Ἀντώνης Σουρούνης: Λόλα

.

20-DiigimataMe300Lekseis-AntonisSourounis-Eikona-01

.

Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης

 .

Λό­λα

 .

Y-[Ypsilon]-SomataΠΕΓΡΑΦΑ σ’ ἕ­να βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μου βι­βλί­ο καὶ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου τὴν εἶ­δα νὰ στέ­κει πα­ρά­με­ρα καὶ νὰ πε­ρι­μέ­νει μὲ τὸ βι­βλί­ο στὰ χέ­ρια. Δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ φα­να­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­στρια καὶ ὑ­πέ­θε­σα πὼς θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φα­να­τι­κὴ παί­χτρα, ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ χά­νουν νιά­τα καὶ πε­ρι­ου­σί­α στὴ ρου­λέ­τα καὶ βρῆ­κε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου.

       — Δὲν μὲ θυ­μᾶ­σαι; ρώ­τη­σε φθά­νον­τας μπρο­στά μου.

       Τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν ὑ­γρὸ καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της λυ­πη­μέ­νο. Μὲ κοι­τοῦ­σε, ὅ­πως κοι­τοῦ­σε ἕ­να δέν­τρο, ποὺ στὸν κορ­μό του κά­πο­τε στη­ρι­χτή­κα­με γιὰ νὰ φι­λη­θοῦ­με.

       — Ὥ­στε δὲν μὲ θυ­μᾶ­στε… ψι­θύ­ρι­σε.

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα της ἕ­να δι­πλω­μέ­νο φά­κε­λο καὶ μοῦ τὸ ἔ­δω­σε. Δὲν εἶ­χε γραμ­μα­τό­ση­μο, ἀ­να­γνώ­ρι­σα ὅ­μως τὰ γράμ­μα­τά μου. Ἀ­πό­ρη­σα μὲ τὸ πό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἦ­ταν ἡ γρα­φή μου τό­τε. «Λο­χί­ας Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης», ἔ­γρα­φε πά­νω-κά­τω. Τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο ὄ­νο­μα τῆς πα­ρα­λή­πτριας δὲν μοῦ ἔ­λε­γε τί­πο­τα.

       — Συ­γνώ­μη… εἶ­πα μὲ ἀρ­κε­τὴ ντρο­πή. Μὲ βο­η­θᾶ­τε λί­γο;

       — Εἶ­μαι ἡ Λό­λα, εἶ­πε μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ντρο­πὴ ἀ­πὸ μέ­να.

       Εἶ­χαν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια, ὅ­μως θά ‘­πρε­πε νὰ τὴ θυ­μᾶ­μαι. Για­τὶ ἦ­ταν ἡ Λό­λα ποὺ ἕ­να πρω­ὶ πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὸ σλὶπ ποὺ φο­ροῦ­σα καὶ πέ­τα­ξε στὰ χέ­ρια μου ἕ­να πα­κέ­το ἀ­με­ρι­κά­νι­κα σώ­βρα­κα.

       — Αὐ­τὰ πρέ­πει νὰ φο­ρᾶς ἐ­σὺ κι ὄ­χι ἐ­κεῖ­να τὰ βρα­κιά!

       Ἦ­ταν κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ μέ­να καὶ σκέ­φτη­κα, ἀ­φοῦ ἤ­ξε­ρα τί πρέ­πει νὰ μὴ φο­ρά­ω, θά ‘­ξε­ρε καὶ τί πρέ­πει νὰ φο­ρᾶ. Κα­νο­νι­κὰ θά ‘­πρε­πε νὰ τὴ θυ­μᾶ­μαι καὶ δυ­ὸ καὶ πέν­τε φο­ρὲς τὴ μέ­ρα. Ὅ­πως θυ­μᾶ­μαι, ὅ­ταν φο­ρά­ω γρα­βά­τα, ἐ­κεί­νη ποὺ μοῦ τὴν ἔ­λυ­σε. Ἦ­ταν τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ τὴν εἶ­χα φο­ρέ­σει γιὰ νὰ δεί­χνω συ­νο­μή­λι­κός της καὶ ὄ­χι γυ­μνα­σι­ό­παι­δο. Τὴν ἔ­βγα­λα μὲ προ­σο­χὴ γιὰ νὰ μὴ χα­λά­σω τὸν κόμ­πο καὶ ἀ­μέ­σως μοῦ τὴν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ τὴν δι­έ­λυ­σε.

       — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; ρώ­τη­σα τρο­μαγ­μέ­νος. Πῶς θὰ τὴ δέ­σω τώ­ρα;

       — Θὰ μά­θεις!… εἶ­πε ἥ­συ­χα, κα­θὼς ξεν­τυ­νό­ταν. Ἔ­χεις ὅ­λα τὰ χρό­νια μπρο­στά σου, νὰ μά­θεις.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 27 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1942). Πε­ζο­γρά­φος. Με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε στὴ Γερ­μα­νί­α ὅ­που, ὕστερα ἀ­πὸ με­ρι­κὰ ἑ­ξά­μη­να σὲ γερ­μα­νι­κὰ καὶ αὐ­στρια­κὰ πα­νε­πι­στή­μια, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­στα­σια­κὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ συμ­παῖ­χτες (1977). Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀρ­κε­τὰ ἀ­κό­μη μὲ δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο του ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Νύ­χτες μὲ οὐ­ρά (Κα­στα­νι­ώ­της, 2010).

 .

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὑπὲρ πατρίδος

.

19-DiigimataMe300Lekseis-IliasKoutsoukos-Eikona-01

.

Ἠλίας Κουτσοῦκος

 .

Ὑπὲρ πατρίδος

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΟ ΛΥ­ΚΕΙ­Ο Ο­ΡΟΣ. Κον­τὰ στὸ να­ὸ τοῦ Ἐ­πι­κού­ρει­ου Ἀ­πόλ­λω­να. Ἐ­κεῖ εἶ­ναι τὸ χω­ριὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου. Καρ­φω­μέ­νο στὴν πλα­γιὰ πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ το­πί­ο ποὺ δέ­νει τὸ πρά­σι­νο μὲ τὸ γκρὶ τῆς πέ­τρας, τὸ γκρὶ καὶ τὸ πρά­σι­νο ποὺ μπλέ­κον­ται μὲ τὸ χα­μη­λὸ βα­ρο­με­τρι­κό, σύν­νε­φα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ται βι­α­στι­κὰ με­τα­φέ­ρον­τας σὰν τὸν Ἑρ­μῆ μη­νύ­μα­τα στοὺς θε­ούς.

