Σωτήρης Δημητρίου: Θὰ σὲ σκοτώσω

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Θὰ σὲ σκοτώσω

 

ΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΠΕ νὰ σὲ φυ­λά­ει ὁ Θε­ὸς ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ τὴν ὥ­ρα κά­τι βα­ρὺ θὰ ἔ­πα­θε, ὅ­πως ἔ­πα­θα κι ἐ­γώ.

Τό­τε δού­λευ­α σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ γκαρ­σόν. Τὴ νύ­χτα. Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους ἦ­ταν τὸ μα­γα­ζί.

       Δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο ἀ­π’ τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ οὔ­τε κι ἀ­πὸ τοὺς πε­λά­τες. Ὁ μά­γει­ρας ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ὥ­ρα δὲν μὲ χώ­νε­ψε. Κά­νε αὐ­τό, κά­νε τ’­ἄλ­λο συ­νε­χῶς νὰ μὴν πά­ρω ἀ­νά­σα οὔ­τε μιὰ στιγ­μή.

       Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε ἡ δου­λειά, ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε τὸ μά­τι συ­νε­χῶς ἀ­πά­νω μου σὰν κα­κὸ σκυ­λί. Μὲ τ’ ὄ­νο­μα δὲν μ’ ἔ­λε­γε πο­τέ. Ἄν­τε ρὲ βλά­χο καὶ ἄν­τε ρὲ βλά­χο, γα­μῶ τὴν Ἀλ­βα­νί­α σας, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Μοῦ ἔ­γι­νε ἄγ­χος. Πή­γαι­να στὸ σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ καὶ δὲν μοῦ κόλ­λα­γε ὕ­πνος.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς πῆ­γα νὰ τὸν καλ­μά­ρω μὲ τὸν τρό­πο μου καὶ γέ­λα­γε πα­ρά­ξε­να.

       Τό­τε ἀρ­ρώ­στη­σα μέ­σα μου. Ἔ­ψα­χνα τρό­πο νὰ βρῶ νὰ τὸν σκο­τώ­σω.

       Ἕ­να βρά­δυ μὲ ἔ­φε­ρε στὸ ἀ­προ­χώ­ρη­το. Σκό­λα­σα, ἔ­φυ­γα ἀπ’ τὸ μα­γα­ζὶ καὶ εἶ­δα τὸ μά­τι του πά­νω μου σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χα, σὰν νὰ ἤ­μουν ἕ­να σί­χα­μα.

       Τρά­βη­ξα γιὰ ἕ­ναν φί­λο μου ποὺ ἔ­με­νε στὴν Δάφ­νη. Ἔ­βρε­χε ἀ­στα­μά­τη­τα.

       Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους κα­τό­πιν μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα πή­γαι­να ὅ­λο στὴ μέ­ση του δρό­μου θο­λός, τρε­λα­μέ­νος. Ὅ­λο μὲ μού­τζω­ναν οἱ ὁ­δη­γοὶ καὶ μοῦ φώ­να­ζαν.

      Ἔ­φτα­σα στὸ Σύν­ταγ­μα, πε­ρί­με­να στὴ στά­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα στα­μα­τά­ει ἕ­να γι­ώ­τα χὶ μπρο­στά μου, μοῦ κορ­νά­ρει, καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ συ­νο­δη­γοῦ. Ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, ἔμ­πα. Ἦ­ταν ὁ μά­γει­ρας.

       Ἄλ­λος ἄν­θρω­πος. Μὲ ρώ­τα­γε για­τί εἶ­σαι μού­σκε­μα, πῶς δι­ά­ο­λο ἔ­γι­νες ἔ­τσι. Ἐ­γὼ τοῦ ’­λε­γα νὰ μὴν σὲ βγά­λω ἀπ΄τὸν δρό­μο. Μὴ σὲ νοιά­ζει, θὰ σὲ πά­ω ἐ­γὼ ὅ­που θές, ἔμ­πα. Ἄλ­λος ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ ἐ­μέ­να τὸ μί­σος δὲν μοῦ εἶ­χε φύ­γει κα­θό­λου.

       Ἀρ­χὲς Βου­λι­αγ­μέ­νης πη­γαί­να­με σὰν τὶς χε­λῶ­νες. Σάβ­βα­το βρά­δυ εἶ­χε φρα­κά­ρει ἡ συγ­κοι­νω­νί­α.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μα­σταν στα­μα­τη­μέ­νοι τί μ΄ἐ­πί­α­σε γυρ­νά­ω καὶ τοῦ λέ­ω θέ­λω νὰ σὲ σκο­τώ­σω.

       Δὲν μοῦ εἶ­πε τί­πο­τα, τί καὶ πῶς. Μουγ­κά­θη­κε.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ πεν­τα­κο­σα­ριὰ μέ­τρα ποὺ πά­λι ἤ­μα­σταν στα­μα­τη­μέ­νοι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ ἔ­φυ­γα.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993) κ.α. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011).

 

Τζέιν Ἂνν Φίλιπς (Jane Anne Phillips): Τυφλὰ Κορίτσια

 

 

Τζέιν Ἂνν Φίλιπς (Jane Anne Phillips)

 

Τυ­φλὰ Κο­ρί­τσια

(Βlind Girls)

 

ΞΕΡΕ πὼς στὸ χω­ρά­φι δὲν ἦ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο τ’ ἀ­γό­ρια καὶ πὼς εἶ­χαν ἔρ­θει νὰ τὶς δοῦν νὰ με­θᾶ­νε μὲ και­νού­ριο κρα­σί. Στὴ μι­κρὴ κα­λύ­βα ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο σκορ­ποῦ­σε ὑ­πο­σχέ­σεις γιὰ φι­λιὰ καὶ μαῦ­ρο ἔ­ρω­τα. Ἡ Τζέ­σε κοί­τα­ζε τὴ Σά­λυ· ἔ­βα­φε τὰ μαλ­λιά της μὲ γρε­να­δί­νη(1), πι­τσι­λών­τας τὰ μπρά­τσα της μὲ τὸ σι­ρό­πι. Τὸ πάρ­τι γι­νό­ταν στὴν κα­λύ­βα κα­τε­βαί­νον­τας τὸ λό­φο ἀ­π’ τὸ σπί­τι της, πλά­ι σε χω­ρά­φια μὲ πα­νύ­ψη­λο χορ­τά­ρι, ἐ­κεῖ ὅ­που μαῦ­ρα φί­δια κοί­τον­ταν μοιά­ζον­τας μὲ ξε­­φού­­σκω­­τες λω­ρί­δες. Τὰ μπου­κά­λια R­i­p­p­l­e(2) εἶ­χαν ἀ­δειά­σει καὶ ἡ Τζέ­σε ἔ­λε­γε πορ­νο­γρα­φι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ δι­ά­φο­ρους ἐ­νή­λι­κες, ἐ­νῶ ὅ­λοι γε­λοῦ­σαν· γιὰ τὴ δε­σποι­νί­δα Χὶκς τὴ δα­σκά­λα τῶν οἰ­κο­κυ­ρι­κῶν μὲ τὰ ρυ­τι­δι­α­σμέ­να καὶ ὑ­γρὰ χέ­ρια ποὺ συ­νέ­χεια τοὺς ἀ­κούμ­πα­γε. Ὅ­σο σκο­τεί­νια­ζε, οἱ ἱ­στο­ρί­ες γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ τρο­μα­κτι­κές. Τε­λι­κά, εἶ­πε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη τους, ἐ­κεί­νη γιὰ τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­γό­ρι της. Εἶ­χαν στα­μα­τή­σει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ ἕ­ναν ἐ­ρη­μι­κὸ χω­μα­τό­δρο­μο μιὰ νύ­χτα σὰν αὐ­τή, μὲ τὸν ἀ­έ­ρα νὰ φυ­σᾶ καὶ με­τὰ νὰ βρέ­χει, ὁ­λό­κλη­ρος ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ στά­ζει δά­κρυ­α πα­τα­το­χυ­μοῦ. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ πᾶ­με νὰ φύ­γου­με, ἱ­κε­τεύ­ει τὸ κο­ρί­τσι, Ἀ­κού­ω κά­τι νὰ γδέρ­νει τὸ ἁ­μά­ξι. Γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, γκρι­νιά­ζει τὸ ἀ­γό­ρι, καὶ πα­τά­ει τὸ γκά­ζι· αὐ­τὸ σκλη­ρί­ζει. Στὸ σπί­τι βρί­σκουν τὸν γάν­τζο ἑ­νὸς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νου τρε­λοῦ γρα­πω­μέ­νο στὴν πόρ­τα. Ἡ Τζέ­σε πε­ρι­έ­γρα­ψε τὸ κί­τρι­νο, σά­πιο πρό­σω­πο καὶ τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο κο­λό­βω­μα. Τὸν πε­ρι­έ­γρα­ψε: ξε­φυ­σά­ει στὸ χορ­τά­ρι, οὐρ­λιά­ζει κα­θὼς κά­τι ψά­χνει. Μύ­ρι­ζε τὴ βρώ­μα του ἀ­πὸ ὠ­μὰ λα­χα­νι­κά, ἕ­ναν δι­ωγ­μέ­νο, αἱ­μό­φυρ­το κα­ουμ­πό­ι μὲ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ στά­χυ – κι ἔ­χα­σε τὴ συγ­κέν­τρω­σή της. Βογ­γη­τὰ στὸ σκο­τά­δι καὶ τσι­ρί­δες.  Μή μή, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μή. Νευ­ρι­κὰ γέ­λια. Ἡ Σά­λυ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κα­λύ­βας.  Τὸ χορ­τά­ρι κου­νι­ό­ταν, εἶ­πε, κά­τι σέρ­νε­ται στὰ χόρ­τα.  Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Ναί, κά­τι ἔρ­χε­ται, καὶ ἡ φω­νὴ στὸ τέ­λος ὑ­ψώ­θη­κε.  Εἶ­ναι κά­τι ἀ­γό­ρια μό­νο. Θέ­λουν νὰ μᾶς τρο­μά­ξουν.  Ἀλ­λὰ ἡ Σά­λυ κλα­ψού­ρι­ζε καὶ κο­πα­νοῦ­σε τὰ μπρά­τσα της. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, ἀγ­κά­λια­σε τὰ πό­δια τῆς Τζέ­σε καὶ μουρ­μού­ρι­σε μέ­σα στὰ μπού­τια της. Ἐν­τά­ξει, θὰ σὲ πά­ω στὸ σπί­τι.  Ἡ Σά­λυ κο­κα­λω­μέ­νη, τὰ νύ­χια της χω­μέ­να βα­θιὰ στὸ δέρ­μα. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κου­νη­θεῖ. Ἡ Τζέ­σε ἔ­δε­σε ἕ­να μαν­τή­λι γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια της καὶ τὴν ὁ­δή­γη­σε σὰν ἄ­λο­γο μέ­σα ἀ­πὸ τὴ φω­τιά, ἀ­νε­βαί­νον­τας τὸ λό­φο πρὸς τὸ σπί­τι,  ἕ­να φθο­ρι­οῦ­χο φῶς μα­λα­κὸ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἀ­γό­ρια ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ρά­φι στριγ­γλί­ζον­τας.

 

(1). Σπι­τι­κὸ σι­ρό­πι ρο­διοῦ.

