Ἀ.Κ. Χριστοδούλου: Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

.

cyanotype (11)

.

Α.Κ. Χριστοδούλου

 

Ἡ βοτανολόγος Εὐθαλία

 

02-Taphέρμα τῆς ὁ­δοῦ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, ἐ­κεῖ ποὺ ἄρ­χι­ζαν πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια τὰ κα­τα­πρά­σι­να πε­ρι­βό­λια, μὲ τὶς μαρ­γα­ρί­τες, τὶς πα­πα­ροῦ­νες καὶ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες νὰ χο­ρε­ύ­ουν ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὰ λυ­γε­ρό­κορ­μα ἀ­ε­ρά­κια τῆς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να το­ύ­βλι­νο κα­λυ­βά­κι, μὲ ἕ­να κολ­λη­τὸ τσα­τμα­δέ­νιο χα­μη­λὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σε μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη γρι­ο­ύ­λα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀ­γω­γι­ά­της, κα­βά­λα σὲ μου­λά­ρι, μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴ Μα­κρυ­νί­τσα, ποὺ νὰ μὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὴν ὄ­μορ­φη πο­λι­τε­ί­α μὲ ἕ­ναν τρυ­φε­ρό, νο­ε­ρὸ ἀ­σφα­λῶς, ἀ­σπα­σμὸ τῆς γλυ­κύ­τα­της Εὐ­θα­λί­ας. Σήμερα τὸ κα­λυ­βά­κι, ἐ­ρει­πω­μέ­νο, κλει­δω­μέ­νο, μὲ βου­λι­αγ­μέ­νη στέ­γη καὶ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ ἀ­πο­θη­κά­κι, σώ­ζε­ται ἀ­κό­μη κα­θὼς πλη­θα­ί­νουν ὁ­λό­γυ­ρα οἱ πο­λυ­ό­ρο­φες φυ­λα­κὲς ποὺ ὑ­ψώ­νει ἡ ἀ­συμ­πό­νε­τη πο­λι­τε­ί­α στὶς ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τες ἐ­κτά­σεις τῶν κλη­ρο­νό­μων Κου­τί­να, ξε­στρω­μέ­νες πλέ­ον, δί­χως τά­πη­τες χλό­ης — τὸ μο­νο­πά­τι ἀ­πὸ Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος με­το­νο­μά­στη­κε σὲ ὁ­δὸ ᾿Ι­σα­ύ­ρων πρὸς τι­μὴν τῶν εἰ­κο­νο­μά­χων Του. ῞Ο­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α μας δὲν εἶ­ναι γιὰ τὸ λι­τὸ καὶ ἡ­λι­ό­λου­στο ἐν­δι­α­ί­τη­μα τῆς κα­λῆς Εὐ­θα­λί­ας, ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο κα­τα­γώ­γιο, μου­λι­α­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξη­ρα­σί­α στὰ βά­θη τῆς καρ­διᾶς της. Τί λέ­ω! γιὰ ἀ­μέ­τρη­τα θε­ό­στε­γνα μπουν­τρο­ύ­μια, ὅ­πως θὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψει, ὑ­πο­θέ­τω, ἡ γρα­φί­δα μας. ῍Ας ἀ­κο­λου­θή­σου­με ὅ­μως τὴ λο­γι­κὴ τῶν πραγ­μά­των. ῾Η Εὐ­θα­λί­α ζοῦ­σε μό­νη στὸ κα­λυ­βά­κι. ῍Αν καὶ φαι­νό­ταν φτω­χή, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­πως ἀ­πο­δε­ί­χτη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων, ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ εὐ­κα­τά­στα­τη. Σπα­τά­λη­σε τό­σο ρευ­στό, ποὺ στὸ τέ­λος ἰ­κμὰς εὐ­ρω­στί­ας δὲν ἀ­πό­μει­νε κα­μιὰ στὸ τα­μεῖ­ο. ῾Ω­στό­σο ζοῦ­σε ἁ­πλὴ ζωή, σὲ μιὰν αὐ­λὴ γε­μά­τη λου­λο­ύ­δια καὶ σὲ μιὰ κα­τα­πρά­σι­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἔ­σφυ­ζε ἀ­πὸ ζωή. ῾Ο­λό­γυ­ρα ἔ­θαλ­λε ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς πα­ρά­δει­σος. ῾Ω­στό­σο τὴν ἀ­γα­θὴ ἐ­το­ύ­τη ψυ­χή, ὅ­πως, ἀλ­λί­μο­νο, κά­θε ψυ­χή, πα­ί­δευ­ε μιὰ πα­ρά­ξε­νη μα­νί­α — κά­θε πρωί, μὲ δυ­ὸ κα­λά­θια στὰ χέ­ρια, χα­νό­ταν στὰ ρου­μά­νια καὶ τὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ Σα­ρα­κη­νοῦ. Τί ἔ­κα­νε στὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ὅ­που δὲν ὑ­πῆρ­χε χλω­ρὸ κλα­δί; Θαυ­μά­στε, κύ­ριοι, τί πα­ρα­ξε­νι­ὲς μπο­ροῦν νὰ τα­λα­νί­ζουν ἀ­κό­μα καὶ τὴν πιὸ ἁ­πλὴ ψυ­χή — ποὺ ση­μα­ί­νει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ προ­σθέ­σω, πὼς δὲν πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν Πλά­ση ψυ­χὴ ἀν­θρώ­που ποὺ νὰ εἶ­ναι στ᾿ ἀ­λή­θεια ἁ­πλή. ῾Η Εὐ­θα­λί­α εἶ­χε τὴ μα­νί­α νὰ μα­ζε­ύ­ει ὁ,τι­δή­πο­τε ξε­ρὸ κα­τα­γῆς — ξε­ρὰ φύλ­λα, ξε­ρὰ λου­λο­ύ­δια, ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια. Γέμιζε τὰ κα­λά­θια καὶ φορ­τω­μέ­νη γύ­ρι­ζε στὸ κα­λυ­βά­κι, ὅ­που συ­νέ­χι­ζε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες ἀ­σχο­λί­ες μιᾶς κα­νο­νι­κῆς μέ­ρας. Μο­λο­νό­τι ὅ­λοι ἦ­ταν πά­ντα κον­τὰ στὴν Εὐ­θα­λί­α, κα­νεὶς ὡ­στό­σο δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει αὐ­τὴ τὴν τό­σο προ­σω­πι­κή της ἰ­δι­ο­τρο­πί­α. Τί νό­η­μα εἶ­χε ἐ­κε­ί­νη ἡ συγ­κο­μι­δὴ τῶν ξε­ρῶν ἀ­πορ­ρι­μά­των τῆς ζω­ῆς, ὅ­που ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ὴ εἶ­χε ἀ­φα­νί­σει κά­θε ἴ­χνος ζω­ῆς, κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε. ᾿Ε­ρω­τή­σεις στὸ ζή­τη­μα τοῦ­το ἡ Εὐ­θα­λί­α δὲ σή­κω­νε. ῎Ε­κο­βε τὴν κου­βέ­ντα καὶ ἀ­πο­συ­ρό­ταν στὸ κα­μα­ρά­κι. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ μα­νί­α τῆς γρι­ο­ύ­λας ξε­θώ­ρια­σε στὴ συ­νε­ί­δη­ση τῶν πε­ρι­ο­ί­κων σὲ ἁ­πλὴ συ­νή­θεια, κι ἐ­φό­σον εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὴν ἴ­δια, σὲ ἀ­πα­σχό­λη­ση δι­α­σκε­δα­στι­κή, ἄ­ρα ἀ­πό­λυ­τα θε­μι­τή. Ξε­θώ­ρια­σε μά­λι­στα τό­σο πο­λὺ ποὺ θὰ προ­κα­λοῦ­σε κα­τά­πλη­ξη ἂν μά­θαι­ναν αἴφ­νης πὼς ἡ συλ­λέ­κτρια εἶ­χε πά­ψει νὰ συλ­λέ­γει τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ ἀ­φή­νει στὸ δι­ά­βα της ἡ ζωή. ῞Ο­μως ὅ­λα ἔ­χουν τέ­λος. ῾Η ἰ­δι­ο­τρο­πί­α τῆς Εὐ­θα­λί­ας ἐν­τα­φι­ά­στη­κε ἕ­να δει­λι­νὸ μα­ζὶ μὲ τὴ σο­ρό της στὸ κοι­μη­τή­ρι τῆς ῾Α­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Καὶ φυ­σι­κὰ τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα οἱ βα­θιὰ τε­θλιμ­μέ­νοι συγ­γε­νεῖς μὲ κα­τα­κόκ­κι­να τὰ μά­τια, ὑ­πο­τί­θε­ται ἀ­πὸ τὸ κλά­μα, ξε­κλε­ί­δω­σαν τὸ σπι­τά­κι γιὰ τὸ γνω­στὸ συγ­γε­νι­κὸ πλι­ά­τσι­κο. ᾿Αν­τὶ γιὰ τι­μαλ­φῆ καὶ με­τρη­τὰ ὅ­μως δὲ βρῆ­καν πα­ρὰ μό­νο ἕ­ναν χον­τρὸ φά­κελ­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν δε­κά­δες μι­σθω­τή­ρια συμ­φω­νη­τι­κά. ῾Η μα­κα­ρί­τισ­σα φε­ρό­ταν νὰ ἔ­χει μι­σθώ­σει πά­νω ἀ­πὸ πε­νή­ντα δω­μά­τια, ἀ­πο­θη­κοῦ­λες, κα­τα­στή­μα­τα, κα­μα­ρά­κια, κε­λά­ρια καὶ βά­λε. Οἱ κλη­ρο­νό­μοι ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μὲ τὶς τσέ­πες ἄ­δει­ες. ῞Ο,τι κλη­ρο­δό­τη­σε ἡ Εὐ­θα­λί­α σὲ αὐ­τοὺς ἦ­ταν στὸ τέ­λος μό­νο μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἀ­μη­χα­νί­α. Τί ἀ­πο­θη­σα­ύ­ρι­ζε σὲ αὐ­τὲς τὶς ἄ­τυ­πες τρα­πε­ζι­κὲς θυ­ρί­δες ἡ ἄ­γα­μη μα­κα­ρί­τισ­σα; Μιὰ ἀρ­μα­θιὰ κλει­διὰ δί­πλα στὸ φά­κελ­λο ἔ­ρι­ξε φῶς στὸ σκο­τά­δι αὐ­τῶν τῶν μι­σθί­ων. ῞Ο­λα ἦ­ταν φί­σκα γε­μά­τα ἀ­πὸ τὰ ξε­ρὰ φυλ­λα­ρά­κια, τὰ ξε­ρὰ λου­λου­δά­κια καὶ τὰ ξε­ρὰ κο­τσα­νά­κια, ποὺ σό­δευ­ε ἡ νε­κρὴ μὲ τό­ση προ­σή­λω­ση καὶ τό­ση πε­ρι­συλ­λο­γὴ σὲ ὅ­λο τὸ δι­ά­βα τῆς ἄ­γο­νης ζω­ῆς της. ῾Ως φα­ί­νε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε κά­ποι­ος δι­ο­ρα­τι­κὸς νὰ εἰ­κά­σει, ἡ τί­μια Εὐ­θα­λί­α, μο­λο­νό­τι εὐ­νο­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­νε­ξά­ντλη­τη χλω­ρο­φύλ­λη ποὺ ἀ­να­ζω­ο­γο­νοῦ­σε δια­ρκῶς τὴ σω­μα­τι­κή της εὐ­ρω­στί­α, ὠ­θο­ύ­με­νη ὡ­στό­σο ἀ­πὸ ἕ­να ἔν­στι­κτο ἀ­δι­ευ­κρί­νι­στο καὶ σκο­τει­νό, βλα­στο­λο­γοῦ­σε ὁ­λη­με­ρὶς τὴν ξε­ρα­ΐ­λα ποὺ θρα­σο­μα­νοῦ­σε στὰ μπα­ΐ­ρια τοῦ μυα­λοῦ της. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη βά­σι­μα νὰ ὑ­πο­θέ­σει, πρὸς τι­μὴν ἀ­σφα­λῶς τῆς θα­νο­ύ­σης, πὼς αὐ­τὴ ἡ δα­ή­μων ἀ­στε­φά­νω­τη ψυ­χὴ δὲν πρέ­πει νὰ κα­μώ­θη­κε στιγ­μὴ πὼς ξέ­χα­σε τά­χα τὴν προ­ί­κα, πο­λυ­τί­μη­το δῶ­ρο, μο­να­δι­κὸ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τρός, ποὺ ἄ­φη­ναν ἀ­δα­ή­μο­νες νὰ σα­πί­ζει ὅ­λες οἱ στε­φα­νω­μέ­νες μὲ ἀ­μά­ραν­τα λου­λο­ύ­δια μιᾶς ἀ­ει­θα­λοῦς ᾿Α­νο­ί­ξε­ως ὣς τὰ πέ­ρα­τα τῆς γῆς.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου. (Βό­λος, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Νο­μικὰ στὴν Ἀθή­να καὶ δι­κη­γό­ρη­σε στὸ Βό­λο. Ἀπό τὶς ἀρχὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 ἀφο­σιώ­θη­κε στὴ με­λέ­τη καὶ στὴ με­τά­φρα­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἀγγλό­φω­νης λο­γοτε­χνί­ας. Με­τέ­φρα­σε τὸν Μό­μπι-Ντίκ τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βιλ. Κεί­με­νά του δη­μο­σιεύ­τη­καν στὰ πε­ριο­δικὰ Ἀντί, Δια­βά­ζω, Θέ­μα­τα Λο­γο­τε­χνί­ας κ.ἄ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ποι­ή­μα­τα (1971).