       Ἀ­νη­φο­ρί­ζω μὲ τὸ πα­λιὸ Ζά­στα­βα ποὺ μουγ­κρί­ζει σὲ χί­λια ἑ­κα­τὸ ὑ­ψό­με­τρο. Περ­νῶ ἀ­π’ τὴν Κα­ρύ­ται­να. Πά­νω στὸ ψη­λὸ κά­στρο, δε­μέ­νο σὰν κα­σκὸλ στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ, ὁ στρα­τη­γὸς Κο­λο­κο­τρώ­νης συγ­κέν­τρω­νε τοὺς ἄλ­λους κα­πε­τά­νιους τοῦ ἀ­γώ­να. Ἄ­γριος, μὲ τὰ μαλ­λιὰ νὰ ἀ­νε­μί­ζουν, φώ­να­ζε: «Μέ­χρι τοὺς Μύ­λους! Τὸ πο­λὺ μέ­χρι ἐ­κεῖ νὰ φτά­σει ὁ Ἰμ­πρα­ήμ, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα!»

       Θυ­μᾶ­μαι τὴ για­γιά μου, βά­ζον­τας πρώ­τη στὴν ἀ­πό­το­μη στρο­φή. Μ’ ἔ­βγα­ζε στὴ βε­ράν­τα —δέ­κα χρο­νῶν θὰ ἤ­μουν— καὶ μοῦ ‘­δει­χνε στὸ βά­θος τὸ πο­τά­μι, Νέ­δα τὸν λέ­νε, πνιγ­μέ­νο στὰ πλα­τά­νια. «Παι­δά­κι μου, ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε ὅ­λη ἡ Κα­βα­λα­ρί­α τοῦ πα­σᾶ. Μὲ πέ­τρες τοὺς τσά­κι­σαν οἱ παπ­ποῦ­δες μας.»

       Τώ­ρα στὴν ἴ­δια βε­ράν­τα κά­θε­ται ὁ πα­τέ­ρας μου ὅ­λα τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Πί­νει κρα­σί ἀ­π’ τὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Λύ­κει­ου καὶ ποῦ καὶ ποῦ σφυ­ρί­ζει ρυθ­μι­κά. Τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἕ­να ἀ­η­δό­νι ἀ­π’ τὸ δέν­τρο ἀ­πέ­ναν­τι.

       «Μι­λά­ω μὲ τ’ ἀ­η­δό­νια πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα», μοῦ λέ­ει κα­θὼς μὲ βλέ­πει ἔκ­πλη­κτος νὰ τὸν κοι­τῶ.

       Βλέ­πω τὴ μά­να μου ὄρ­θια ξαφ­νι­κὰ νὰ τρέ­χει ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αὐ­λὴ καὶ νὰ φω­νά­ζει σ’ ἕ­ναν ψη­λὸ του­ρί­στα ποὺ τρα­βά­ει γιὰ τὸ να­ό: «Κό­φι -κό­φι»

       Ἡ μά­να μου κερ­νά­ει ὅ­λους τοὺς ξέ­νους ποὺ περ­νοῦν στὴν πά­νω Μά­νη γιὰ νὰ θαυ­μά­σουν τὰ μάρ­μα­ρα ποὺ σμί­λε­ψε ὁ Ἰ­κτί­νος πά­νω στὸ βου­νό. «Παι­δά­κι μου», μοῦ λέ­ει, «ἄ­φη­σαν τὶς πα­τρί­δες τους γιὰ νά ‘ρ­θου­νε στὸν τό­πο μας. Ἕ­ναν κα­φὲ νὰ μὴν τοὺς δώ­σου­με;»

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του, κοι­τών­τας ἤ­ρε­μος στὸ βά­θος τὸν κάμ­πο τῆς Κυ­πα­ρισ­σί­ας καὶ ψι­θυ­ρί­ζει: «Γι­ές, κό­φι – κό­φι!»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 27 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

.

 

Θόδωρος Γρηγοριάδης: Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

.

Θόδωρος Γρηγοριάδης

 .

Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων

 .

16-Mi-Magnus_Berrfoetts_saga-Initial-G_MuntheΗΝ ΜΠΕΙ­ΤΕ στὸ θέ­α­τρο, ἔ­χει ὀ­χι­ές», εἶ­πε ὁ βο­σκός. Σή­κω­σε τὴν γκλί­τσα ἀ­πει­λη­τι­κά.

«“Σέρ­νουν”* αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Ἅ­μα σὲ τυ­λί­ξουν δὲν ξε­φεύ­γεις.»

       Οἱ δύ­ο ἄν­τρες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νο­μι­λοῦ­σε, χα­μο­γέ­λα­σαν. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ἔ­λει­πε τὸ κέ­φι. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸν ἀ­νή­φο­ρο τῆς ἀρ­χαί­ας πό­λης. Τὰ χα­λά­σμα­τα ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­να ἀ­πὸ κά­θε λο­γῆς χορ­τά­ρια καὶ ἡ εἴ­σο­δος ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο ἦ­ταν πε­σμέ­νη. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε ρί­γα­νη καὶ θυ­μά­ρι. Οἱ δυ­ὸ φί­λοι κα­τέ­βη­καν ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­να­σαί­νον­τας βα­θιά. Εἶ­χαν και­ρὸ νὰ βρε­θοῦν καὶ ὁ γά­μος τοῦ Ἀ­νέ­στη, κοι­νοῦ τους φί­λου ἀ­πὸ τὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοὺς ἔ­σμι­ξε ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα. Κα­τα­πι­έ­στη­καν ἀρ­κε­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κού­γον­τας εὐ­χὲς γιὰ τὴν δι­κή τους τύ­χη. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν τοὺς νι­ό­παν­τρους κι ἔ­τρε­ξαν στὸ ξε­νο­δο­χεὶ­ο νὰ ἀλ­λά­ξουν.

       Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ ἄρ­χι­ζε με­τὰ τὰ στε­φα­νώ­μα­τα καὶ τὰ κου­φέ­τα. Ἐ­κεῖ πέ­ρα στὴν πα­ρα­λί­α, μὲ τὰ πεῦ­κα καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια.

      «Ὄ­μορ­φα ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ», εἶ­πε ὁ Τά­κης. «Λέ­ω νὰ μα­ζέ­ψω χα­μο­μή­λι γιὰ τὴ μά­να μου. Θὰ χα­ρεῖ πο­λύ».