(2). Φτη­νό, φρου­τῶ­δες, γλυ­κὸ κρα­σὶ τῶν γκέ­το. Θε­ω­ρεῖ­το κρα­σὶ τῶν ἀλ­κο­ο­λι­κῶν. Ἔ­πα­ψε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ με­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­70

 

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τζέιν Ἂνν Φί­λιπς (J­a­ne A­n­ne P­h­i­l­l­i­ps). Γεν­νή­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Βιρ­τζί­νια καὶ δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 3 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ 5 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Γιάννης Παλαβός: Μεγάλος

 

 

Γιάννης Παλαβός

 

Μεγάλος

 

Στὴν Ἕλη

                 

 ΜΠΑΜΠΑΣ ΜΟΥ ΚΑΠΝΙΖΕΙ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κι­ό­σκι. Κα­θι­στὸς σ’ ἕ­να σκα­μνί. Μό­λις ποὺ τὸν ξε­χω­ρί­ζω πί­σω ἀ­π’ τὶς ντο­μα­τι­ὲς κα­θὼς κα­τη­φο­ρί­ζω γιὰ νὰ μπῶ στὸν μπαχ­τσέ. «Μπαμ­πά» λέ­ω «τὸ πο­δή­λα­το τά ’­παι­ξε». Τὸν βλέ­πω ποὺ σμί­γει τὰ φρύ­δια του. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ω ἔ­τσι. «Τί ἔ­χει;» ρω­τά­ει. Στη­ρί­ζω τὸ πο­δή­λα­το σὲ δυ­ὸ ντά­νες τε­λά­ρα, ἄ­δεια, δε­μα­τι­α­σμέ­να γιὰ νὰ πᾶ­με στὸ χω­ρά­φι τὸ πρω­ί. Τώ­ρα σου­ρου­πώ­νει. Ὁ μπαμ­πὰς ση­κώ­νε­ται ἀρ­γά. Σή­με­ρα ἦ­ταν πρω­ι­νός, ἔ­πει­τα ἤ­πι­ε ρα­κὲς στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κοι­μή­θη­κε δυ­ὸ ὧ­ρες καὶ τώ­ρα, κα­θὼς τὸ Βελ­βεν­τὸ γί­νε­ται μὸβ κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ποὺ δύ­ει, κά­νει τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό του τσι­γά­ρο. Δεί­χνω τὸ πε­τά­λι, «ξε­βι­δώ­θη­κε» λέ­ω. Τὸ πιά­νω καὶ τὸ φέρ­νω μιὰ σβού­ρα. Ἄλ­λη μιὰ καὶ θὰ πέ­σει στὰ χόρ­τα. «Πλα­στι­κού­ρα, μπαμ­πά. Θέ­λει ἄλ­λαγ­μα.» Ὁ μπα­μπὰς φέρ­νει τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη. Τὴν ἔ­χει μέ­σα στὸ πα­λιὸ ψυ­γεῖ­ο. Τώ­ρα οἱ γο­νεῖς μου ἀ­γό­ρα­σαν και­νού­ριο, no frost. Τὸ πα­λιὸ ἔ­γι­νε ντου­λά­πα κά­τω ἀ­π’ τὸ κιό­σκι. Ὁ μπα­μπὰς σκύ­βει στὰ πε­τά­λια. Ἐ­γὼ κά­θο­μαι πα­ρα­πέ­ρα, σὲ μιὰ κλού­βα. «Τοὺς πού­στη­δες» λέ­ει. Μ’ ἀ­κού­ει ποὺ γε­λά­ω καὶ μοῦ ρί­χνει ἕ­να κο­φτὸ βλέμ­μα. «Θὰ πᾶ­με αὔ­ριο με­τὰ τὰ ρο­δά­κι­να στὰ Σέρ­βια ν’ ἀλ­λά­ξου­με πε­τά­λια.» Ὕ­στε­ρα ἀ­νοί­γει τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη καὶ τὴν κοι­τά­ζει, ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου βλέ­πω τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό της. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι ’­κεῖ μέ­σα γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα κλει­διὰ καὶ κα­τσα­βί­δια, τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο, σὰν μα­κα­ρό­νια με­τὰ τὸ σού­ρω­μα. Ὁ μπαμ­πὰς τὰ πα­ρα­τη­ρεῖ. Ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι, παίρ­νει ἕ­να λε­πτὸ καὶ μα­κρὺ κλει­δί, μὲ μιὰ τρύ­πα στὴ μέ­ση. Γο­να­τί­ζει πλά­ι στὸ πε­τά­λι ποὺ πα­λατ­ζά­ρει. Ἀρ­χί­ζει καὶ βι­δώ­νει τὴ βά­ση τοῦ πε­τα­λιοῦ. Τὸ βλέ­πω, τὸ νι­ώ­θω ποὺ σφίγ­γει. «Γιὰ ἀ­νέ­βα» λέ­ει. Ἀ­νε­βαί­νω. Κά­νω ἕ­ναν γύ­ρο στὴν αὐ­λή, βγαί­νω στὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο, ξα­να­κα­τη­φο­ρί­ζω. Τὸ πο­δή­λα­το φυ­σά­ει, σκέ­φτο­μαι – ἀλ­λὰ δὲν τὸ λέ­ω. Φτά­νω στὸ κιό­σκι καὶ ξε­πε­ζεύ­ω. Ὁ μπαμ­πὰς ἔ­χει ἀ­νά­ψει κι ἄλ­λο τσι­γά­ρο. «Θὰ μοῦ δώ­σεις κι ἐ­μέ­να ἕ­να;» λέ­ω. Δὲν προ­λα­βαί­νει ν’ ἀ­παν­τή­σει κι ἀ­κού­γε­ται ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τη­λέ­φω­νο. Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει νὰ τὸ ση­κώ­σει. «Ἐμ­πρός;» λέ­ει. «Ναί, ἐ­δῶ εἶ­ναι.» Γυ­ρί­ζει σὲ μέ­να, τὸν βλέ­πω μέ­σα ἀ­π’ τὴ σί­τα τῆς πόρ­τας. «Ἡ γυ­ναί­κα σου, λέ­ει ὅ­τι ὁ μι­κρὸς ἔ­χει πυ­ρε­τὸ – ἔ­λα, πλη­ρώ­νει ὑ­πε­ρα­στι­κό.» Ση­κώ­νο­μαι, σκύ­βω μὴ χτυ­πή­σω τὸ κε­φά­λι στὸ κι­ό­σκι καὶ μπαί­νω στὸ σπί­τι.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Πα­λα­βὸς (Βελ­βεν­δὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι: Τὸ ἀστεῖο (ἐκδ.Νεφέλη, 2012). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, (Δε)κα­τά, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση κ.ἄ. Συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι.

 

Βασίλης Γκουρογιάννης: Ὁδηγώντας ὁ τυφλός

 

 

 

Βασίλης Γκουρογιάννης

 

Ὁδηγώντας ὁ τυφλός

 

ΤΗΡΙΖΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ στὶς πα­λά­μες καὶ προ­σπα­θῶ νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω τὸ κλί­μα καὶ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ, ὄ­χι τό­σο μα­κρι­νοῦ και­ροῦ ἀλ­λὰ ἀ­νά­με­σα Χρι­στού­γεν­να καὶ Ὀ­λυμ­πια­κοὺς ἀ­γῶ­νες τοῦ 2004. Θυ­μᾶ­στε, τό­τε ἦ­ταν σὰ νὰ βρι­σκό­μα­σταν ὅ­λοι οἱ Ἕλ­λη­νες σ΄ἕ­να νη­σι­ώ­τι­κο τα­βερ­νά­κι μὲ θέ­α καὶ κοι­τά­ζα­με στὸν γλαυ­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­μέ­νον­τας ἀ­πὸ κεῖ ποὺ ρο­δί­ζει νὰ φα­νεῖ ἡ παν­σέ­λη­νος. Ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο ὅ­λα ἦ­ταν πο­θη­τά, ἡ­δο­νι­κὰ ἀ­νυ­πό­μο­να σὰν ἕ­να χέ­ρι ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ δι­α­νοί­ξει τοὺς βε­λού­δι­νους μη­ροὺς καὶ ν΄ἀ­νέ­βει ψη­λό­τε­ρα. Τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι γιὰ τὴν τρι­σμέ­γι­στη σο­φί­α τοῦ ἀ­πά­νω κό­σμου ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι κύ­κλος. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ ἔ­νι­ω­θα καὶ ἐ­γὼ ἐ­κεῖ­νο τὸ γι­ορ­τι­νὸ με­ση­με­ρά­κι ποὺ πῆ­ρα γιὰ πέμ­πτη, ἕ­κτη φο­ρὰ τὸ και­νού­ριο μας Με­τρὸ πη­γαί­νον­τας ἄ­σκο­πα πρὸς τὸ τέρ­μα καὶ πά­λι πρὸς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α γλεν­τών­τας τὸ συγ­κοι­νω­νια­κὸ ἐ­πί­τευγ­μα τῆς πρω­τεύ­ου­σας. Εἶ­χε ἐγ­και­νια­σθεῖ πρὶν λί­γες μέ­ρες. Μπο­ρού­σα­με ἐ­πι­τέ­λους οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι νὰ κυ­κλο­φο­ροῦ­με μέ­σα στὴ γῆ ἄ­νε­τα καὶ γρή­γο­ρα σὰν τοὺς ἀ­ρου­ραί­ους. Ὁ κα­θέ­νας ἔμ­παι­νε καὶ ἔ­βγαι­νε σὲ ὅ­ποια τρύ­πα ἤ­θε­λε. Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πλα­νή­σεις μου στὴν ἔ­ξο­δο τοῦ σταθ­μοῦ «Ὁμόνοια» συγ­κρού­σθη­κα ἄ­γαρ­μπα μὲ κά­ποι­α κυ­ρί­α. Τὸ αἰ­σθάν­θη­κα ἐ­νο­χλη­τι­κὸ σὰ νὰ ἤ­θε­λε νὰ μὲ σκουν­τή­σει ἐκ προ­θέ­σε­ως. Τὴν κοί­τα­ξα ἐ­νο­χλη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη δὲν μὲ κοί­τα­ξε κάν.Τὰ μαῦ­ρα γυα­λιά της κοι­τοῦ­σαν εὐ­θεί­α, ὕ­στε­ρα εἶ­δα στὸ χέ­ρι της τὸ πτυσ­σό­με­νο μπα­στου­νά­κι τῶν τυ­φλῶν ποὺ ἤ­δη ἄρ­χι­σε νὰ τὸ πε­ρι­φέ­ρει καὶ νὰ ξύ­νει τὸ δά­πε­δο τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­σφα­λῆ πο­ρεί­α. Δύ­σκο­λο νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι τὸ μπα­στου­νά­κι τῶν τυ­φλῶν δὲν εἶ­ναι ζῶν ὀρ­γα­νι­σμὸς καὶ ὅ­τι κά­που ἔ­χει ἄ­γρυ­πνα μι­κρο­σκο­πι­κὰ μα­τά­κια σὰν τοῦ φι­διοῦ. Πα­ρα­τη­ρεῖ­στε το! Κοί­τα­ξα τώ­ρα τὴν κυ­ρί­α μὲ συμ­πά­θεια, ἐν­τά­ξει εἶ­χε γιὰ τὴ βο­ή­θειά της τὸ μα­γι­κὸ ρα­βδά­κι ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ χρο­νιά­ρες μέ­ρες ἔ­πρε­πε νὰ κά­νω τὸ κα­λό. Προ­σφέρ­θη­κα νὰ τὴν βο­η­θή­σω καὶ τὴν ἄγ­γι­ξα ἐ­πι­κοι­νω­νια­κά. Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ δέ­χτη­κε τὴ βο­ή­θειά μου. Ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ τὰ μαῦ­ρα γυα­λιά της πό­τε πρό­σθε­ταν πό­τε ἀ­φαι­ροῦ­σαν μυ­στή­ριο ἀ­πὸ τὴν πα­γω­μέ­νη φυ­σι­ο­γνω­μί­α της. Ἐ­γὼ μὲ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τοῦ ἀ­νοι­χτο­μά­τη κοί­τα­ζα τὶς πι­να­κί­δες καὶ τὶς φω­τει­νὲς ἐν­δεί­ξεις τῶν εἰ­σό­δων, ἐ­ξό­δων, ἀ­νό­δων, κα­θό­δων, τὰ βέ­λη καὶ βε­λά­κια τῆς πο­ρεί­ας, τὶς κυ­λι­ό­με­νες καὶ στα­θε­ρὲς σκά­λες κ.τ.λ. καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κι­νη­θῶ πρὸς τὴν σω­στὴ κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου κα­τεύ­θυν­ση ἐ­ξό­δου τοῦ λα­βυ­ρίν­θου. Ἡ πρώ­τη ἀ­πό­πει­ρα ἐ­ξό­δου μὲ ἔ­στει­λε ἀλ­λοῦ, ἡ δεύ­τε­ρη ἀλ­λοῦ, τὰ λά­θη μου ἦ­ταν δύ­ο στὰ δύ­ο. Ἐ­κεί­νη τί­να­ξε τὸ μπρά­τσο της νὰ ἀ­νε­ξαρ­τη­το­ποι­η­θεῖ ἀ­πὸ τὴ συ­νο­δεί­α μου. Στά­θη­κε ἀ­κί­νη­τη μὲ ὑ­ψω­μέ­νο τὸ κε­φά­λι σὰν κά­τι νὰ ὀ­σμι­ζό­ταν ἀ­πὸ μα­κρυά. Συ­γύ­ρι­σε τὸ κορ­μί της ὅ­πως τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ ποὺ γυ­μνά­ζουν τὶς φτε­ροῦ­γες, ὕ­στε­ρα ἄ­κου­σα μὲ κα­τά­πλη­ξη κά­τι ποὺ εἶ­πε δυ­να­τά, μᾶλ­λον πρὸς ἐ­μέ­να σὰν δι­α­τα­γή. «Ἀκολουθεῖστε». Τὸ ἄγ­χος τοῦ ἐγ­κλω­βι­σμοῦ μας με­τα­βλή­θη­κε σὲ δι­κή μου ἀ­μη­χα­νί­α καὶ ντρο­πή. Ὅ­μως μη­χα­νι­κὰ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα, μὲ κρά­τα­γε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ βά­δι­ζε μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κοι­τά­ξω λο­ξά, δί­πλα ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ τὰ μά­τια της. Ἦ­ταν κλει­στά, τό­σο κλει­στὰ σὰν πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα ἀ­κα­τοί­κη­του σπι­τιοῦ. Τὸ ρα­βδά­κι της χτυ­ποῦ­σε ρυθ­μι­κά, ἀ­δι­ά­κο­πα σὲ δά­πε­δα, τοι­χεῖ­α, πα­πού­τσια πε­ρα­στι­κῶν. Πά­λι ξα­να­κοί­τα­ξα τὰ μά­τια της μὲ δι­α­κρι­τι­κὸ τρό­πο ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­πτευ­ό­μουν βά­σι­μα ὅ­τι μᾶλ­λον βλέ­πει, ἔ­στω πί­σω ἀ­πὸ μιὰ λε­πτὴ κουρ­τί­να. Τὰ μά­τια της ἦ­ταν δύ­σμορ­φες οὐ­λές. Τώ­ρα ὅ­μως μὲ ἔ­σερ­νε ἀ­λάν­θα­στα πρὸς τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα. Πά­τη­σε τὸ κουμ­πί, κα­τά­λα­βε πό­τε ἦρ­θε ἡ καμ­πί­να, ἄ­νοι­ξε, σχε­δὸν μὲ ἔ­συ­ρε μέ­σα, μὲ εἶ­χε ἀ­κό­μα κρα­τη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι τοῦ παλ­τοῦ. Μὲ ὀρ­θά­νοι­χτη —σὰν μούν­τζα— τὴ δε­ξιά της πα­λά­μη χά­ι­δε­ψε ἐ­κτε­τα­μέ­να τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς καμ­πί­νας στὴν πλευ­ρὰ τῶν κουμ­πι­ῶν. Χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ πά­τη­σε τὸ σω­στὸ μπου­τὸν ποὺ ἔ­βγα­ζε στὸ πρῶ­το ὑ­πό­γει­ο τῆς Ὁ­μό­νοι­ας. Ἐ­ξήλ­θα­με. Πλέ­ον ἤ­μουν σὲ πα­σί­γνω­στο μέ­ρος, ἀ­να­κου­φί­σθη­κα. Ἴ­σως κά­τι πε­ρί­με­νε ν΄ἀ­κού­σει ἀ­πὸ μέ­να ποὺ ὅ­μως δὲν τὸ ἄ­κου­γε. Δι­αι­σθα­νό­μουν τὴν πλη­σμο­νή της. Μὲ εἶ­χε ἀ­κό­μα κρα­τη­μέ­νον ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ στε­κό­ταν λο­ξά μου. Ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει ψυ­χρὰ ἀλ­λὰ στορ­γι­κά: «Φαν­τά­ζο­μαι ξέ­ρε­τε νὰ βγεῖ­τε ἀ­πὸ δῶ. Πρὸς τὰ ποῦ πᾶ­τε;» Ἂν ἀ­παν­τοῦ­σα θὰ ἔ­πρε­πε ἐν­τί­μως μό­νο αὐ­τὸ νὰ πῶ :«Κα­λή μου κυ­ρί­α θὰ πά­ω νὰ βγά­λω τὰ μά­τια μου. Θέ­λω κι ἐ­γὼ νὰ βλέ­πω ἀ­πὸ ἄλ­λα μά­τια ὅ­πως ἐ­σεῖς, ἐ­τοῦ­τα τὰ πρά­σι­να τὰ ἔ­χω γιὰ ὀ­μορ­φιά.» Ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι τὸ κορ­μί της τρέ­μει, ὅ­τι τρο­φο­δο­τεῖ­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στα μα­γνη­τι­κὰ πε­δί­α, τρέ­μει σὰν τὸ ρα­βδὶ τῶν ρα­βδο­σκό­πων. Συ­γυ­ρί­σθη­κε, ὕ­ψω­σε τὸ κε­φά­λι σὰν κά­τι νὰ ὀ­σφραί­νε­ται, μὲ μιὰ νευ­ρι­κὴ κί­νη­ση μὲ ξαγ­κί­στρω­σε ἀ­πὸ τὸ κρά­τη­μα τοῦ παλ­τοῦ, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­τα­ξὺ μας ἀ­πό­στα­ση κι ἐ­γὼ αἰ­σθάν­θη­κα πο­λὺ ἄ­σχη­μα, ὅ­πως αἰ­σθά­νε­ται τὸ ἄ­γευ­στο ψα­ρά­κι ποὺ τὸ ξαγ­κι­στρώ­νουν οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὸ πε­τᾶ­νε μὲ πε­ρι­φρό­νη­ση πά­λι στὸ νε­ρό. Ἀ­πὸ τὰ σπα­σμέ­να ρου­θου­νά­κια τρέ­χει τὸ λι­γο­στὸ αἷ­μα στὴν ἀ­πέ­ραν­τη θά­λασ­σα, ἀ­δύ­να­τον νὰ τὴν κοκ­κι­νή­σει. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν μά­ται­ο τὸ ἀγ­κί­στρω­μά του. Στὸν λί­γο χρό­νο ποὺ σπαρ­τά­ρι­σε στὸ κα­λά­μι τοῦ ψα­ρὰ εἶ­δε ὅ­τι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ νε­ρὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἄλ­λος δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀ­δι­α­νό­η­τος κό­σμος. Τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ τὴ λέ­ω στοὺς φί­λους μου, στὸν Κούρ­τη, στὸν Ρεκ­κέ, στὸν Πα­πα­νώ­τη καὶ γε­λοῦν. Ὅ­μως δὲν τὴν πι­στεύ­ουν. Νο­μί­ζουν ὅ­τι εἶ­ναι τῆς φαν­τα­σί­ας μου, δὲν ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ται ὅ­τι ἕ­νας ἀ­λη­θι­νὰ τυ­φλὸς μπο­ρεῖ νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σει.

 

      14.03.2012

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Βα­σί­λης Γκου­ρο­γιά­ννης (Γρα­νί­τσα Ἰ­ω­αν­νί­νων, 1951). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο. Φοί­τη­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­α βου­νοῦ (ποί­η­ση, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, Ἀ­θή­να, 1985), Τὸ ἀ­ση­μό­χορ­το ἀν­θί­ζει (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1992), Κόκ­κι­νο στὴν Πρά­σι­νη Γραμ­μή (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2009). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη γω­νία (Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2011).

 

Εἰκόνα: Ἐπιτοίχιος χάρτης γιὰ τυφλοὺς στὸ παρισινὸ μετρό.

 

Κάθρην Νόλτε (Katherine Nolte): Πρὶν ἀπὸ τὸ τρένο καὶ μετά

 

 

Κάθρην Νόλτε (Katherine Nolte)

 

Πρὶν ἀπὸ τὸ τρένο καὶ μετά

(Before the Train and After)

 

ΤΖΕΡΕΜΙ εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ τρέ­νο. Ἦ­ταν σκο­τά­δι, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα, καὶ στε­κό­μα­σταν δί­πλα στὶς ρά­γες τοῦ τρέ­νου, ἐ­κεῖ­νες τὶς ρά­γες ποὺ περ­νᾶ­νε δί­πλα ἀ­π’ τὸ κλὰμπ ὅ­που εἴ­χα­με μό­λις δεῖ τὸν φί­λο τοῦ Τζέ­ρε­μι, τὸν Πώλ, νὰ παί­ζει μὲ τὴ μπάν­τα του, τοὺς Σαν­ντά­ουν Κίν­γκς.

       Ἦ­ταν σκο­τά­δι. Τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­νε. Βλέ­πα­με τὰ φῶ­τα του, ἀ­κού­γα­με τὸ ρυθ­μι­κό του κού­νη­μα. Στε­κό­μα­σταν ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὶς ρά­γες, στὴ σκιὰ τοῦ T­he M­i­ll. Ἂν ἅ­πλω­να τὸ πό­δι μου, τὰ δά­χτυ­λά μου θὰ ἔ­φτα­ναν τὸ κρύ­ο μέ­ταλ­λο.

       Ὁ Τζέ­ρε­μι εἶ­πε, «Θὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σω. Λὲς νὰ μπο­ρῶ;» κι ἔ­βγα­λε τὰ χέ­ρια του ἀπ’ τὶς τσέ­πες.

       Μα­ζί μας ἦ­ταν κι ὁ Πώλ, ἀλ­λὰ καὶ ἡ και­νού­ρια του κο­πέ­λα, ἡ Μάρ­τυ. Οἱ τέσ­σε­ρίς μας στε­κό­μα­σταν στὴ σει­ρά. Ὁ Πὼλ καὶ ἡ Μάρ­τυ γε­λοῦ­σαν.

       «Κά­ν’ το Τζέ­ρε­μι», εἶ­πε ἡ Μάρ­τυ. Ἡ φω­νή της ἦ­ταν βρα­χνή. Ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ τρέ­νο πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρός μας βρον­τε­ρὸ καὶ τρα­χύ. Ἡ δύ­να­μή του προ­κα­λοῦ­σε δό­νη­ση τό­σο ἰ­σχυ­ρὴ ποὺ τρύ­πω­νε στὰ πό­δια μου καὶ τά ‘κα­νε νὰ τρί­ζουν, σὰν ὁ ἦ­χος του νὰ δι­α­περ­νοῦ­σε τὸ κορ­μί μου. Κοί­τα­ξα τὸν Τζέ­ρε­μι. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ πρό­σω­πό του, τὴν ἄ­σπρη σὰν τὸ φεγ­γά­ρι, μα­λα­κὴ λάμ­ψη τοῦ δέρ­μα­τός του. Τὸν εἶ­δα νὰ ση­κώ­νει τὸ χέ­ρι του. Φο­βή­θη­κα πὼς θὰ τοῦ τό ‘κό­βε τὸ τρέ­νο.

