Ἀλεξάνδρα Πιπλικάτση: Ἁλάτι

.

Piplikatsi,Aleksandra-Alati-Eikona-01

.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Πι­πλι­κά­τση

 

Ἁ­λά­τι

 

02-PiΡΟΧΩΡΑΝΕ ΣΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ. Ἡ γυ­ναί­κα θ’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Ὁ ἄν­τρας θὰ τὸ σβή­σει. Μὴν εἶ­σαι ὑ­περ­φί­α­λη, τῆς λέ­ει κι ὕ­στε­ρα τὴν ἀ­φή­νει νὰ ξε­κλει­δώ­σει καὶ ν’ ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ μποῦν. Αὐ­τὸς θὰ τὴν κλεί­σει καὶ θὰ τὴν κλει­δώ­σει πά­λι, γυρ­νών­τας τὸ κλει­δὶ —ἀ­κού­ω, κά­νει τὸ ἴ­διο θό­ρυ­βο μὲ τὸ δι­κό μου— μί­α, δυ­ό… τρεῖς φο­ρές, γιὰ νὰ μὴ βγοῦν.

            Πί­σω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ὁ ἄν­τρας θὰ κα­θί­σει στὸν κα­να­πέ. Ἡ γυ­ναί­κα θὰ πά­ει δί­πλα του. Τοῦ βγά­ζει τὰ πα­πού­τσια, μὴ φύ­γεις, θὰ τοῦ πεῖ καὶ θὰ τὰ κρύ­ψει. Μέ­νω, θὰ τῆς πεῖ κι ἀ­νοί­γει τὸ που­κά­μι­σό της. Τὸ στῆ­θος της ξε­πε­τι­έ­ται κι αὐ­τὸς λέ­ει πει­νά­ω. Τοῦ πιά­νει τὸ κε­φά­λι καὶ τὸ ἀ­κουμ­πά­ει ἐ­κεῖ. Τὸ στό­μα του βυ­ζαί­νει. Πρῶ­τα τὴ μί­α ρό­γα, ἔ­πει­τα τὴν ἄλ­λη. Αὐ­τὴ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά.

            Εἶ­ναι γλυ­κὸ τὸ γά­λα σου, θὰ τῆς πεῖ καὶ θὰ τὴν σκουν­τή­σει. Βα­ρέ­θη­κα, φω­νά­ζει. Ἐ­κεί­νη θὰ τρέ­ξει, θ’ ἀ­λεί­ψει τὶς ρό­γες της μὲ ἁ­λά­τι. Ὁ­ρί­στε, θὰ τοῦ πεῖ. Αὐ­τὸς θὰ δο­κι­μά­σει. Τὶς δαγ­κώ­νει. Τὶς κό­βει. Τὶς μα­σά. Τὶς κα­τα­πί­νει. Ὡ­ραῖ­ες εἶ­ναι, λέ­ει καὶ θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο ἁ­λά­τι. Αὐ­τὴ δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Κρα­τᾶ τὸ κε­φά­λι του καὶ κλαί­ει.

            Στα­μά­τα, θὰ τῆς πεῖ. Τώ­ρα ἔ­χει πο­λὺ ἁ­λά­τι. Θὰ πά­θω κα­κό. Ἐ­κεί­νη σκου­πί­ζε­ται. Στε­ρεύ­ει. Αὐ­τὸς θὰ γυ­ρί­σει τὸ κε­φά­λι. Ἔ­μει­νες χω­ρὶς γά­λα, θὰ τῆς πεῖ. Τώ­ρα τί θὰ τρώ­ω; Κά­τι θὰ βρῶ, τοῦ ἀ­παν­τά­ει, μή μοῦ στε­να­χω­ρι­έ­σαι. Κά­νε γρή­γο­ρα, τῆς λέ­ει κι ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται στὸν κα­να­πέ.