       Ὁ Θω­μᾶς προ­χώ­ρη­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ξε­ρο­λι­θι­ές.

       «Ἐ­γὼ θὰ ξα­πλώ­σω. Μὲ κού­ρα­σε ἡ τε­λε­τή.»

       «Δὲν φο­βᾶ­σαι τὰ φί­δια; Ἄ­κου­σες τὸ βο­σκό;» εἶ­πε ὁ Τά­κης.

       Ὁ Θω­μᾶς γέ­λα­σε καὶ σχο­λί­α­σε:

       «Κα­λὰ ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς νὰ φο­βί­ζει τοὺς ἀρ­χαι­ο­κά­πη­λους.»

      Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σβέρ­κο ἀ­γναν­τεύ­ον­τας στὴν κα­τη­φο­ριὰ τὸ μό­λο. Ὕ­στε­ρα το ἥ­συ­χα θρα­κι­κὸ πέ­λα­γος. Γα­λή­νη. Ὁ Τά­κης εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ μπου­φάν κι ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀγ­κα­λι­ὲς χα­μο­μή­λι. Κι­τρί­νι­σε ὁ τό­πος καὶ μο­σχο­βό­λη­σε.

       Μιὰ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­καν νὰ φύ­γουν. Ὁ Τά­κης κρα­τοῦ­σε τὸν μπό­γο μὲ τὸ χα­μο­μή­λι στὴν ἀγ­κα­λιά του σὰν μω­ρό. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἔ­και­γε. Ἔ­ρι­ξαν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸ μπου­φὰν καὶ ξε­κί­νη­σαν. Μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια καὶ πά­λι ὁ χω­μά­τι­νος δρό­μος. Ἄν­θρω­πος που­θε­νά.

       Μό­νο ποὺ κά­τι ἄρ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­νά­με­σα στὰ χα­μό­μη­λα. Ἕ­να φί­δι δρα­πέ­τευ­ε ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι τοῦ μπου­φὰν ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὸν ἀρ­χαῖ­ο τό­πο του.

* Σέρ­νουν· βο­ρει­ο­ελ­λα­δύ­τι­κη ἔκ­φρα­ση γιὰ τὸ “ζευ­γα­ρώ­νουν”.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 20 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Θό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης (Πα­λαι­ο­χώ­ρι Παγ­γαί­ου, 1956). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κρυμ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι (1990). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Ὁ ναύ­της (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1993), Τὰ νε­ρὰ τῆς Χερ­σο­νή­σου (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1998), Τὸ παρ­τά­λι (μυ­θι­στό­ρη­μα, 2001), Χάρ­τες (δι­η­γή­μα­τα, 2007) κ.ἄ.

.

Πέτρος Τατσόπουλος: Τὸ πεῖσμα

.

09-DiigimataMe300Lekseis-PetrosTatsopoulos-Eikona-01

.

Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος

 .

Τὸ πεῖ­σμα

 .

D-Delta-SomataΕΝ ΘΥ­ΜΑ­ΜΑΙ τὴν τε­λευ­ταί­α μου δή­λω­ση. Ὑ­πο­θέ­τω πὼς δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ πε­πα­τη­μέ­να. Δὲν ἔ­πε­φτε μὲ τὸ γδοῦ­πο μιᾶς τα­φό­πλα­κας ἢ μὲ τὴν ὀρ­γὴ μιᾶς θε­ο­μη­νί­ας. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν κά­πως ὀ­ξύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως – μὰ καὶ πά­λι, ἴ­σως ὄ­χι, δὲν θυ­μᾶ­μαι.

       Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι κα­θα­ρά, λὲς καὶ τὸ βλέ­πω τώ­ρα, ἦ­ταν πὼς ση­κώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να μου, ἐ­νό­σω ἀ­κό­μη μι­λοῦ­σα, καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Δὲν φαν­τα­ζό­μουν πὼς μὲ τὴν ἁ­πλὴ αὐ­τή κί­νη­ση —ἐν μέ­ρει ἀυ­θόρ­μη­τη, ἐν μέ­ρει προ­σποι­η­τή— θὰ ἔμ­πη­γα ἕ­ναν πάσ­σα­λο ἀ­νά­με­σά μας. Πε­ρί­με­να νὰ κυ­λή­σουν λί­γα λε­πτὰ κι ἔ­πει­τα ν’ ἀ­κού­σω τὰ βή­μα­τά της. Νὰ τὴν ἀ­κού­σω καὶ —προ­τοῦ προ­λά­βω νὰ τρα­βη­χτῶ— νὰ πέ­σει στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Τό­τε ὁ με­τρη­τὴς θὰ μη­δέ­νι­ζε ὅ­λη τὴν ἔν­τα­ση. Τὰ σκλη­ρά μας λό­για θὰ ἔ­τρε­χαν νὰ συ­ναν­τή­σουν ὅ­σα πα­ρό­μοι­α ἀν­ταλ­λά­ξα­με στὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ἀρ­χει­ο­θε­τη­θοῦν καὶ νὰ λη­σμο­νη­θοῦν. Ν’ ἀ­φή­σουν μο­νά­χα μιὰ μι­κρὴ οὐ­λή, δί­πλα στὶς τό­σες ἄλ­λες. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά της, πράγ­μα­τι, ἀλ­λὰ δὲν τ’ ἄ­κου­σα νὰ πλη­σιά­ζουν. Τὰ ἄ­κου­σα νὰ ξε­μα­κραί­νουν. Βρόν­τη­ξε τὴν πόρ­τα πί­σω της. Κι ἐν­τού­τοις δὲν κου­νή­θη­κα.

       Ὑ­πο­λό­γι­σα πὼς εἶ­χε με­ρι­κὰ ἀ­κό­μη δευ­τε­ρό­λε­πτα στὴ δι­ά­θε­σή της ἕ­ως ὅ­του κα­λέ­σει τὸ ἀ­σαν­σέρ, ἕ­ως ὅ­του τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἀ­νέ­βει στὸν ἕ­κτο ὄ­ρο­φο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ χτυ­πή­σει ξα­νὰ τὸ κου­δού­νι. Τό­τε θὰ πε­τα­γό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου. Πά­λι ὁ με­τρη­τὴς θὰ μη­δέ­νι­ζε. Ἴ­σως καὶ ἡ οὐ­λὴ —οὔ­τε κἂν ἡ οὐ­λή— δὲν θὰ ἔ­με­νε. Θὰ τὴν σκέ­πα­ζε ἡ λή­θη.

       Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἔ­χουν πε­ρά­σει ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­φυ­γε, δὲν ἔ­χω πά­ψει ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι μή­πως κι ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε πό­τε θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸ σα­λό­νι, πό­τε θὰ πέ­σω στὴν ἀγ­κα­λιά της.

       Μή­πως κι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν βέ­βαι­η —ὅ­σο τὸ ἀ­σαν­σὲρ πλη­σί­α­ζε— πὼς θ’ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα μου καὶ θὰ τὴν τρα­βή­ξω ξα­νὰ κον­τά μου. Μή­πως οἱ δρό­μοι μας χώ­ρι­σαν ἐ­πει­δή —μό­νο καὶ μό­νο— ἡ σκέ­ψη μας ἀ­κο­λού­θη­σε τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 13 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος (Ρέ­θυ­μνο, 1959). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ ἀ­νή­λι­κοι (1980). Ἄλ­λα ἔρ­γα: Κι­νού­με­να σχέ­δια (δι­η­γή­μα­τα, 1984), Ἡ καρ­διὰ τοῦ κτή­νους (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1987), Ἡ κα­λο­σύ­νη τῶν ξέ­νων (αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­φή­γη­μα, 2006), Τὸ βι­βλί­ο γιὰ τὰ βι­βλί­α. Ἡ ἀ­να­γνω­ση ὡς ἀ­πό­λαυ­ση (2010) κ.ἄ.

 

Εἰκόνα: Edvard Munk, Separation, 1900, Λάδι σὲ μουσαμά, 125.5 x 190.5 cm.

 .

Ἰάκωβος Καμπανέλλης: Σχεδὸν τέλειο

.

04-DiigimataMe300Lekseis-IakobosKampanelisEikona-01

.

Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης

 .

Σχε­δὸν τέ­λει­ο

 .

01-HttaΞΑ­ΠΛΑ ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἦ­ταν στὸν κα­να­πὲ ἀν­τί­κρυ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοι­τά­ζον­τας τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα ὁ νοῦς του ἀν­θοῦ­σε. Ἦ­ταν ὁ τό­πος καὶ ὁ χρό­νος τῶν πιὸ πα­ρα­γω­γι­κῶν του σκέ­ψε­ων. Τὸ συγ­κλο­νι­στι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα-πο­τα­μός, τὸ σχε­δὸν ἕ­τοι­μο, αὐ­τῆς τῆς ξά­πλας ἦ­ταν καρ­πός. Δὲν ἀ­πό­μει­νε πα­ρά, νὰ στρω­θεῖ νὰ τὸ γρά­ψει

       Νὰ βου­λώ­σει τὶς κα­κὲς γλῶσ­σες στὴ «Λυ­κό­βρυ­ση» ποὺ τὸν θε­ω­ροῦν «κλα­σι­κή τεμ­πέ­λα». Καὶ νὰ μά­θουν καὶ τί ἐ­στὶ ἕ­νας σύγ­χρο­νος Μαρ­σὲλ Πρού­στ.

      Πάν­τως, πρέ­πει ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τὸ γρά­φει. Ἔ­χει βα­ρε­θεῖ καὶ ὁ ἴ­διος τὰ «τε­λει­ώ­νει πιά, τε­λει­ώ­νει» ὅ­ταν ρω­τᾶ­νε «πῶς πά­ει ὁ πο­τα­μός». Ἔ­κα­με καὶ τὸ λά­θος νὰ μι­λᾶ γιὰ χί­λι­ες σε­λί­δες. Εἶ­ναι λί­γες οἱ πεν­τα­κό­σι­ες; Ἄλ­λω­στε ἕ­νας πο­τα­μός, ὡς ἔν­νοι­α, εἶ­ναι κά­τι πο­λὺ σχε­τι­κό.

      Ἐ­μεῖς δὲν ἔ­χου­με Δού­να­βη, Ρῆ­νο, Βόλ­γα! Ἔ­χου­με Ἀ­χε­λῶ­ο, Πη­νει­ό, Σπερ­χει­ό.­..

      Τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, σχο­λα­στι­κὰ καὶ μὲ δι­α­κό­σες σε­λί­δες «πο­τα­μὸ» ἔ­χεις γρά­ψει. Καὶ μὲ ἑ­κα­τὸ ἀ­κό­μη λὲς πά­ρα πολ­λά. Πα­ρά­δειγ­μα ὁ πο­τα­μὸς Μόρ­νος, ὑ­δρεύ­ει τὴ μι­σὴ Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξάλ­λου δι­α­νύ­ου­με πε­ρί­ο­δο λι­τό­τη­τας. Για­τί ὄ­χι καὶ λο­γο­λι­τό­της; Καὶ πά­τα­ξη τῆς λο­γο­δι­α­φυ­γῆς καὶ τοῦ λο­γο­πλη­θω­ρι­σμοῦ;

      Ἤ­ξε­ρε πὼς ἅ­μα δι­ο­λι­σθαί­νει στὰ τρε­λά του ἀ­να­ζη­τᾶ δι­και­ο­λο­γί­ες καὶ με­λαγ­χό­λη­σε. Ἔ­βα­λε στὸ κα­σε­τό­φω­νο Κάλ­λας στὴ Νόρ­μα, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο, πῆ­γε στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

      «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι ποι­η­τής, μοῦ πά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μὲ 264 λέ­ξεις ὁ Κα­βά­φης ἐ­ποί­η­σε τὸ “Πε­ρι­μέ­νον­τας τοὺς βαρ­βά­ρους”­.»

      Νὰ δο­κι­μά­σει νὰ γρά­ψει ἕ­να δι­ή­γη­μα μὲ τό­σες πά­νω-κά­τω λέ­ξεις; Για­τί ό­χι, τί ἔ­χει νὰ χά­σει; Ἄλ­λω­στε μὲ τό­σο λί­γες λέ­ξεις πε­τυ­χαί­νεις τὸ μέ­γι­στον τῆς ἀ­φαί­ρε­σης. Σχε­δὸν τὴν τε­λει­ό­τη­τα!

      Ἀλ­λὰ για­τί νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξει τὴν «σχε­δὸν» καὶ ὄ­χι τὴν ἀ­πό­λυ­τη; Ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐμ­πό­διο; Οἱ λέ­ξεις!

      Ἐ­ὰν δὲ με­τα­χει­ρι­στεῖ κα­μί­α.­.. Ποῦ φθά­νει; Θε­έ μου, στὴ σι­ω­πή, στὴν ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή, στὴ «σι­ω­πὴ πο­τα­μός»­.­.­.!

