­νε, στὸ χά­δι τοῦ οὐ­ρά­νιου ἥ­λιου, τὴν κόκ­κι­νη παρ­θε­νι­κό­τη­τα τῶν χει­λι­ῶν της.

       «Εἶ­σαι ὄ­μορ­φη»

       «Εἶ­μαι» εἶ­πε ἡ τρι­αν­τα­φυλ­λιά.

       «Ὄ­μορ­φη καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη» συ­νέ­χι­σε ὁ δι­ά­βο­λος. «Ἔ­χεις τὸ χρῶ­μα, τὴ χά­ρη καὶ τὸ ἄ­ρω­μα. Ἀλ­λά…»

       «Ἀλ­λά;»

       «Δὲν εἶ­σαι χρή­σι­μη. Δὲν βλέ­πεις ἐ­κεῖ­να τὰ δέν­τρα φορ­τω­μέ­να μὲ βε­λα­νί­δια; Ἐ­κεῖ­να ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ πλού­σιο φύλ­λω­μά τους, δί­νουν τρο­φὴ σὲ ἕ­να σω­ρὸ πλά­σμα­τα ποὺ ξα­πο­σταί­νουν κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλα­διά τους. Τρι­αν­τα­φυλ­λιά, ἡ ὀ­μορ­φιὰ δὲν ἀρ­κεῖ…»

       Ἡ τρι­αν­τα­φυλ­λιὰ τό­τε —μπαί­νον­τας σὲ πει­ρα­σμό, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἡ γυ­ναί­κα— πό­θη­σε τὴ χρη­σι­μό­τη­τα, μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ τὸ πορ­φυ­ρό της χρῶ­μα χλό­μια­σε.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη αὐ­γή, πέ­ρα­σε ὁ κα­λὸς Θε­ός.

       «Πα­τέ­ρα» εἶ­πε ἐ­κεί­νη ἡ πριγ­κί­πισ­σα τῶν λου­λου­δι­ῶν, τρέ­μον­τας μέ­σα στὴν εὐ­ω­δια­στὴ ὀ­μορ­φιά της «θὰ θέ­λα­τε νὰ μὲ κά­νε­τε χρή­σι­μη;»

       «Ἂς γί­νει τὸ θέ­λη­μά σου, κό­ρη μου» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κύ­ριος, χα­μο­γε­λών­τας.

       Καὶ τό­τε ὁ κό­σμος ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρῶ­το λά­χα­νο.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο (Rubén Darío)(Με­τά­πα τῆς Νικαράγουα, 1867 – Λε­όν, 1916). Ὁ νι­κα­ρα­γουα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πῆρ­ξε ὕ­ψι­στος ἐκ­φρα­στὴς τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ. Θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ποι­η­τὴς ποὺ ἄ­σκη­σε τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­πιρ­ρο­ὴ στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα τοῦ εἶ­ναι τὰ Azul (1888) καὶ Prosas profanas y otros poemas (1896). Τὸ «El nacimiento de la col» δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1893 στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα La Tribuna τοῦ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Γεωργία Κολοβελώνη: Συλλέκτης φιλιῶν

.

Kolobeloni,Georgia-SyllektisFilion-Eikona-01

.

Γε­ωρ­γί­α Κο­λο­βε­λώ­νη

 

Συλ­λέ­κτης φι­λι­ῶν

           

01-Taphί κά­νεις τώ­ρα στὴν Ἑλ­λά­δα;

 — Συλ­λέ­γω φι­λιὰ ἀ­πὸ ὄ­μορ­φες κο­πέ­λες μὲ λευ­κὸ δέρ­μα.

            Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ φά­νη­καν τὰ κα­τά­λευ­κα δόν­τια του. Κον­τρὰ­στ μὲ τὸ σκοῦ­ρο πρό­σω­πό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν πιὸ με­λα­χρι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν στὴν ὀ­θό­νη. Κα­θό­μουν μιὰ θέ­ση ἀ­κρι­βῶς πί­σω του, μὲ πλή­ρη θέ­α στὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ του. Τὸν ἔ­βλε­πα νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ὴ του ἐ­κεῖ, ἐ­δῶ, ποι­ὸς ξέ­ρει ποῦ ἀλ­λοῦ. Ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση στὶς ἐ­ρω­τή­σεις τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου. Μὲ τὴν ἴ­δια ἄ­νε­ση ποὺ θὰ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε σὲ λί­γο τὶς ἐ­ρω­τή­σεις τοῦ κοι­νοῦ με­τὰ τὴν προ­βο­λή. Ἡ ται­νί­α παι­ζό­ταν τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ ἀν­τι­ρα­τσι­στι­κοῦ φε­στι­βάλ. Στὸ ὑ­παί­θριο πάρ­κο κό­σμος πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ πε­ρί­πτε­ρα, συ­ζη­τοῦ­σε, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὁ­μι­λί­ες, δο­κί­μα­ζε ἔ­θνικ γεύ­σεις ἢ ἐ­πέ­με­νε στὸ ἐγ­χώ­ριο σου­βλά­κι. Συγ­χρω­τί­στη­κε μὲ τὸ πλῆ­θος, ἀ­φή­νον­τας τὴν ὁ­μή­γυ­ρη νὰ ἀ­να­λύ­ει ἐμ­βρι­θῶς τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα. Τὸν φαν­τά­στη­κα σκυμ­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­ναν τε­ρά­στιο χάρ­τη, νὰ ση­μα­δεύ­ει κου­κί­δες, χῶ­ρες, ἀν­θρώ­πους, συ­νή­θει­ες, δι­α­δρο­μές· εὐ­θεῖ­ες καὶ καμ­πύ­λες – δρό­μων καὶ γυ­ναι­κῶν μὲ λευ­κὸ δέρ­μα. Στὴν οὐ­ρὰ γιὰ τὰ φα­λά­φελ, γύ­ρι­σε καὶ μὲ κοί­τα­ξε. Μοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι. Φαν­τά­στη­κα τὴ γλώσ­σα του στὸ στό­μα μου.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γε­ωρ­γί­α Κο­λο­βε­λώ­νη (Βαλ­τι­νὸ Τρι­κά­λων). Πτυ­χι­οῦ­χος Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ, κά­το­χος Με­τα­πτυ­χια­κοῦ τίτ­λου σπου­δῶν καὶ ἐ­πι­μορ­φώ­τρια φι­λο­λό­γων στὶς Τε­χνο­λο­γί­ες Πλη­ρο­φο­ρί­ας καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἱ­στο­ρί­ες μὲ λυ­πη­μέ­νη ἀρ­χή (Νέ­ος Ἀ­στρο­λά­βος /Εὐ­θύ­νη, Ἀ­θή­να 2012).

 

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 427 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.