Μαρία Κουγιουμτζῆ: Μάνα

 

1901

.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ

 

Μά­να

 

01-Sigmaτὸ σπί­τι κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μὲ τὴ δυ­να­τὴ φω­νή του καὶ τὸν τρέ­μα­με ὅ­λοι. H μη­τέ­ρα πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν σι­ω­πη­λὴ καὶ λί­γο καμ­που­ρι­α­σμέ­νη. Ἡ φω­νὴ της ἔ­βγαι­νε πάν­τα γιὰ συμ­βου­λὲς καὶ πο­τὲ γιὰ δι­α­τα­γές. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­φερ­νε φί­λους στὸ σπί­τι, ἀ­κού­γα­με τὶς βρον­τε­ρὲς φω­νές τους καὶ τὰ γέ­λια τους. Ἐ­κεί­νη πε­ρι­φέ­ρον­ταν σὰ σκιὰ ἢ κά­θον­ταν νυ­σταγ­μέ­νη σὲ μιὰ γω­νιά. Ὅ­σο ἤ­μα­σταν μι­κροί, ζε­σται­νό­μα­σταν στὴν ἀγ­κα­λιά της, μὰ σὰν με­γα­λώ­σα­με, ἄν­τρες κι ἐ­μεῖς, δὲν τῆς δί­να­με ση­μα­σί­α. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ βλέ­πα­με νὰ σκου­πί­ζει βι­α­στι­κὰ τὰ δα­κρυ­σμέ­να της μά­τια κι αὐ­τό μᾶς νευ­ρί­α­ζε. Συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὶ λέ­γα­με, γυ­ναι­κεί­α κα­μώ­μα­τα. Χρει­ά­στη­κε νὰ κά­νει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βου­με πὼς χά­ρη στὴν ἀ­γά­πη της ἰ­σορ­ρο­ποῦ­σε ἡ ζω­ή μας. Ἦ­ταν ἕ­να βρά­δυ γύ­ρω στὶς δώ­δε­κα, εἴ­χα­με γυ­ρί­σει με­θυ­σμέ­νοι μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου, ἀ­γνο­ών­τας τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ θὰ εἶ­χε αὐ­τὴ ἡ ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α μας. Ὁ πα­τέ­ρας μας πε­ρί­με­νε ὀρ­γι­σμέ­νος. Μᾶς τὸ ‘χε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα δη­λώ­σει πὼς ἡ πόρ­τα θὰ ‘κλεινε στὶς ἕν­τε­κα, μὰ ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτη κι ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να. Βλέ­πον­τας τὰ χά­λια μας, τὸ λε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἐ­με­τὸ κου­στού­μι τοῦ μι­κροῦ μου ἀ­δερ­φοῦ, τὴ φαι­δρή μας ὄ­ψη, ἄρ­χι­σε νὰ βρί­ζει, νὰ φω­νά­ζει, ἐ­ρε­θί­στη­κε ἀ­π’ τὰ ἴ­δια του τὰ λό­για, μᾶς μπά­τσι­σε, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἀ­δερ­φός μου ἀ­πε­ρί­σκε­πτα τοῦ ἀν­τι­μί­λη­σε, ἅρ­πα­ξε τὴ μα­σιὰ ποὺ ἦ­ταν πυ­ρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάρ­βου­να τοῦ μαγ­κα­λιοῦ καὶ τὴ σή­κω­σε κα­τὰ πά­νω του. Τό­τε μπῆ­κε στὴ μέ­ση ἡ μη­τέ­ρα κι ἔ­φα­γε τὴ μα­σιὰ στὰ μοῦ­τρα. Τὸ κρέ­ας της τσι­τσί­ρι­σε μὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­βγα­λε μή­τε τὴν πιὸ μι­κρὴ φω­νί­τσα, πα­ρὰ στέ­κον­ταν ὄρ­θια μὲ τὰ χέ­ρια μπρο­στὰ στὸ σῶ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Ὅ­λοι μεί­να­με ἀ­κί­νη­τοι σὰν ἀ­γάλ­μα­τα καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­ξα­νε­μί­στη­κε μὲ μιᾶς. Ἐ­μεῖς εἴ­χα­με ἤ­δη ξε­με­θύ­σει. Ἀ­μί­λη­τη ἐ­κεί­νη μας ἄ­φη­σε, πῆ­γε στὸ νε­ρο­χύ­τη, ἔ­πλυ­νε τὸ μαν­τί­λι της κι ἄρ­χι­σε νὰ δρο­σί­ζει τὴν πλη­γή. Κα­νέ­νας μας δὲν πλη­σί­α­σε νὰ τὴν βο­η­θή­σει, πο­τὲ δὲν τὴν βο­η­θού­σα­με σὲ τί­πο­τα, τὸ νι­ώ­σα­με ἄ­ξαφ­να αὐ­τὸ καὶ χα­μη­λώ­σα­με τὸ κε­φά­λι.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Πικάσο «Μητέρα και παιδί δίπλα σε συντριβάνι», 1901.

