Θόδωρος Γρηγοριάδης: Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Θόδωρος Γρηγοριάδης

 .

Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

 .

16-Mi-Magnus_Berrfoetts_saga-Initial-G_MuntheΗΝ ΜΠΕΙ­ΤΕ στὸ θέ­α­τρο, ἔ­χει ὀ­χι­ές», εἶ­πε ὁ βο­σκός. Σή­κω­σε τὴν γκλί­τσα ἀ­πει­λη­τι­κά.

«“Σέρ­νουν”* αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Ἅ­μα σὲ τυ­λί­ξουν δὲν ξε­φεύ­γεις.»

       Οἱ δύ­ο ἄν­τρες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νο­μι­λοῦ­σε, χα­μο­γέ­λα­σαν. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ἔ­λει­πε τὸ κέ­φι. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸν ἀ­νή­φο­ρο τῆς ἀρ­χαί­ας πό­λης. Τὰ χα­λά­σμα­τα ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­να ἀ­πὸ κά­θε λο­γῆς χορ­τά­ρια καὶ ἡ εἴ­σο­δος ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο ἦ­ταν πε­σμέ­νη. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε ρί­γα­νη καὶ θυ­μά­ρι. Οἱ δυ­ὸ φί­λοι κα­τέ­βη­καν ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­να­σαί­νον­τας βα­θιά. Εἶ­χαν και­ρὸ νὰ βρε­θοῦν καὶ ὁ γά­μος τοῦ Ἀ­νέ­στη, κοι­νοῦ τους φί­λου ἀ­πὸ τὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοὺς ἔ­σμι­ξε ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα. Κα­τα­πι­έ­στη­καν ἀρ­κε­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κού­γον­τας εὐ­χὲς γιὰ τὴν δι­κή τους τύ­χη. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν τοὺς νι­ό­παν­τρους κι ἔ­τρε­ξαν στὸ ξε­νο­δο­χεὶ­ο νὰ ἀλ­λά­ξουν.

       Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ ἄρ­χι­ζε με­τὰ τὰ στε­φα­νώ­μα­τα καὶ τὰ κου­φέ­τα. Ἐ­κεῖ πέ­ρα στὴν πα­ρα­λί­α, μὲ τὰ πεῦ­κα καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια.

      «Ὄ­μορ­φα ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ», εἶ­πε ὁ Τά­κης. «Λέ­ω νὰ μα­ζέ­ψω χα­μο­μή­λι γιὰ τὴ μά­να μου. Θὰ χα­ρεῖ πο­λύ».

       Ὁ Θω­μᾶς προ­χώ­ρη­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ξε­ρο­λι­θι­ές.

       «Ἐ­γὼ θὰ ξα­πλώ­σω. Μὲ κού­ρα­σε ἡ τε­λε­τή.»

       «Δὲν φο­βᾶ­σαι τὰ φί­δια; Ἄ­κου­σες τὸ βο­σκό;» εἶ­πε ὁ Τά­κης.

       Ὁ Θω­μᾶς γέ­λα­σε καὶ σχο­λί­α­σε:

       «Κα­λὰ ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς νὰ φο­βί­ζει τοὺς ἀρ­χαι­ο­κά­πη­λους.»

      Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σβέρ­κο ἀ­γναν­τεύ­ον­τας στὴν κα­τη­φο­ριὰ τὸ μό­λο. Ὕ­στε­ρα το ἥ­συ­χα θρα­κι­κὸ πέ­λα­γος. Γα­λή­νη. Ὁ Τά­κης εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ μπου­φάν κι ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀγ­κα­λι­ὲς χα­μο­μή­λι. Κι­τρί­νι­σε ὁ τό­πος καὶ μο­σχο­βό­λη­σε.

       Μιὰ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­καν νὰ φύ­γουν. Ὁ Τά­κης κρα­τοῦ­σε τὸν μπό­γο μὲ τὸ χα­μο­μή­λι στὴν ἀγ­κα­λιά του σὰν μω­ρό. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἔ­και­γε. Ἔ­ρι­ξαν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸ μπου­φὰν καὶ ξε­κί­νη­σαν. Μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια καὶ πά­λι ὁ χω­μά­τι­νος δρό­μος. Ἄν­θρω­πος που­θε­νά.

       Μό­νο ποὺ κά­τι ἄρ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­νά­με­σα στὰ χα­μό­μη­λα. Ἕ­να φί­δι δρα­πέ­τευ­ε ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι τοῦ μπου­φὰν ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὸν ἀρ­χαῖ­ο τό­πο του.

* Σέρ­νουν· βο­ρει­ο­ελ­λα­δύ­τι­κη ἔκ­φρα­ση γιὰ τὸ “ζευ­γα­ρώ­νουν”.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 20 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Θό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Πα­λαι­ο­χώ­ρι Παγ­γαί­ου, 1956). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κρυμ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι (1990). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Ὁ ναύ­της (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1993), Τὰ νε­ρὰ τῆς Χερ­σο­νή­σου (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1998), Τὸ παρ­τά­λι (μυ­θι­στό­ρη­μα, 2001), Χάρ­τες (δι­η­γή­μα­τα, 2007) κ.ἄ.

.

Πέτρος Τατσόπουλος: Τὸ πεῖσμα

.

09-DiigimataMe300Lekseis-PetrosTatsopoulos-Eikona-01

.

Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος

 .

Τὸ πεῖ­σμα

 .

D-Delta-SomataΕΝ ΘΥ­ΜΑ­ΜΑΙ τὴν τε­λευ­ταί­α μου δή­λω­ση. Ὑ­πο­θέ­τω πὼς δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ πε­πα­τη­μέ­να. Δὲν ἔ­πε­φτε μὲ τὸ γδοῦ­πο μιᾶς τα­φό­πλα­κας ἢ μὲ τὴν ὀρ­γὴ μιᾶς θε­ο­μη­νί­ας. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν κά­πως ὀ­ξύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως – μὰ καὶ πά­λι, ἴ­σως ὄ­χι, δὲν θυ­μᾶ­μαι.

       Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι κα­θα­ρά, λὲς καὶ τὸ βλέ­πω τώ­ρα, ἦ­ταν πὼς ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να μου, ἐ­νό­σω ἀ­κό­μη μι­λοῦ­σα, καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Δὲν φαν­τα­ζό­μουν πὼς μὲ τὴν ἁ­πλὴ αὐ­τή κί­νη­ση —ἐν μέ­ρει ἀυ­θόρ­μη­τη, ἐν μέ­ρει προ­σποι­η­τή— θὰ ἔμ­πη­γα ἕ­ναν πάσ­σα­λο ἀ­νά­με­σά μας. Πε­ρί­με­να νὰ κυ­λή­σουν λί­γα λε­πτὰ κι ἔ­πει­τα ν’ ἀ­κού­σω τὰ βή­μα­τά της. Νὰ τὴν ἀ­κού­σω καὶ —προ­τοῦ προ­λά­βω νὰ τρα­βη­χτῶ— νὰ πέ­σει στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Τό­τε ὁ με­τρη­τὴς θὰ μη­δέ­νι­ζε ὅ­λη τὴν ἔν­τα­ση. Τὰ σκλη­ρά μας λό­για θὰ ἔ­τρε­χαν νὰ συ­ναν­τή­σουν ὅ­σα πα­ρό­μοι­α ἀν­ταλ­λά­ξα­με στὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ἀρ­χει­ο­θε­τη­θοῦν καὶ νὰ λη­σμο­νη­θοῦν. Ν’ ἀ­φή­σουν μο­νά­χα μιὰ μι­κρὴ οὐ­λή, δί­πλα στὶς τό­σες ἄλ­λες. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά της, πράγ­μα­τι, ἀλ­λὰ δὲν τ’ ἄ­κου­σα νὰ πλη­σιά­ζουν. Τὰ ἄ­κου­σα νὰ ξε­μα­κραί­νουν. Βρόν­τη­ξε τὴν πόρ­τα πί­σω της. Κι ἐν­τού­τοις δὲν κου­νή­θη­κα.

       Ὑ­πο­λό­γι­σα πὼς εἶ­χε με­ρι­κὰ ἀ­κό­μη δευ­τε­ρό­λε­πτα στὴ δι­ά­θε­σή της ἕ­ως ὅ­του κα­λέ­σει τὸ ἀ­σαν­σέρ, ἕ­ως ὅ­του τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἀ­νέ­βει στὸν ἕ­κτο ὄ­ρο­φο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ χτυ­πή­σει ξα­νὰ τὸ κου­δού­νι. Τό­τε θὰ πε­τα­γό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου. Πά­λι ὁ με­τρη­τὴς θὰ μη­δέ­νι­ζε. Ἴ­σως καὶ ἡ οὐ­λὴ —οὔ­τε κἂν ἡ οὐ­λή— δὲν θὰ ἔ­με­νε. Θὰ τὴν σκέ­πα­ζε ἡ λή­θη.

       Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἔ­χουν πε­ρά­σει ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­φυ­γε, δὲν ἔ­χω πά­ψει ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι μή­πως κι ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε πό­τε θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸ σα­λό­νι, πό­τε θὰ πέ­σω στὴν ἀγ­κα­λιά της.

       Μή­πως κι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν βέ­βαι­η —ὅ­σο τὸ ἀ­σαν­σὲρ πλη­σί­α­ζε— πὼς θ’ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα μου καὶ θὰ τὴν τρα­βή­ξω ξα­νὰ κον­τά μου. Μή­πως οἱ δρό­μοι μας χώ­ρι­σαν ἐ­πει­δή —μό­νο καὶ μό­νο— ἡ σκέ­ψη μας ἀ­κο­λού­θη­σε τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 13 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος (Ρέ­θυ­μνο, 1959). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ ἀ­νή­λι­κοι (1980). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Κι­νού­με­να σχέ­δια (δι­η­γή­μα­τα, 1984), Ἡ καρ­διὰ τοῦ κτή­νους (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1987), Ἡ κα­λο­σύ­νη τῶν ξέ­νων (αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­φή­γη­μα, 2006), Τὸ βι­βλί­ο γιὰ τὰ βι­βλί­α. Ἡ ἀ­να­γνω­ση ὡς ἀ­πό­λαυ­ση (2010) κ.ἄ.

 

Εἰκόνα: Edvard Munk, Separation, 1900, Λάδι σὲ μουσαμά, 125.5 x 190.5 cm.

 .

Ἰάκωβος Καμπανέλλης: Σχεδὸν τέλειο

.

04-DiigimataMe300Lekseis-IakobosKampanelisEikona-01

.

Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης

 .

Σχε­δὸν τέ­λει­ο

 .

01-HttaΞΑ­ΠΛΑ ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἦ­ταν στὸν κα­να­πὲ ἀν­τί­κρυ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοι­τά­ζον­τας τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα ὁ νοῦς του ἀν­θοῦ­σε. Ἦ­ταν ὁ τό­πος καὶ ὁ χρό­νος τῶν πιὸ πα­ρα­γω­γι­κῶν του σκέ­ψε­ων. Τὸ συγ­κλο­νι­στι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα-πο­τα­μός, τὸ σχε­δὸν ἕ­τοι­μο, αὐ­τῆς τῆς ξά­πλας ἦ­ταν καρ­πός. Δὲν ἀ­πό­μει­νε πα­ρά, νὰ στρω­θεῖ νὰ τὸ γρά­ψει

       Νὰ βου­λώ­σει τὶς κα­κὲς γλῶσ­σες στὴ «Λυ­κό­βρυ­ση» ποὺ τὸν θε­ω­ροῦν «κλα­σι­κή τεμ­πέ­λα». Καὶ νὰ μά­θουν καὶ τί ἐ­στὶ ἕ­νας σύγ­χρο­νος Μαρ­σὲλ Πρού­στ.