      Μή­πως ξα­νάρ­χι­σε τὰ τρε­λά του; Με­λαγ­χό­λη­σε πά­λι, ξά­πλω­σε, κοί­τα­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα.

      «Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι.­.. λάθος! Πιὸ καλὰ νὰ μὴν εἶμαι τίποτα…»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 6 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».

Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης (Νά­ξος, 1921 – Ἀ­θή­να, 2011). Θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, σε­να­ρι­ο­γρά­φος, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Γνω­στό­τε­ρα ἔρ­γα του τὰ θε­α­τρι­κὰ Ἡ αὐ­λὴ τῶν θαυ­μά­των (1957), Πα­ρα­μύ­θι χω­ρὶς ὄ­νο­μα (1959), Γει­το­νιὰ τῶν ἀγ­γέ­λων (1963) καὶ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Μα­ουτ­χά­ου­ζεν (1963).

.

Γιάννης Πατίλης: 1994: Διηγήματα μὲ 300 λέξεις! Ἕνα πρόδρομο ἐγχείρημα στὸν χῶρο τοῦ μικροῦ διηγήματος

.

00-DiigimataMe300Lekseis-GiannisPatilis-EnaProdromoEgcheirima-00

.

Γιά­ννης Πα­τί­λης

 .

1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!

Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα

στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος

.

I.

 .

09-Htta-The_Author_of_'A_Visit_from_St__Nicholas'_-_Illuminated_HΙΣΤΟΡΙΑ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὴν Ἑλ­λά­δα πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­φο­ρί­α του κα­τὰ τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να – μιὰ ἄν­θι­ση ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἄ­με­ση σύν­δε­ση μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς λα­ο­γρα­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ πρῶ­το νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ σχε­τι­κῶς πρό­σφα­τα δυ­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α.

       Πλά­ι στὰ ἐ­κτε­νῆ δι­η­γή­μα­τα ποὺ δη­μο­σι­εύ­ον­ταν σὲ συ­νέ­χει­ες στὰ ἑ­βδο­μα­διαῖα φι­λο­λο­γι­κὰ φύλ­λα, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ Λου­κῆς Λά­ρας τοῦ Βι­κέ­λα στὴν Ἑ­στί­α τοῦ 1879, ἄρ­χι­σε καὶ ἡ δη­μο­σί­ευ­ση σύν­το­μων αὐ­το­τε­λῶν ἱ­στο­ρι­ῶν στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἡ χρο­νι­κῶς βρα­χεί­α ἀ­νὰ τεῦ­χος πε­ρι­ο­δι­κό­τη­τα τῶν ἐν­τύ­πων αὐ­τῶν (ἑ­βδο­μα­δια­ία ἢ δε­κα­πεν­θή­με­ρη, συ­νή­θως) ὅ­σο καὶ ὁ λι­γο­στὸς ἀ­ριθ­μὸς τῶν σε­λί­δων τους, εὐ­νο­οῦ­σε ὄ­χι μό­νο τὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νο ἀ­φή­γη­μα σὲ συ­νέ­χει­ες ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­φά­παξ μι­κρό. Ἡ πλα­τειὰ κυ­κλο­φο­ρί­α στὸ ἐγ­γράμ­μα­το κοι­νό ἐν­τύ­πων τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­σαν κά­πο­τε νὰ πλη­ρώ­νουν καὶ μιὰ μι­κρὴ ἀ­μοι­βὴ στοὺς συ­νερ­γά­τες τους, μα­ζὶ μὲ τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το ἀρ­κε­τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς, βο­ή­θη­σε στὴν ἀ­νά­δει­ξη, τὸ γό­η­τρο καί, τε­λι­κῶς, τὴν αὐ­το­νο­μί­α τοῦ νέ­ου εἴ­δους, ὥ­στε ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ και­ροῦ —ὅ­πως ὁ Καρ­κα­βί­τσας, ὁ Κον­δυ­λά­κης, ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της, ὁ Μω­ρα­ϊ­τί­δης, ὁ Μη­τσά­κης κ.ἄ.— νὰ ἐ­κτι­μῶν­ται ἤ­δη ἀ­πὸ τοὺς συγ­χρό­νους τους πρω­τί­στως ὡς δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι.

       Δὲν ἔ­λει­ψε, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν νε­ώ­τε­ρη ἑλ­λη­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ μι­κρὸ σὲ ἔ­κτα­ση δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­νον­τας ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880 καὶ με­τὰ πλού­σια πα­ρα­κα­τα­θή­κη καὶ σὲ πο­σό­τη­τα καὶ σὲ ποι­ό­τη­τα. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ὅ­πως τὸ «Πί­στο­μα!» (647 λέ­ξεις, περ. Τέ­χνη 1898) τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, «Ὁ φυ­γό­δι­κος» (655 λέ­ξεις, 1929) τῆς Γα­λά­τειας Κα­ζαν­τζά­κη ἢ τὸ «Οἰ­δί­πο­δας» (662 λέ­ξεις, 1930) τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη πα­ρα­μέ­νουν κο­ρυ­φαῖα δείγ­μα­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἀλ­λὰ καὶ μι­κρὰ γλωσ­σι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, τεκ­μή­ριο τῶν σπου­δαί­ων συγ­γρα­φι­κῶν ἀ­ρε­τῶν τῶν λο­γο­τε­χνῶν τοῦ πα­ρελ­θόν­τος…

       Τὸ κρί­σι­μο ὡ­στό­σο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι κα­τὰ πό­σο αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ μπο­ρού­σα­με —καὶ σὲ ποι­ό βαθ­μό— νὰ τὸ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με συ­σχε­τί­ζο­ντάς το μὲ τὸ νέ­ο πρω­τε­ϊ­κὸ δι­ε­θνὲς εἶ­δος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν ἐ­κρη­κτι­κή, παγ­κο­σμί­ων δι­α­στά­σε­ων, ἐ­πέ­κτα­ση δι­α­πι­στώ­νου­με τὴν τε­λευ­ταί­α τρι­α­κον­τα­ε­τί­α…