 

Νικόλας Σεβαστάκης: Οἱ τελευταῖοι ἄσχημοι ἄνθρωποι

.

Sebastakis,Nikolas-OiTeleytaioiAschimoiAnthropoi-03

.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης

 .

Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι

 .

01-LamdaΙΓΟ ΠΡΙΝ ΠΕΣΕΙ Η ΝΥΧΤΑ, περ­νοῦ­σαν τὰ δύ­ο ἀ­δέλ­φια μὲ τὰ θε­ό­ρα­τα κα­λά­μια τοῦ ψα­ρέ­μα­τος καὶ τὶς πλα­στι­κὲς σα­κοῦ­λες μὲ τὰ δο­λώ­μα­τα πί­σω στὴ σέ­λα. Τὰ κε­φά­λια τους ἦ­ταν μα­κρό­στε­να καὶ πε­πλα­τυ­σμέ­να συγ­χρό­νως, οἱ μύ­τες τους στρα­βὲς καὶ τὰ μα­γου­λά τους σὰν νὰ τοὺς εἶ­χαν δεί­ρει ὧ­ρες μὲ γάν­τια τοῦ μπόξ. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σα­ράν­τα χρο­νῶν, ἀλ­λὰ τοὺς λο­γα­ρι­ά­ζα­με χω­ρὶς ἡ­λι­κί­α. Φο­ροῦ­σαν κά­τι σκοῦ­ρα σα­κου­λι­α­σμέ­να παν­τε­λό­νια καὶ τὰ μά­τια τους, ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­να σχε­δὸν μέ­σα στὶς δί­πλες τῶν πρη­σμέ­νων τους προ­σώ­πων, φαί­νον­ταν πάν­τα θυ­μω­μέ­να καὶ ἐ­χθρι­κά. Μύ­ρι­ζαν ἀ­πὸ μα­κριὰ τα­ρα­μὰ καὶ χα­λα­σμέ­νο τυ­ρί. Τὰ μαλ­λιά τους κολ­λοῦ­σαν στὰ στρα­βο­χυ­μέ­να κρα­νί­α τους ὅ­πως τὰ κα­μέ­να λί­πη στὸ τη­γά­νι. Καὶ τὰ σα­γό­νια τους δὲν ξε­χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ λαι­μό, ποὺ καὶ στοὺς δυ­ὸ ἦ­ταν πα­χὺς καὶ κα­τά­μαυ­ρος ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο.

       Ἦ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ φαν­τα­στεῖς τὴ ζω­ή τους πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ κον­σερ­βο­κού­τια μὲ τὶς κομ­μέ­νες γα­ρί­δες ποὺ προ­ό­ρι­ζαν γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη λεί­α τους, τὰ με­γά­λα κε­φα­λό­που­λα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ πι­στέ­ψου­με ὅ­τι εἶ­χαν γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ ἢ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, ὅ­τι ἔ­δει­ξαν πο­τὲ ἀ­φο­σί­ω­ση σὲ ἄλ­λες ὑ­πο­θέ­σεις.

       Πο­τὲ δὲν τοὺς ἀ­κού­σα­με νὰ μι­λοῦν γιὰ πο­λι­τι­κή, γιὰ κυ­βερ­νή­σεις, γιὰ τὸ ἐμ­πό­ριο. Μό­νο μιὰ φο­ρὰ πῆ­ρε τὸ αὐ­τί μας τὴ λέ­ξη Ὀ­λυμ­πια­κός. Καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.

       «Τσιμ­πά­ει;» ρω­τού­σα­με δει­λὰ-δει­λά, για­τὶ τοὺς φο­βό­μα­στε. «Μπά… τί­πο­τα δὲν ἔ­χει σή­με­ρα» ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ ἕ­νας. Καὶ ὁ ἄλ­λος, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός, τὸν ἀ­γρι­ο­κοί­τα­ζε σὰν νὰ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ ὑ­περ­βο­λι­κὰ στὸν κό­σμο καὶ εἶ­χε προ­δώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή τους.