      Καὶ τοῦ τό ‘κο­ψε.

 

       Αὐ­τὸ ἦ­ταν ποὺ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας κα­θὼς ση­κώ­θη­κε ἀπ’ τὴ γῆ: «Μπο­ρῶ νὰ σὲ βο­η­θή­σω;­». Ὅ­ταν μι­λοῦ­σε χῶ­μα ἔ­πε­φτε ἀπ’ τὸ στό­μα του.

       Πό­τι­ζα τὸν κῆ­πο. Ὁ ἄν­τρας ποὺ ση­κώ­θη­κε ἀπ’ τὴ γῆ, σκού­πι­σε τὸ χῶ­μα ἀπ’ τὸ δέρ­μα του. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ λά­στι­χο κι ἐ­κεῖ­νος τὸ ἔ­πι­α­σε μὲ δυ­ὸ σφι­χτὲς γρο­θι­ές. Οἱ ντο­μα­τι­ὲς ἔ­λαμ­παν, τὸ δέρ­μα τους ἦ­ταν ὑ­γρὸ κι ἀ­στρα­φτε­ρό, κι ὁ τρό­πος ποὺ τὸ νε­ρὸ ἐ­πλέ­νε τὶς φλέ­βες τους ἔ­μοια­ζε μὲ μου­σι­κή.

      Ἔ­μοια­ζε μὲ μου­σι­κή. Ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πώλ.

 

       Ξέ­ρω ὅ­τι τὸ γιὰ πάν­τα ση­μαί­νει στὰ εὔ­κο­λα καὶ στὰ δύ­σκο­λα, μὲ δύ­ο χέ­ρια καὶ μὲ ἕ­να. Πρὶν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο καὶ με­τά. Γιὰ πάν­τα ση­μαί­νει ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν στέ­κε­σαι φο­ρών­τας τὸ νυ­φι­κό σου καὶ ἡ οὐ­ρά του εἶ­ναι μα­κριὰ καὶ σ’ ἀγ­κα­λιά­ζει σὰν ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο, λευ­κὸ χά­δι, γιὰ πάν­τα δὲν ση­μαί­νει ἀ­τύ­χη­μα, δὲν ση­μαί­νει κι ὅ,τι ἤ­θε­λε προ­κύ­ψει.

       Ἕ­να κομ­μά­τι του λεί­πει. Καὶ ναί, ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι τὸ χέ­ρι του, ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ κά­τι ἀ­κό­μα. Κι ἂν χά­θη­κε τὸ κα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι του; Κι ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χέ­ρι ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι του, ἐ­κεῖ­νο ποὺ πῆ­ρε τὸ τρέ­νο κα­θὼς δι­έ­σχι­ζε τὴ νύ­χτα;

 

       Ὁ Πὼλ ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴ γῆ. Τὸ κε­φά­λι του, οἱ ὦ­μοι του, τὸ στῆ­θος του βγῆ­καν ἀ­π’ τὸ χῶ­μα σὰν κλα­διὰ ἀμ­πε­λιοῦ. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἕ­νας πλή­ρης ἄν­τρας, στε­κό­ταν ἐ­κεῖ μπρο­στά μου, καὶ μὲ ρω­τοῦ­σε ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ βο­η­θή­σει μὲ τὸν κῆ­πο.

       «Ἄ­λι­σον», εἶ­πε, «σ’ ἀ­γα­πῶ. Πάν­τα σ’ ἀ­γα­ποῦ­σα».

       «Πώλ», εἶ­πα, «δὲν μπο­ρῶ. Τὸ ξέ­ρεις πὼς δὲν μπο­ρῶ. Τὸ ξέ­ρεις».

       Εἶ­πε, «Ξέ­ρω ὅ­τι μπο­ρεῖς», καὶ μὲ πλη­σί­α­σε. Οἱ μπό­τες του ἀ­κούμ­πη­σαν τὶς δι­κές μου.

       Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του μὲ τὰ δύ­ο χέ­ρια μου, πά­νω-κά­τω σὰν νὰ ἤ­θε­λα ν’ ἀ­νά­ψω φω­τιά.

       Καὶ ξύ­πνη­σα μὲ τὸν ἄν­τρα μου δί­πλα μου, τὸ μπα­τα­ρι­σμέ­νο μπρά­τσο του ν’ ἀ­κουμ­πά­ει τὸ γο­φό μου.

       Με­τὰ τὸ τρέ­νο, τὶς ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες, τὸ χέ­ρι τοῦ Τζέ­ρε­μι πρή­στη­κε, ἔ­γι­νε σὰν κού­τσου­ρο πα­χύ. «Εἶ­ναι τὸ τραῦ­μα, μα­μά», εἶ­πε, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι θὰ μοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο. Πρή­στη­κε τὸ χέ­ρι του, τοῦ ἔ­πε­σαν οἱ τρί­χες καὶ πῆ­ρε ἕ­να χρῶ­μα ἀλ­λό­κο­το, κά­τι σὰν ὀρ­γι­σμέ­νο κόκ­κι­νο. Δὲν ἄν­τε­χα νὰ τὸ βλέ­πω πιά. Ἁ­πλῶς δὲν ἄν­τε­χα νὰ τὸ βλέ­πω.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­μως κοί­τα­ζα.

 

       Δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος πρὶν τὸ τρέ­νο, μο­νά­χα με­τά. Μο­νά­χα τώ­ρα. Εἴ­μα­στε στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ Τζέ­ρε­μι κά­θε­ται στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ.

       Τοῦ λέ­ω, «Οἱ ζω­ές μας ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει γιὰ πάν­τα.»

       Λέ­ει, «Εἶ­ναι ἁ­πλῶς τὸ χέ­ρι μου. Θὰ ξα­να­φυ­τρώ­σει.»

       Κρα­τῶ τὰ μά­τια μου στὸ δρό­μο.

 

       Στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο, κά­νω μα­σὰζ στὴν πλά­τη τοῦ Τζέ­ρε­μι. Τρί­βω τοὺς μῦς του μέ­χρι νὰ βογ­γή­ξει.

       «Ἐ­κεῖ», λέ­ει, «ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ. Τέ­λεια.­». Τὸ κε­φά­λι του εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ βλέ­πω μο­νά­χα τὸ μι­σό του πρό­σω­πο. Φι­λά­ω τὴν ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν του. «Σ’ ἀ­γα­πά­ω», λέ­ει, καὶ τὸν ξα­να­φι­λά­ω.

       Τὸ χέ­ρια μου χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ δέρ­μα του. Τὰ δά­χτυ­λά μου ρου­φοῦν τὴ ζε­στα­σιὰ τῆς πλά­της του. Εἶ­ναι ἀρ­γά, ἔ­ξω εἶ­ναι ὅ­λα ἥ­συ­χα. Τὸ σπί­τι μας εἶ­ναι κι αὐ­τὸ ἥ­συ­χο. «Τζέ­ρε­μι», λέ­ω, «μπο­ρεῖς νὰ μοῦ πεῖς πῶς εἶ­ναι;»

       Ἀλ­λὰ τὰ μά­τια του εἶ­ναι κλει­στά, ἡ ἀ­νά­σα του βα­θιά.

       Ἔ­χουν ἤ­δη πε­ρά­σει εἴ­κο­σι τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἀ­π’ τὸ τρέ­νο, μὰ με­ρι­κὲς φο­ρὲς νι­ώ­θω λὲς καὶ εἶ­μαι ἀ­κό­μα στὶς ρά­γες, λὲς καὶ μὲ σκε­πά­ζουν ἀ­κό­μα οἱ σκι­ές, πε­ρι­μέ­νον­τας πό­τε θὰ φτά­σει.

 

       Εἶ­μαι μὲ τὸν Πὼλ κι ὅ,τι ἤ­θε­λε προ­κύ­ψει. Φι­λά­ει τὸν ὦ­μο μου. Λέ­ει τὸ ὄ­νο­μά μου καὶ τρί­βει τὸ στό­μα του στὸ δέρ­μα μου. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν εἶ­ναι ὄ­νει­ρο.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ», λέ­ω, σὰν νὰ ἔ­χω χορ­τά­σει, ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐν­νο­ῶ, «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μὴ στα­μα­τᾶς.»

 

       Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ὁ Τζέ­ρε­μι στὸ σπί­τι, εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νη στὸ πά­τω­μα, τὸ μά­γου­λό μου πι­έ­ζει τὸ χα­λί. «Ἔ­χεις νι­ώ­σει πο­τὲ τό­σο πε­σμέ­νος;» ρω­τά­ω.

       Εἶ­χε πά­ει γιὰ τρέ­ξι­μο. Τὸ μπλου­ζά­κι του εἶ­ναι σκοῦ­ρο ἀπ΄τὸν ἱ­δρώ­τα. «Ἂν εἶ­σαι πά­νω ἀ­πὸ τὴ στάθ­μη τῆς θά­λασ­σας, εἶ­σαι ἐν­τά­ξει.»

       Κοι­τά­ζω τὰ πα­πού­τσια του. «Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­μαι νε­κρή.»

       «­Ὄ­χι», λέ­ει ὁ Τζέ­ρε­μι, ξα­πλώ­νον­τας στὸ πλά­ι μου, «δὲν εἶ­σαι».

 

       Ὁ Πὼλ λέ­ει πὼς θέ­λει νὰ γρά­ψει ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ μέ­να. «Ἄ­λι­σον, εἶ­σαι τὸ γού­ρι μου», τρα­γου­δά­ει, με­τὰ λέ­ει, «Τί λές;»

       «Ὡ­ραῖ­ο», λέ­ω. Κα­θό­μα­σταν στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ του. Ὁ Πὼλ κρα­τά­ει μί­α ἀ­κου­στι­κὴ κι­θά­ρα στὴν πο­διά του.

       «Εἶ­ναι ὅ­λα ἐν­τά­ξει;­», ρω­τά­ει.

       «Θαυ­μά­σια», λέ­ω. «Θὲς νὰ πᾶς νὰ φέ­ρεις τί­πο­τε νὰ φᾶ­με;»

       Ὁ Πὼλ γρα­τσου­νά­ει τὴν κι­θά­ρα του. «Τὸ ξέ­ρεις πὼς δὲν μπο­ροῦ­με. Εἴ­μα­στε πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νοι σὲ αὐ­στη­ρὴ ἀ­πο­μό­νω­ση.»

       Τό ‘χα ξε­χά­σει.

       «Δὲν εἶ­ναι τό­σο χά­λια, Ἄ­λι», λέ­ει ὁ Πώλ. «Φί­λη­σέ με.»

       Τὸ κά­νω καὶ μὲ φι­λά­ει κι αὐ­τός.

 

       Ἂν οἱ Σαν­ντά­ουν Κὶν­γκς κά­νουν ἐ­πι­τυ­χί­α, ὁ Πὼλ κι ἐ­γὼ θὰ τὰ ἔ­χου­με κα­τα­φέ­ρει. Ἂν κά­νουν δί­σκο, του­λά­χι­στον θὰ ἔ­χου­με κά­τι ἁ­πτό. Ἂν ἀ­κού­σω τὸ τρα­γού­δι μου στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἴ­σως νὰ ἁρ­πά­ξω τὸ τι­μό­νι καὶ νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ.