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λί­α μας νὰ συν­δέ­σου­με τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις αὐ­τὲς εἶ­ναι ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ γε­νε­τι­κή του, θὰ λέ­γα­με, ἐμ­μέ­νεια στὸν ρε­α­λι­σμὸ καὶ ἐν μέ­ρει τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α – μιὰ τά­ση ποὺ ἐ­νι­σχύ­θη­κε με­τὰ τὸν πό­λε­μο, μὲ τὴν ἐ­πι­δί­ω­ξη μιᾶς ἀ­κό­μη λι­τό­τε­ρης φόρ­μας, στὴν λο­γο­τε­χνί­α τῶν Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου, Ντί­νου Χρι­στι­α­νό­που­λου, Ἠ.Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ καὶ ἄλ­λων, ποὺ στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ὁ­δή­γη­σε στὴν δη­μι­ουρ­γί­α ὁ­λό­κλη­ρης πο­λυ­πλη­θοῦς σχο­λῆς…

       Ὡ­στό­σο, ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, ὅ­πως ὁ συμ­βο­λι­σμὸς καὶ ὁ αἰ­σθη­τι­σμὸς, σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Νι­κό­λα­ου Ἐ­πι­σκο­πό­που­λου ἢ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Χα­τζό­που­λου, ἡ ἀ­στι­κὴ ψυ­χο­γρα­φι­κὴ ἠ­θο­γρα­φί­α τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου, δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ τύ­που μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κὸς μο­νό­λο­γος. Ἐ­ξί­σου ἀ­πο­μα­κρύ­νο­ν­ταν ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο ρε­α­λι­στι­κὸ κορ­μὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ὁ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κός, σαρ­κα­στι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὰ κρι­τι­κὸς τό­νος τῶν μι­κρῶν πε­ζῶν τοῦ Κώστα Κα­ρυ­ω­τά­κη, ὅ­σο καὶ ἡ γλωσ­σι­κὰ καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὰ ἐ­ξό­χως ἰ­δι­όρ­ρυθ­μη καὶ προ­σω­πο­πα­γὴς πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα καὶ τοῦ Νί­κου-Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κη.

.

       Ἡ συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἀ­να­ζή­τη­ση στὴν λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα προ­δρο­μι­κῶν μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀρ­χί­σει, καὶ τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐξ ὅ­σων γνω­ρί­ζω, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὑ­πο­εῖ­δος, μὲ ἐ­λά­χι­στες ἐ­ξαι­ρέ­σεις(1), εἶ­ναι ἀ­κό­μη πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­ο­ρι­σμέ­νο. Δὲν θὰ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε, ὡ­στό­σο, ἐ­ὰν μιὰ τέ­τοι­α ἀ­να­δί­φη­ση ἰ­χνη­λα­τοῦ­σε πε­ρι­πτώ­σεις σὰν αὐ­τὴ τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ μι­κρὸ πε­ζὸ «Ἡ σκού­να» ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Στά­χυς τοῦ 1951, ὄ­χι μό­νο δι­α­στελ­λό­ταν ἐν­τό­νως ἀ­πὸ τὴν τρέ­χου­σα μυ­θο­πλα­σία, ἀλ­λὰ στὶς 76 λέ­ξεις του μὲ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ὅ­σο καὶ ὑ­παι­νι­κτι­κὴ σκη­νο­θε­σί­α του, τὴν εἰ­ρω­νι­κή του μα­τιὰ καὶ τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος του ἔ­μοια­ζε νὰ προ­οι­ω­νί­ζε­ται τὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας!

   .

II.

.

Μιὰ ἄλ­λη ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα προ­δρο­μι­κὴ στιγ­μὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση τῆς ὁ­ποί­ας ὀ­φεί­λου­με στὸν φί­λο ποι­η­τὴ Ἀν­τώ­νη Ψάλ­τη, εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καμ­πά­νια με­γά­λης κα­θη­με­ρι­νῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1994. Ὅ­σο καὶ νὰ φαί­νε­ται ἀ­πί­θα­νο, πρὶν ἀ­πὸ τὴν δι­ά­δο­ση τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου καὶ σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πο­λὺ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ἑ­νὸς πε­ρί­που ξε­χω­ρι­στοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἐμ­πε­δω­θεῖ δι­ε­θνῶς —ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ἡ πρω­το­πο­ρια­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Τό­μας καὶ Χα­ζού­κα Flash Fiction κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις τὸ 1992—, ἡ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη ἐγ­και­νιά­ζει στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα της Τὰ Νέ­α μιὰ σε­λί­δα σὲ συ­νέ­χει­ες μὲ τὸν τί­τλο «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις». T­ό ’­χει φαί­νε­ται ὁ μή­νας Αὔ­γου­στος (ποὺ —ὑ­πο­τί­θε­ται— μέ­νει δί­χως εἰ­δή­σεις [καὶ φυ­σι­κὰ ὁ τύ­πος χω­ρὶς ἀ­να­γνῶ­στες]) νὰ ἀ­νοί­γουν οἱ με­γά­λες ἐ­φη­με­ρί­δες τὶς στῆ­λες τους στὴν λο­γο­τε­χνί­α!… Ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη, ὡ­στό­σο, ἐ­πι­λο­γὴ προ­σέ­δω­σε στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο —ἔ­στω καὶ ἀ­να­δρο­μι­κῶς, ἐ­ὰν τὸ ἐ­ξε­τά­σει κα­νείς— ἐν­δι­α­φέ­ρον… Ἡ σει­ρὰ κρά­τη­σε ἕ­ξι Σάβ­βα­τα, ἀ­πὸ τὶς 6 Αὐ­γού­στου ἕ­ως τὶς 24 Σε­πτεμ­βρί­ου 1994, καὶ φι­λο­ξε­νή­θη­καν σ’ αὐ­τὴ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις συγ­γρα­φεῖς —ὄ­χι μό­νον δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι, ἀλ­λὰ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς παι­δι­κῶν βι­βλί­ων ὅ­σο καὶ ποι­η­τές—, οἱ ἑ­ξῆς, κα­τὰ τὴν σει­ρὰ τῆς πα­ρου­σι­ά­σε­ώς τους: Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης, Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Γι­ώρ­γης Γι­α­τρο­μα­νω­λά­κης, Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Μά­νος Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, Εὐ­γέ­νιος Τρι­βι­ζᾶς, Θό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης, Μι­χά­λης Φα­κί­νος, Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος, Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος, Παυ­λί­να Παμ­πού­δη, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Ἄλ­κη Ζέ­η, Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης, Μα­νό­λης Ξε­ξά­κης, Τά­σος Ροῦσ­σος, Φαί­δων Θε­ο­φί­λου, Πά­νος Κου­τρουμ­πού­σης, Πρό­δρο­μος Μάρ­κο­γλου, Μῆ­τσος Κα­σό­λας.