       Καὶ ἴ­σως νὰ εἶ­χαν κά­ποι­α ἀ­πο­στο­λή. Για­τί ἦ­ταν οἱ πιὸ ἄ­σχη­μοι ἄν­θρω­ποι στὴν πό­λη μας. Καὶ ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πο­χή, ἐ­πο­χὴ με­τά­βα­σης στὴ σχε­δὸν ὄ­μορ­φη ἀν­θρω­πό­τη­τα, στὴ γε­νι­κευ­μέ­νη πε­ρι­ποί­η­ση καὶ στὴ μα­ζι­κὴ ἀ­πό­δρα­ση τῶν νη­σι­ω­τῶν ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πα­λιοῦ τύ­που ἀ­γριά­δες, ἦ­ταν ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση αὐ­τοῦ τοῦ πρω­τό­γο­νου εἴ­δους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, ἐκδ. Πό­λις, Ἀ­θή­να, 2014.

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του  Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

.

Π. Ἔνιγουεϊ: Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

.

 863AEEC985E00B3340726972C759865E

 .

Π. Ἔνιγουεϊ

Έκθεση Τετάρτης Δημοτικού

  

Θέ­μα: Πε­ρι­γράψ­τε εν συ­ντο­μί­α μία έ­ντο­νη ε­μπει­ρί­α που ζή­σα­τε με τους γο­νείς σας.

 

«Α­α­α! Α­α­α!»

       Ξύ­πνη­σα.

       «Α­α­α! Α­α­α! Α­α­α!», η φω­νή συ­νέ­χι­σε. Ή­ταν η μα­μά. Φώνα­ζε α­πό το δω­μά­τιό της. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε. Ζη­τού­σε βο­ή­θεια. Κα­λού­σε τον μπα­μπά – πού βρι­σκό­ταν, α­φού εί­χα­με ξα­πλώ­σει ό­λοι μα­ζί;

       Ε­γώ, έ­να μι­κρό παι­δί πέ­ντε χρο­νών, ξα­πλω­μέ­νος στο κρε­βά­τι μου να α­κού­ω τις φω­νές της μα­μάς και να κοι­τά­ζω την ο­ρο­φή με α­γω­νί­α, με φό­βο, αλ­λά και α­πο­ρία. Τι συ­ναί­βε­νε; Εί­χε μπει στο σπί­τι μας κα­νέ­νας κλέ­φτης; Τι έ­κα­νε στη μα­νού­λα; Τι εί­χε κά­νει στον μπα­μπά; Τον εί­χε χτυ­πή­σει; Θα ερ­χό­ταν και στο δι­κό μου δω­μά­τιο αρ­γό­τε­ρα; Τι θα μου έ­κα­νε;

       «Α­α­α! Α­α­α!» α­κού­στη­κε τό­τε η φω­νή του μπα­μπά, το ί­διο α­γω­νιώ­δης, το ί­διο φοβι­σμέ­νη με αυ­τή της μα­μάς. Ο κλέ­φτης τούς χτυ­πού­σε; Τους α­πει­λού­σε; Κρα­τούσε μα­χαί­ρι; Πι­στό­λι; Αλ­λά για­τί δεν α­κου­γό­ταν; Για­τί δε μι­λού­σε; Φο­ρού­σε μάσκα; Δε μι­λού­σε για να μην τον α­να­γνω­ρή­σουν; Ή­ταν λοι­πόν γνω­στός μας; Συγ­γενής μας; Ή­ταν δει­λός! Το μό­νο βέ­βαιο. Ή­ταν δει­λός και φο­βό­ταν ό­σο κι ε­γώ. Έ­πρεπε ό­μως να κά­νω κά­τι. Να α­ντει­δρά­σω. Να μο­νο­μα­χή­σω με τον τρο­με­ρό λη­στή και να τον νι­κή­σω – δεν εί­χα άλ­λη. Έ­πρε­πε να δρά­σω, και μά­λι­στα γρή­γο­ρα. Να ε­πιτε­θώ. Αλ­λά με τι; Το βρή­κα! Με το νε­ρο­πί­στο­λο! Θα το γε­μί­σω νε­ρο­μπο­γιά και θα του ρί­ξω στα μά­τια! Θα τον τη­φλώ­σω!