       «Τί σκέ­φτε­σαι;­», ρω­τά­ει ὁ Τζέ­ρε­μι. Προ­σπα­θεῖ νὰ δέ­σει τὰ κορ­δό­νια τῶν ἀ­θλη­τι­κῶν του πα­που­τσι­ῶν.

       «Τί­πο­τα», λέ­ω. «Ἐ­σέ­να.»

       Χα­μο­γε­λά­ει καὶ πα­ρα­τά­ει τὰ κορ­δό­νια, κα­λών­τας με νὰ πά­ω κον­τά του.

       Πα­ρα­μέ­νω δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας. Ἔ­χω πά­ψει νὰ με­τρά­ω τὶς μέ­ρες.

       Ὅ­ταν ὁ Τζέ­ρε­μι ἔ­χει βγεῖ, χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο. Λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ μὴν τὸ ση­κώ­σει.

 

       Δι­α­βά­ζω, ὅ­ταν ὁ Τζέ­ρε­μι μοῦ φω­νά­ζει ἀπ’ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Λέ­ει, «Ἔ­χω κά­τι ποὺ θὰ σοῦ φτιά­ξει τὸ κέ­φι. Πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ».

       «Τί;» λέ­ω, καὶ μπαί­νει στὸ σα­λό­νι, τὰ χέ­ρια του κρυμ­μέ­να πί­σω του. «Τί συμ­βαί­νει;»

       «Εἶ­ναι θαῦ­μα!» λέ­ει καὶ βγά­ζει τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα.

       Φο­ρά­ει ἕ­να κόκ­κι­νο, ἀ­πὸ ἀ­φρο­λὲξ «Εἴ­μα­στε τὸ νού­με­ρο ἕ­να» χέ­ρι πά­νω ἀπ’ τὸν ἐ­πί­δε­σμό του.

       «OK, εἶ­ναι λί­γο με­γά­λο», λέ­ει, «ἀλ­λὰ πά­λι κα­λά. Θε­ρα­πεύ­τη­κα!» Κά­νει μί­α στρο­φὴ γύ­ρω ἀπ΄τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἡ ἄ­κρη τοῦ γι­γάν­τιου ἀ­φρο­λε­ξέ­νιου χε­ριοῦ του ἀ­κουμ­πά­ει τὸ τα­βά­νι.

       «Λοι­πόν, τί λές;» ρω­τά­ει, καὶ πέ­φτει στὰ γό­να­τα. Τὸ χέ­ρι γλι­στρά­ει καὶ τοῦ φεύ­γει, καὶ εἶ­ναι ἁ­πλῶς καὶ πά­λι ὁ Τζέ­ρε­μι, γο­να­τι­στὸς μπρο­στά μου. Κοι­τά­ω τὸ χέ­ρι του, τὸ μέ­ρος ὅ­που κά­πο­τε ἦ­ταν καὶ τὸ ὑ­πό­λοι­πο, ὅ­που ὁ καρ­πός του δὲν ἔ­χει πιὰ συ­νέ­χεια.

        «Μὴν μὲ κοι­τᾶς, σὲ πα­ρα­κα­λῶ», λέ­ει καὶ σκε­πά­ζει τὸ πρό­σω­πό του μὲ τὸ κα­λό του χέ­ρι.

 

       Τσα­κώ­νο­μαι μὲ τὸν Πώλ. Εἴ­μα­στε γυ­μνοὶ στὴν κου­ζί­να. Οὐρ­λιά­ζει. «Τί θές, γα­μῶ­ ’το; Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω!»

       Ἔ­χου­με πε­ρά­σει τὴν τε­λευ­ταί­α ὥ­ρα τυ­λιγ­μέ­νοι σὲ σεν­τό­νια, νὰ τσα­κω­νό­μα­στε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ με­τα­κι­νη­θοῦ­με καὶ πή­γα­με στὴν κου­ζί­να.

       «Τί; Τί εἶ­ναι; Ποι­ό εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μά σου;»

       «Τοῦ Τζέ­ρε­μι τοῦ λεί­πει ἕ­να χέ­ρι», λέ­ω.

       «Ἄν­τε! Δὲν τό ‘ξε­ρα!­», φω­νά­ζει ὁ Πώλ.

       Βγά­ζει μί­α βά­ση γιὰ κό­ψι­μο καὶ τὴν ἀ­κουμ­πά­ει στὸν πάγ­κο. «Λύ­θη­κε τὸ πρό­βλη­μα.» Το­πο­θε­τεῖ τὸ χέ­ρι του στὴ βά­ση.

       Κοι­τά­ω τὰ μα­κριά του δά­χτυ­λα.

       «Λοι­πόν; Τί πε­ρι­μέ­νεις; Ἂς τε­λει­ώ­νου­με μ’ αὐ­τὸ τὸ ζή­τη­μα.»

       «Δὲν ἔ­χω μα­χαί­ρι», λέ­ω.

       «Κα­θυ­στε­ρεῖς.» Ἀ­νοί­γει τὸ συρ­τά­ρι κον­τὰ στὸ γο­φό του καὶ μοῦ δί­νει ἕ­να μα­χαί­ρι.

       Τὸ πι­έ­ζω στὴν πα­λά­μη μου.

       «Πρό­σε­χε!­», λέ­ει. «Εἶ­ναι κο­φτε­ρό.»

 

       Ὅ­ταν μπαί­νω μέ­σα, ὁ Τζέ­ρε­μι μὲ πε­ρι­μέ­νει. Στέ­κε­ται στὸ χα­λί, μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο στὸ χέ­ρι.

       «Γύ­ρι­σα», λέ­ω καὶ τὸν ἀγ­κα­λιά­ζω. Τὸ κορ­μί του σφίγ­γε­ται, ἀλ­λὰ δὲν μὲ σπρώ­χνει μα­κριά του. «Θὰ φτιά­ξω φα­γη­τό, ἂν θές.»

       «Ὁ για­τρὸς τη­λε­φώ­νη­σε σή­με­ρα.» Ἡ φω­νὴ τοῦ Τζέ­ρε­μι εἶ­ναι στρω­τή. «Εἶ­πε πὼς μπο­ρῶ νὰ βγά­λω τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους.»

       Θά­βω τὸ πρό­σω­πό μου στὸ στῆ­θος του.

 

       Κά­τι ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν. Αὐ­τό: Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, πέ­ρυ­σι. Ὁ Τζέ­ρε­μι κι ἐ­γὼ ξα­πλω­μέ­νοι στὸ πάρ­κο. Μ’ ἕ­να χέ­ρι πε­τά­ει ἕ­να φρίσ­μπι πά­νω ἀπ’ τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸ πιά­νει μὲ τὸ ἄλ­λο. Τὸ γρα­σί­δι στὸ λαι­μό μου εἶ­ναι κρύ­ο.

       Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μας ἐ­πέ­τει­ος. «Πές μου για­τί μὲ ἀ­γα­πᾶς», λέ­ω.

       «Ποι­ός ξέ­ρει;» λέ­ει ὁ Τζέ­ρε­μι καὶ γε­λά­ει.       

       Γε­λά­ω κι ἐ­γώ, για­τὶ εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ὅ­λα μιὰ χα­ρά, ἔ­χου­με πο­λὺ χρό­νο. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἁ­πλώ­νε­ται χί­λια μί­λια πά­νω μας.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

 

Κά­θρην Νόλ­τε (K­a­t­h­e­r­i­ne N­o­l­te). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ Glim­mer T­r­a­in, Con­fron­ta­tion, F­e­n­ce, B­l­ue M­e­sa R­e­v­i­ew, N­a­t­u­r­al B­r­i­d­ge, B­e­l­o­it F­i­c­t­i­on J­o­u­r­n­al, Q­u­i­ck F­i­c­t­i­on καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸ δι­ή­γη­μα «Πρὶν ἀ­πὸ τὸ Τρέ­νο καὶ Με­τά» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν 4ο ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τοῦ W­r­i­t­e­r­’s D­i­g­e­st τὸ 2004. Ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Τρού­μαν Κα­πό­τε γιὰ τὸ Συγ­γρα­φι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἄι­ο­βα τὸ 2003-4.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Φώτης Μηκερόζης: Μπρὸς στὸ φωτεινό σηματοδότη

 

 

Φώτης Μηκερόζης

 

Μπρὸς στὸ φωτεινὸ σηματοδότη

 

Α ΞΥΛΑ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ, σώ­θη­καν. Ἔ­σβη­σε ἡ φω­τιά. Σι­γὰ-σι­γὰ ἁ­πλώ­θη­κε στὴν κά­μα­ρα, μιὰ νο­τι­σμέ­νη ψύ­χρα. Κρυ­ῶ­σαν, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ξε­σκέ­πα­στα, τὰ γυ­μνὰ κοι­μι­σμέ­να κορ­μιά τους. Ξυ­πνῆ­σαν, τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­ξω χι­ό­νι­ζε. Σι­ω­πη­λά, σχε­δὸν ὑ­πο­δό­ρια. Ἐ­κεί­νη τρά­βη­ξε ἀ­πά­νω τους τὸ βα­ρὺ πά­πλω­μα. Γυ­ρί­σαν στὸ πλά­ι καὶ βυ­θί­στη­κε ὁ ἕ­νας στὰ μά­τια τοῦ ἄλ­λου. Γρή­γο­ρα, τοὺς κυ­ρί­ε­ψε πά­λι ἡ ἴ­δια ὁρ­μή. Ξε­πη­δοῦ­σε, βα­θιὰ μέ­σα τους, σὰν ἕ­νας χεί­μαρ­ρος ἀ­τι­θά­σευ­τος. Κυ­λών­τας ἀπ΄ τὰ σκο­τά­δια, ἔ­βγαι­νε στὸ φῶς καὶ γι­νό­ταν ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ ποὺ γύ­ρευ­ε νὰ φά­ει, νὰ σπα­ρά­ξει τὴ σάρ­κα τοῦ ἄλ­λου. Ἄ­γριο πά­θος, Λερ­ναί­α Ὕ­δρα, φω­τιὰ στὴ ψυ­χὴ καὶ στὸ σῶ­μα τους.     

       Κι ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἡ Δευ­τέ­ρα, τὸ χι­ό­νι στα­μά­τη­σε νὰ πέ­φτει. Ἐ­κεῖ­νος φό­ρε­σε τὸ κο­στού­μι του καὶ τὴ ζε­στὴ παρ­τι­σού του, ἐ­κεί­νη τὸ τζίν της, τὸ μάλ­λι­νο που­λό­βερ της καὶ τὸ ἀν­τι­α­νε­μι­κὸ μπου­φάν της. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε τὰ κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­να σκαρ­πί­νια του, ἐ­κεί­νη τὶς ψη­λὲς λου­στρι­νά­τες μπό­τες της, βγῆ­καν καὶ σφά­λι­σαν πί­σω τους, τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ­νος μπῆ­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του, ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βη­κε στὴ βέ­σπα της καὶ χώ­ρι­σαν.

       Ἔ­μει­νε μό­νη της ἡ ἀ­γροι­κί­α, σι­ω­πη­λή, νὰ στά­ζει ἀπ΄ τὴ στέ­γη της, τὸ χι­ό­νι ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ λι­ώ­νει. 