 

Ἀλέξανδρος Μιστριώτης: Ἔχει ἀργήσει…

.

Mistriotis,Aleksandros-EcheiArgisei-Eikona-04

.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μι­στρι­ώ­της

 

Ἔ­χει ἀρ­γή­σει…

 

01-EpsilonΧΕΙ ΑΡΓΗΣΕΙ καὶ τρέ­χει καὶ ἡ μη­χα­νὴ ση­κώ­νει τὸν κό­σμο καὶ ἡ νύ­χτα σή­κω­σε ὑ­γρα­σί­α. Τὸ ἑ­πό­με­νο φα­νά­ρι εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γὸ καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νει νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ φρε­νά­ρει, εὐ­τυ­χῶς, τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ ποὺ περ­νά­ει ἕ­να ἁ­μά­ξι τρε­λὸ καὶ θὰ τὸν ἔ­λι­ω­νε. Κα­θὼς πε­ρι­μέ­νει σκέ­φτε­ται πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει ἐ­κεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ θὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­ταν ποὺ ἀ­πό­ψε τὴν ἔ­στη­σε. Σκέ­φτε­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴ μά­θαι­νε πο­τὲ ὅ­τι πέ­θα­νε γιὰ νὰ φτά­σει γρή­γο­ρα σὲ ἐ­κεί­νη κι ἂν τὸ μά­θαι­νε πό­σο θὰ τὴν βά­ραι­νε γιὰ μιὰ ζω­ή! Θὰ τῆς τὸ πεῖ καὶ θὰ πά­ρει δρα­μα­τι­κὸ ὕ­φος! Θὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ βρί­σκον­ται. Ἔ­χει με­γά­λα μά­τια ποὺ ἀ­νοί­γουν ὅ­ταν κοι­τά­ζον­ται καὶ κλεί­νουν ὅ­ταν φι­λι­οῦν­ται καὶ γε­λά­ει σὰ νὰ κλαί­ει.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ σει­ρὰ σύν­το­μων κει­μέ­νων Τὸ Λί­γο. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Μι­στρι­ώ­της (Ὀτ­τά­βα, Κα­να­δᾶς, 1973) Με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες στὴν Γαλ­λί­α. Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004. Ἡ πρώ­τη του καλ­λι­τε­χνι­κὴ γλώσ­σα εἶ­ναι ἡ γρα­φή. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν συμ­με­το­χή του στὰ εἰ­κα­στι­κὰ πράγ­μα­τα ἐρ­γά­ζε­ται στὸ θέ­α­τρο καὶ τὸν χο­ρό, κά­νει ἀ­να­γνώ­σεις κει­μέ­νων του μὲ «σκη­νι­κά» στοι­χεῖ­α καὶ ἐ­νη­με­ρώ­νει τὸ ἱ­στο­λό­γιο Στὴν Ἀθήνα.

 

 

Γιάννης Τσίγκρας: Ἡ Πατράκαινα

.

Tsigkras,Giannis-IPatrakaina-Eikona-04

.

Γιά­ννης Τσίγ­κρας

 

Ἡ Πα­τρά­και­να

 

02-TaphΟ ΒΛΕΠΕΙΣ αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι στὸ χέ­ρι; Τό­ ‘χω ἀ­πὸ παι­δί. Θυ­μᾶ­μαι μέ­χρι καὶ σή­με­ρα πῶς τὸ ἀ­πέ­κτη­σα. Ἔ­τρε­χα ἕ­να βρά­δυ μα­ζὶ μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διὰ πρὸς τὸ φρά­χτη τῆς Πα­τρά­και­νας, ἕ­να μι­σο­σκό­τει­νο τοῖ­χο, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ γι­α­σε­μί. Βι­α­στι­κὴ ὅ­πως πάν­τα, σκόν­τα­ψα κι ἔ­πε­σα. Πρέ­πει νὰ σκί­στη­κα ἀ­πὸ πέ­τρα για­τί ἔ­νι­ω­σα ἕ­να κά­ψι­μο κι εἶ­δα στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ χτύ­πη­σα ἕ­να ση­μά­δι, ἄ­σπρο σὰ πι­κρα­μύ­γδα­λο στὴν ἀρ­χὴ ποὺ πῆ­ρε στὴ συ­νέ­χεια τὸ σχῆ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ λει­ριοῦ τῆς Πα­γώ­νας, τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης κό­τας τῆς μά­νας μου.

        Πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ πα­ρα­τή­ρη­σα αὐ­τὸ καὶ τὸ εἶ­πα στὴν πα­ρέ­α μου, λί­γο πρὶν μὲ πά­ρουν τὰ αἵ­μα­τα καὶ βά­λω τὰ κλά­μα­τα.

        Εἶ­χε τρέ­λα μὲ αὐ­τὴ τὴν Πα­γώ­να ἡ κυ­ρὰ Χρυ­σάν­θη. Ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε ὁ συ­να­γερ­μὸς νὰ σφυ­ρί­ζει στὸ Βό­λο ἢ τὸ καμ­πα­νά­κι νὰ χτυ­πά­ει στὸν Ἄ­ι-Τα­ξιά­ρχη, κι ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­παιρ­νε ὑ­πὸ μά­λης τὰ ψει­ρι­α­σμέ­να μας χρά­μια κι ἀ­νέ­βα­ζε στὸ σβέρ­κο του ἐ­μέ­να, πεν­τά­χρο­νη τό­τε, γιὰ νὰ τρέ­ξει βι­α­στι­κά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ συγ­χω­ρια­νοί μας , νὰ σκαρ­φα­λώ­σει τὸν ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ Τρα­νὸ Ἴ­σι­ω­μα, τὸ ἀ­σφα­λὲς ἀ­πὸ τὰ κα­νό­νια τῶν πλοί­ων τοῦ λι­μα­νιοῦ ἢ ἀ­πὸ τοὺς μη­χα­νο­κί­νη­τους στὸν ἁ­μα­ξω­τὸ δρό­μο Γερ­μα­νούς, τό­τε ἐ­κεί­νη χώ­νον­ταν στὶς πυ­κνο­φυ­τε­μέ­νες φα­σο­λι­ὲς «πούλ, πούλ, πούλ», φω­νά­ζον­τας, «ποὺ εἶ­σαι μω­ρὴ Πα­γώ­να καὶ θὰ μᾶς προ­λά­βουν». Καὶ ἦ­ταν ἱ­κα­νὴ θα­νά­σι­μα νὰ κα­θυ­στε­ρή­σει πε­ρι­μέ­νον­τας τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ κό­τα θὰ πη­δοῦ­σε στὸν ὦ­μο της καὶ θὰ κούρ­νια­ζε ἐ­κεῖ. Τό­τε μό­νο κα­τέ­βαι­νε τὶς σκά­λες κι ἔμ­παι­νε στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­τρε­χαν.

        Ὁ πα­τέ­ρας λα­χά­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ ἄ­σθμα ποὺ τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἀ­πὸ παι­δὶ κι ἀ­πὸ τό, ἐ­λά­χι­στο, βά­ρος μου, λα­χά­νια­ζε ἀ­νε­βαί­νον­τας καὶ βλα­στη­μών­τας τὴν τύ­χη του «δὲ φτά­νουν ὅ­λα τὰ ἄλ­λα, ἔ­χω κι αὐ­τὴ τὴ μουρ­λή, τρέ­ξε Γι­ωρ­γά­κη μου μπρο­στὰ» ἔ­λε­γε στὸν ἀ­δελ­φό μου, «μιὰ φω­λιὰ τῆς Πα­γώ­νας νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σεις πρῶ­τα» σάρ­κα­ζε, κι ὁ Γι­ῶρ­γος ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε τί ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἔ­τρε­χε νὰ πιά­σει κά­ποι­α σπη­λιὰ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση ἢ κά­ποι­ο ἀ­πάγ­κιο, στὴ ρί­ζα βρά­χου – ὁ τό­πος ἦ­ταν γε­μά­τος ἀ­πὸ τε­ρά­στι­ες πέ­τρες κι ἀ­πὸ κα­λύ­βες φι­λό­ξε­νων βο­σκῶν ποὺ τά­ι­ζαν, πρῶ­τα ἐ­μᾶς τὰ παι­διά, κι ἂν πε­ρίσ­σευ­ε καὶ τοὺς με­γά­λους, μὲ ἀ­χνι­στό, φρέ­σκο ψω­μὶ κι ἴ­σως καὶ γά­λα.

        Μέ­να­με λί­γες μέ­ρες ἐ­κεῖ, γιὰ μᾶς ἦ­ταν ὁ Πα­ρά­δει­σος, κι ὕ­στε­ρα κα­τε­βαί­να­με στὸ χω­ριὸ με­τρών­τας, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, ἐ­ρεί­πια κι ἀ­πο­κα­ΐ­δια. Θά­βα­με τοὺς νε­κρούς, γέ­ρους συ­νή­θως ποὺ δὲν μπό­ρε­σαν νὰ μᾶς ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἐ­πι­δι­ορ­θώ­να­με πρό­χει­ρα τὶς ζη­μι­ές, κά­να­με τὴν πα­ρά­κλη­ση τῆς Πα­να­γιᾶς μας στὸν Ἄ­ι-Νι­κό­λα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ὅ­λη τὴν ὥ­ρα γο­να­τι­στοὶ ἦ­ταν τὸ μό­νο τά­μα ποὺ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σου­με.

        Τὰ παι­διὰ ξα­να­βρί­σκα­με τὴ γει­το­νιά, τὰ κο­λο­κύ­θια ποὺ εἴ­χα­με γιὰ κοῦ­κλες ἐ­μεῖς τὰ κο­ρί­τσια καὶ τὰ κα­λά­μια ἄ­λο­γά τους τὰ ἀ­γό­ρια. Ἀρ­χί­ζα­με καὶ πά­λι τὸ «κα­ρά­βω­μα», τὸ δη­μο­φι­λέ­στε­ρο παι­γνί­δι τό­πων βου­νί­σι­ων μὲ πολ­λὰ νε­ρά, ὅ­πως ὁ δι­κός μας. Ρί­χνα­με στὸ αὐ­λά­κι ποὺ κα­τέ­βα­ζε τὸ νε­ρὸ στὰ κτή­μα­τα με­γά­λα κομ­μά­τια ἀ­πὸ φλοῦ­δες δέν­τρων, ξυ­λά­κια, σκλη­ρὰ φύ­λα καί, τρέ­χον­τας πλά­ι στὸ αὐ­λά­κι, τὰ πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με νὰ κα­τε­βαί­νουν, στὰ μά­τια μας τε­ρά­στια πο­τα­μό­πλοι­α, ἄλ­λα ξε­περ­νών­τας τὰ ἐμ­πό­δια κι ἄλ­λα στα­μα­τών­τας λί­γο πιὸ κά­τω.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἀ­κού­γα­με τὴ μπάν­τα τῶν ἰ­τα­λῶν νὰ κα­τε­βαί­νει πρὸς τὸν Ἄι-Τα­ξιά­ρχη. «Ο σα­σὰ καὶ τρια­λό», τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ μπρο­στά τους, πρὶν κι ἀ­π’ τὸ μα­έ­στρο, πή­γαι­νε ἕ­νας μι­κρό­σω­μος ἀν­θρω­πά­κος, ὁ Ντού­λιας. Ἔ­κα­νε, ὅ­πως πάν­τα, κω­μι­κές, ἄ­ναρ­χες κι­νή­σεις, δι­ευ­θύ­νον­τας δῆ­θεν κι­νή­σεις ποὺ ἔ­φερ­ναν τὸ γέ­λιο σὲ ὅ­σους πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε τὸ βρά­δυ, τρέ­χα­με νὰ κρυ­φα­κού­σου­με τὴν Πα­τρά­και­να.

         Ἦ­ταν μί­α με­σό­κο­πη γυ­ναι­κού­λα ποὺ βλέ­πα­με κά­θε πρω­ὶ νὰ περ­νά­ει, μαυ­ρον­τυ­μέ­νη πάν­τα, νὰ πη­γαί­νει στοὺς μπα­κά­λη­δες τοῦ χω­ριοῦ ποὺ μοί­ρα­ζαν μὲ τὸ δελ­τί­ο ἀ­λεύ­ρι, λά­δι κι ὄ­σπρια. Ὅ­ταν νύ­χτω­νε κά­θον­ταν στὴν αὐ­λή της, χω­ρὶς νὰ τῆς περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι κά­ποι­οι τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

        Μὲ τὸ αὐ­τὶ κολ­λη­μέ­νο στὶς πέ­τρες οἱ μι­κρό­τε­ροι, ζη­τού­σα­με ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ τολ­μη­ρό­τε­ρους ποὺ σκαρ­φά­λω­ναν στὸν τοῖ­χο, νὰ μᾶς πε­ρι­γρά­φουν καὶ τὸ τί βλέ­πουν, ἔ­τσι γιὰ νὰ ἔ­χου­με μιὰ πλή­ρη σκη­νή-εἰ­κό­να καὶ λό­γο.