       Ση­κώ­θη­κα α­θό­ρυ­βα α­πό το κρε­βά­τι και ό­πλι­σα γρή­γο­ρα το νε­ρο­πί­στο­λο με πράσι­νη νε­ρο­μπο­γιά. Περ­πά­τη­σα στις μύ­τες των πο­διών και έ­φτα­σα έ­ξω α­πό την κρε­βα­το­κά­μα­ρα κρα­τώ­ντας με τα δυο μου χέ­ρια το νε­ρο­πί­στο­λο, έ­τοι­μο να… εκπηρ­σο­κρο­τή­σει! Η πόρ­τα ή­ταν μι­σά­νοι­χτη. Α­κού­μπη­σα την πλά­τη μου στο κούφο­μα και έ­φε­ρα στο στή­θος το νε­ρο­πί­στο­λο με το δά­χτυ­λο στη σκαν­δά­λη. Έ­στριψα αρ­γά το πρό­σω­πό μου και κοί­τα­ξα α­πό τη χα­ρα­μά­δα της πόρ­τας. Αλ­λά τι να δω! Ού­τε κλέ­φτης υ­πήρ­χε, ού­τε κα­νέ­νας δια­ρή­κτης, ού­τε τί­πο­τα! Μό­νο η μα­μά κι ο μπα­μπάς να χο­ρεύ­ουν γυ­μνοί και α­γκα­λια­σμέ­νοι πά­νω στο κρε­βά­τι! Τη μί­α φο­ρά α­νά­σκε­λα, την άλ­λη μπρού­μυ­τα, πλά­ι πλά­ι, όρ­θιοι, γο­να­τι­στοί… Και συ­νέχεια να φω­νά­ζουν, ό­λο να φω­νά­ζουν… «Α­α­α!Α­α­α!» και «Ουου! Ουου!». Τι ή­ταν ό­λα αυτά μες στη νύ­χτα; Γιορ­τά­ζα­με τί­πο­τα; Εί­χα­με κα­μιά ε­πέ­τειο; Αλ­λά α­πο­ρώ, δεν κου­ρά­ζο­νται να χο­ρεύ­ουν τό­ση ώ­ρα α­στα­μά­τη­τα; Δε βα­ριού­νται έ­τσι ά­τσα­λα και μο­νό­το­να ό­πως κου­νιού­νται;

       Τό­τε ο μπα­μπάς έ­κα­νε κά­τι που με ε­ξόρ­γι­σε: Γύ­ρι­σε στο πλά­ι και άρ­χι­σε να θυλά­ζει τη μα­μά! Αυ­τό δεν ή­ταν σω­στό! Δεν ή­ταν δί­καιο! Αυ­τό ά­ρε­σε και σ’ ε­μένα! Για­τί να θυ­λά­ζει ο μπα­μπάς τη μα­μά κι ε­γώ ό­χι; Για ποιο λό­γο η μα­μά το εί­χε α­πα­γο­ρεύ­σει σε ε­μέ­να ε­νώ τον μπα­μπά τον ά­φη­νε α­νε­μπό­δει­στο; «Γιωρ­γά­κη, τα με­γά­λα παι­διά δε θυ­λά­ζουν!», μου εί­χε πει τό­τε, και τώ­ρα μπρο­στά στα μά­τια μου υ­πέ­κυ­πτε α­διαρ­μα­τή­ρη­τα στις ε­πι­θυ­μί­ες του μπα­μπά! Ή­μουν έ­τοι­μος να βά­λω τα κλά­μα­τα! Δεν μπο­ρού­σα ν’ α­να­πνεύ­σω, έ­νας κό­μπος εί­χε κά­τσει στο λαι­μό μου, τα χέ­ρια μου τρέ­μα­νε α­πό το θυ­μό μου!

       «Δεν υ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση! Σή­με­ρα θα θυ­λά­σω κι ε­γώ!», σκέ­φτη­κα και έ­σπρω­ξα σιγά σι­γά την πόρ­τα. Εί­χαν α­πό ώ­ρα στα­μα­τή­σει το χο­ρό. Εί­χαν κου­ρα­στεί και κοι­μό­ντου­σαν α­γκα­λια­σμέ­νοι. Μπή­κα στο υ­πνο­δω­μά­τιο με το νε­ρο­πί­στο­λο να δεί­χνει τη μα­μά και με το χέ­ρι στη σκαν­δά­λη. Αν τυ­χόν έ­φερ­νε α­ντίρ­ρη­ση, θα της έ­ρι­χνα! Πλη­σί­α­σα στο στή­θος της και άρ­χι­σα να θυ­λά­ζω… Ό­μως τι έκ­πλη­ξη! Δε γεύ­τη­κα το πολ­λυ­πό­θη­το γά­λα! Κα­τα­στρο­φή! Α­τυ­χί­α!