 

       Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτά, τὰ παν­τζού­ρια κλει­στά, ἔ­τρι­ζαν οἱ κορ­μοὶ τῶν δέν­τρων στὴν πλα­γιὰ ἄπ΄ τὴν ἀ­φό­ρη­τη κά­ψα κι ὁ τζίτ­ζι­κας κα­λοῦ­σε ρά­θυ­μα τὸ ταί­ρι του. Μέ­σα, τὸ ρεῦ­μα ἀπ΄ τὰ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρα, κού­να­γε ἐ­λα­φρὰ τὶς κουρ­τί­νες. Ἀγ­κα­λι­α­στῆ­καν, πνιγ­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἱ­δρώ­τα τοῦ ἄλ­λου κι ἔ­γι­νε τὸ κρε­βά­τι τους μιὰ θά­λασ­σα ποὺ τοὺς τρά­βα­γε μαυ­λι­στι­κὰ στὸν βυ­θό της. Ἔ­νι­ω­θε ὁ ἕ­νας στὸ ἄγ­γιγ­μα, στὸ χά­ϊ­δε­μα, στὸ ἅρ­παγ­μα τοῦ ἄλ­λου, σι­γὰ-σι­γὰ νὰ δι­α­λύ­ε­ται, σὲ ἄ­πει­ρες στα­γό­νες, σὲ κόκ­κους ἀ­μέ­τρη­τους κι ὕ­στε­ρα νὰ ξα­να­συν­τί­θε­ται, νὰ γί­νε­ται καὶ πά­λι σι­γὰ-σι­γά, μιὰ στά­μνα γε­μά­τη δρο­σε­ρὸ νε­ρό, ἕ­να καρ­βέ­λι φρε­σκο­ψη­μέ­νο, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πρε­βά­ζι ἑνὸς πα­ρα­θύ­ρου. Καὶ τού­τη ἡ πα­ρά­ξε­νη ἀ­πο­σύν­θε­ση κι ἡ πιὸ πα­ρά­ξε­νη σύν­θε­ση, ἐρ­χό­ταν καὶ ξα­νά­φευ­γε, ἐρ­χό­ταν καὶ ξα­νά­φευ­γε…κι ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε καὶ πά­λι ἡ Δευ­τέ­ρα, εἶ­χε πά­ρει νὰ δρο­σί­ζει. Ἐ­κεῖ­νος φό­ρε­σε τὸ λι­νὸ κο­στού­μι του, ἐ­κεί­νη τὸ λευ­κὸ βαμ­βα­κε­ρὸ φου­στά­νι της, βγῆ­καν καὶ σφά­λι­σαν πί­σω τους τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ­νος μπῆ­κε στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του, ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βη­κε στὴ βέ­σπα της καὶ χώ­ρι­σαν καὶ πά­λι.

       Ἔ­μει­νε μό­νη της ἡ ἀ­γροι­κί­α, σι­ω­πη­λή, ν΄ ἀν­τα­να­κλᾶ στὰ κε­ρα­μί­δια της, τὸ λευ­κὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου π΄ ἀ­νέ­τει­λε. 

 

 ***

 

       Πο­τὲ δὲν θὰ μά­θει ὁ ἕ­νας τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἄλ­λου. Πο­τὲ δὲν θ΄ ἀγ­γί­ξει ὁ ἕ­νας τὸ κορ­μὶ τοῦ ἄλ­λου. Πο­τὲ δὲν θὰ μπεῖ ὁ ἕ­νας στὴ ψυ­χὴ τοῦ ἄλ­λου.

       Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἡ σι­ω­πη­λὴ ἀ­γροι­κί­α.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Χω­ρι­στῆ­καν οἱ μα­τι­ές τους. Πρώ­τη ξε­κί­νη­σε ἡ βέ­σπα κι ὕ­στε­ρα τ΄ αὐ­το­κί­νη­το.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Φώ­της Μη­κε­ρό­ζης  (Θεσσαλονίκη, 1965). Σπούδασε Νομικά, διηγήματά του ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸ περιοδικὸ Αἰολικὰ Γράμματα.

  

Γιώργης Μανουσάκης: Ἐκτὸς προγράμματος

 

 

Γιώργης Μανουσάκης

 

Ἐκτὸς προγράμματος

 

­ΜΟΥ­ΝΑ ΜΟ­ΝΑ­ΧΟΣ στὸ σπί­τι, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυχτα, καὶ πα­τοῦ­σα τὰ κουμ­πιὰ τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω κι ἐ­γὼ τί ζη­τοῦ­σα. Εἶ­χα μπεῖ στὴν πε­ρι­ο­χὴ κα­να­λιῶν ἀ­γνώ­στων σ’ ἐ­μέ­να, ὅ­ταν σὲ μιὰ στιγ­μὴ εἶ­δα τὸ πρό­σω­πο τῆς θεί­ας μου τῆς Φω­τει­νῆς, πού ‘­χε πε­θά­νει πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια, πα­γε­ρὸ κι ἀ­νέκ­φρα­στο, ὅ­πως ἤ­τα­νε στὸ φέ­ρε­τρο, μὲ τὰ μά­τια ὅ­μως ἀ­νοι­χτά, νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Μό­λις ποὺ πρό­λα­βα νὰ τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω, για­τὶ κά­τι σὰ σύν­νε­φο ἢ σὰν ὁ­μί­χλη τὴ σκέ­πα­σε καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ μό­νο μιὰ θο­λού­ρα, ὅ­που δὲν ξε­χώ­ρι­ζα τί­πο­τα τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο.

       Κά­πο­τε ὅ­μως, σὰ νὰ φύ­ση­ξε ἀ­ε­ρά­κι, τὸ σύν­νε­φο ἢ ἡ ὁ­μί­χλη ἔ­φυ­γε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­δα, σὰν κα­θι­σμέ­νους σ’ ἕ­να πε­ζού­λι, ὅ­λους τους νε­κροὺς συγ­γε­νεῖς πού ‘­χα γνω­ρί­σει ἀ­πὸ παι­δί. Κά­θον­ταν μὲ τὴ σει­ρὰ πού ‘χαν πε­θά­νει —πρῶ­τος ὁ πα­τέ­ρας μου, ὕ­στε­ρα ἡ για­γιὰ καὶ στὴ συ­νέ­χεια τ’ ἀ­δέρ­φια τοῦ πα­τέ­ρα ἢ τῆς μη­τέ­ρας μου— ὅ­λοι εὐ­θυ­τε­νεῖς, μὲ τὰ χέ­ρια τους ν’ ἀ­κουμ­ποῦ­νε στὰ γό­να­τα καὶ τὰ μά­τια στη­λω­μέ­να πά­νω μου, σὰ νά ‘­χα­νε πα­ρα­τα­χθεῖ γιὰ νὰ τοὺς φω­το­γρα­φί­σω ἢ σὰ ν’ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν οἱ ἴ­διοι μιὰ φω­το­γρα­φί­α, κα­θὼς πα­ρά­με­ναν ἐν­τε­λῶς ἀ­κί­νη­τοι – οὔτ’ ἕ­να βλέ­φα­ρό τους δὲν ἐ­σά­λευ­ε. Γύ­ρω τους δὲ φαι­νό­τα­νε τί­πο­τα, πα­ρὰ ἕ­να χρῶ­μα στα­χτί, ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε σκη­νο­γρα­φί­α ἢ ἁ­πλῶς δή­λω­νε τὴν ἔλ­λει­ψη κά­θε ἐν­νοί­ας χώ­ρου. Καὶ τό­τε πά­λι ἕ­να σύν­νε­φο ἢ κά­τι πα­ρό­μοι­ο πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά τους καὶ τοὺς ἔ­κρυ­ψε.

       Ὅ­ταν ξε­κα­θά­ρι­σε ἡ εἰ­κό­να, δι­έ­κρι­να μιὰ τα­ρα­χὴ στὰ πρό­σω­πά τους, μ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἀ­κί­νη­τοι, στὴν ἴ­δια στά­ση. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα, σὰ νά ‘­θε­λε νὰ μι­λή­σει, ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μί­χλη τοὺς κά­λυ­ψε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Μό­λις ξα­να­φα­νή­κα­νε στὸ γυα­λί, ἄρ­χι­σαν ὅ­λοι τους ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νου­νε τὰ στό­μα­τα, σὰν ἀ­πὸ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἀ­νάγ­κη νὰ μι­λή­σουν, ὅ­μως δὲν ἀ­κου­γό­τα­νε κα­μιὰ φω­νή. Πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ νὰ δυ­να­μώ­σω τὸν ἦ­χο, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­τι ἔμ­παι­νε ἀ­νά­με­σά μας καὶ δὲν ἄ­φη­νε νὰ πε­ρά­σει οὔ­τ’ ἕ­νας φθόγ­γος ἀ­πὸ τὴ συ­νε­χῆ ὁ­μι­λία τους. Σή­κω­σα τὸ χέ­ρι καὶ τοὺς ἔ­γνε­ψα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βουν πὼς τοὺς εἶ­χα δεῖ. Συ­νέ­χι­ζαν ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νου­νε τὰ στό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους ἔ­δει­χναν ἔν­τα­ση κι οἱ φλέ­βες τοῦ λαι­μοῦ τους φού­σκω­ναν ἀ­πὸ τὴν προ­σπά­θειά τους ν’ ἀ­κου­στοῦ­νε, μ’ ὅ­λο τοῦ­το μή­τε ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς ἐ­μέ­να. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἡ εἰ­κό­να ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει, ὥ­σπου ἔ­σβη­σε. Ἀ­κο­λού­θη­σαν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ καρ­να­βά­λι τοῦ Ρί­ο, μ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς μι­σό­γυ­μνες μαῦ­ρες καλ­λο­νές.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ ­να κρα­νί­ο καρ­φω­μέ­νο στὸ κιγ­κλί­δω­μα, Τρι­αν­τα­δύ­ο μι­κρὰ πε­ζά (Οἱ Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, Ἀ­θή­να, 1999).

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­θε­λον­τής (Κί­χλη, 2008).

 

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков): Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μού­μια

 

 

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков)

 

Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μούμια

(Египетская мумия)

 

Ε ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς φτά­σα­με στὸ Λε­νιν­γκράτ, εὑ­ρι­σκό­με­νοι σὲ ἀ­πο­στο­λή.

Ὅ­ταν ξεμ­περ­δέ­ψα­με ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις, μοῦ λέ­ει ὁ πρό­ε­δρος:

       — Ξέ­ρεις κά­τι, Βά­σια; Ἂς πᾶ­με στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ(1).

       Τὸν ρω­τά­ω: — Καὶ τί ξέ­χα­σα ἐ­κεῖ;

       — Ἀλ­λό­κο­τος ποὺ εἶ­σαι —μοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς—, στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ θὰ ψυ­χα­γω­γη­θεῖς μὲ τὸν πρέ­πον­τα τρό­πο καὶ θὰ ξε­κου­ρα­στεῖς, σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρ­θρο 98 τοῦ Ἐρ­γα­τι­κοῦ Κώ­δι­κα (ὁ πρό­ε­δρος γνω­ρί­ζει ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα τὰ ἄρ­θρα, ἔ­τσι ποὺ ὅ­λοι τὸν θε­ω­ροῦν θαῦ­μα τῆς φύ­σης).