            Ἡ γυ­ναί­κα θὰ τὸν σκε­πά­σει. Θὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει. Κά­τι θὰ βρῶ νὰ τοῦ δώ­σω νὰ φά­ει. Ἀ­κό­μα; τὴ ρω­τᾶ. Πῶς τὸ ξέ­ρεις, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Μὴν σκᾶς καὶ σὲ ξέ­ρω, θὰ τῆς πεῖ. Κό­ψε τὸ δά­χτυ­λό σου καὶ βρά­σε το. Αὐ­τὸ θὰ μοῦ κό­ψει τὴν πεί­να. Μό­νη μου; Μό­νη σου, θὲς καὶ βο­ή­θεια; Θέ­λω, θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

            Ὁ ἄν­τρας παίρ­νει τὸ μα­χαί­ρι. Δῶ­σε μου τὸ χέ­ρι σου. Ἡ γυ­ναί­κα δι­στά­ζει. Δῶ­σέ μου το. Ἡ γυ­ναί­κα τὸ ἁ­πλώ­νει. Θ’ ἀ­νοί­ξει τὰ δά­χτυ­λά της. Αὐ­τό, θὰ πεῖ καὶ θὰ τὸ κό­ψει. Βρά­σε τὸ τώ­ρα κι αὐ­τὴ θὰ τὸ βρά­σει. Θὰ τὸ βά­λει σὲ πιά­το πορ­σε­λά­νης καὶ θὰ τοῦ τὸ προ­σφέ­ρει. Ἐ­κεῖ­νος θὰ τὸ φά­ει με­μιᾶς. Δὲν χόρ­τα­σα, τῆς λέ­ει. Κό­ψε κι ἄλ­λο.

            Ἡ γυ­ναί­κα κό­βει κι ἄλ­λο καὶ τοῦ τὸ δί­νει. Κι ἐ­γὼ μὲ δυ­ὸ δά­χτυ­λα νο­μί­ζεις πῶς θὰ χορ­τά­σω; τῆς λέ­ει. Ἐ­κεί­νη κό­βει κι ἄλ­λο κι ἄλ­λο, με­τρά­ω, δέ­κα στὴ σει­ρά. Τώ­ρα; Αὐ­τὸς πε­τά­ει τὸ πιά­το στὸ νε­ρο­χύ­τη. Εἶ­σαι ἄ­σχη­μη, θὰ πεῖ καὶ θὰ ξα­πλώ­σει πά­λι στὸν κα­να­πέ. Αὐ­τὴ θὰ κοι­τά­ξει τὴν πόρ­τα. Θὰ πά­ει ὡς ἐ­κεῖ. Τὰ κλει­διὰ κρέ­μον­ται στὴν κλει­δα­ριά. Θέ­λει νὰ ξε­κλει­δώ­σει. Δὲν μπο­ρεῖ. Δὲν ἔ­χει δά­χτυ­λα. Γυ­ρί­ζει στὸ νε­ρο­χύ­τη. Ξε­πλέ­νει ὅ,τι ἔ­μει­νε.

            Καὶ ποῦ νο­μί­ζεις πῶς θὰ πᾶς; Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φύ­γεις, τῆς λέ­ει. Αὐ­τὴ συμ­φω­νεῖ. Ἐ­σύ, ὅ­μως, μπο­ρεῖς, καὶ θέ­λεις; Ὁ ἄν­τρας ση­κώ­νε­ται. Τὴν πλη­σιά­ζει. Τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει. Αὐ­τὴ ἀ­να­τρι­χιά­ζει. Ναί, μπο­ρῶ. Πο­νᾶς; Δὲν πρέ­πει. Μπο­ρῶ ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω. Ὄ­χι, ἀ­κό­μη. Τὴ γυρ­νά­ει. Τῆς δαγ­κώ­νει τὸ αὐ­τί. Νό­στι­μο εἶ­ναι, θὰ σὲ φά­ω, τῆς ψι­θυ­ρί­ζει κι ἐ­κεί­νη θὰ βά­λει νε­ρὸ στὴν κα­τσα­ρό­λα.