       Τό­τε ξύ­πνη­σε η μα­μά:

       «Γιωρ­γά­κη, τι κά­νεις ε­δώ πέ­ρα;»

       «Μα­μά, ο μπα­μπάς ή­πιε μό­νος του ό­λο το γά­λα! Δε μου ά­φη­σε κα­θό­λου!», και ξέ­σπα­σα σε κλά­μα­τα.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. ’Ένιγουεϊ, ἔχει γράψει μία ἀνέκδοτη συλλογή διηγημάτων μὲ τίτλο «Δὲν θὰ ξαναγράψω ποτὲ πιὰ ἄλλα διηγήματα καὶ ἄλλα διηγήματα».

 

Ρουμπὲν Νταρίο (Rubén Darío): Πῶς γεννήθηκε τὸ λάχανο

.

Dario,Rubén-PosGennithikeToLachano-Eikona-02

.

Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο (Rubén Darío)

 .

Πῶς γεννήθηκε τὸ λάχανο

(El nacimiento de la col)

 .

S-[Sigma]-SomataΤΟΝ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, τὴ λαμ­πε­ρὴ μέ­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ λου­λού­δια καὶ προ­τοῦ τὸ φί­δι βά­λει τὴν Εὔα σὲ πει­ρα­σμό, τὸ κα­κό­βου­λο πνεῦ­μα πλη­σί­α­σε τὴν πιὸ ὡ­ραί­α νε­α­ρὴ τρι­αν­τα­φυλ­λιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­κεί­νη πρό­τει­νε, στὸ χά­δι τοῦ οὐ­ρά­νιου ἥ­λιου, τὴν κόκ­κι­νη παρ­θε­νι­κό­τη­τα τῶν χει­λι­ῶν της.

       «Εἶ­σαι ὄ­μορ­φη»

       «Εἶ­μαι» εἶ­πε ἡ τρι­αν­τα­φυλ­λιά.

       «Ὄ­μορ­φη καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη» συ­νέ­χι­σε ὁ δι­ά­βο­λος. «Ἔ­χεις τὸ χρῶ­μα, τὴ χά­ρη καὶ τὸ ἄ­ρω­μα. Ἀλ­λά…»

       «Ἀλ­λά;»

       «Δὲν εἶ­σαι χρή­σι­μη. Δὲν βλέ­πεις ἐ­κεῖ­να τὰ δέν­τρα φορ­τω­μέ­να μὲ βε­λα­νί­δια; Ἐ­κεῖ­να ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ πλού­σιο φύλ­λω­μά τους, δί­νουν τρο­φὴ σὲ ἕ­να σω­ρὸ πλά­σμα­τα ποὺ ξα­πο­σταί­νουν κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλα­διά τους. Τρι­αν­τα­φυλ­λιά, ἡ ὀ­μορ­φιὰ δὲν ἀρ­κεῖ…»

       Ἡ τρι­αν­τα­φυλ­λιὰ τό­τε —μπαί­νον­τας σὲ πει­ρα­σμό, ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἡ γυ­ναί­κα— πό­θη­σε τὴ χρη­σι­μό­τη­τα, μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ τὸ πορ­φυ­ρό της χρῶ­μα χλό­μια­σε.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη αὐ­γή, πέ­ρα­σε ὁ κα­λὸς Θε­ός.

       «Πα­τέ­ρα» εἶ­πε ἐ­κεί­νη ἡ πριγ­κί­πισ­σα τῶν λου­λου­δι­ῶν, τρέ­μον­τας μέ­σα στὴν εὐ­ω­δια­στὴ ὀ­μορ­φιά της «θὰ θέ­λα­τε νὰ μὲ κά­νε­τε χρή­σι­μη;»

       «Ἂς γί­νει τὸ θέ­λη­μά σου, κό­ρη μου» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κύ­ριος, χα­μο­γε­λών­τας.

       Καὶ τό­τε ὁ κό­σμος ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρῶ­το λά­χα­νο.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο (Rubén Darío)(Με­τά­πα τῆς Νικαράγουα, 1867 – Λε­όν, 1916). Ὁ νι­κα­ρα­γουα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ὑ­πῆρ­ξε ὕ­ψι­στος ἐκ­φρα­στὴς τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ. Θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ποι­η­τὴς ποὺ ἄ­σκη­σε τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­πιρ­ρο­ὴ στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα τοῦ εἶ­ναι τὰ Azul (1888) καὶ Prosas profanas y otros poemas (1896). Τὸ «El nacimiento de la col» δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1893 στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα La Tribuna τοῦ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Γεωργία Κολοβελώνη: Συλλέκτης φιλιῶν

.

Kolobeloni,Georgia-SyllektisFilion-Eikona-01

.