      Πάν­τως, πρέ­πει ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τὸ γρά­φει. Ἔ­χει βα­ρε­θεῖ καὶ ὁ ἴ­διος τὰ «τε­λει­ώ­νει πιά, τε­λει­ώ­νει» ὅ­ταν ρω­τᾶ­νε «πῶς πά­ει ὁ πο­τα­μός». Ἔ­κα­με καὶ τὸ λά­θος νὰ μι­λᾶ γιὰ χί­λι­ες σε­λί­δες. Εἶ­ναι λί­γες οἱ πεν­τα­κό­σι­ες; Ἄλ­λω­στε ἕ­νας πο­τα­μός, ὡς ἔν­νοι­α, εἶ­ναι κά­τι πο­λὺ σχε­τι­κό.

      Ἐ­μεῖς δὲν ἔ­χου­με Δού­να­βη, Ρῆ­νο, Βόλ­γα! Ἔ­χου­με Ἀ­χε­λῶ­ο, Πη­νει­ό, Σπερ­χει­ό.­..

      Τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, σχο­λα­στι­κὰ καὶ μὲ δι­α­κό­σες σε­λί­δες «πο­τα­μὸ» ἔ­χεις γρά­ψει. Καὶ μὲ ἑ­κα­τὸ ἀ­κό­μη λὲς πά­ρα πολ­λά. Πα­ρά­δειγ­μα ὁ πο­τα­μὸς Μόρ­νος, ὑ­δρεύ­ει τὴ μι­σὴ Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξάλ­λου δι­α­νύ­ου­με πε­ρί­ο­δο λι­τό­τη­τας. Για­τί ὄ­χι καὶ λο­γο­λι­τό­της; Καὶ πά­τα­ξη τῆς λο­γο­δι­α­φυ­γῆς καὶ τοῦ λο­γο­πλη­θω­ρι­σμοῦ;

      Ἤ­ξε­ρε πὼς ἅ­μα δι­ο­λι­σθαί­νει στὰ τρε­λά του ἀ­να­ζη­τᾶ δι­και­ο­λο­γί­ες καὶ με­λαγ­χό­λη­σε. Ἔ­βα­λε στὸ κα­σε­τό­φω­νο Κάλ­λας στὴ Νόρ­μα, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο, πῆ­γε στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

      «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι ποι­η­τής, μοῦ πά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μὲ 264 λέ­ξεις ὁ Κα­βά­φης ἐ­ποί­η­σε τὸ “Πε­ρι­μέ­νον­τας τοὺς βαρ­βά­ρους”­.»

      Νὰ δο­κι­μά­σει νὰ γρά­ψει ἕ­να δι­ή­γη­μα μὲ τό­σες πά­νω-κά­τω λέ­ξεις; Για­τί ό­χι, τί ἔ­χει νὰ χά­σει; Ἄλ­λω­στε μὲ τό­σο λί­γες λέ­ξεις πε­τυ­χαί­νεις τὸ μέ­γι­στον τῆς ἀ­φαί­ρε­σης. Σχε­δὸν τὴν τε­λει­ό­τη­τα!

      Ἀλ­λὰ για­τί νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξει τὴν «σχε­δὸν» καὶ ὄ­χι τὴν ἀ­πό­λυ­τη; Ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐμ­πό­διο; Οἱ λέ­ξεις!

      Ἐ­ὰν δὲ με­τα­χει­ρι­στεῖ κα­μί­α.­.. Ποῦ φθά­νει; Θε­έ μου, στὴ σι­ω­πή, στὴν ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή, στὴ «σι­ω­πὴ πο­τα­μός»­.­.­.!

      Μή­πως ξα­νάρ­χι­σε τὰ τρε­λά του; Με­λαγ­χό­λη­σε πά­λι, ξά­πλω­σε, κοί­τα­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα.

      «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι.­.. λάθος! Πιὸ καλὰ νὰ μὴν εἶμαι τίποτα…»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 6 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης (Νά­ξος, 1921 – Ἀ­θή­να, 2011). Θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, σε­να­ρι­ο­γρά­φος, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Γνω­στό­τε­ρα ἔρ­γα του τὰ θε­α­τρι­κὰ Ἡ αὐ­λὴ τῶν θαυ­μά­των (1957), Πα­ρα­μύ­θι χω­ρὶς ὄ­νο­μα (1959), Γει­το­νιὰ τῶν ἀγ­γέ­λων (1963) καὶ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Μα­ουτ­χά­ου­ζεν (1963).

.

Γιάννης Πατίλης: 1994: Διηγήματα μὲ 300 λέξεις! Ἕνα πρόδρομο ἐγχείρημα στὸν χῶρο τοῦ μικροῦ διηγήματος

.

00-DiigimataMe300Lekseis-GiannisPatilis-EnaProdromoEgcheirima-00

.

Γιά­ννης Πα­τί­λης

 .

1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!

Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα

στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος

.

I.

 .

09-Htta-The_Author_of_'A_Visit_from_St__Nicholas'_-_Illuminated_HΙΣΤΟΡΙΑ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὴν Ἑλ­λά­δα πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­φο­ρί­α του κα­τὰ τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να – μιὰ ἄν­θι­ση ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἄ­με­ση σύν­δε­ση μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς λα­ο­γρα­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ πρῶ­το νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ σχε­τι­κῶς πρό­σφα­τα δυ­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α.