            Θὰ κό­ψει τὰ χέ­ρια της, με­τρά­ω… ἕ­να, δυ­ό, θὰ τοῦ τὰ προ­σφέ­ρει. Αὐ­τὸς τὰ τρώ­ει. Κι ἄλ­λο, θὰ πεῖ. Θὰ κό­ψει τὰ πό­δια της, βλέ­πω… ἕ­να, δυ­ό, θὰ τοῦ τὰ δώ­σει. Αὐ­τὸς τὰ δο­κι­μά­ζει. Βα­ρέ­θη­κα, ἴ­δια γεύ­ση. Θὰ βά­λω ἁ­λά­τι, θὰ τοῦ πεῖ. Τώ­ρα σοῦ ἀ­ρέ­σουν; Κι ἄλ­λο. Κι ἄλ­λο. Δὲν ἔ­χει ἄλ­λο. Νὰ κλά­ψω; Μὴν τολ­μή­σεις.

            Ἡ γυ­ναί­κα θὰ κα­θί­σει ἀν­τί­κρυ του. Τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα, μο­νο­λο­γεῖ. Τώ­ρα τί θὰ κά­νω; Πή­γαι­νε στὴ γει­τό­νισ­σα καὶ ζή­τα ἁ­λά­τι, θὰ τῆς πεῖ. Δὲν μπο­ρῶ, δὲν ἔ­χω πό­δια, τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Τό­τε κό­ψε τὸ κε­φά­λι σου, θὰ σοῦ ρου­φή­ξω τὸ μυα­λό, τῆς λέ­ει αὐ­τός. Δὲν μπο­ρῶ δὲν ἔ­χω χέ­ρια, τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Ἔ­χω ἐ­γώ, θὰ τῆς πεῖ. Ἔ­χεις καρ­διά; θὰ ρω­τή­σει καὶ θὰ τὸν κοι­τά­ει νὰ τρώ­ει. Ἔ­χεις μυα­λὸ ἀ­κό­μα; ἀ­να­ρω­τι­έ­ται.

            Καὶ τό­τε θὰ ση­κω­θεῖ. Θὰ τὸν πλη­σιά­σει. Πει­νά­ω κι ἐ­γώ, θὰ πεῖ. Ὁ ἄν­τρας τὴν ἀ­γνο­εῖ. Ἐ­κεί­νη ἐ­πι­μέ­νει. Πει­νά­ω κι ἐ­γώ. Αὐ­τὸς τὴν κοι­τά­ζει κι ἀ­πο­ρεῖ. Ση­κώ­θη­κες; Θέ­λεις νὰ φᾶς τὶς σάρ­κες σου; Γε­λᾶ. Καὶ τί σοῦ ’­μει­νε ἐ­σέ­να; Ἐ­κεί­νη ξέ­ρει. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα της. Ἀ­νοί­γει καὶ ξε­προ­βάλ­λουν τὰ δόν­τια. Θὰ τὸν δαγ­κώ­σει. Αὐ­τὸς θὰ κομ­μα­τια­στεῖ. Δά­χτυ­λα δέ­κα, με­τρά­ω, χέ­ρια δύ­ο, ἀ­κού­ω, πό­δια δύ­ο, βλέ­πω, κε­φά­λι ἕ­να, αἰ­σθά­νο­μαι κι ὕ­στε­ρα ἄλ­λο. Ἐ­κεί­νη ρί­χνει τὰ κομ­μά­τια του στὸ νε­ρὸ ποὺ βρά­ζει καὶ ξε­κλει­δώ­νει τὴν πόρ­τα.

            Προ­χω­ρά­ει στὸ σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο. Θ’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Θὰ χτυ­πή­σει τὴν πόρ­τα τῆς γει­τό­νισ­σας. Τὸ κλει­δὶ ξε­κλει­δώ­νει. Κά­νει τὸν ἴ­διο θό­ρυ­βο μὲ τὸ δι­κό της. Τῆς ἀ­νοί­γω. Μή­πως σοῦ βρί­σκε­ται λί­γο ἁ­λά­τι; μὲ ρω­τά­ει. Θὰ μοῦ χα­μο­γε­λά­σει. Ναί. Θὰ τῆς χα­μο­γε­λά­σω κι ἐ­γώ. Ἔ­χω καὶ πι­πέ­ρι, ἂν ἐν­δι­α­φέ­ρε­σαι, θὰ τῆς πῶ.