        Ἡ γυ­ναί­κα λοι­πόν, τρα­βοῦ­σε στὴν αὐ­λὴ δυ­ὸ κα­ρέ­κλες καὶ τὶς ἔ­βα­ζε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πε­ζά­κι, πλά­ι στὴ με­γά­λη κε­ρα­σιά. Το­πο­θε­τοῦ­σε δυ­ὸ πιά­τα, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ἄ­δεια, καὶ κά­θον­ταν.

        «Δη­μη­τρά­κη, φά­ε τὸ ψά­ρι σου», ἔ­λε­γε κοι­τών­τας πρὸς τὴν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        «Χόρ­τα­σα, Χα­ρί­κλεια, σὲ εὐ­χα­ρι­στώ», ἀ­παν­τοῦ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της μὲ μιὰ βρα­χνὴ φω­νή.

        «Μή­πως κρυ­ώ­νεις; Νὰ σοῦ φέ­ρω τὸ κα­σκόλ;»

        « Ὄ­χι, γυ­ναί­κα» συ­νέ­χι­ζε, πά­λι μὲ ἀν­τρι­κὴ φω­νή, «μεῖ­νε λί­γο ἀ­κό­μη, σὲ λί­γο θὰ γε­μί­σουν πυ­γο­λαμ­πί­δες τὰ μαλ­λιὰ σου».

        Κι ὅ­λοι, σι­γὰ μή μᾶς ἀ­κού­σει, γε­λού­σα­με για­τί ξέ­ρα­με ὅ­τι ὁ Δη­μη­τρά­κης ἦ­ταν θαμ­μέ­νος στὴ ρί­ζα τῆς κε­ρα­σιᾶς, κομ­μέ­νος στὰ δυ­ό, ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ ὀ­βί­δα.  

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Τσίγ­κρας (Βόλος, 1952). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἐρ­γά­σθη­κε κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ρα­δι­ό­φω­να. Σή­με­ρα εἶ­ναι Ὑ­πεύ­θυ­νος Τύ­που στὸ Δῆ­μο Πορ­τα­ριᾶς Μα­γνη­σί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε μι­κρῆς φόρ­μας δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ἐ­παρ­χί­ας καὶ τοῦ Κέν­τρου. Πρῶ­το του βι­βλίο: Κύ­κλῳ (Δι­η­γή­μα­τα, 1980).

 

Ἀντώνης Ζέρβας: Τὸ ἀσπράγκαθο

.

Zerbas,Antonis-ToAspragkatho-Eikona-01

.

Ἀντώνης Ζέρβας

 

Tὸ ἀσπράγκαθο

                                   .

S-[Sigma]-SomataΚΟΛΥΜΠΟΣ ἦ­ταν τὸ πα­ρα­τσού­κλι του. Τό­ση ἐν­τύ­πω­ση μοῦ ἔ­κα­νε ἡ λέ­ξη κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὴν ἄ­κου­γα, ὅ­σο ποὺ συ­νή­θι­σα νὰ τὴν ἐ­κλαμ­βά­νω ὡς πα­ρα­φθο­ρὰ τοῦ «σώ­γαμ­προ­ς». Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ πο­ῶ­δες φυ­τὸ τῆς οἰ­κογενείας τῶν προ­σω­παν­θῶν, κοι­νῶς ἀ­σπράγ­κα­θο. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μελ­λε ν΄ ἀ­παν­τή­σω σὲ ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Ψελ­λοῦ τὴ λέ­ξη «κω­λάν­τε­ρο­ς» ποὺ ἀ­κου­γό­ταν συ­χνό­τα­τα στὰ παι­δι­κά μου χρό­νια καὶ προσ­δι­ό­ρι­ζε ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ψι­λό­λι­γνο, κι­τρι­νι­ά­ρι­κο, θρη­σκευ­τι­κὸ παι­δί, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­λαμ­βα­νό­ταν ἀ­πὸ μα­νί­α, σὰν ἄ­κου­γε νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦν ἔ­τσι. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἤ­ρε­μος, ὁ Κω­λάν­τε­ρος ἔ­ψελ­νε ὡ­ραῖ­α καὶ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὸν Συ­να­ξα­ρι­στή. Αὐ­τὸν εἶ­χε πλη­σιά­σει ὁ και­νούρ­γιος θε­ο­λό­γος μας γιὰ νὰ τοῦ ὑ­πο­δεί­ξει τοὺς «κόκ­κι­νου­ς» τῆς τά­ξης ποὺ κα­τὰ κα­νό­να προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ὲς ἕ­να γύ­ρω στὰ Ντα­μά­ρια. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς ἄλ­λω­στε, πὼς ἡ ἰδέα ζοῦ­σε μὲ ἀν­θρω­πο­θυ­σί­ες.

       Σκό­λυμ­πος καὶ Σκό­λια­νδρος, τὸ ἄλ­λο πα­ρα­τσού­κλι του, ποὺ τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ Να­νώ. Ὁ Νι­κό­λας δὲν ἦ­ταν ἄ­πι­στος ἐ­ρα­στής, πα­ρὰ τὸ δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νο πα­ρελ­θόν του, ἰ­δί­ως στὰ ντα­μά­ρια ὅ­που φύ­τρω­ναν τὰ ἀ­σπράγ­κα­θα καὶ ὅ­που ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ βρά­δι θὰ μά­θαι­να μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ἀ­πὸ ἕ­να συ­νο­μή­λι­κο κο­ρί­τσι ποὺ τά ΄θέ­λε ὅ­τι καὶ ἡ μά­να μου ἦ­ταν γυ­ναί­κα. Ὁ Νι­κό­λας ἦ­ταν πι­στὸς στὴ Να­νὼ μέ­χρι δου­λεί­ας. Μό­νος του δὲν θὰ τολ­μοῦ­σε ν’­ ἁ­πλώ­σει κὰν τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ὅ­λα ἔ­χα­ναν τὶς ἀ­πο­στά­σεις τους μέ­σα στὸ σα­λό­νι μας μὲ τὶς τρεῖς φαρ­δι­ὲς πο­λυ­θρό­νες ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἐ­ρυ­θρό­σαρ­κο κα­να­πὲ ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς μη­ροὺς νὰ γλι­στροῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φρὰ κα­λο­και­ρι­νὰ φο­ρέ­μα­τα καὶ ν’ ἀν­τη­χοῦν τὰ λι­γω­τι­κὰ ξε­καρ­δί­σμα­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα τῶν ἐ­πι­σκε­πτρι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀν­τι­δροῦ­σαν αὐ­το­μά­τως, τρα­βών­τας τὸ φου­στά­νι τους καὶ πε­τύ­χαι­ναν τὸ ἀν­τί­θε­το.

       — Δὲς ἐ­πι­δερ­μί­δα, ἔ­λε­γε ἡ Να­νὼ κι ἔ­θε­τε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὸ γό­να­το τῆς μιᾶς. Ἔ­λα νὰ δεῖς ντέ. Πιά­σε ἐ­δῶ – , καὶ μὲ μιὰ ἁ­πα­λή, θω­πευ­τι­κὴ κί­νη­ση τὸ προ­χω­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸ γό­να­το πιὸ μέ­σα, στὴν ἄ­κρη τοῦ μη­ροῦ. Ἡ ἐ­πι­σκέ­πτρια, ἀ­να­ψοκ­κο­νι­σμέ­νη, τὴν ἄ­φη­νε πρὸς στιγ­μὴν καὶ ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ζε στά­ση.

       Τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ ἐ­ξάρ­τη­σή του ἀ­πὸ τὴ Να­νὼ ποὺ χω­ρὶς αὐ­τὴν δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄν­δρας, καὶ μά­λι­στα δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νος. Γι΄αὐ­τὸ καὶ θύ­μω­νε μα­ζί της, ὅ­ταν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε Σκό­λια­νδρο. Καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε συ­στη­μα­τι­κά, μό­λις ἔ­με­ναν μό­νοι. Τὸν ἔ­πια­νε ἡ μα­νί­α τοῦ Κω­λάν­τε­ρου. Ἐ­κεί­νη χω­νό­ταν μὲ τὴν πλά­τη στὸν κα­να­πὲ ἔ­τσι ποὺ τὸ φου­στά­νι της ἀ­νέ­βαι­νε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκα­γε μύ­τη τὸ βρα­κί της.