       Πλά­ι στὰ ἐ­κτε­νῆ δι­η­γή­μα­τα ποὺ δη­μο­σι­εύ­ον­ταν σὲ συ­νέ­χει­ες στὰ ἑ­βδο­μα­διαῖα φι­λο­λο­γι­κὰ φύλ­λα, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ Λου­κῆς Λά­ρας τοῦ Βι­κέ­λα στὴν Ἑ­στί­α τοῦ 1879, ἄρ­χι­σε καὶ ἡ δη­μο­σί­ευ­ση σύν­το­μων αὐ­το­τε­λῶν ἱ­στο­ρι­ῶν στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἡ χρο­νι­κῶς βρα­χεί­α ἀ­νὰ τεῦ­χος πε­ρι­ο­δι­κό­τη­τα τῶν ἐν­τύ­πων αὐ­τῶν (ἑ­βδο­μα­δια­ία ἢ δε­κα­πεν­θή­με­ρη, συ­νή­θως) ὅ­σο καὶ ὁ λι­γο­στὸς ἀ­ριθ­μὸς τῶν σε­λί­δων τους, εὐ­νο­οῦ­σε ὄ­χι μό­νο τὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νο ἀ­φή­γη­μα σὲ συ­νέ­χει­ες ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­φά­παξ μι­κρό. Ἡ πλα­τειὰ κυ­κλο­φο­ρί­α στὸ ἐγ­γράμ­μα­το κοι­νό ἐν­τύ­πων τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­σαν κά­πο­τε νὰ πλη­ρώ­νουν καὶ μιὰ μι­κρὴ ἀ­μοι­βὴ στοὺς συ­νερ­γά­τες τους, μα­ζὶ μὲ τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το ἀρ­κε­τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς, βο­ή­θη­σε στὴν ἀ­νά­δει­ξη, τὸ γό­η­τρο καί, τε­λι­κῶς, τὴν αὐ­το­νο­μί­α τοῦ νέ­ου εἴ­δους, ὥ­στε ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ και­ροῦ —ὅ­πως ὁ Καρ­κα­βί­τσας, ὁ Κον­δυ­λά­κης, ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της, ὁ Μω­ρα­ϊ­τί­δης, ὁ Μη­τσά­κης κ.ἄ.— νὰ ἐ­κτι­μῶν­ται ἤ­δη ἀ­πὸ τοὺς συγ­χρό­νους τους πρω­τί­στως ὡς δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι.

       Δὲν ἔ­λει­ψε, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν νε­ώ­τε­ρη ἑλ­λη­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ μι­κρὸ σὲ ἔ­κτα­ση δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­νον­τας ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880 καὶ με­τὰ πλού­σια πα­ρα­κα­τα­θή­κη καὶ σὲ πο­σό­τη­τα καὶ σὲ ποι­ό­τη­τα. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ὅ­πως τὸ «Πί­στο­μα!» (647 λέ­ξεις, περ. Τέ­χνη 1898) τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, «Ὁ φυ­γό­δι­κος» (655 λέ­ξεις, 1929) τῆς Γα­λά­τειας Κα­ζαν­τζά­κη ἢ τὸ «Οἰ­δί­πο­δας» (662 λέ­ξεις, 1930) τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη πα­ρα­μέ­νουν κο­ρυ­φαῖα δείγ­μα­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἀλ­λὰ καὶ μι­κρὰ γλωσ­σι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, τεκ­μή­ριο τῶν σπου­δαί­ων συγ­γρα­φι­κῶν ἀ­ρε­τῶν τῶν λο­γο­τε­χνῶν τοῦ πα­ρελ­θόν­τος…

       Τὸ κρί­σι­μο ὡ­στό­σο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι κα­τὰ πό­σο αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ μπο­ρού­σα­με —καὶ σὲ ποι­ό βαθ­μό— νὰ τὸ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με συ­σχε­τί­ζο­ντάς το μὲ τὸ νέ­ο πρω­τε­ϊ­κὸ δι­ε­θνὲς εἶ­δος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν ἐ­κρη­κτι­κή, παγ­κο­σμί­ων δι­α­στά­σε­ων, ἐ­πέ­κτα­ση δι­α­πι­στώ­νου­με τὴν τε­λευ­ταί­α τρι­α­κον­τα­ε­τί­α…

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λί­α μας νὰ συν­δέ­σου­με τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις αὐ­τὲς εἶ­ναι ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ γε­νε­τι­κή του, θὰ λέ­γα­με, ἐμ­μέ­νεια στὸν ρε­α­λι­σμὸ καὶ ἐν μέ­ρει τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α – μιὰ τά­ση ποὺ ἐ­νι­σχύ­θη­κε με­τὰ τὸν πό­λε­μο, μὲ τὴν ἐ­πι­δί­ω­ξη μιᾶς ἀ­κό­μη λι­τό­τε­ρης φόρ­μας, στὴν λο­γο­τε­χνί­α τῶν Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου, Ντί­νου Χρι­στι­α­νό­που­λου, Ἠ.Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ καὶ ἄλ­λων, ποὺ στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ὁ­δή­γη­σε στὴν δη­μι­ουρ­γί­α ὁ­λό­κλη­ρης πο­λυ­πλη­θοῦς σχο­λῆς…

       Ὡ­στό­σο, ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, ὅ­πως ὁ συμ­βο­λι­σμὸς καὶ ὁ αἰ­σθη­τι­σμὸς, σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Νι­κό­λα­ου Ἐ­πι­σκο­πό­που­λου ἢ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Χα­τζό­που­λου, ἡ ἀ­στι­κὴ ψυ­χο­γρα­φι­κὴ ἠ­θο­γρα­φί­α τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου, δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ τύ­που μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κὸς μο­νό­λο­γος. Ἐ­ξί­σου ἀ­πο­μα­κρύ­νο­ν­ταν ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο ρε­α­λι­στι­κὸ κορ­μὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ὁ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κός, σαρ­κα­στι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὰ κρι­τι­κὸς τό­νος τῶν μι­κρῶν πε­ζῶν τοῦ Κώστα Κα­ρυ­ω­τά­κη, ὅ­σο καὶ ἡ γλωσ­σι­κὰ καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὰ ἐ­ξό­χως ἰ­δι­όρ­ρυθ­μη καὶ προ­σω­πο­πα­γὴς πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα καὶ τοῦ Νί­κου-Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κη.