           

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.
 
Ἀ­λε­ξάν­δρα Πι­πλι­κά­τση (Ἔ­δεσ­σα, 1966). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση ἀ­τό­μων μὲ εἰ­δι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα της δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἀρ. 2.
 
 

Ἀλεχάντρο Μπεντιβόλιο (Alejandro Bentivoglio): Me­men­to Mori

.

Bentivoglio,Alejandro-MementoMori-Eikona-01

.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio)

 .

Memento Mori

 .

01-FiΥΛΑΕΙ ὅ­λες τὶς ἀ­να­μνή­σεις του στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Ὅ­ταν πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ τὸ κλει­δώ­νει, για­τὶ φο­βᾶ­ται πὼς ἡ μη­τέ­ρα του θὰ τὸ ψά­ξει. Κά­ποι­ες μέ­ρες τὶς βγά­ζει καὶ τὶς κοι­τά­ζει μὲ νο­σταλ­γί­α. Μὲ τὰ χρό­νια ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι περ­νά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­να­πο­λών­τας καὶ ξα­να­ζών­τας ἐ­κεῖ­νες τὶς ἀ­να­μνή­σεις, πα­ρὰ δη­μι­ουρ­γών­τας και­νούρ­γι­ες. Πα­ρὸν δὲν ὑ­φί­στα­ται πιά, πα­ρὰ μό­νο στὴν ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τῆς ἀ­να­πνο­ῆς του.

       Δὲν μα­κραί­νουν τὰ μαλ­λιά του, οὔ­τε τὰ νύ­χια.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio) (Ἀ­βε­γι­α­νέ­δα τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, 1979). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α. Τὸ 2007 ἐ­ξέ­δω­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Revólver y Otras Historias del Lado Suave (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, Letras del Sur) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Reescribir lo perdido» καὶ τὸ 2008 τὴ συλ­λο­γὴ Dakota/Memorias de una Muñeca Inflable (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ libreroonline.com) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Memento mori».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰστὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

CF86CE~1

.

Λίνα Βαλετοπούλου

.

Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΟΥΣ ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΔΩΜΑΤΙΟ μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας φο­ροῦ­σε μιὰ μπλού­ζα μέ­χρι τὰ γό­να­τα, ἄ­σπρη μὲ μαῦ­ρες ρί­γες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς κάρ­φω­νε τὰ μα­νί­κια. Στὸ τρα­πέ­ζι πα­ρα­δί­πλα ἦ­ταν ριγ­μέ­νο καὶ τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­π’ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Γύ­ρι­σαν ταυ­τό­χρο­να καὶ μὲ εἶ­δαν στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας. «Ὁ μπαμ­πὰς ἑ­τοι­μά­ζε­ται. Ὅ­που νὰ ’­ναι θὰ μπεῖ στὴ φυ­λα­κή!» ἀ­να­κοί­νω­σε σο­βα­ρὴ ἡ μη­τέ­ρα.