Γε­ωρ­γί­α Κο­λο­βε­λώ­νη

 

Συλ­λέ­κτης φι­λι­ῶν

           

01-Taphί κά­νεις τώ­ρα στὴν Ἑλ­λά­δα;

 — Συλ­λέ­γω φι­λιὰ ἀ­πὸ ὄ­μορ­φες κο­πέ­λες μὲ λευ­κὸ δέρ­μα.

            Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ φά­νη­καν τὰ κα­τά­λευ­κα δόν­τια του. Κον­τρὰ­στ μὲ τὸ σκοῦ­ρο πρό­σω­πό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν πιὸ με­λα­χρι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν στὴν ὀ­θό­νη. Κα­θό­μουν μιὰ θέ­ση ἀ­κρι­βῶς πί­σω του, μὲ πλή­ρη θέ­α στὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ του. Τὸν ἔ­βλε­πα νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ὴ του ἐ­κεῖ, ἐ­δῶ, ποι­ὸς ξέ­ρει ποῦ ἀλ­λοῦ. Ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση στὶς ἐ­ρω­τή­σεις τοῦ δη­μο­σι­ο­γρά­φου. Μὲ τὴν ἴ­δια ἄ­νε­ση ποὺ θὰ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε σὲ λί­γο τὶς ἐ­ρω­τή­σεις τοῦ κοι­νοῦ με­τὰ τὴν προ­βο­λή. Ἡ ται­νί­α παι­ζό­ταν τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ ἀν­τι­ρα­τσι­στι­κοῦ φε­στι­βάλ. Στὸ ὑ­παί­θριο πάρ­κο κό­σμος πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ πε­ρί­πτε­ρα, συ­ζη­τοῦ­σε, πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὁ­μι­λί­ες, δο­κί­μα­ζε ἔ­θνικ γεύ­σεις ἢ ἐ­πέ­με­νε στὸ ἐγ­χώ­ριο σου­βλά­κι. Συγ­χρω­τί­στη­κε μὲ τὸ πλῆ­θος, ἀ­φή­νον­τας τὴν ὁ­μή­γυ­ρη νὰ ἀ­να­λύ­ει ἐμ­βρι­θῶς τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα. Τὸν φαν­τά­στη­κα σκυμ­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­ναν τε­ρά­στιο χάρ­τη, νὰ ση­μα­δεύ­ει κου­κί­δες, χῶ­ρες, ἀν­θρώ­πους, συ­νή­θει­ες, δι­α­δρο­μές· εὐ­θεῖ­ες καὶ καμ­πύ­λες – δρό­μων καὶ γυ­ναι­κῶν μὲ λευ­κὸ δέρ­μα. Στὴν οὐ­ρὰ γιὰ τὰ φα­λά­φελ, γύ­ρι­σε καὶ μὲ κοί­τα­ξε. Μοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι. Φαν­τά­στη­κα τὴ γλώσ­σα του στὸ στό­μα μου.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γε­ωρ­γί­α Κο­λο­βε­λώ­νη (Βαλ­τι­νὸ Τρι­κά­λων). Πτυ­χι­οῦ­χος Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ, κά­το­χος Με­τα­πτυ­χια­κοῦ τίτ­λου σπου­δῶν καὶ ἐ­πι­μορ­φώ­τρια φι­λο­λό­γων στὶς Τε­χνο­λο­γί­ες Πλη­ρο­φο­ρί­ας καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἱ­στο­ρί­ες μὲ λυ­πη­μέ­νη ἀρ­χή (Νέ­ος Ἀ­στρο­λά­βος /Εὐ­θύ­νη, Ἀ­θή­να 2012).

 

 

Χινὲς Σ. Κουτίγιας (Gines S. Cutillas): Ψεύτικες νότες

 

.

Cutillas,GinesS.-PsytikesNotes-Eikona-01

.

Χι­νὲς Σ. Κου­τί­γιας (Gines S. Cutillas)

.

Ψεύτικεςνότες

(Notas falsas)

 .

D-Delta-SomataΙΑΛΕΞΕ τὴ με­λω­δί­α μὲ προ­σο­χή. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ πι­α­σά­ρι­κη καὶ ἀ­συ­νή­θι­στη. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, στὸ γρα­φεῖ­ο, πέ­ρα­σε ὅ­λο το πρω­ὶ σφυ­ρί­ζον­τάς την στὸ ἀ­φτὶ τοῦ συ­να­δέλ­φου του. Ὅ­ταν τὸ βρά­δυ γύ­ρι­σε ἡ γυ­ναί­κα του στὸ σπί­τι σι­γο­τρα­γου­δών­τας την, οἱ ὑ­πο­ψί­ες του ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν.        