.

       Ἡ συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἀ­να­ζή­τη­ση στὴν λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα προ­δρο­μι­κῶν μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀρ­χί­σει, καὶ τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐξ ὅ­σων γνω­ρί­ζω, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὑ­πο­εῖ­δος, μὲ ἐ­λά­χι­στες ἐ­ξαι­ρέ­σεις(1), εἶ­ναι ἀ­κό­μη πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­ο­ρι­σμέ­νο. Δὲν θὰ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε, ὡ­στό­σο, ἐ­ὰν μιὰ τέ­τοι­α ἀ­να­δί­φη­ση ἰ­χνη­λα­τοῦ­σε πε­ρι­πτώ­σεις σὰν αὐ­τὴ τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ μι­κρὸ πε­ζὸ «Ἡ σκού­να» ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Στά­χυς τοῦ 1951, ὄ­χι μό­νο δι­α­στελ­λό­ταν ἐν­τό­νως ἀ­πὸ τὴν τρέ­χου­σα μυ­θο­πλα­σία, ἀλ­λὰ στὶς 76 λέ­ξεις του μὲ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ὅ­σο καὶ ὑ­παι­νι­κτι­κὴ σκη­νο­θε­σί­α του, τὴν εἰ­ρω­νι­κή του μα­τιὰ καὶ τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος του ἔ­μοια­ζε νὰ προ­οι­ω­νί­ζε­ται τὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας!

   .

II.

.

Μιὰ ἄλ­λη ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα προ­δρο­μι­κὴ στιγ­μὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση τῆς ὁ­ποί­ας ὀ­φεί­λου­με στὸν φί­λο ποι­η­τὴ Ἀν­τώ­νη Ψάλ­τη, εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καμ­πά­νια με­γά­λης κα­θη­με­ρι­νῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1994. Ὅ­σο καὶ νὰ φαί­νε­ται ἀ­πί­θα­νο, πρὶν ἀ­πὸ τὴν δι­ά­δο­ση τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου καὶ σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πο­λὺ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ἑ­νὸς πε­ρί­που ξε­χω­ρι­στοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἐμ­πε­δω­θεῖ δι­ε­θνῶς —ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ἡ πρω­το­πο­ρια­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Τό­μας καὶ Χα­ζού­κα Flash Fiction κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις τὸ 1992—, ἡ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη ἐγ­και­νιά­ζει στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα της Τὰ Νέ­α μιὰ σε­λί­δα σὲ συ­νέ­χει­ες μὲ τὸν τί­τλο «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις». T­ό ’­χει φαί­νε­ται ὁ μή­νας Αὔ­γου­στος (ποὺ —ὑ­πο­τί­θε­ται— μέ­νει δί­χως εἰ­δή­σεις [καὶ φυ­σι­κὰ ὁ τύ­πος χω­ρὶς ἀ­να­γνῶ­στες]) νὰ ἀ­νοί­γουν οἱ με­γά­λες ἐ­φη­με­ρί­δες τὶς στῆ­λες τους στὴν λο­γο­τε­χνί­α!… Ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη, ὡ­στό­σο, ἐ­πι­λο­γὴ προ­σέ­δω­σε στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο —ἔ­στω καὶ ἀ­να­δρο­μι­κῶς, ἐ­ὰν τὸ ἐ­ξε­τά­σει κα­νείς— ἐν­δι­α­φέ­ρον… Ἡ σει­ρὰ κρά­τη­σε ἕ­ξι Σάβ­βα­τα, ἀ­πὸ τὶς 6 Αὐ­γού­στου ἕ­ως τὶς 24 Σε­πτεμ­βρί­ου 1994, καὶ φι­λο­ξε­νή­θη­καν σ’ αὐ­τὴ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις συγ­γρα­φεῖς —ὄ­χι μό­νον δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι, ἀλ­λὰ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς παι­δι­κῶν βι­βλί­ων ὅ­σο καὶ ποι­η­τές—, οἱ ἑ­ξῆς, κα­τὰ τὴν σει­ρὰ τῆς πα­ρου­σι­ά­σε­ώς τους: Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης, Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Γι­ώρ­γης Γι­α­τρο­μα­νω­λά­κης, Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Μά­νος Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, Εὐ­γέ­νιος Τρι­βι­ζᾶς, Θό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης, Μι­χά­λης Φα­κί­νος, Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος, Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος, Παυ­λί­να Παμ­πού­δη, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Ἄλ­κη Ζέ­η, Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης, Μα­νό­λης Ξε­ξά­κης, Τά­σος Ροῦσ­σος, Φαί­δων Θε­ο­φί­λου, Πά­νος Κου­τρουμ­πού­σης, Πρό­δρο­μος Μάρ­κο­γλου, Μῆ­τσος Κα­σό­λας.