       — Σκό­λυμπος γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σκό­λια­νδρος μα­ζί μου, τοῦ κα­τα­μαρ­τυ­ροῦ­σε ὅ­λο σαρ­κα­σμό. —Σ΄ ἄ­ρε­σε ποὺ τῆς χά­ι­δευ­α τὸ μπού­τι ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γες. Εἶ­δες τί στή­θια ποὺ τά ΄χει… ἡ σκρό­φα. Καὶ τὸ που­κά­μι­σο ξε­κούμ­πω­το. Νά ‘σου­να μω­ρὲ μό­νος … ἔ, πα­λι­ο­σκό­λια­νδρε, σκορ­δό­πι­στε. Καὶ ἡ Να­νώ ἄρ­χι­ζε νὰ μι­μεῖ­ται μὲ τὰ χέ­ρια της πά­νω στὸ κορ­μί της τὴν φαν­τα­στι­κή του πε­ρι­πέ­τεια μὲ τὴ φί­λη της, τὴ σκρό­φα.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α λι­γνὴ μὰ σαρ­κω­μέ­νη Να­νώ νὰ μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει εὐ­δι­ά­θε­τη τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς σου­μά­δες καὶ  τὶς βυσ­σι­νά­δες, νὰ ἐ­πι­θέ­τει τὰ ψη­λὰ πο­τή­ρια στὸν ἀ­στρα­φτε­ρὸ δί­σκο μὲ τὰ πο­λύ­πλεγ­κτα αὐ­τιὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς κα­τά­φερ­νε νὰ τὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πεῖ, λί­γη ὥ­ρα μό­νο με­τὰ τὰ ἰ­δι­ω­τι­κά τους μέ­σα στὸ ἀ­μί­λη­το με­ση­μέ­ρι ποὺ μοῦ εἶ­χε πα­γώ­σει τὸ αἷ­μα, κα­θὼς κρυ­φο­κοί­τα­ζα τὸν μα­νι­α­σμέ­νο Νι­κό­λα νὰ τὴ δέρ­νει μὲ τὴ ζώ­νη του, χτυ­πών­τας ἀ­δι­α­κρί­τως κα­τὰ μῆ­κος καὶ πλά­τος, ὅ­λο τὸ κορ­μί της. Δὲν ἔ­κλαι­γε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ἀ­να­στέ­να­ζε, ὥ­σπου πή­δη­σε πά­νω του καὶ σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τάς τον, τοῦ ἔ­λε­γε: — Σκό­λια­νδρε, δό­λι­ε μου, Σκό­λια­νδρε, ἀ­γά­πη μου, ἀ­γά­πη μου.

       Καὶ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μη τὴν ὡ­ραί­α Να­νὼ νὰ κα­τε­βαί­νει τὶς σκά­λες τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­μί­λη­τη μὲ τὶς δυ­ὸ δε­τὲς βα­λί­τσες. Τὰ εἶ­χα μαρ­τυ­ρή­σει ὅ­λα. Πὼς ἔ­φερ­νε σπί­τι τὸν Σκό­λυμ­προ, ὅ­ταν ἔ­λει­παν οἱ γο­νεῖς μας. Πὼς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ σα­λό­νι μὲ τὶς φί­λες της. Πὼς μά­λω­ναν ξε­βρά­κω­τοι κι ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­δερ­νε μὲ τὴ ζώ­νη του. Πὼς δὲν μᾶς πρό­σε­χε οὔ­τε μᾶς πε­ρι­ποι­ό­ταν. Πὼς μ΄ ἔ­παιρ­νε στὸ δω­μά­τιο τῆς μα­μᾶς, μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη κι ἤ­θε­λε νὰ τῆς κά­νω τὴν ὑ­πη­ρέ­τρια, ἐ­νῶ ντυ­νό­ταν καὶ γδυ­νό­τα­νε. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο, πὼς μὲ φώ­να­ζε Κω­λάν­τε­ρο.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

 Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πλα­νό­διον, ἀρ. 39, Δε­κέμ­βριος 2005.

Ἀντώνης Ζέρβας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ Πλα­νό­διου.

 

Δημήτρης Νόλλας: Τὸ τρυφερὸ δέρμα

 

Nollas,Dimitris-ToTryferoDerma-01

.

Δη­μή­τρης Νόλ­λας

 

Τὸ τρυ­φε­ρὸ δέρ­μα

 

06-Omikron ΣΧΕ­ΔΙ­Α­ΣΜΕ­ΝΟΣ ΚΗ­ΠΟΣ τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­σύ­δο­το κρά­μα ἀγ­γλο­α­ρα­βι­κῆς τέ­χνης γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εὐ­θυ­νό­ταν ὁ κύ­ριος Θό­δω­ρος, εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ πρῶ­το ἀ­π’ τὰ πολ­λὰ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, τὰ παι­χνί­δια μου στὸ ἐ­λά­χι­στο. Ἐν­νο­ῶ βε­βαί­ως αὐ­τὰ τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ χώ­ρου, για­τί τὰ ἄλ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ τὰ παί­ζω στὸ δω­μά­τιό μου. Ἔ­τσι ὑ­πῆρ­χαν τρί­α, αὐ­στη­ρὰ δι­α­λεγ­μέ­να καὶ αὐ­τό­νο­μα παι­χνί­δια, ποὺ τὸ ἕ­να ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ προ­σω­πι­κό μου ἐ­νῶ τὰ ἄλ­λα δύ­ο προ­ϋ­πό­θε­ταν καὶ μιὰ τρί­τη συμ­με­το­χή. Τὰ πρω­ι­νά, καὶ πρὶν ἡ ζέ­στη κα­τέ­βει στὸ ὕ­ψος μου, κα­τά­βρε­χα μὲ τὴ μά­νι­κα, ἀ­φοῦ κλεί­δω­να τὴν πόρ­τα τοῦ κή­που γιὰ ἀ­σφά­λεια, ὅ­ποι­ον ἀ­νύ­πο­πτα περ­νοῦ­σε ἀ­π’ ἔ­ξω. Αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι εἶ­χε σύν­το­μο τέ­λος κα­θὼς πλή­θαι­ναν οἱ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­νί­ο­τε συ­νο­δευ­μέ­νες ἀ­πὸ χον­τρὲς βρι­σιές. Ἕ­νας μά­λι­στα, ποὺ ἂν καὶ τὸν εἶ­χα κα­λὰ ση­μα­δέ­ψει κα­τά­φε­ρε νὰ μοῦ ξε­φύ­γει μὲ πι­τσι­λι­σμέ­νο μό­νο τὸ ἕ­να πα­τζά­κι, ἀ­παί­τη­σε νὰ τοῦ στεί­λου­με ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κου­στού­μι στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο, ἀ­πει­λών­τας πὼς σὲ ἀν­τί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση «θὰ μοῦ τὸ πλη­ρώ­σε­τε ἀ­κρι­βά». Τὰ βρά­δια, ἔν­τρο­μος ἀ­πὸ τὸ φῶς ποὺ φεύ­γει, ἔ­δερ­να μὲ κλω­τσι­ές, μπου­νι­ὲς καὶ φτυ­σι­ὲς τὸν Ἄλ­κη, δυ­ὸ χρό­νια μι­κρό­τε­ρό μου καὶ γιὸ τοῦ κυ­ρί­ου Μπισ­δό­κου, ποὺ κα­θό­ταν στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι. Σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, μὲ τὴ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα καὶ τὶς κο­λό­νες στὴν εἴ­σο­δο, πο­λὺ συ­χνὰ καὶ σὲ ἀ­κα­θό­ρι­στες ὧ­ρες παί­ζα­νε πιά­νο καί, μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα, φέρ­να­νε μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη Αὐ­στρια­κιά, μὲ σα­κοῦ­λες στὰ μά­τια καὶ βρογ­χο­κή­λη, τὴ m­a­d­a­me M­e­y­r­i­ng, καὶ τοὺς τρα­γου­δοῦ­σε συ­νο­δεί­ᾳ πιά­νου. Τὶς ἄλ­λες μέ­ρες ἔ­παι­ζε ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δερ­φὴ τοῦ Ἄλ­κη τρυ­φε­ρὰ κομ­μά­τια εἰς μνή­μην τοῦ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κοῦ της, καὶ ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς κουρ­τί­νες, ποὺ φού­σκω­νε τὸ ζε­στὸ ἀ­ε­ρά­κι, σκορ­πί­ζον­ταν οἱ θλιμ­μέ­νες με­λω­δί­ες πά­νω μας. Γι’ αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ἡ φή­μη πώς, ὄν­τας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς στὴ διά­ρκεια τῶν πρώ­των ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κῶν τα­ρα­χῶν, αἰχ­μα­λω­τί­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς Ἐ­λα­σί­τες καὶ τρά­βη­ξε τῶν πα­θῶν του. Δὲ φτά­νει ποὺ τοῦ βγάλαν τὰ μά­τια πα­ρά, σχε­δὸν ταυ­το­χρό­νως, τὸν γδά­ρα­νε ζων­τα­νό. Ἕ­νας ἄλ­λος θρύ­λος ἤ­θε­λε αὐ­τὸν τὸν ἀ­νή­συ­χο νέ­ο, κομ­μου­νι­στὴ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νο σὲ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κό, καὶ πὼς ὅ­ταν αὐ­τὸ ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε τοῦ κάρ­φω­σαν τὶς ἀρ­βύ­λες στὰ πό­δια καὶ τὸν δι­έ­τα­ξαν νὰ κά­νει τὸ γύ­ρο τοῦ στρα­το­πέ­δου δίς. Ὁ κη­που­ρός μας, ὁ κύ­ριος Θό­δω­ρος, ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­ταν στὸν ἑ­αυ­τό του ἔ­λε­γε πὼς «εἶ­μαι γά­τα ἐ­γώ», πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ τρί­τη ἐκ­δο­χή. Ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός, ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἂν καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α, νὰ πί­νει οὖ­ζο στὸ κρα­σο­πό­τη­ρο, γύ­ρι­σε ἕ­να βρά­δυ τό­σο τύ­φλα πού, σὰν ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του, θέ­λη­σε νὰ σκε­πα­στεῖ μὲ τσί­που­ρο καὶ πνί­γη­κε.