. 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Χι­νὲς Σ. Κου­τί­γιας (Gines S. Cutillas) (Βα­λέν­θια, 1973). Σπού­δα­σε Μη­χα­νι­κὸς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βα­λέν­θια καὶ Ντο­κι­μαν­τὲρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Τὸ 2010 δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Un koala en el armario (Γρα­νά­δα, Cuadernos del Vigia, 2010) στὴν ὁ­ποί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὸ «Notas falsas».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Ἑλένη Πατσιατζῆ: Στὴν “Ἀνάσταση”

.

Patsiatzi,Eleni-Stin' Anastasi'-Eikona-02

.

Ἑ­λέ­νη Πα­τσια­τζῆ

 

Στὴν «Ἀ­νά­στα­ση»

 

02-PiΟΤΕ ΔΕΝ Μ’ ΑΡΕΣΕ ἡ πο­λυ­κο­σμί­α. Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α ὅ­μως εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πάν­τα πο­λὺς ἀλ­λὰ δι­α­κρι­τι­κός. Σὲ κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα μό­νο ἂν τὸν κοι­τά­ξεις. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­σά­λευ­τος κι ἀ­μί­λη­τος κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι. Τὸ βλέμ­μα αὐ­τῶν ποὺ κα­τοι­κοῦν ἐ­δῶ, ἄλ­λο­τε ἀ­σπρό­μαυ­ρο, ἄλ­λο­τε ἔγ­χρω­μο, ἄλ­λο­τε φρέ­σκο κι ἄλ­λο­τε ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο, δὲν σ’ ἀ­κο­λου­θεῖ μὲ τὴ συ­νή­θη πε­ρι­έρ­γεια ἢ μὲ δι­ά­θε­ση ἐ­πι­τί­μη­σης. Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι σὲ κοι­τά­ζουν σο­βα­ροί, κα­λον­τυ­μέ­νοι, φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νοι, μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη χω­ρί­στρα καὶ μ’ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη. Σὲ σέ­βον­ται. Σπά­νια τὸ χα­μό­γε­λό τους εἶ­ναι πλα­τύ, κι ἂν τύ­χει νὰ εἶ­ναι παι­διά, μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν σὲ κοι­τά­ξουν κα­θό­λου καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ τρέ­χουν ἀ­κί­νη­τα μὲ τὸ πο­δή­λα­τό τους ἤ νὰ χτε­νί­ζουν τὶς ἀ­ψε­γά­δια­στες μποῦ­κλες τῆς κού­κλας τους. Εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει θό­ρυ­βος, ὀ­σμές, οὔ­τε ὀ­χλή­σεις παν­τὸς εἴ­δους. Ἀ­νέ­χε­ται σι­ω­πη­λὰ ὁ ἕ­νας τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἄλ­λου μὲ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη ψυ­χραι­μί­α. Πο­λι­τι­σμός.

            Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α τὶς ἤ­ρε­μες μέ­ρες τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι τὸ ρυθ­μι­κὸ κά­λε­σμα τῆς δε­κα­ο­χτού­ρας. Ὅ­πως καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια, ἔ­τσι κι αὐ­τὲς νοι­ώ­θουν οἰ­κεί­α σ’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη. Κι ἐ­γὼ πάν­τα ἔ­τσι ἔ­νοι­ω­θα. Ἄλ­λω­στε ἐ­κεῖ συ­ναν­τοῦ­σα δι­κούς μου ἀν­θρώ­πους, στὸ σπί­τι τους. Πο­τὲ δὲν πή­γαι­να γιὰ ξέ­νον. Οὔ­τε γιὰ τὸν κα­φὲ καὶ τὴ κου­βέν­τα, ὅ­ταν τὸ ἔ­φερ­νε ἡ πε­ρί­στα­ση. Μὲ τά­ρα­ζε ἀ­πὸ πα­λιὰ ἡ σκέ­ψη νὰ κά­νω ἐ­πί­σκε­ψη στὴν τε­λευ­ταί­α κα­τοι­κί­α κά­ποι­ου χω­ρὶς νὰ ἔ­χει προ­λά­βει νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Ἀ­σέ­βεια.

            Στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α, τὸ ξέ­ρω, τὴ νύ­χτα ὁ φω­τι­σμὸς εἶ­ναι ἰ­σχνός, μι­κρὲς πυ­γο­λαμ­πί­δες ἀ­χνο­φέγ­γουν στὴ σκο­τει­νιά. Τὰ πρό­σω­πα πα­ρα­μέ­νουν ἴ­δια, ἀ­νε­πη­ρέ­α­στα ἀ­πὸ τὶς ἐ­ναλ­λα­γὲς τοῦ χρό­νου ἢ τοῦ και­ροῦ. Δὲν πά­ω, ὅ­μως, για­τὶ δὲν δέ­χον­ται ἐ­πι­σκέ­ψεις με­τὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μό­νο ἀ­δέ­σπο­τες γά­τες εἰ­σβάλ­λουν ἀ­κά­λε­στες, γουρ­γου­ρί­ζουν νω­χε­λι­κὰ ἢ κι­νοῦν­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα ἐλ­πί­ζον­τας νὰ τσα­κώ­σουν κά­ποι­ο λα­χτα­ρι­στὸ θή­ρα­μα. Τὰ γα­τί­σια μά­τια τους σπι­θο­βο­λοῦν πιὸ δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τί­τσες στὰ καν­τή­λια. Εἶ­ναι οἱ κυ­ρί­αρ­χες τῆς νύ­χτας. Δὲν τὶς συμ­πα­θῶ. Τὰ σκυ­λιὰ μὲ τρο­μά­ζουν λι­γό­τε­ρο.

            Ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα νὰ πᾶς ἐ­πί­σκε­ψη στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­ναι ἡ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή. Ὀρ­δὲς μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νων κα­τρα­κυ­λοῦν στὰ δρο­μά­κια, γε­μί­ζουν ἐ­πι­θε­τι­κὰ τὰ βά­ζα μὲ πο­λύ­χρω­μα λου­λού­δια ἢ φο­ρᾶ­νε στε­φά­νια πά­νω στοὺς σταυ­ρούς, τσα­λα­κώ­νουν μὲ θό­ρυ­βο τὰ πλα­στι­κὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα τῆς χλω­ρί­δας ποὺ με­τέ­φε­ραν, οὐρ­λιά­ζουν στοὺς ἀ­ει­κί­νη­τους ἱ­ε­ρεῖς, ποὺ κα­τα­κλύ­ζουν κι αὐ­τοὶ μὲ κέ­φι τὰ μνή­μα­τα, νὰ πᾶ­νε γιὰ τρι­σά­γιο πρῶ­τα στὸν δι­κό τους νε­κρὸ καὶ με­τὰ στοὺς ἄλ­λους, συ­νο­μι­λοῦν μὲ τὶς μαυ­ρο­φο­ρε­μέ­νες τῶν κον­τι­νῶν τά­φων ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας καρ­βου­νά­κια, λι­βά­νι καὶ νέ­α. Κά­ποι­ες κά­νουν καὶ κα­θα­ρι­ό­τη­τα στοὺς τά­φους καὶ πλέ­νουν μὲ ἀμ­μω­νί­α τὰ βλέμ­μα­τα καὶ τὰ πρό­σω­πα τῶν νε­κρῶν καὶ με­τὰ ἀ­πο­χω­ροῦν γιὰ νὰ συ­νε­χί­σουν τὴ νη­στεί­α τους. Αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­κο­σμί­α δὲν τὴν ἀν­τέ­χω.

            Οἱ κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α εἶ­ναι πάν­τα τὸν Αὔ­γου­στο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γε­νεῖς λεί­πουν γιὰ δι­α­κο­πὲς ἀλ­λά, κι ἂν δὲν ἔ­χουν φύ­γει γιὰ ἀ­να­ψυ­χή, ἀ­πο­φεύ­γουν τὸ λι­ο­πύ­ρι καὶ τὶς ἄ­σκο­πες βόλ­τες. Ἔ­τσι μπο­ρεῖς νὰ κι­νη­θεῖς μὲ τὴν ἄ­νε­σή σου ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος τῶν σι­ω­πη­λῶν ποὺ θὰ σὲ κοι­τά­ζει μὲ εὐ­γέ­νεια. Οἱ δε­κα­ο­χτοῦ­ρες θὰ σου­λα­τσά­ρουν καὶ θὰ σὲ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται ἀ­να­ση­κώ­νον­τας γου­στό­ζι­κα τὸ κε­φα­λά­κι τους. Ἴ­σως εἶ­σαι τυ­χε­ρὸς καὶ σὲ καρ­φώ­σει μὲ τὸ βλέμ­μα της κά­ποι­α ἀ­δέ­σπο­τη γά­τα ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ νυ­χτώ­σει.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑ­λέ­νη Πα­τσια­τζῆ (Πειραιάς 1969), σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, ὑ­πη­ρε­τεῖ στὴν Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση, καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς.

 

 

 

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 424 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.