       Ἡ συν­τά­κτρια, Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, δὲν μοιά­ζει νὰ συν­δέ­ει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά της μὲ ἀ­νά­λο­γα ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἢ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὸν δι­ε­θνῆ χῶ­ρο. Συλ­λαμ­βά­νει, ὡ­στό­σο, σω­στά, στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο, ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες καὶ δυ­να­τό­τη­τες αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας:

«Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να μό­νο δα­κτυ­λό­γρα­φο;(2) Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­βα­λαν τὰ “Νέ­α” μὲ 24 συγ­γρα­φεῖς. [...] Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς τε­χνί­τες τοῦ λό­γου, τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο ἀ­πὸ τὸ μα­κρο­σκε­λές. Καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἦ­σαν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ξε­κι­νών­τας αὐ­τὴν τὴν προ­σπά­θεια, κα­τέ­λη­ξαν νὰ γρά­ψουν με­ρι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πρὶν φτά­σουν στὸ ζη­τού­με­νο. Στὴ μι­νι­α­τού­ρα. Στὴ νύ­ξη ποὺ γεν­νᾶ εἰ­κό­νες, ἐ­ξά­πτει τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὑ­παι­νίσ­σε­ται κό­σμους ὁ­λό­κλη­ρους, χα­ρα­κτῆ­ρες σύν­θε­τους, κα­τα­στά­σεις πε­ρί­πλο­κες.Ἴ­σως κά­ποι­οι νὰ τὰ κα­τά­φε­ραν πιὸ κα­λά. Ὅ­μως ὅ­λοι, μὲ τὰ “δι­η­γή­μα­τα τῶν 300 λέ­ξε­ων” ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ἂν μὴ τὶ ἄλ­λο ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπο­ρεῖ, ἂν τὸ θε­λή­σει, νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει “σπο­τά­κια” – κα­τὰ τὴν προ­σφι­λῆ γλώσ­σα καὶ τὴ λο­γι­κὴ τῆς κυ­ρί­αρ­χης εἰ­κό­νας. Μπο­ρεῖ νὰ συν­το­νι­στεῖ μὲ τὸν ρυθ­μό, τὴν τα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς [...]»

     Ἀ­πο­τι­μών­τας τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα στὸ φύλ­λο τῶν Νέ­ων στὶς 24-09-1994, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη τῆς σε­λί­δας ση­μει­ώ­νει ὡς πρὸς τὴν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἀ­πή­χη­σή του: «Τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τό­σο οἱ ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὲς ἐ­πι­στο­λές, τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ οἱ προ­τά­σεις δι­η­γη­μά­των ποὺ λά­βα­με ὅ­σο καὶ τὰ ἴ­δια τὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­καν [...].»

      Γιὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις λο­γο­τέ­χνες ποὺ λά­βα­νε μέ­ρος στὸ πρόγραμμα «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις» τὸ πεί­ρα­μα δὲν εἶ­χε συ­νέ­χεια. Ὅ­μως γιὰ τέσ­σε­ρις του­λά­χι­στον, τρεῖς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ ποι­η­τές, τοὺς Θό­δω­ρο Γρη­γο­ριά­δη, Ἠ­λί­α Κου­τσοῦ­κο, Πρό­δρο­μο Μάρ­κο­γλου καὶ Μα­νό­λη Ξε­ξά­κη, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα ὑ­πῆρ­ξε γνώ­ρι­μη καὶ ἀ­γα­πη­τὴ καὶ ἐ­κτὸς τῆς πρω­το­βου­λί­ας τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας…

      Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ 1994, δι­α­λέ­ξα­με σή­με­ρα —εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά— νὰ ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­σου­με μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὰ κριτήρια τὰ πέν­τε παρακάτω στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας: «Σχε­δὸν τέ­λει­ο» τοῦ Ἰ­ά­κω­βου Καμ­πα­νέλ­λη, «Τὸ πεῖ­σμα» τοῦ Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου, «Τὸ χα­μο­μή­λι τῶν Ἀ­βδή­ρων» τοῦ Θό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Ὑ­πὲρ πα­τρί­δος» τοῦ Ἠ­λί­α Κου­τσού­κου καὶ «Λό­λα» τοῦ Ἀν­τώ­νη Σου­ρού­νη.

 .

       Παρόλη τὴν προ­σο­χή μας στὶς πλέ­ον σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις στὸν χῶ­ρο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μας γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­το. Ἡ σύν­δε­ση τῆς μι­κρῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας μὲ προ­ϋ­πάρ­χου­σες συ­να­φεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς μορ­φὲς καὶ ἡ συ­νε­ξέ­τα­σή της μὲ τὶς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εὐ­ρύ­τα­το πλαί­σιο τῶν πο­λι­τι­σμῶν, μᾶς βο­η­θά­ει σὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη κα­θὸ ἱ­στο­ρι­κό­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τοῦ πα­ρόν­τος.

 .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

       (1) Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­φτα­σε φέ­τος στὰ χέ­ρια μας: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς καὶ ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου τῆς Δή­μη­τρας Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (πα­λιᾶς γνω­ρί­μου τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας), ποὺ ὑ­πο­βλή­θη­κε τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2013 στὸ Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πάν­τει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο.

       (2) Ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Λά­ου­ρο Ζα­βά­λα τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2000, στὸ πρῶ­το τεῦ­χος τοῦ El cuento en red, τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἔ­ρευ­νας καὶ θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ποὺ ἐ­πι­με­λεῖ­ται, ση­μει­ώ­νει πὼς τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (minificción) εἶ­ναι ἡ «narrativa que cabe en el espacio de una página» («ἡ ἀ­φή­γη­ση ποὺ χω­ρά­ει σὲ μί­α σε­λί­δα»), βλ. Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου, Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α…, ὅπ.π., σελ. 13.