       Πολ­λὰ-πολ­λὰ μ’ αὐ­τὴ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια δὲν εἴ­χα­με, ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὸ ξύ­λο πού ‘­δι­να στὸν Ἄλ­κη. Τώ­ρα, αὐ­τὸν για­τί τὸν ἔ­δερ­να: πη­δοῦ­σε κά­θε ἀ­πό­γευ­μα τὴ σχε­τι­κὰ χα­μη­λὴ μάν­τρα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ σπί­τια μας, στε­κό­ταν δυὸ μέ­τρα μα­κριά μου μὲ τὰ χέ­ρια στὴ μέ­ση καὶ φώ­να­ζε «εἶ­σαι μά­λα­κας». Ἐ­γώ, πού ‘­χα κρυ­φα­κού­σει συ­χνὰ τὸν κύ­ριο Θό­δω­ρο νὰ λέ­ει τὸ ἴ­διο πράγ­μα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ μπαμ­πὰς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, ἤ­μουν σί­γου­ρος γιὰ τὸ λα­θε­μέ­νο το­νι­σμό. «Εἶ­σαι μα­λά­κας, Ἄλ­κη», τὸν δι­όρ­θω­να. «Ὄ­χι, εἶ­σαι μά­λα­κας», ἐ­πέ­με­νε. Λὰ ἐ­γώ, μὰ αὐ­τός. Λὰ μπου­νι­ές, μὰ κλω­τσι­ές, βρο­χὴ τὸ ξύ­λο. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα τὸ ζῶ­ον. Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ νά τον πά­λι, ἕ­τοι­μος νὰ ὑ­πο­στεῖ τὸν κα­θη­με­ρι­νό του ἐ­ξευ­τε­λι­σμό. Ὅ­μως, πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, οὔ­τε ὁ Ἄλ­κης οὔ­τε ἡ μά­νι­κα μ’ ἐν­θου­σί­α­ζαν τό­σο πο­λὺ ὅ­σο ἡ βα­ριὰ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τοῦ κή­που. Μ’ αὐ­τὴν εἶ­χα χω­ρὶς συ­ζή­τη­ση στε­νὰ προ­σω­πι­κὲς σχέ­σεις. Τὸ παι­χνί­δι μα­ζί της τὸ θε­ω­ροῦ­σα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κό μου, κι αὐ­τὴ ἡ πόρ­τα εἶ­χε γί­νει κομ­μά­τι τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου, τό­σο ποὺ ἕ­να και­ρὸ μὲ ἀ­πα­σχό­λη­σαν τὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ θὰ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ με­τα­φο­ρά της στὸ δω­μά­τιό μου. Ἀ­νέ­βαι­να στὸ ἀ­νοι­χτὸ φύλ­λο τῆς πόρ­τας καὶ πα­τι­νά­ρον­τας μὲ τό ‘­να πό­δι τὴν ἔ­ρι­χνα πά­νω στὸ κλει­στό, κά­νον­τας νὰ βρον­τᾶ καὶ νὰ τραν­τά­ζε­ται ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ σι­δε­ρέ­νιο σύμ­πλεγ­μα, ἔ­τσι ποὺ ἡ για­γιὰ τὶς πρῶ­τες φο­ρὲς πά­θαι­νε τα­χυ­παλ­μί­ες καὶ φώ­να­ζε «τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου, τὸ τέ­λος», ὥ­σπου τὸ συ­νή­θι­σε. Τὸ γι­α­σε­μὶ πά­νω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα σει­ό­ταν κι αὐ­τό, κι ἔ­τσι πολ­λὲς φο­ρὲς τὰ με­ση­μέ­ρια κα­θό­μουν στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ κε­φά­λι, μυ­ρω­μέ­νο.

      Κά­θε χρό­νο, ἀ­π’ τὶς ἀρ­χὲς Μα­ΐου, ἐρ­χό­μα­σταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­θε­ρί­σου­με στὸ χω­ριὸ μὲ τὸ με­γά­λο πο­τά­μι καὶ τὶς κα­ρυ­δι­ές, για­τὶ «ἂς ὄ­ψε­ται ἡ κα­τά­στα­σις». Ἐ­δῶ μέ­να­με ἡ για­γιά, ὁ μπαμ­πάς, ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης καὶ σχε­δὸν μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των. Τὸ σπί­τι, ὅ­πως καὶ ἡ χαλ­βα­δο­ποι­ΐ­α, ἀ­νῆ­κε σὲ ὅ­λους, πράγ­μα δύ­σκο­λο νὰ χω­ρέ­σει στὸ μυα­λό μου, για­τί ἐ­νῶ ἐ­γὼ εἶ­χα τὸ πο­δή­λα­τό μου, τὰ μο­λύ­βια μου, τὴ για­γιά μου, τὸν μπαμ­πά μου, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἕ­να ἐρ­γο­στά­σιο ἢ ἕ­να σπί­τι μπο­ρεῖ νὰ τό ‘­χουν τό­σοι πολ­λοί. «Ἂς ὄ­ψον­ται αὐ­τοὶ οἱ λη­στὲς ποὺ θέ­λουν νὰ κά­νουν τὴν πα­τρί­δα μας λίμ­πα.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι λη­στές», δυ­σφο­ροῦ­σε ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης, «ἁ­πλῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς χώ­ρας». «Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω», φού­σκω­νε ὁ ἄλ­λος θεῖ­ος, ὁ Πλά­των, «αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς θὰ πεῖ λη­στές». Κα­κοῦρ­γοι, ἄ­νο­μοι, σκυ­λο­σπο­ρά, αἱ­μο­δι­ψεῖς, συ­νέ­χι­ζε νὰ τοὺς στο­λί­ζει τρώ­γον­τας πα­γω­μέ­να μού­σμου­λα. Ὁ μπαμ­πὰς ἔ­λε­γε, ἐ­μεῖς νὰ κοι­τά­ζου­με τὴ δου­λειά μας, καὶ αὐ­τὸ πο­τὲ στὴν ἀρ­χή, τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πά­ρουν φό­ρα, νὰ πε­ρά­σουν στὰ ἐν­τε­λῶς προ­σω­πι­κά τους, ἡ για­γιὰ σκού­πι­ζε τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­π’ τὰ λαι­μά της, «ἀ­π’ τὴ μύ­τη θὰ μοῦ τὸ βγά­λε­τε», «ἂν δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ», «ἀ­χαΐ­ρευ­τε», «γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ», «σκα­τὰς εἶ­σαι, νὰ τὶ εἶ­σαι», «ΜΗ, τὸ παι­δί». Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη κα­βα­λή­σει τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πόρ­τα καὶ τὴν κο­πα­νοῦ­σα ἀ­γρί­ως, ὄ­χι για­τί δὲν ἔ­βρι­σκα ἐν­δι­α­φέ­ρον στοὺς κα­βγά­δες τους, ἀλ­λὰ για­τί τοὺς εἶ­χα μά­θει πρὸ πολ­λοῦ ἀ­π’ ἔ­ξω. Εἶ­χα πλου­τί­σει τὸ λε­ξι­λό­γιό μου μὲ χα­ρα­κτη­ρι­σμοὺς καὶ φρά­σεις σπά­νι­ες γιὰ τὸ μυα­λό μου, ὅ­πως μπα­τα­ξής, ἀ­ε­ρι­τζής, τό­κος, κα­νό­νι, ἡ ζά­χα­ρη ἀ­νε­βαί­νει, θὰ μᾶς κά­ψει ὁ Σο­φού­λης καὶ ἄλ­λες. Ἡ ἔκ­φρα­ση ποὺ χα­ρά­χτη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ στὸ κε­φά­λι μου ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ θεῖ­ος Πλά­των, ὅ­ταν ἀ­πο­πει­ρά­θη­καν κά­τι μα­κρι­νὰ ξα­δέρ­φια νὰ τοῦ ἀ­πο­σπά­σουν χρή­μα­τα γιὰ νὰ με­τα­να­στέ­ψουν στὸν Κα­να­δά. «Ὁ­ρί­στε μας», εἶ­πε τὸ με­ση­μέ­ρι, ἀ­φοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­λο σύγ­χυ­ση τὴν πε­ρι­πέ­τειά του, «μά­θα­νε πὼς γα­μι­ό­μα­στε, πλα­κώ­σα­νε κι οἱ γύ­φτοι». Τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα ξε­κόλ­λη­σε ἀ­στρα­πια­ῖα ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι, ποὺ κρα­τοῦ­σε καὶ ἦρ­θε νὰ μοῦ πα­γώ­σει μιὰ ἰ­δέ­α χα­μό­γε­λου, κρί­νον­τας του­λά­χι­στον ἀ­γε­νῆ τὴν γκρι­μά­τσα μου. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα καὶ μὲ μπερ­δε­μέ­να αἰ­σθή­μα­τα θε­ω­ροῦ­σα τοὺς γύ­φτους καὶ τὰ μα­κρι­νὰ ξα­δέρ­φια συ­νώ­νυ­μους, ἂν ὄ­χι συγ­γε­νεῖς. Σ’ αὐ­τούς, λοι­πόν, τοὺς κα­βγά­δες ὅ­ταν ὁ μπαμ­πὰς ἔ­βλε­πε πὼς ἡ για­γιὰ κοκ­κί­νι­ζε, γούρ­λω­νε τὰ μά­τια της χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ βγά­λει λέ­ξη πα­ρὰ μό­νο μή, σσσσσ, ἄχ, ὢχ καὶ τέ­τοι­α, ἔ­λε­γε, «ἐ­λᾶ­τε, ἐ­λᾶ­τε τώ­ρα, ἂς κοι­τά­ζει ὁ κα­θέ­νας τὴ δου­λειά του». Αὐ­τὲς οἱ μά­χες τῶν ἰ­δε­ῶν καὶ τῶν προ­σώ­πων ἐ­κό­πα­ζαν πλή­ρως ἐ­κεῖ κά­που στὸν κα­φέ, ὁ­πό­τε συ­νή­θως μι­λοῦ­σαν «χαλ­βά». Ἔ­τσι ἔ­λε­γε ὁ θεῖ­ος Κω­στά­κης, κά­νον­τας τὴ σκα­λι­στὴ ρά­χη τῆς κα­ρέ­κλας νὰ τρί­ζει, «λοι­πόν, ἂς μι­λή­σου­με χαλ­βά».

      Ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο, μὲ τὴ μυ­ρου­διὰ τῆς πρώ­της βρο­χῆς ξε­γλί­στρη­σα ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ για­γιὰ τσί­ρι­ζε, ὁ Τσι­γάν­τες, ὁ Τσι­γάν­τες, καὶ ὁ θεῖ­ος Πλά­των ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζε μιὰ πι­α­τέ­λα κοκ­κι­νι­στό, κά­νον­τας μιὰ ἀ­δέ­ξια κί­νη­ση συμ­βι­βα­σμοῦ τῶν πνευ­μά­των. Στὸν κῆ­πο τὰ τζι­τζί­κια, ὁ ἀ­πό­η­χος τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας, καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα ὁ γλυ­κὸς βόμ­βος τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου. Μὲ τὸ μέ­τω­πο κολ­λη­μέ­νο στὸ βρεγ­μέ­νο μέ­ταλ­λο πά­ω κι ἔρ­χο­μαι κλω­τσών­τας καὶ σπρώ­χνον­τας τὴν πόρ­τα πρὸς τὰ πί­σω. Ὁ θεῖ­ος Πλά­των ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει νὰ ὑ­ψω­θεῖ πά­νω ἀ­π’ τὶς φω­νὲς τῶν ἄλ­λων καὶ ἐ­πι­βάλ­λει τὴ σι­ω­πή του λέ­γον­τας, τὰ κου­κιὰ εἶ­ναι με­τρη­μέ­να ὅ­πως οἱ μέ­ρες τους. Πα­ρα­τη­ρῶ, σὰν τὸν πο­λυ­βο­λη­τὴ τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου, τὸ κλει­στὸ φύλ­λο τῆς πόρ­τας νὰ μὲ πλη­σιά­ζει καὶ τὰ βρεγ­μέ­να ἀ­ρα­βουρ­γή­μα­τά της νὰ με­γε­θύ­νον­ται. Στριγ­γλίζει καὶ τραν­τά­ζε­ται ἡ βα­ριὰ πόρ­τα καὶ τὸ τρυ­φε­ρὸ μουγ­κρη­τὸ τοῦ ἀ­ε­ρο­πλά­νου δι­α­περ­νᾶ καὶ κομ­μα­τιά­ζει τ’ αὐ­τιά μου κα­τε­βαί­νον­τας βα­θιὰ στὸ στο­μά­χι μου. Νι­ώ­θω τῆς καρ­διᾶς μου τὸ τί­ναγ­μα κα­θὼς τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν ἀ­κού­γε­ται τώ­ρα τί­πο­τ’ ἄλ­λο, βογ­κᾶ κι ἀ­να­τα­ρά­ζει τὰ μέ­σα μου καὶ τὰ κομ­μά­τια τους, σὰν ἀ­πὸ ναυά­γιο, τα­ρα­κου­νιοῦν­ται καὶ φτά­νουν κυ­μα­τι­στὰ στὶς ἄ­κρες του κορ­μιοῦ μου. Οἱ στά­λες τῆς βρεγ­μέ­νης πόρ­τας πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ μά­τια μου καὶ τά ‘­κλει­σα. Ἀρ­γό­τε­ρα ἄλ­λα θὰ λέ­ει ἡ για­γιά, ἄλ­λα ὁ μπαμ­πάς, ἄλ­λα ὁ ἕ­νας κι ἄλ­λα ὁ ἄλ­λος. Ἡ για­γιὰ ἔ­τρε­χε πρὸς τὴ με­ριά μου φω­νά­ζον­τας, «για­βρή μου τὸ χε­ρά­κι του», καὶ πὼς στε­κό­μουν μπρο­στὰ στὴν καγ­κε­λό­πορ­τα ντοῦ­ρος, ἂν καὶ χλω­μὸς νὰ κοι­τά­ζω τὰ μα­τω­μέ­να κομ­μά­τια δέρ­μα­τος. Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­πε, «ἀ­νο­η­σί­ες. Λι­πο­θύ­μη­σε καὶ τὸν κα­τε­βά­σα­με στὸ Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν». Μιὰ ἄλ­λη ἐκ­δο­χὴ ἔ­λε­γε πὼς μοῦ βγῆ­κε μιὰ φω­νή, σκού­ξι­μο ὄ­χι ἀ­στεῖ­α, ποὺ ὣς καὶ τὰ τζι­τζί­κια τρό­μα­ξαν καὶ πρὸς στιγ­μὴν σώ­πα­σαν.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὸ τρυ­φε­ρὸ δέρ­μα (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, Ἀ­θή­να, 1982).

 

Δη­μή­τρης Νόλ­λας (Ἀ­δρια­νὴ Δρά­μας, 1940). Δι­ή­γη­μα, Νου­βέ­λα, Μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Φραν­κφούρ­τη Νο­μι­κὰ καὶ Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α καὶ στὶς Βρυ­ξέλ­λες Κι­νη­μα­το­γρά­φο. Δί­δα­ξε τε­χνι­κὴ σε­να­ρί­ου στὸ τμῆ­μα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου ἐ­νῶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘­80 συ­νερ­γά­στη­κε σὲ σε­νά­ρια κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν καὶ τη­λε­ο­πτι­κῶν πα­ρα­γω­γῶν μὲ τοὺς σκη­νο­θέ­τες Χα­τζῆ, Πα­να­γι­ω­τό­που­λο, Ἀγ­γε­λό­που­λο, Σμα­ρα­γδῆ, Λαμ­πρι­νὸ καὶ Βούλ­γα­ρη. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Κέν­τρου Βι­βλί­ου (Ε­ΚΕ­ΒΙ) ἀ­πὸ τὸ 2004 ἕ­ως τὸ 2007. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Πο­λυ­ξέ­νη (Νου­βέ­λα, ἔκδ. Βέρ­γος, Ἀ­θή­να, 1974).Τε­λευ­ταῖ­ο του: Ὁ και­ρὸς τοῦ κα­θε­νὸς (Μυ­θι­στό­ρη­μα, ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2010).

 

 

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Διακλάδωση

.

FD002694 

.