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­σα γί­νον­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἡ μη­τέ­ρα μου μά­ζευ­ε ροῦ­χα, ἀλ­λα­ξι­ές, κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ ποὺ τὴν ἔ­ρα­βε μό­νη της. Ὅ­πως δή­λω­σε ἀρ­γό­τε­ρα ἦ­ταν τὸ δῶ­ρο της στὸν πα­τέ­ρα μου ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴν τὴν τό­σο τι­μη­τι­κὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Εἶ­χε βά­λει στό­χο νὰ εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λον­τυ­μέ­νος καὶ φρον­τι­σμέ­νος φυ­λα­κι­σμέ­νος ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ πα­τέ­ρας μου ζοῦ­σε μέ­σα στὴν ἀ­δη­μο­νί­α κά­νον­τας πα­ράλ­λη­λα τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες. Ἄ­φη­σε ἀ­πλή­ρω­τη στὴν ἐ­φο­ρί­α ὀ­φει­λὴ 10.000 εὐ­ρὼ καὶ τὶς ἕ­ξι τε­λευ­ταῖ­ες δό­σεις τοῦ στε­γα­στι­κοῦ. Ἔ­κα­νε δη­λα­δὴ ὅ­τι μπο­ροῦ­σε γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σει τὶς ἀρ­χές, νὰ τὸν ἐν­το­πί­σουν καὶ νὰ τὸν συλ­λά­βουν. Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ βα­ριὰ ποι­νι­κὰ ἀ­δι­κή­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­νέρ­γει­ες ποὺ σὲ κά­θε κρά­τος εὐ­νο­μού­με­νο κι­νη­το­ποι­οῦν τὸ δι­κα­στι­κὸ μη­χα­νι­σμό.

       Ὁ λό­γος ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­φα­ση ἦ­ταν ἕ­νας: κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­ξί­ω­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα στὶς φυ­λα­κὲς βρί­σκον­ταν ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τι­κῆς, τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, πρώ­ην ὑ­πουρ­γοί, οἱ σύμ­βου­λοί τους, δή­μαρ­χοι ἀλ­λὰ καὶ ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς σό­ου μπὶζ καὶ τῆς μό­δας. Οἱ φυ­λα­κὲς εἶ­χαν γί­νει τό­πος κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Τὰ κε­λιὰ με­τα­τρά­πη­καν σὲ γρα­φεῖ­α καὶ σ’ αὐ­τὰ σύν­δε­σαν φὰξ κι ὑ­πο­λο­γι­στές. Μέ­χρι καὶ στα­θε­ρὴ γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου εἶ­χαν οἱ κρα­τού­με­νοι νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν ὅ­λοι μιὰ θέ­ση καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ πα­τέ­ρας μου ποὺ ἦ­ταν πάν­τα μέ­σα στὰ πράγ­μα­τα.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι λεί­πει ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο ἡ μπὲζ καμ­παρ­ντί­να τοῦ πα­τέ­ρα. Πέ­τα­ξα πέ­ρα τὴν τσάν­τα κι ἔ­τρε­ξα στὸ πί­σω δω­μά­τιο. Ἔ­λει­πε καὶ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λή. «Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­χου­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μας σὲ ἀ­ξι­ό­λο­γη θέ­ση» τό­νι­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­ψαν. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ψα­ξα στὰ κα­νά­λια δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψω στιγ­μι­ό­τυ­πα τῆς σύλ­λη­ψης. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κα. Ἔ­φτια­χνα μό­νος μου εἰ­κό­νες μὲ τὸν πα­τέ­ρα σο­βα­ρὸ νὰ ὑ­πο­βα­στά­ζε­ται ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς φρου­ροὺς καὶ νὰ ἔ­χει μπρο­στὰ του κρε­μα­σμέ­νη τὴν μπὲζ καμ­παρ­ντί­να. Ἄν­θρω­ποι νὰ τρέ­χουν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά, κα­νά­λια κι ἀν­τα­πο­κρί­σεις, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἄ­νο­δό του στὸ γκρὶ μπλὲ ποῦλ­μαν τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του γιὰ τὸν τό­πο κρά­τη­σης.

       – Ἀ­λή­θεια, σὲ ποι­ὲς φυ­λα­κὲς εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς;

       – Δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Ἐλ­πί­ζω στὶς κα­λύ­τε­ρες, στὶς φυ­λα­κὲς Κο­ρυ­δαλ­λοῦ! ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Οἱ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες πέ­ρα­σαν ἀρ­γὰ καὶ κά­πως κα­τα­θλι­πτι­κά. Τὴν χα­ρὰ γιὰ τὴ σύλ­λη­ψη δι­α­δέ­χτη­καν ἡ ἀ­γω­νί­α κι ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς γιὰ τὴν τύ­χη τοῦ πα­τέ­ρα. Δὲν εἴ­χα­με νέ­α του. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἤ­δη τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὸ κε­λὶ μὲ τὰ τη­λέ­φω­να καὶ τὰ φὰξ καὶ νὰ ἔ­χει ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μα­ζί μας. Ὅ­σους κι ἂν ἐ­νό­χλη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ μά­θει ποὺ βρί­σκε­ται. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, κα­θη­με­ρι­νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα κύ­ριοι μὲ κου­στού­μια καὶ χαρ­το­φύ­λα­κες καὶ ζη­τοῦ­σαν νὰ πλη­ρω­θοῦν τὰ χρέ­η, ἀλ­λι­ῶς μᾶς ἀ­πει­λοῦ­σαν μ’ ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

       Ὅ­σα κι ἂν συ­νέ­βαι­ναν δὲν ἔ­χα­να τὴν πί­στη μου στὶς ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ πα­τέ­ρα. Σί­γου­ρα ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει ἀ­πὸ ’­κει ποὺ βρι­σκό­ταν. Ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι στα­μά­τη­σε νὰ κά­νει ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ καὶ νὰ κερ­νά­ει κα­φὲ τὶς φί­λες της γιὰ τὸ χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός. Κά­θε μέ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἦ­ταν καὶ πιὸ σκε­πτι­κὴ ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴν βρῆ­κα νὰ πα­κε­τά­ρει τὰ πράγ­μα­τά μας καὶ νὰ στοι­βά­ζει τὶς βα­λί­τσες καὶ τὶς κοῦ­τες σ’ ἕ­να φορ­τη­γό. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἀ­μί­λη­τος.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν με­τα­κό­μι­ση στὸ νέ­ο μας μι­κρό, πο­λὺ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν προ­σποι­η­τὰ χα­ρού­με­νη καὶ τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­ζαν μιὰ πα­γω­μέ­νη γραμ­μὴ ἐν εἴ­δῃ χα­μό­γε­λου. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς ἀ­να­κοί­νω­νε τὰ νέ­α. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κὲς κά­που στὴ Θεσ­σα­λί­α. Ὁ Κο­ρυ­δαλ­λὸς ἦ­ταν γε­μά­τος, δὲν εἶ­χε οὔ­τε ράν­τζο πε­ρισ­σευ­ού­με­νο. Τέ­λος, τῆς εἶ­πε, νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ νὰ τοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὅ­τι θὰ κά­νει τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὸ παι­δί, δη­λα­δὴ ἐ­μέ­να.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­συ­νή­θι­στη ἡ­συ­χί­α ἔ­πε­σε στὴν αἴ­θου­σα. Ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου ἔ­ρι­χναν κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸ ἴ­διο καὶ ἡ δα­σκά­λα Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν, κι ἄ­νοι­ξα τὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ βι­βλί­α δι­ά­πλα­τα πά­νω στὸ θρα­νί­ο. Ἡ πόρ­τα χτύ­πη­σε. Μὲ κά­λε­σαν στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου καὶ νὰ φύ­γω γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ζοῦ­σε πιά. Ἀ­να­κο­πή. Μα­ζὶ μὲ τὴ σω­ρό μᾶς ἔ­φε­ραν καὶ τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ καὶ τὴν βά­λα­με κα­λο­δι­πλω­μέ­νη στὰ πό­δια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Λίνα Βαλετοπούλου (Βόλος, 1968). Ζεῖ στὴ Λάρισα. Σπούδασε κλασικὴ φιλολογία καὶ εἶναι διπλωματοῦχος πιάνου. Ἐργάστηκε πάνω ἀπὸ εἰκοσαετία στὴν ἐκπαίδευση ὡς μουσικός. Τώρα φοιτᾶ στὸ Μεταπτυχιακὸ Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας στὴ Φλώρινα. Δημοσίευσε δέκα διηγήματά της στὴ συλλογικὴ ἔκδοση «Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2» (ἔκδ.Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πίνακας: Φλώρα Καραβία

 

Iro Nikopoulou: The presents

.