.  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ὣς τὸ 2012 ἐ­ξέ­δι­δε καὶ δι­ηύ­θυ­νε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει μέ­χρι σή­με­ρα τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ὀ­κτὼ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2012). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000). Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2014 ἀ­πὸ τὴν σει­ρὰ «Σύρ­τις» τῶν ἐκ­δό­σε­ων τοῦ Πλα­νό­διου κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ δο­κί­μιό του Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ὀρ­θο­γρα­φί­α στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Ἐ­πο­χή μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου.

 .

Εὐγενία Μακαριάδη: Τὰ δερμάτινα

.

Makariadi,Eygenia-TaDermatina-Eikona-03

.

Εὐ­γε­νί­α Μα­κα­ριά­δη

 

Τὰ δερ­μά­τι­να

 

04-MiΕΓΑΛΩΣΑ ΣΕ ΠΟΛΥΜΕΛΗ καὶ φτω­χὴ οἰ­κο­γέ­νεια, για­γιά, παπ­πούς, γο­νεῖς καὶ πέν­τε παι­διά· ὅ­λα ἀ­γό­ρια. Ἐ­γὼ τε­λευ­ταῖ­ος.

            Και­νούρ­γιο ροῦ­χο δὲ φό­ρε­σε σχε­δὸν κα­νέ­νας μας. Οἱ με­γά­λοι ἀ­δελ­φοὶ φο­ροῦ­σαν τὰ ἀ­πο­φό­ρια τοῦ πα­τέ­ρα καὶ οἱ μι­κρό­τε­ροι τῶν με­γα­λυ­τέ­ρων· ἔ­τσι πή­γαι­νε ἡ ἱ­στο­ρί­α καὶ στὰ πα­πού­τσια, ἄλ­λες φο­ρὲς με­γά­λα, ἄλ­λες φο­ρὲς στε­νά, βο­λευ­ό­μα­σταν. Ἀ­πὸ τὰ πα­λιὰ καὶ πα­ρά­ται­ρα ροῦ­χα δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο, για­τί ἀ­σου­λού­πω­τα ἦ­ταν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ χω­ριοῦ. Ἀ­πὸ πα­πού­τσια ὅ­μως προ­τι­μοῦ­σα νὰ περ­πα­τά­ω ξυ­πό­λη­τος, πα­ρὰ νὰ φο­ρά­ω τὰ στρα­βο­πα­τη­μέ­να πα­πού­τσια τῶν με­γά­λων. Μέ­χρι ποὺ πῆ­γα σχο­λεῖ­ο. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸ νὰ φο­ρᾶ­νε οἱ μα­θη­τὲς πα­πού­τσια.

            Τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν κι ἐ­γὼ περ­νοῦ­σα ὅ­λους στὸ μπό­ι· κα­νέ­να ροῦ­χο δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κι αὐ­τὸ δὲ μὲ πεί­ρα­ζε. Τὸ πρό­βλη­μά μου ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εὕ­ρι­σκα πα­πού­τσια στὸ νού­με­ρό μου. Κα­νεὶς στὸ χω­ριὸ δὲ φο­ροῦ­σε πα­πού­τσι πά­νω ἀ­πὸ σα­ράν­τα νού­με­ρο καὶ τὸ δι­κό μου ἦ­ταν σα­ράν­τα τρί­α.

            Ἕ­να χρό­νο πε­ρί­με­να τὸ πα­νη­γύ­ρι, ὅ­που θὰ μοῦ ἀ­γό­ρα­ζαν πα­πού­τσια. Κόν­τευ­ε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ πα­νη­γύ­ρι, ἕ­ως ὅ­του βρεῖ ὁ πα­τέ­ρας πα­πού­τσι νὰ ται­ριά­ζει ὄ­χι στὸ πό­δι μου, ἀλ­λὰ στὴν τσέ­πη του. Πα­κε­τα­ρι­σμέ­να σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα ἔ­φε­ρε στὸ σπί­τι «τὰ δερ­μά­τι­να» ὁ πα­τέ­ρας καὶ δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ τὰ πεῖ πο­τέ, πα­πού­τσια.

            Μπρο­στὰ σ’ ὅ­λους τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σαν κα­τά­πλη­κτοι —βλέ­πε­τε ἐ­κτὸς ἀ­πὸ γου­ρου­νο­τσά­ρου­χα, ἄλ­λα πα­πού­τσια δὲν εἶ­χαν μα­τα­δεῖ—, ἅ­πλω­σα τὰ κα­νιά μου κι ὁ πα­τέ­ρας προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τὸ «κό­κα­λο» νὰ χώ­σει τὸ πό­δι μου στὸ πα­πού­τσι. Ση­κώ­θη­κα ὄρ­θιος κι ἔ­κα­να φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ τὸ φο­ρέ­σω, ὅ­μως μὲ τί­πο­τα δὲν ἔμ­παι­νε· ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι στυ­λώ­σα­με τὰ μά­τια στὰ δερ­μά­τι­να ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ μὲ χω­ρέ­σουν.

            Τὰ βά­λα­με γιὰ μῆ­νες στὸ κα­λα­πό­δι, ὅ­μως αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν στὶς δι­α­στά­σεις τους. Ἕ­ως ὅ­του ὁ πα­τέ­ρας πῆ­ρε τὴ φαλ­τσέ­τα, ἔ­κο­ψε τὶς μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν καμ­πυ­λω­τὰ καὶ μοῦ τὰ φό­ρε­σε. Με­τὰ δυ­σκο­λί­ας τὰ δά­χτυ­λά μου πε­ρά­σα­νε τὴν τρύ­πα καὶ πε­σμέ­να σὰ μα­ρα­μέ­να μα­ρού­λια, ἄγ­γι­ξαν τὸ πά­τω­μα.

