.
.
Α.Κ. Χριστοδούλου
Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία
έρμα τῆς ὁδοῦ Μεταμορφώσεως, ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζαν πρὶν ἀπὸ χρόνια τὰ καταπράσινα περιβόλια, μὲ τὶς μαργαρίτες, τὶς παπαροῦνες καὶ τὶς ἀνεμῶνες νὰ χορεύουν ἀγκαλιὰ μὲ τὰ λυγερόκορμα ἀεράκια τῆς ᾿Ανοίξεως, ὑπῆρχε ἕνα τούβλινο καλυβάκι, μὲ ἕνα κολλητὸ τσατμαδένιο χαμηλὸ ἀποθηκάκι, ὅπου κατοικοῦσε μιὰ συμπαθέστατη γριούλα. Δὲν ὑπῆρχε ἀγωγιάτης, καβάλα σὲ μουλάρι, μὲ προορισμὸ τὴ Μακρυνίτσα, ποὺ νὰ μὴν ἀποχαιρετοῦσε τὴν ὄμορφη πολιτεία μὲ ἕναν τρυφερό, νοερὸ ἀσφαλῶς, ἀσπασμὸ τῆς γλυκύτατης Εὐθαλίας. Σήμερα τὸ καλυβάκι, ἐρειπωμένο, κλειδωμένο, μὲ βουλιαγμένη στέγη καὶ μισογκρεμισμένο τὸ ἀποθηκάκι, σώζεται ἀκόμη καθὼς πληθαίνουν ὁλόγυρα οἱ πολυόροφες φυλακὲς ποὺ ὑψώνει ἡ ἀσυμπόνετη πολιτεία στὶς ἀδιαμαρτύρητες ἐκτάσεις τῶν κληρονόμων Κουτίνα, ξεστρωμένες πλέον, δίχως τάπητες χλόης — τὸ μονοπάτι ἀπὸ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος μετονομάστηκε σὲ ὁδὸ ᾿Ισαύρων πρὸς τιμὴν τῶν εἰκονομάχων Του. ῞Ομως ἡ ἱστορία μας δὲν εἶναι γιὰ τὸ λιτὸ καὶ ἡλιόλουστο ἐνδιαίτημα τῆς καλῆς Εὐθαλίας, ἀλλὰ γιὰ ἕνα ἀφώτιστο καταγώγιο, μουλιασμένο ἀπὸ τὴν ξηρασία στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς της. Τί λέω! γιὰ ἀμέτρητα θεόστεγνα μπουντρούμια, ὅπως θὰ ἀποκαλύψει, ὑποθέτω, ἡ γραφίδα μας. ῍Ας ἀκολουθήσουμε ὅμως τὴ λογικὴ τῶν πραγμάτων. ῾Η Εὐθαλία ζοῦσε μόνη στὸ καλυβάκι. ῍Αν καὶ φαινόταν φτωχή, στὴν πραγματικότητα, ὅπως ἀποδείχτηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ εὐκατάστατη. Σπατάλησε τόσο ρευστό, ποὺ στὸ τέλος ἰκμὰς εὐρωστίας δὲν ἀπόμεινε καμιὰ στὸ ταμεῖο. ῾Ωστόσο ζοῦσε ἁπλὴ ζωή, σὲ μιὰν αὐλὴ γεμάτη λουλούδια καὶ σὲ μιὰ καταπράσινη περιοχὴ ποὺ ἔσφυζε ἀπὸ ζωή. ῾Ολόγυρα ἔθαλλε ἕνας φανταστικὸς παράδεισος. ῾Ωστόσο τὴν ἀγαθὴ ἐτούτη ψυχή, ὅπως, ἀλλίμονο, κάθε ψυχή, παίδευε μιὰ παράξενη μανία — κάθε πρωί, μὲ δυὸ καλάθια στὰ χέρια, χανόταν στὰ ρουμάνια καὶ τὰ μπαΐρια τοῦ Σαρακηνοῦ. Τί ἔκανε στὰ μέρη αὐτὰ ὅπου δὲν ὑπῆρχε χλωρὸ κλαδί; Θαυμάστε, κύριοι, τί παραξενιὲς μποροῦν νὰ ταλανίζουν ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ ἁπλὴ ψυχή — ποὺ σημαίνει, ἐπιτρέψτε μου νὰ προσθέσω, πὼς δὲν πέρασε ποτὲ ἀπὸ τὴν Πλάση ψυχὴ ἀνθρώπου ποὺ νὰ εἶναι στ᾿ ἀλήθεια ἁπλή. ῾Η Εὐθαλία εἶχε τὴ μανία νὰ μαζεύει ὁ,τιδήποτε ξερὸ καταγῆς — ξερὰ φύλλα, ξερὰ λουλούδια, ξερὰ κοτσανάκια. Γέμιζε τὰ καλάθια καὶ φορτωμένη γύριζε στὸ καλυβάκι, ὅπου συνέχιζε τὶς συνηθισμένες ἀσχολίες μιᾶς κανονικῆς μέρας. Μολονότι ὅλοι ἦταν πάντα κοντὰ στὴν Εὐθαλία, κανεὶς ὡστόσο δὲν μπόρεσε νὰ ἐξηγήσει αὐτὴ τὴν τόσο προσωπική της ἰδιοτροπία. Τί νόημα εἶχε ἐκείνη ἡ συγκομιδὴ τῶν ξερῶν ἀπορριμάτων τῆς ζωῆς, ὅπου ἡ ἴδια ἡ ζωὴ εἶχε ἀφανίσει κάθε ἴχνος ζωῆς, κανεὶς δὲν κατάλαβε. ᾿Ερωτήσεις στὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Εὐθαλία δὲ σήκωνε. ῎Εκοβε τὴν κουβέντα καὶ ἀποσυρόταν στὸ καμαράκι. Μὲ τὰ χρόνια ἡ μανία τῆς γριούλας ξεθώριασε στὴ συνείδηση τῶν περιοίκων σὲ ἁπλὴ συνήθεια, κι ἐφόσον εὐχαριστοῦσε τὴν ἴδια, σὲ ἀπασχόληση διασκεδαστική, ἄρα ἀπόλυτα θεμιτή. Ξεθώριασε μάλιστα τόσο πολὺ ποὺ θὰ προκαλοῦσε κατάπληξη ἂν μάθαιναν αἴφνης πὼς ἡ συλλέκτρια εἶχε πάψει νὰ συλλέγει τὴν ξεραΐλα ποὺ ἀφήνει στὸ διάβα της ἡ ζωή. ῞Ομως ὅλα ἔχουν τέλος. ῾Η ἰδιοτροπία τῆς Εὐθαλίας ἐνταφιάστηκε ἕνα δειλινὸ μαζὶ μὲ τὴ σορό της στὸ κοιμητήρι τῆς ῾Αγίας Παρασκευῆς. Καὶ φυσικὰ τὴν ἑπόμενη κιόλας μέρα οἱ βαθιὰ τεθλιμμένοι συγγενεῖς μὲ κατακόκκινα τὰ μάτια, ὑποτίθεται ἀπὸ τὸ κλάμα, ξεκλείδωσαν τὸ σπιτάκι γιὰ τὸ γνωστὸ συγγενικὸ πλιάτσικο. ᾿Αντὶ γιὰ τιμαλφῆ καὶ μετρητὰ ὅμως δὲ βρῆκαν παρὰ μόνο ἕναν χοντρὸ φάκελλο, ὅπου ὑπῆρχαν δεκάδες μισθωτήρια συμφωνητικά. ῾Η μακαρίτισσα φερόταν νὰ ἔχει μισθώσει πάνω ἀπὸ πενήντα δωμάτια, ἀποθηκοῦλες, καταστήματα, καμαράκια, κελάρια καὶ βάλε. Οἱ κληρονόμοι ἔμειναν μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ καὶ μὲ τὶς τσέπες ἄδειες. ῞Ο,τι κληροδότησε ἡ Εὐθαλία σὲ αὐτοὺς ἦταν