______~1..

.

Iro Nikopoulou

 

The presents

 

08-Ro-Chronica_Polonorum_PAULINE PFEIFFER pushed with difficulty the last present, for the time being, into the small closet under the stairs. She closed the door with equal difficulty and puffed breathless. She hadn’t yet got rid of the extra kilos of her pregnancy. She had already started sending her correspondences to Vanity Fair, but she did not dare go by their offices, before restoring her silhouette to how it was before. She straightened the seam in her stockings and returned smiling in the living room. The joyful sound of the doorbell kept announcing new visitors. The maid was hurrying to open the door, and was taking their hats, their coats and the presents for the newly christened Patrick and then she piled them at the back of the living room. The next day, when Pauline began opening the presents, a strange surprise awaited. Almost half of the first five boxes revealed tiny shoes in various patterns and colours. Pauline put a record on, poured herself a gin and tonic on ice and called her husband. They continued opening the presents together and after the fourth pair, they started laughing and placing bets. In the end, the astonished parents counted twelve pairs of shoes of the same size for their beloved son, who started crawling towards them, as if he knew what was going on. They looked at each other’s eyes for a moment. And after one more burst of laughter which brought tears in their eyes, Pauline said that they could not use them all, because children’s feet grow more rapidly than the fresh radish they grew in their garden. The little one would only need maximum two or three pairs; “and the rest?”she wondered putting them somewhat mechanically all back into their boxes, “if I was a member of a charity organization for children, they would find their place,” she murmured, “but what could the unemployed in our club do with them?” “Very simple,” said her husband, grabbing some boxes, as he was exiting the room, “we will sell them and give the money to the club.” Pauline put three pairs aside and then closed the last box shouting, “OK, and how are we going to do that?” “We will put an ad in the newspaper,” came his hollow voice from under the stairs. “And what are we going to say then?” she shouted again, already biting a pencil. “Very simple, are you writing?”

       “I’m listening…”

       “For sale: baby shoes, never worn.”

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Nikopoulou Iro (Athens, 1958). Painter, poet, prose writer. She studied at the School for Fine Arts and works and teaches Art in Public Education. Her first book: The Wayfarer’s Myth, Poetry, Athens, 1986. Her latest: In Greek: Riddle, (Gavriilides editions, short stories, 2013).

http://www.ironikopoulou.gr/

Ttranslated by Vassilis Manoussakis

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.

 

Stavroula Tsouprou: They’ re looking at you

.

Untitled-1

 

Stavroula Tsouprou

 

They’re looking at you

 

02-BitaLACK AT THE CENTRE, jet black, like an empty dark room. White of the eye all around, not always shiny nor symmetrical. And in the middle a medley of colours, limited, of course, but not easy to define. They’re looking at you. They’re searching for you or they’re passing you by. They want to impose upon you or to tease you. They’re frightening you or they’re trying to appease you. They’re looking at you.

       Chaos between you. You’re looking at them too. You fix your gaze in the centre of them. What is there? You move on a little. Where are you going? Is there a way through? It seemed to be a dead end before. No, it passes through. Hesitantly at first, you fumble for supports. The environment familiar for the present. Cares. Pretences. Fear. You stop here. You meet yourself; fear. Better for you to go back. If you go on any further, you’ll be trapped. You meet yourself: now your image is there too. That interests you. Out of cowardice you put this in front of you, something familiar, in order to gain time. In the end? How do they see you? As you are? (How are you?) You don’t understand. You’re only you from the outside: your aspect as it is in the mirror. From the inside?

       I told you to leave. Now it’s too late. So, look. Enjoy it.

       A mass of mixed-up reactions, of behaviours tender and harsh, of ages from nought to mature, of actions meaningless to dangerous. But all of these, many you’d forgotten and others you remembered characteristically, it’s as if they’re illumined by their colour that is different, by the brown pupil of the eye, constant presence, protection usually and rarely punisher. So, you see yourself differently. Through the brown filter, filter of affection and pride, filter of sacrifice, filter of dignity, you’re not your familiar self. Foreign, strange, creation of someone else, prop of someone else. Imprisoned there, with obligations that must be discharged, with prices that, unbeknown to both sides, you have been charged.