            Τὰ πα­πού­τσια αὐ­τὰ τὰ φο­ροῦ­σα χρό­νια, για­τί ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ μα­κα­ρί­της πα­τέ­ρας μου, «Εἶ­ναι δερ­μά­τι­να. Πε­τι­οῦν­ται βρὲ τὰ δερ­μά­τι­να;»

            Τώ­ρα κοι­τά­ζω τὰ πό­δια μου καὶ χα­μο­γε­λῶ στὰ στρα­βὰ καὶ γε­μά­τα κά­λους δά­χτυ­λά μου.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­γε­νί­α Μα­κα­ριά­δη. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Βαγ­γέ­λη Ρα­πτό­που­λο καὶ Ἀ­μάν­τα Μι­χα­λο­πού­λου. Τε­λευ­ταί­α πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Μι­σὲλ Φά­ις. Ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἕνα βι­βλί­ο της «Μύ­ριαμ καὶ Χάν­να» (μυθιστόρημα, ἐκδ. Λι­βά­νη). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς σε­λί­δες το­πι­κῶν ἐ­φη­με­ρί­δων.

 .

Εἰκόνα κειμένου: «Τὰ παπούτσια», ἔργο τοῦ Βὰν Γκόγκ.

.

Argiris Eftaliotis: The Dumb

.

EftaliotisArgyris-OBoubos-Eikona-01

.

Argiris Eftaliotis

 

The Dumb

 

09-Iota-Century_Mag_I REMEMBER the poor guy. Tall, lean and handsome lad. He was born dumb. Which means, he was also deaf. And as if these flaws were not enough, he was also an orphan ever since he was five. A neighbour took him and raised him, that is she taught him how to carry water, to buy things and to rock the baby, if he had no other chore to do.

         The Dumb grew with it; but when the baby grew up, it was wearing short dresses. For the baby the Dumb was rocking was a girl.

         They became siblings. And as siblings they were growing up. The little girl was the only one who did not tease him. Even his mother was mocking him, despite her kind heart. In the villages, there is no way for the mocking to stop. They would burst if they did not mock a dumb man. And sometimes, he may not even need to be dumb.

         I remember him until the age of fifteen and the little girl until she was ten. I remember them going to the fountain together. Somebody would throw a small stone or a melon skin to the dumb man. I do not forget his face, all bitter and sad, turning to the girl, as if he was saying: “See what it means to be dumb?” The little girl would look around then, with eyes flaring. Woe to the mocker, who threw the stone or the skin to her companion, if she set her eyes upon him.

         I also remember the poor Dumb in the fair. He was older then. A true lad. He was again with the daughter and her old mother. A true woman the daughter as well. Not very beautiful, but pretty, pretty and plump like an apple in May. I remember her dancing with the other women in the neighbourhood. The Dumb – his whole hearing and voice concentrated in his bright eyes and his cheery lips – would watch her to his heart’s content and encourage her with his kind nods. And the girl kept dancing, and the open-hearted Dumb was hopping lightly.

         Ah, I remember him the last time I saw him! I was walking alone one night down at the seaside. I went to the cape, stood on a rock, and started looking at the calm and deep waters. On my side there was another rock, a little bit further in the sea. And next to the rock, closer to me, something was floating, and it did not take me long to understand what it was. It was floating serenely and heavily and every little while a wave would dash it against the rocks. I reached closer and I was not mistaken. It was a man, it was the poor Dumb!

         Just after the little girl got married!

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Source: Argiris Eftaliotis, I mazoxtra and other stories * Vourkolakas, Special Edition for the newspaper “Vima”, [1st edition 1900].

Argiris, Eftaliotis (Molivos, Lesvos, 1849-Aix La Pain, France, 1923). Poet and prose writer. His first book: Nisiotikes istories (1894, short stories).

Translated from the greek by

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.

 

Ἀρμάντο Κιντέρο (Armando Quintero): Τὸ κοριτσάκι τοῦ δάσους

.

Quintero,Armando-ToKoritsakiTouDasous-Eikona-01

.

Ἀρ­μάν­το Κιν­τέ­ρο (Armando Quintero)

 .

Τὸ κοριτσάκι τοῦ δάσους

(Muchachita del bosque)

 .

A-Alpha-SomataΚΟΥ —εἶ­πε ὁ Με­γά­λος Λύ­κος στὸ Μι­κρὸ Λύ­κο— καὶ δῶ­σε με­γά­λη προ­σο­χή. Ἂν ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι πε­ρά­σει μιὰ μι­κρὴ μ’ ἕ­να κα­λά­θι κι ἕ­να σκοῦ­φο σ’ αὐ­τὸ τὸ χρῶ­μα —τοῦ ἔ­δει­ξε κά­τι ἀ­γρι­ο­κέ­ρα­σα— μὴν τυ­χὸν καὶ τῆς μι­λή­σεις. Εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο πλά­σμα! Αὐ­τὸ τὸ κο­ρι­τσά­κι ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὸ θλι­βε­ρὸ τέ­λος τοῦ προ­προ­πάπ­που σου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀρ­μάν­το Κιν­τέ­ρο (Armando Quintero) (Οὐ­ρου­γουά­η, 1944). Δι­α­μέ­νει στὴ Βε­νε­ζου­έ­λα ἀ­πὸ τὸ 1978. Εἶ­ναι ἀ­φη­γη­τὴς πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­πα­ρα­μυ­θι­ῶν Un lugar en el bosque (Σε­βίλ­λη, Kalandraka, 2004) στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Mu­cha­chi­ta del bosque».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.Τὸ ἱστο­λό­γιό μας τοῦ ἔκα­νε ἀφιέ­ρω­μα, μὲ τὴν συ­νερ­γα­σί­α τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγγελῆ, καὶ τοῦ πῆρε σχετικὴ συ­νέ­ντευ­ξη. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐδῶ.

.

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 451 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.