στὸ τέλος μόνο μιὰ ἀπερίγραπτη ἀμηχανία. Τί ἀποθησαύριζε σὲ αὐτὲς τὶς ἄτυπες τραπεζικὲς θυρίδες ἡ ἄγαμη μακαρίτισσα; Μιὰ ἀρμαθιὰ κλειδιὰ δίπλα στὸ φάκελλο ἔριξε φῶς στὸ σκοτάδι αὐτῶν τῶν μισθίων. ῞Ολα ἦταν φίσκα γεμάτα ἀπὸ τὰ ξερὰ φυλλαράκια, τὰ ξερὰ λουλουδάκια καὶ τὰ ξερὰ κοτσανάκια, ποὺ σόδευε ἡ νεκρὴ μὲ τόση προσήλωση καὶ τόση περισυλλογὴ σὲ ὅλο τὸ διάβα τῆς ἄγονης ζωῆς της. ῾Ως φαίνεται, θὰ μποροῦσε κάποιος διορατικὸς νὰ εἰκάσει, ἡ τίμια Εὐθαλία, μολονότι εὐνοημένη ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητη χλωροφύλλη ποὺ ἀναζωογονοῦσε διαρκῶς τὴ σωματική της εὐρωστία, ὠθούμενη ὡστόσο ἀπὸ ἕνα ἔνστικτο ἀδιευκρίνιστο καὶ σκοτεινό, βλαστολογοῦσε ὁλημερὶς τὴν ξεραΐλα ποὺ θρασομανοῦσε στὰ μπαΐρια τοῦ μυαλοῦ της. Θὰ μποροῦσε ἀκόμη βάσιμα νὰ ὑποθέσει, πρὸς τιμὴν ἀσφαλῶς τῆς θανούσης, πὼς αὐτὴ ἡ δαήμων ἀστεφάνωτη ψυχὴ δὲν πρέπει νὰ καμώθηκε στιγμὴ πὼς ξέχασε τάχα τὴν προίκα, πολυτίμητο δῶρο, μοναδικὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ποὺ ἄφηναν ἀδαήμονες νὰ σαπίζει ὅλες οἱ στεφανωμένες μὲ ἀμάραντα λουλούδια μιᾶς ἀειθαλοῦς ᾿Ανοίξεως ὣς τὰ πέρατα τῆς γῆς.
Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.
Ἀ.Κ. Χριστοδούλου. (Βόλος, 1943). Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, μετάφραση. Σπούδασε Νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ δικηγόρησε στὸ Βόλο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 ἀφοσιώθηκε στὴ μελέτη καὶ στὴ μετάφραση τῆς σύγχρονης ἀγγλόφωνης λογοτεχνίας. Μετέφρασε τὸν Μόμπι-Ντίκ τοῦ Χέρμαν Μέλβιλ. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στὰ περιοδικὰ Ἀντί, Διαβάζω, Θέματα Λογοτεχνίας κ.ἄ. Πρῶτο του βιβλίο Ποιήματα (1971).
Ἀρχειοθετήθηκε ὡς: Ελληνικά,Ηλικίες,Θάνατος,Οικογένεια,Περιγραφή,Φύση,Χριστοδούλου Α.Κ.,Ψυχή | Ἐτικέττες: Α.Κ. Χριστοδούλου,Διήγημα,Λογοτεχνία | Τὰ σχόλια ἔχουν κλείσει








![S-[Sigma]-Somata](http://bonsaistoriesflashfiction.files.wordpress.com/2013/05/s-sigma-somata.jpg?w=468)