 Μα­ρ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Δι­α­κλά­δω­ση

 

02-TaphΗΣ ΕΛΕΓΕ Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ ἔ­χει μιὰ πα­ρέ­α στὰ γε­ρα­τειά της. Τῆς φαι­νό­τα­νε πρό­στυ­χος λό­γος γιὰ νὰ ζή­σεις μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Τῆς ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας της νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ κά­νει παι­διά, κά­ποι­ος νὰ τὴ γη­ρο­κο­μή­σει. Τῆς φαι­νό­τα­νε ἄ­γριος λό­γος γιὰ νὰ φέ­ρεις στὸν κό­σμο νέ­α ζω­ή. Γε­ρὸ σκα­ρὶ ἤ­τα­νε, ἀρ­ρώ­στια μέ­χρι τὰ ἑ­ξήν­τα της δὲν κα­τά­λα­βε, ἄλ­λο νὰ πεῖς ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νά­χια, γρί­πες καὶ τὰ τέ­τοι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ ἀρ­ρώ­στη­σε στὰ ἑ­ξήν­τα. Δὲν ἔ­δω­σε τὴ ση­μα­σί­α πού ‘πρε­πε στὸ κρύω­­μα, γύ­ρι­σε αὐ­τὸ σὲ πνευ­μο­νί­α. Δώ­δε­κα μέ­ρες νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὰ ὀ­ξυ­γό­να καὶ τοὺς ὀ­ρούς, κι ἄλ­λο ἐ­νά­μι­σι μή­να στὸ σπί­τι κρε­βα­τω­μέ­νη.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο, πάν­τως πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ χτές, κι ἀ­πὸ προ­χτὲς πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα.  Ἤ­θε­λε κά­τι ζε­στὸ νὰ πι­εῖ νὰ τῆς πρα­ΰ­νει τὸ στῆ­θος. Μὲ τὴν κρί­ση, ποῦ λε­φτὰ νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, μιὰ κο­πέ­λα νὰ τὴν φρον­τί­ζει. Μό­νη της τά ‘βγα­λε πέ­ρα. Μὲ τὶς φί­λες της. Μιὰ ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἐρ­χό­τα­νε, μιὰ ἡ Μα­ρί­α καὶ ὅ­πο­τε μπο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἄλ­λες.  Νά ‘ναι κα­λὰ ὅ­λοι της οἱ φί­λοι, δί­πλα της στά­θη­καν ἀ­γόγ­γυ­στα.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ρι­χνε τὸ τσά­ι μο­σχο­βο­λι­στὸ μὲς στὸ φλιτ­ζά­νι, τῆς ἦρ­θε στὸ νοῦ ὁ Ἄ­ρης, ποὺ εἶ­χε ἡ­μέ­ρες νὰ τὸν σκε­φτεῖ, ἀ­π’ ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἂν ζοῦ­σε, θά ‘χε πα­τη­μέ­να τὰ ἑ­ξήν­τα πέν­τε.  «Οὔ­τε ἡ σκό­νη ἀ­πὸ τὰ κοκ­κα­λά­κια του…» ἔ­λε­γε κά­θε ποὺ τὸν σκε­φτό­ταν. Τὸ παι­δὶ τους τὸ πρῶ­το θὰ κόν­τευ­ε τὰ σα­ράν­τα. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­χαν κι ἕ­να δεύ­τε­ρο.

       Γύ­ρε­ψε ψω­μὶ νὰ τὸ βου­τή­ξει μὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ές. Ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πέ­ναν­τι τὸ μί­νι μάρ­κετ, ἀλ­λὰ ποι­ὸς νὰ πά­ει; Δὲν τὴν ἔ­νοια­ξε καὶ πο­λύ. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ πε­ρί­με­νε τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ ψώ­νια. Κα­νο­νι­σμέ­να τά ‘χαν με­τα­ξύ τους, ἡ Ἀ­ρε­τὴ τῆς ἑ­βδο­μά­δας τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τῆς κά­θε μέ­ρας —γά­λα, ψω­μὶ κι ἐ­φη­με­ρί­δα— ἡ Μα­ρί­α.

        Πῆ­ρε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κρε­βά­τι κι ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μὰ ἔ­νι­ω­σε βα­ριὰ τὰ βλέ­φα­ρά της. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κο­μο­δί­νο μι­σο­πι­ω­μέ­νο καὶ σκε­πά­στη­κε μὲ τὰ ζε­στὰ σκε­πά­σμα­τα. Ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι καὶ δι­πλώ­θη­κε σὰν ἔμ­βρυ­ο στῆς μά­νας τὴν κοι­λιά. Πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­πο­μά­κρυ­νε λι­γά­κι τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της κι ἔ­ψαυ­σε τὰ σεν­τό­νια – σὰ νά ‘ψά­χνε κά­τι. Ἕ­να σχῆ­μα γνω­στὸ στῆς ἀ­που­σί­ας τὸ σχῆ­μα πά­νω. Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νά­σα­νε βα­θιά. Εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­νι­ω­θε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νά­σαι­νε χω­ρὶς τὰ ὀ­ξυ­γό­να τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα. «Ἔ­χω πο­λὺ και­ρὸ νὰ πά­ω στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο» σκέ­φτη­κε. Κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς σὰν γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ θὰ πά­ρει τὴ Μα­ρί­α καὶ τὴν Ἀ­ρε­τή, νὰ ἔρ­θουν καὶ οἱ ἄν­τρες τους,  θὰ πεῖ καὶ τῆς Σού­λας καὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὸ χω­ριὸ ν’ ἀ­νά­ψου­νε στοῦ Ἄ­ρη τὸν τά­φο ἕ­να κε­ρί. Θά ‘χει φτιά­ξει κι ὁ και­ρός. «Εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στὸ χω­ριὸ τὴν ἄ­νοι­ξη», σκέ­φτη­κε. Κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μὲ μιὰ στα­γό­να νο­σταλ­γί­α ἀ­τσα­λά­κω­τη νὰ τῆς  δαγ­κώ­νει τὴν ψυ­χή· χω­ρὶς κα­μιὰ ἀ­γω­νί­α.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Ἡ Δάφνη καὶ τὸ βουνὸ (2011).

 

Ἀλεξάντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Τὸ σακίδιο τοῦ κολχόζ

 .

 Solzenitsin,Aleksandr-ToSakkidioTouKolchoz-01

 .

Ἀ­λε­ξάν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Солженицын)

.

Τὸ σα­κί­διο τοῦ κολ­χόζ

(Колхозный рюкзак)

 .

05-OmikronΤΑΝ σ’ ἕ­να προ­α­στια­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σᾶς πι­έ­ζουν στὸ στῆ­θος ἢ στὰ πλευ­ρὰ μὲ τὴ σκλη­ρή του γω­νιὰ καὶ πο­νᾶ­τε – μὴν βρί­ζε­τε, ἀλ­λὰ κοι­τάξ­τε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ πλεγ­μέ­νο ἀ­πὸ σομ­φὸ κου­τί, μὲ τὸ φαρ­δύ, ξε­φτι­σμέ­νο λου­ρί του ἀ­πὸ κα­ρα­βό­πα­νο. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ κου­βα­λοῦν γιὰ τὴν πό­λη γά­λα, μυ­ζή­θρα καὶ ντο­μά­τες, δι­κά τους κι ἀ­κό­μα δύ­ο γει­τό­νων τους, ἐ­νῶ ἀ­π’ τὴν πό­λη φέρ­νουν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ φραν­τζό­λες γιὰ τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες.

       Αὐ­τὸ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο σα­κί­διο ἔ­χει με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ φτη­νό. Μ’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν οὔ­τε τὰ πο­λύ­χρω­μα ἀ­θλη­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια του, μὲ τὶς τσε­ποῦ­λες τους καὶ τ’ ἀ­στρα­φτε­ρὰ θη­λυ­κω­τή­ρια. Ση­κώ­νει τό­σο βά­ρος πού, ἀ­κό­μα καὶ φο­ρών­τας ἕ­ναν χον­τρό, χει­μω­νιά­τι­κο ἐ­πεν­δύ­τη ἐρ­γα­σί­ας, ὁ μα­θη­μέ­νος χω­ρι­ά­τι­κος ὦ­μος δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τέ­ξει τὸ λου­ρί του.

      Γι’ αὐ­τὸ οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες υἱ­ο­θέ­τη­σαν τού­τη τὴν πρα­κτι­κή: ση­κώ­νουν τὸ πλεγ­μέ­νο σα­κί­διο ὣς τὴ μέ­ση της πλά­της καὶ περ­νοῦν τὸ λου­ρὶ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους. Ἔ­τσι τὸ φορ­τί­ο ἰ­σο­μοι­ρά­ζε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δυ­ὸ ὤ­μους καὶ τὸ στῆ­θος.

      Ἀ­δελ­φοί μου ἐν τῇ γρα­φί­δι καὶ τῇ συγ­γρα­φῇ! Δὲν σᾶς λέ­ω νὰ προ­βά­ρε­τε ἕ­να τέ­τοι­ο κα­λα­θά­κι στὴν πλά­τη σας. Ἂν ὅ­μως σᾶς ἔ­σπρω­ξαν ἀ­πό­το­μα μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο – τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρε­τε τα­ξί.

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Из­да­тельство Эксмо, Мо­сква 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κισ­λο­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 310 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.