       Ἐν­τά­ξει. Πή­γα­με. Πλη­ρώ­σα­με, ὡς εἴ­θι­σται, καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὸ ἄρ­θρο 98. Ἡ πρώ­τη μας ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἦ­ταν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὸν τρο­χὸ τοῦ θα­νά­του. Ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος, τε­ρά­στιος τρο­χὸς καὶ στὴ μέ­ση ἕ­να πα­λού­κι. Ὁ τρο­χὸς ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη αἰ­τί­α μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας στὸν δι­ά­βο­λο κά­θε μέ­λος τῆς ἕ­νω­σης ποὺ θὰ κα­θί­σει πά­νω του. Πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο κόλ­πο, ἀ­να­λό­γως τοῦ τρό­που ποὺ θὰ τι­να­χτεῖς. Ἐ­γὼ ἐ­κτι­νά­χτη­κα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κω­μι­κά, πά­νω ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­σποι­νί­δα, σχί­ζον­τας τὸ παν­τε­λό­νι μου. Καὶ ὁ πρό­ε­δρος στραμ­πού­λι­ξε μὲ πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τὸ πό­δι του, σπά­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὸ μπα­στού­νι ἑνὸς πο­λί­τη, ποὺ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο ξύ­λο, μὲ μιὰ φο­βε­ρὴ κραυ­γὴ φρί­κης. Ἐ­νό­σω πε­τοῦ­σε, ὅ­λοι τρι­γύ­ρω ἔ­πε­φταν στὴ γῆ, κα­θὼς ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς εἶ­ναι ἄν­θρω­πος βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Μὲ μιὰ λέ­ξη, ὅ­ταν ἔ­πε­σε, σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλέ­ξου­με νέ­ον πρό­ε­δρο. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος στά­θη­κε στὰ πό­δια του ρω­μα­λέ­ος, σὰν τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἐ­νῶ, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἐ­κεῖ­νος ὁ πο­λί­της μὲ τὸ σπα­σμέ­νο μπα­στού­νι ἔ­βη­ξε αἷ­μα.

       Ἔ­πει­τα κι­νή­σα­με γιὰ τὸ Στοι­χει­ω­μέ­νο Δω­μά­τιο, ἡ ὀ­ρο­φὴ καὶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ὁ­ποί­ου πε­ρι­στρέ­φον­ται. Ἐ­δῶ βγῆ­καν ἀ­πὸ μέ­σα μου με­ρι­κὰ μπου­κά­λια μπύ­ρας «Νέ­α Βαυ­α­ρί­α», ποὺ τὰ εἴ­χα­με πι­εῖ μὲ τὸν πρό­ε­δρο στὸ κυ­λι­κεῖ­ο. Πο­τὲ ἄλ­λο­τε στὴ ζω­ή μου δὲν ξέ­ρα­σα, ὅ­πως σ’ αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δω­μά­τιο. Ὁ πρό­ε­δρος ὅ­μως ἄν­τε­ξε.

       Ὅ­ταν βγή­κα­με, τοῦ εἶ­πα:

       — Φί­λε, ἀ­πο­κη­ρύσ­σω τὸ ἄρ­θρο σου. Τὴν κα­τά­ρα μου νὰ ἔ­χει ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ψυ­χα­γω­γί­α μὲ τὸ νού­με­ρο 98!

       Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε:

       — Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­δη ἤρ­θα­με καὶ πλη­ρώ­σα­με, θὰ πρέ­πει ἀ­κό­μα νὰ δεῖς τὴ δι­ά­ση­μη αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια.

       Φτά­σα­με λοι­πὸν στὸ σχε­τι­κὸ δω­μά­τιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας νε­α­ρός, μέ­σα σὲ γα­λά­ζιο φῶς, καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Καὶ τώ­ρα, πο­λί­τες, θὰ ἀν­τι­κρί­σε­τε ἕ­να φαι­νό­με­νο ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου – μιὰν αὐ­θεν­τι­κὴ αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια, φερ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρελ­θὸν 2500 χρό­νων. Ἡ μού­μια αὐ­τὴ δί­νει χρη­σμοὺς γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, προ­φη­τεύ­ει τὸ πα­ρὸν καὶ τὸ μέλ­λον, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­παν­τά­ει σὲ ἐ­ρω­τή­σεις καὶ δί­νει συμ­βου­λὲς πά­νω σὲ δύ­σκο­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πί­σης, συμ­βου­λεύ­ει μὲ ἐ­χε­μύ­θεια τὶς ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες.

       Ὅ­λοι ἔ­βγα­λαν ἕ­να «ἄχ» ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὸν τρό­μο καί, πράγ­μα­τι, γιὰ βάλ­τε μὲ τὸ νοῦ σας, ἐμ­φα­νί­στη­κε μιὰ μού­μια μὲ τὴ μορ­φὴ γυ­ναι­κεί­ου κε­φα­λιοῦ, πλαι­σι­ω­μέ­νη ἀ­πὸ αἰ­γυ­πτια­κὰ ἱ­ε­ρο­γλυ­φι­κά. Κο­κά­λω­σα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη, δι­α­πι­στώ­νον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἦ­ταν νε­ό­τα­τη, ἔ­τσι ὅ­πως δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος 2500 χρό­νων, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν 100.

       Ὁ νε­α­ρὸς προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κά:

       — Κά­νε­τε ἐ­ρω­τή­σεις. Κά­τι ἁ­πλό.

       Ὁ πρό­ε­δρος πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ σὲ ποι­ά γλώσ­σα νὰ ρω­τή­σω; Ἐ­γὼ δὲν γνω­ρί­ζω αἰ­γυ­πτια­κά.

       Ὁ νε­α­ρός, δί­χως νὰ τὰ χά­σει, ἀ­πο­κρί­νε­ται:

       — Ρω­τῆ­στε στὰ ρω­σι­κά.

       Ὁ πρό­ε­δρος ξε­ρό­βη­ξε καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, τί ἔ­κα­νες ὣς τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου;

       Ἀ­μέ­σως ἡ μού­μια χλώ­μια­σε καὶ εἶ­πε:

       — Φοι­τοῦ­σα στὸ πα­νε­πι­στή­μιο.

       — Μπά… Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, δι­α­τέ­λε­σες πο­τὲ ὑ­πό­δι­κος κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, καὶ ἂν ναί, τό­τε γιὰ ποι­όν λό­γο;

       Ἡ μού­μια ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ σι­ώ­πη­σε.

       Ὁ νε­α­ρὸς φώ­να­ξε:

       — Τί τρέ­χει μὲ σᾶς, πο­λί­τη, καὶ βα­σα­νί­ζε­τε τὴ μού­μια γιὰ 15 κα­πί­κια;

       Ὁ πρό­ε­δρος ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σκεῖ κρι­τι­κὴ μὲ δρι­μύ­τη­τα:

       — Καί, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση σου μὲ τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ θη­τεί­α;

       Ἡ μού­μια ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα καὶ εἶ­πε:

       — Ἤ­μουν ἀ­δελ­φὴ τοῦ ἐ­λέ­ους.

       — Καὶ τί θὰ ἔ­κα­νες, ἐ­ὰν ἔ­βλε­πες κομ­μου­νι­στὲς μέ­σα σὲ μιὰ ἐκ­κλη­σί­α; Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ σύν­τρο­φος Στού­τσκα(2); Καὶ ποῦ ζεῖ τώ­ρα ὁ Κὰρλ Μάρξ;

       Ὁ νε­α­ρός, βλέ­πον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει στὸν ρό­λο της, ἀρ­χί­ζει νὰ φω­νά­ζει ὁ ἴ­διος σὲ σχέ­ση μὲ τὸν Μάρξ:

       — Πέ­θα­νε!

       Ὁ πρό­ε­δρος κραύ­γα­σε:

       — Ὄ­χι! Ζεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ προ­λε­τα­ριά­του.

       Ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, καὶ ἡ μού­μια ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὰ τάρ­τα­ρα μὲ λυγ­μούς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ φώ­να­ξε πρὸς τὸν πρό­ε­δρο:

       — Ζή­τω! Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ψεύ­τι­κης μού­μιας.

       Καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ση­κώ­σει στὰ χέ­ρια. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τι­μη­τι­κὸ λί­κνι­σμα, κι ἐ­μεῖς βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὴ ποὺ ἕ­να πλῆ­θος προ­λε­τά­ρι­ων μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μὲ κραυ­γές.

 

    1924

 

(1) Σ.τ.Μ.: Τὰ πρῶ­τα «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἱ­δρύ­θη­καν στὴ Ρω­σί­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880. Δι­έ­θε­ταν συ­νή­θως θέ­α­τρο, αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων, βι­βλι­ο­θή­κη, ἀ­να­γνω­στή­ριο καὶ αἴ­θου­σες γιὰ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Τὶς Κυ­ρια­κὲς δι­ορ­γα­νώ­νον­ταν σ’ αὐ­τὰ μα­θή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ γιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Με­τὰ τὸ 1917 ὁ ὅ­ρος «Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ» ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε, ὡ­στό­σο οἱ σχε­τι­κοὶ χῶ­ροι δι­α­τή­ρη­σαν τὴ λει­τουρ­γί­α τους ὑ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ νέ­ου κα­θε­στῶ­τος. Τὰ «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἦ­ταν δη­μο­φι­λῆ καὶ σὲ χῶ­ρες τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης.

(2) Σ.τ.Μ.: Ὁ Πι­ὸ­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς Στού­τσκα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δη­μι­ουρ­γοὺς καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς νο­μο­θε­σί­ας. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης τῆς Λετ­το­νί­ας.

 

 

Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος Lib.ru//Библиотека Максима Мошкова (Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μα­ξὶμ Μο­σκώφ).

 

Μι­χα­ὴλ Ἀ­φα­νά­σι­ε­βιτς Μπουλ­γκά­κωφ (Михаил Афанасьевич Булгаков) (Κί­ε­βο, 15 Μα­ΐ­ου 1891 – Μό­σχα, 10 Μαρ­τί­ου 1940). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ σκη­νο­θέ­της. Συ­νέ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια καὶ λιμ­πρέ­τα ὄ­πε­ρας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Ὁ Μαὶ­τρ καὶ ἡ Μαρ­γα­ρί­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρή­θη­κε ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

 

Με­τά­φρα­ση Ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ον Πε­τρού­πο­λης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα «Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α», τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Τάκης Σιδέρης: Τὸ ζεϊμπέκικο

 

 

 

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης

 

Τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο

 

 ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΟΥ, ἀ­γό­ρι μου, ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἄν­θρω­πος. Ἕ­νας γνή­σιος καὶ αὐ­θεν­τι­κὸς λα­ϊ­κὸς ἀ­γω­νι­στής, χρό­νια ἀν­τάρ­της στὰ βου­νά, στὶς φυ­λα­κὲς καὶ στὶς ἐ­ξο­ρί­ες, μάρ­τυ­ρας τῶν ἰ­δε­ῶν ποὺ πί­στευ­ε τό­σο ἀ­κρά­δαν­τα. Πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χα ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ νιώ­θω ὑ­πε­ρή­φα­νος γι’ αὐ­τόν. Δὲν θὰ ξε­χά­σω πο­τὲ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα πού μᾶς τὸν φέ­ρα­νε στὸ σπί­τι σὲ κα­κὰ χά­λια κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι ποὺ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ ἔ­σβη­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σο δύ­σκο­λες καὶ τρα­γι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Βέ­βαι­α θὰ πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ σοῦ πῶ, ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα ὅ­ταν μᾶς τὸν φέ­ρα­νε, ἀλ­λὰ βρά­δυ, ἄ­γρια με­σά­νυ­χτα, καὶ μά­λι­στα ἔ­ξω ὁ βα­ρυ­χει­μω­νι­ά­τι­κος και­ρὸς ἔ­ρι­χνε τὶς ἀ­στρα­πὲς καὶ τὶς βρον­τές του. Ὅ­πως ἀ­κό­μη, ὅ­τι δὲν ἔ­πε­σε ἁ­πλὰ στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­τι οἱ δύο αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ συ­να­γω­νι­στές του, ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ μᾶς, τὸν ἐ­να­πό­θε­σαν ἁ­πα­λὰ καὶ πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πά­νω στὸ στρῶ­μα. Εἶ­σαι τώ­ρα πιὰ με­γά­λο παι­δὶ καὶ θὰ πρέ­πει ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του νὰ μά­θεις ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἔ­γι­ναν τό­τε, στὸ δι­ά­στη­μα δη­λα­δὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ὁ παπ­πούς σου ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Σὰν αὐ­τό­πτης λοι­πὸν μάρ­τυ­ρας αὐ­τῶν ποὺ θὰ σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τώ­ρα, θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἕ­να πρω­ι­νό, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­γι­νε ἀ­να­πάν­τε­χα μιὰ πρό­σκαι­ρη δι­α­κο­πὴ τῆς κα­τά­κλι­σής του. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε αὐ­τὴ ἡ δι­α­κο­πή: Ἔ­τυ­χε νὰ εἶ­μαι μό­νος στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες ποὺ εἶ­χα καὶ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ κα­τά­κοι­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ ζή­τη­σε, ψελ­λί­ζον­τας, ἀ­σθε­νι­κὰ νὰ τοῦ βά­λω ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἀ­πὸ τὸ κα­σε­τό­φω­νο. Δὲν εἶ­χε ξε­κι­νή­σει κα­λὰ-κα­λὰ ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο ποὺ ἀ­κού­στη­κε ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἄ­νε­τα ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς ὑ­γιοῦς ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­να­κλα­δί­ζε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο του. Τὰ εἶ­χα χα­μέ­να, ἀ­να­τρι­χιά­ζω σύγ­κορ­μα καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μη καὶ μό­νο ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ τί ἐ­πα­κο­λού­θη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἐ­κεί­νη κί­νη­ση τῆς ἔ­γερ­σής του. Ποῦ βρῆ­κε τὶς δυ­νά­μεις, τὸ κου­ρά­γιο, αὐ­τὸς ὁ πο­λύ­πα­θος ἄν­θρω­πος στὰ χά­λια ποὺ βρί­σκον­ταν ἔ­τσι μὲ τὸ μου­σι­κὸ κά­λε­σμα τοῦ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κου, νὰ σαλ­τά­ρει ἐ­πά­νω καὶ νὰ στή­σει τὸ χο­ρό. Χό­ρευ­ε σεβ­ντα­λί­δι­κα μὲ τὸν με­ρα­κλω­μέ­νο κα­η­μὸ ἑ­νὸς πρω­τό­γνω­ρου λα­ϊ­κοῦ με­γα­λεί­ου.

       Πό­σο κρά­τη­σε αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τοῦ προσ­δώ­σω τὶς πραγ­μα­τι­κὲς χρο­νι­κές του δι­α­στά­σεις. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θη­λω­μέ­νος μὲ κομ­μέ­νη τὴν ἀ­νά­σα πό­τε νὰ δι­ευ­θύ­νει μὲ μα­ε­στρί­α τὶς παλ­λό­με­νες κι­νή­σεις τῶν χε­ρι­ῶν ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν τὸν γύ­ρω χῶ­ρο, πό­τε μὲ τὶς πα­λά­μες του νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τρυ­φε­ρὰ τὸ πλα­κό­στρω­το ἢ νὰ κα­τα­φέρ­νει σ’ αὐ­τὸ βι­α­στι­κὰ καὶ νευ­ρι­κὰ χτυ­πη­μα­τά­κια. Τὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νο σῶ­μα πάν­το­τε πρό­θυ­μο καὶ ἄ­ξιο νὰ δί­νει ἀ­ξί­α στὴ μορ­φὴ καὶ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς χο­ρευ­τι­κῆς του ἔκ­φρα­σης. Ἀ­κό­μη ἄ­κου­γε κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς φο­βε­ρὲς στιγ­μὲς καὶ ἰα­χὲς ἕ­να δη­λα­δὴ ξε­χεί­λι­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ πά­θους καὶ κε­φιοῦ μα­ζί. Μιὰ ἐκ βα­θέ­ων ἐ­πί­κλη­ση, προ­τρο­πὴ ἢ κραυ­γὴ κά­ποι­ου θρι­αμ­βευ­τι­κοῦ ἐ­πι­φω­νή­μα­τος. Τὸ πρω­ι­νὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­λει­παν, ἡ μη­τέ­ρα σου μὲ τὴ για­γιά σου καὶ οἱ δυ­ὸ ἀ­δελ­φές σου. Ὅ­ταν ὅ­μως τοὺς τὰ ἔ­λε­γα με­τὰ ποὺ ἤρ­θα­νε, κα­μιά τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ πι­στέ­ψει. Καὶ μά­λι­στα ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, μὲ τὸ δί­κιο τους για­τὶ κι ἐ­γὼ νὰ ἤ­μουν στὴ θέ­ση τους, ἴ­σως τὴν ἴ­δια στά­ση θὰ κρα­τοῦ­σα. Ἄ­σε ὅ­μως δυ­στυ­χῶς ποὺ ἄ­φη­ναν ἐμ­μέ­σως πλὴν σα­φῶς, αἰχ­μὲς καὶ ὑ­πο­νο­ού­με­να γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κή μου κα­τά­στα­ση. Πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα δί­νω καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τὸ μὲ τὸν παπ­πού σου. Ὅ­σο γιὰ σέ­να, νο­μί­ζω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα σοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ σὲ ἔ­χω προ­βλη­μα­τί­σει, ἂν ὄ­χι νὰ σὲ ἔ­χω πεί­σει. Δὲν τὸν γνώ­ρι­σες τὸν συ­νο­νό­μα­τό σου πρό­γο­νο ποὺ τοῦ μοιά­ζεις ὅ­μως τό­σο πο­λύ, ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὶς φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πά­νω-κά­τω, ἡ­λι­κί­α μὲ σέ­να­νε. Πάν­τως τε­λι­κὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου αὐ­το­θαυ­μα­τούρ­γη­σε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς με­γά­λης του πί­στης γιὰ τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ ποὺ γι’ αὐ­τὰ μαρ­τύ­ρη­σε θυ­σι­α­ζό­με­νος. Κα­τόρ­θω­σε ἔ­τσι δη­λα­δὴ νὰ βρε­θεῖ σὲ κά­ποι­ες στιγ­μὲς τό­σο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ κόν­τρα μὲ τὸν ἴ­διο τὸν θά­να­το. Μὲ τὸ πά­λε­μα αὐ­τὸ μα­ζί του, ἔ­φε­ρε αὐ­τὸν τὸν θε­α­μα­τι­κὸ θρί­αμ­βο, μιὰ νί­κη ἔ­στω καὶ Πύρ­ρεια στὸ στί­βο -«Μαρ­μα­ρέ­νια Ἁ­λώ­νια», μιᾶς ἄ­νι­σης ἀ­θλη­τι­κῆς ἀ­να­μέ­τρη­σης.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης (Ἀ­θή­να, 1929). Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Μα­θή­τευ­σε κον­τὰ στοὺς ζω­γρά­φους Φά­νη Γα­λα­νὸ καὶ Γι­ῶρ­γο Σι­κε­λι­ώ­τη καὶ ἔ­κα­νε πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀ­το­μι­κὴ Ἔκ­θε­ση (ποί­η­ση, ἐκδ. Κέ­δρος, 1997) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Ὁ Αὔ­γου­στος στὴν Αἰ­γεί­ρα (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Σο­κό­λης-Κου­λε­δά­κης, 2003). Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ Λέ­ξη, Πλα­νό­διον, Νέ­α Ἑ­στί­α, Ὁ­δὸς Πα­νός, Παν­δώ­ρα κ.ἄ. 

 

Εἰ­κό­να: Σκί­τσο τοῦ Κώ­στα Λα­δό­που­λου.

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ τηλεφώνημα

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Τὸ τηλεφώνημα

 

ΣΤΕ ΠΕΘΑΝΕ, ἔ; Τί νὰ πεῖ κα­νείς.­.. Ζω­ὴ σ’ ἐ­σᾶς. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ­τε πιά. Νὰ κοι­τά­ξε­τε λί­γο τὰ τρι­γυρ­νά σας. Σάμ­πως ἦ­ταν ζων­τα­νὸς τό­σον και­ρό; Οὔ­τε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ θα­νά­του ἦ­ταν καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄλ­λω­στε εἴ­χα­τε πά­ψει νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ­τε. Πῶς ν’ ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Οὔ­τε τὸν λυ­πό­σα­σταν. Πῶς νὰ λυ­πᾶ­σαι ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Τοὺς ζων­τα­νοὺς λυ­πᾶ­ται κα­νείς. Αὐ­τοὺς ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν στὴ ζω­ὴ μ’ ἕ­ναν θά­να­το πιὸ θά­να­το ἀ­πὸ θά­να­το. Αὐ­τοὺς λυ­πᾶ­ται. Αὐ­τοὺς ποὺ μιὰ κά­νουν ἔ­τσι κι ἄ­ξαφ­να βρί­σκον­ται φτω­χοὶ κι ἀ­νέ­στιοι. Ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Χω­ρὶς πα­τρί­δα. Χω­ρὶς αὔ­ριο. Για­τί κλαῖς τώ­ρα; Γιὰ ποι­όν κλαῖς; Ἐ­νε­νήν­τα καί; Μα­σα­λάχ, χρι­στια­νή μου… Ἀ­στεῖ­ο εἶ­ναι νὰ κλαῖς. Μιὰ ἄ­χρη­στη λύ­πη εἶ­ναι. Μή­πως δὲν πα­ρα­κα­λού­σα­τε νὰ πε­θά­νει; Μή­πως δὲν εἴ­χα­τε γί­νει ρά­κη ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση; Φτά­σα­τε νὰ τὸν μι­σεῖ­τε κι­ό­λας. Νὰ τὸν σι­χαί­νε­στε. Κα­τέ­στρε­φε τὴ ζω­ή σας. Οἱ φί­λοι σας εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Τὸ εἶ­χαν στρί­ψει τε­χνη­έν­τως. Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ γκρέ­μι­σμα. Γιὰ γέ­λια. Μὰ ἂν τώ­ρα σοῦ κά­νει κα­λὸ τὸ κλά­μα, ἂν σοῦ κά­νει εὐ­ερ­γε­σί­α, κλά­ψε. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­κή σου δι­έ­ξο­δος. Τὸ ἐ­λεύ­θε­ρό σου μά­τι. Σὰν θά­λασ­σα σὲ ξε­πλέ­νει. Σὰν μω­ρὸ σὲ βα­φτί­ζει. Σοῦ δί­νει ὄ­νο­μα. Σῶ­μα. Σοῦ δί­νει ἀρ­χή. Βγὲς ἔ­ξω. Ἔ­χεις νιά­τα ἀ­κό­μη. Οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους κι οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Φό­ρε­σε τὰ και­νούρ­για σου πα­πού­τσια καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ἐμ­πρὸς μάρς! Μὴν ντρέ­πε­σαι. Ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ρα­δι­ό­φω­νο. Τρα­γου­δά­ει ἡ Μπέ­λου. Ἡ.­.. Σω­τη­ρί­α, βρέ. Χό­ρε­ψε γιὰ σέ­να. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς μό­νοι μας χο­ρεύ­ου­με. Πι­ὲς ἕ­να τσι­που­ρά­κι. Πά­το. Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με σι­νε­μά. Νὰ ἔρ­θεις. Θά ’ναι κι ἡ Ἀν­τι­γό­νη. Πάν­τα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες, τὸ ξέ­ρω. Κι αὐ­τὴ πάν­τα σὲ θυ­μᾶ­ται. Στὰ σκο­τει­νὰ νὰ τῆς πιά­σεις τὸ χέ­ρι. Μπο­ρεῖς καὶ νὰ τὴν χα­ϊ­δέ­ψεις. Στὰ σκο­τει­νά. Τί κάνεις τώρα; Κλαῖς ἢ γελᾶς;

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 202 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.