       Ἡ συν­τά­κτρια, Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, δὲν μοιά­ζει νὰ συν­δέ­ει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά της μὲ ἀ­νά­λο­γα ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἢ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὸν δι­ε­θνῆ χῶ­ρο. Συλ­λαμ­βά­νει, ὡ­στό­σο, σω­στά, στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο, ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες καὶ δυ­να­τό­τη­τες αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας:

«Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να μό­νο δα­κτυ­λό­γρα­φο;(2) Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­βα­λαν τὰ “Νέ­α” μὲ 24 συγ­γρα­φεῖς. [...] Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς τε­χνί­τες τοῦ λό­γου, τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο ἀ­πὸ τὸ μα­κρο­σκε­λές. Καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἦ­σαν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ξε­κι­νών­τας αὐ­τὴν τὴν προ­σπά­θεια, κα­τέ­λη­ξαν νὰ γρά­ψουν με­ρι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πρὶν φτά­σουν στὸ ζη­τού­με­νο. Στὴ μι­νι­α­τού­ρα. Στὴ νύ­ξη ποὺ γεν­νᾶ εἰ­κό­νες, ἐ­ξά­πτει τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὑ­παι­νίσ­σε­ται κό­σμους ὁ­λό­κλη­ρους, χα­ρα­κτῆ­ρες σύν­θε­τους, κα­τα­στά­σεις πε­ρί­πλο­κες.Ἴ­σως κά­ποι­οι νὰ τὰ κα­τά­φε­ραν πιὸ κα­λά. Ὅ­μως ὅ­λοι, μὲ τὰ “δι­η­γή­μα­τα τῶν 300 λέ­ξε­ων” ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ἂν μὴ τὶ ἄλ­λο ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπο­ρεῖ, ἂν τὸ θε­λή­σει, νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει “σπο­τά­κια” – κα­τὰ τὴν προ­σφι­λῆ γλώσ­σα καὶ τὴ λο­γι­κὴ τῆς κυ­ρί­αρ­χης εἰ­κό­νας. Μπο­ρεῖ νὰ συν­το­νι­στεῖ μὲ τὸν ρυθ­μό, τὴν τα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς [...]»

     Ἀ­πο­τι­μών­τας τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα στὸ φύλ­λο τῶν Νέ­ων στὶς 24-09-1994, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη τῆς σε­λί­δας ση­μει­ώ­νει ὡς πρὸς τὴν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἀ­πή­χη­σή του: «Τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τό­σο οἱ ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὲς ἐ­πι­στο­λές, τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ οἱ προ­τά­σεις δι­η­γη­μά­των ποὺ λά­βα­με ὅ­σο καὶ τὰ ἴ­δια τὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­καν [...].»

      Γιὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις λο­γο­τέ­χνες ποὺ λά­βα­νε μέ­ρος στὸ πρόγραμμα «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις» τὸ πεί­ρα­μα δὲν εἶ­χε συ­νέ­χεια. Ὅ­μως γιὰ τέσ­σε­ρις του­λά­χι­στον, τρεῖς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ ποι­η­τές, τοὺς Θό­δω­ρο Γρη­γο­ριά­δη, Ἠ­λί­α Κου­τσοῦ­κο, Πρό­δρο­μο Μάρ­κο­γλου καὶ Μα­νό­λη Ξε­ξά­κη, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα ὑ­πῆρ­ξε γνώ­ρι­μη καὶ ἀ­γα­πη­τὴ καὶ ἐ­κτὸς τῆς πρω­το­βου­λί­ας τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας…

      Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ 1994, δι­α­λέ­ξα­με σή­με­ρα —εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά— νὰ ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­σου­με μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὰ κριτήρια τὰ πέν­τε παρακάτω στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας: «Σχε­δὸν τέ­λει­ο» τοῦ Ἰ­ά­κω­βου Καμ­πα­νέλ­λη, «Τὸ πεῖ­σμα» τοῦ Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου, «Τὸ χα­μο­μή­λι τῶν Ἀ­βδή­ρων» τοῦ Θό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Ὑ­πὲρ πα­τρί­δος» τοῦ Ἠ­λί­α Κου­τσού­κου καὶ «Λό­λα» τοῦ Ἀν­τώ­νη Σου­ρού­νη.

 .

       Παρόλη τὴν προ­σο­χή μας στὶς πλέ­ον σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις στὸν χῶ­ρο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μας γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­το. Ἡ σύν­δε­ση τῆς μι­κρῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας μὲ προ­ϋ­πάρ­χου­σες συ­να­φεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς μορ­φὲς καὶ ἡ συ­νε­ξέ­τα­σή της μὲ τὶς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εὐ­ρύ­τα­το πλαί­σιο τῶν πο­λι­τι­σμῶν, μᾶς βο­η­θά­ει σὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη κα­θὸ ἱ­στο­ρι­κό­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τοῦ πα­ρόν­τος.

 .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

       (1) Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­φτα­σε φέ­τος στὰ χέ­ρια μας: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς καὶ ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου τῆς Δή­μη­τρας Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (πα­λιᾶς γνω­ρί­μου τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας), ποὺ ὑ­πο­βλή­θη­κε τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2013 στὸ Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πάν­τει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο.

       (2) Ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Λά­ου­ρο Ζα­βά­λα τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2000, στὸ πρῶ­το τεῦ­χος τοῦ El cuento en red, τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἔ­ρευ­νας καὶ θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ποὺ ἐ­πι­με­λεῖ­ται, ση­μει­ώ­νει πὼς τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (minificción) εἶ­ναι ἡ «narrativa que cabe en el espacio de una página» («ἡ ἀ­φή­γη­ση ποὺ χω­ρά­ει σὲ μί­α σε­λί­δα»), βλ. Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου, Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α…, ὅπ.π., σελ. 13.

.  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ὣς τὸ 2012 ἐ­ξέ­δι­δε καὶ δι­ηύ­θυ­νε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει μέ­χρι σή­με­ρα τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ὀ­κτὼ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2012). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000). Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2014 ἀ­πὸ τὴν σει­ρὰ «Σύρ­τις» τῶν ἐκ­δό­σε­ων τοῦ Πλα­νό­διου κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ δο­κί­μιό του Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ὀρ­θο­γρα­φί­α στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Ἐ­πο­χή μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου.

 .

Εὐγενία Μακαριάδη: Τὰ δερμάτινα

.

Makariadi,Eygenia-TaDermatina-Eikona-03

.

Εὐ­γε­νί­α Μα­κα­ριά­δη

 

Τὰ δερ­μά­τι­να

 

04-MiΕΓΑΛΩΣΑ ΣΕ ΠΟΛΥΜΕΛΗ καὶ φτω­χὴ οἰ­κο­γέ­νεια, για­γιά, παπ­πούς, γο­νεῖς καὶ πέν­τε παι­διά· ὅ­λα ἀ­γό­ρια. Ἐ­γὼ τε­λευ­ταῖ­ος.

            Και­νούρ­γιο ροῦ­χο δὲ φό­ρε­σε σχε­δὸν κα­νέ­νας μας. Οἱ με­γά­λοι ἀ­δελ­φοὶ φο­ροῦ­σαν τὰ ἀ­πο­φό­ρια τοῦ πα­τέ­ρα καὶ οἱ μι­κρό­τε­ροι τῶν με­γα­λυ­τέ­ρων· ἔ­τσι πή­γαι­νε ἡ ἱ­στο­ρί­α καὶ στὰ πα­πού­τσια, ἄλ­λες φο­ρὲς με­γά­λα, ἄλ­λες φο­ρὲς στε­νά, βο­λευ­ό­μα­σταν. Ἀ­πὸ τὰ πα­λιὰ καὶ πα­ρά­ται­ρα ροῦ­χα δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο, για­τί ἀ­σου­λού­πω­τα ἦ­ταν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ χω­ριοῦ. Ἀ­πὸ πα­πού­τσια ὅ­μως προ­τι­μοῦ­σα νὰ περ­πα­τά­ω ξυ­πό­λη­τος, πα­ρὰ νὰ φο­ρά­ω τὰ στρα­βο­πα­τη­μέ­να πα­πού­τσια τῶν με­γά­λων. Μέ­χρι ποὺ πῆ­γα σχο­λεῖ­ο. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸ νὰ φο­ρᾶ­νε οἱ μα­θη­τὲς πα­πού­τσια.

            Τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν κι ἐ­γὼ περ­νοῦ­σα ὅ­λους στὸ μπό­ι· κα­νέ­να ροῦ­χο δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κι αὐ­τὸ δὲ μὲ πεί­ρα­ζε. Τὸ πρό­βλη­μά μου ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εὕ­ρι­σκα πα­πού­τσια στὸ νού­με­ρό μου. Κα­νεὶς στὸ χω­ριὸ δὲ φο­ροῦ­σε πα­πού­τσι πά­νω ἀ­πὸ σα­ράν­τα νού­με­ρο καὶ τὸ δι­κό μου ἦ­ταν σα­ράν­τα τρί­α.

            Ἕ­να χρό­νο πε­ρί­με­να τὸ πα­νη­γύ­ρι, ὅ­που θὰ μοῦ ἀ­γό­ρα­ζαν πα­πού­τσια. Κόν­τευ­ε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ πα­νη­γύ­ρι, ἕ­ως ὅ­του βρεῖ ὁ πα­τέ­ρας πα­πού­τσι νὰ ται­ριά­ζει ὄ­χι στὸ πό­δι μου, ἀλ­λὰ στὴν τσέ­πη του. Πα­κε­τα­ρι­σμέ­να σὲ ἐ­φη­με­ρί­δα ἔ­φε­ρε στὸ σπί­τι «τὰ δερ­μά­τι­να» ὁ πα­τέ­ρας καὶ δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ τὰ πεῖ πο­τέ, πα­πού­τσια.

            Μπρο­στὰ σ’ ὅ­λους τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σαν κα­τά­πλη­κτοι —βλέ­πε­τε ἐ­κτὸς ἀ­πὸ γου­ρου­νο­τσά­ρου­χα, ἄλ­λα πα­πού­τσια δὲν εἶ­χαν μα­τα­δεῖ—, ἅ­πλω­σα τὰ κα­νιά μου κι ὁ πα­τέ­ρας προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τὸ «κό­κα­λο» νὰ χώ­σει τὸ πό­δι μου στὸ πα­πού­τσι. Ση­κώ­θη­κα ὄρ­θιος κι ἔ­κα­να φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ τὸ φο­ρέ­σω, ὅ­μως μὲ τί­πο­τα δὲν ἔμ­παι­νε· ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι στυ­λώ­σα­με τὰ μά­τια στὰ δερ­μά­τι­να ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ μὲ χω­ρέ­σουν.

            Τὰ βά­λα­με γιὰ μῆ­νες στὸ κα­λα­πό­δι, ὅ­μως αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν στὶς δι­α­στά­σεις τους. Ἕ­ως ὅ­του ὁ πα­τέ­ρας πῆ­ρε τὴ φαλ­τσέ­τα, ἔ­κο­ψε τὶς μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν καμ­πυ­λω­τὰ καὶ μοῦ τὰ φό­ρε­σε. Με­τὰ δυ­σκο­λί­ας τὰ δά­χτυ­λά μου πε­ρά­σα­νε τὴν τρύ­πα καὶ πε­σμέ­να σὰ μα­ρα­μέ­να μα­ρού­λια, ἄγ­γι­ξαν τὸ πά­τω­μα.

            Τὰ πα­πού­τσια αὐ­τὰ τὰ φο­ροῦ­σα χρό­νια, για­τί ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ μα­κα­ρί­της πα­τέ­ρας μου, «Εἶ­ναι δερ­μά­τι­να. Πε­τι­οῦν­ται βρὲ τὰ δερ­μά­τι­να;»

            Τώ­ρα κοι­τά­ζω τὰ πό­δια μου καὶ χα­μο­γε­λῶ στὰ στρα­βὰ καὶ γε­μά­τα κά­λους δά­χτυ­λά μου.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­γε­νί­α Μα­κα­ριά­δη. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνί­ας μὲ τοὺς συγ­γρα­φεῖς Βαγ­γέ­λη Ρα­πτό­που­λο καὶ Ἀ­μάν­τα Μι­χα­λο­πού­λου. Τε­λευ­ταί­α πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Μι­σὲλ Φά­ις. Ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἕνα βι­βλί­ο της «Μύ­ριαμ καὶ Χάν­να» (μυθιστόρημα, ἐκδ. Λι­βά­νη). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς σε­λί­δες το­πι­κῶν ἐ­φη­με­ρί­δων.

 .

Εἰκόνα κειμένου: «Τὰ παπούτσια», ἔργο τοῦ Βὰν Γκόγκ.

.

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 453 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.