       Go away, leave. You’ll see the future and you’ll be horrified. Better not to know. Go back. Swim with wide strokes in the brown and get out. Be careful not to fall into the hole, into the empty room. It’s not for now.

       Cling onto the white of the eye and jump outside. That’s it. Here we are. They’re looking at you still.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Source: They’re looking at you (Grigoris Editions, short stories, 2013).

 

Stavroula Tsouprou (Athens) holds a doctorate in Greek Literature from the National and Capodistrian University of Athens, as well as language diplomas in English, French, Italian, German and Spanish. Systematically involved with Literature Theory, she has published studies on earlier and contemporary prose-writers and poets. She is a regular contributor to the daily and periodical press. Three volumes of her essays have been published: Tasos Athanasiadis:”With the eyes of our generation”, The “childis” stories of Cosmas Politis and Trial Readings. Her first fictional work is the collection of short stories They’re looking at you (Grigoris Editions 2013).

 

Translated by Alexandra Douma

Alexandra Doumas studied Social Anthropology at University College London (UCL). Over the last forty years she has translated into English hundreds of Greek scholarly books and articles, mainly in the disciplines of archaeology, social anthropology-folklore studies, Byzantine art and Modern Greek history, as well as catalogues of major exhibitions and information panels for museums and archaeological sites. She collaborates with important cultural institutions in Greece and abroad, as well as with leading publishing houses in Athens.

  

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio): Ξα­να­γρά­φον­τας αὐ­τὸ ποὺ χάθηκε

.

Bentivoglio,Alejandro-KsanagrafontasAytoPouChathike-Eikona-01

.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio)

.

Ξαναγράφοντας αὐτὸ ποὺ χάθηκε

(Reescribir lo perdido)

.

A-Alpha-SomataΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν καὶ τὸ κά­νουν. Ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ πα­ρα­μεί­νουν μα­ζὶ σὰν μιὰ ἱ­στο­ρί­α δί­χως τέ­λος καὶ τὸ κά­νουν. Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­στρέ­φει ἀρ­γὰ καὶ ἐ­κεί­νη εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νη στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια γυ­μνὰ καὶ μιὰ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἴ­σως πο­τὲ νὰ μὴν ἦ­ταν δι­κή της καὶ ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ καὶ βλέ­πει ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τὶς λευ­κὲς σε­λί­δες ποὺ κρύ­βει τὸ στῆ­θος της κα­θὼς καὶ τὴ μου­τζού­ρα ἀ­πὸ τὸ με­λά­νι ποὺ κυ­λά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 .

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τά­φρα­ση: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio) (Ἀ­βε­γι­α­νέ­δα τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, 1979). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α. Τὸ 2007 ἐ­ξέ­δω­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Revólver y Otras Historias del Lado Suave (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, Letras del Sur) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Reescribir lo perdido» καὶ τὸ 2008 τὴ συλ­λο­γὴ Dakota/Memorias de una Muñeca Inflable (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ libreroonline.com) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Memento mori».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰστὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

 .

Σταυρούλα Τσούπρου: Σὲ κοιτοῦν

 

Untitled-1

.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου

 .

Σὲ κοι­τοῦν

 .

05-MiΑΥΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ, κα­τά­μαυ­ρα, ὅ­πως ἕ­να ἄ­δει­ο σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο. Λευ­κὸς σκλη­ρὸς χι­τώ­νας γύ­ρω γύ­ρω, ὄ­χι πάν­τα γυ­α­λι­στε­ρὸς οὔ­τε συμ­με­τρι­κός. Καὶ στὴ μέ­ση μιὰ ποι­κι­λί­α χρω­μά­των, πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ εὐ­προσ­δι­ό­ρι­στη. Σὲ κοι­τοῦν. Σὲ ψά­χνουν ἢ σὲ προ­σπερ­νοῦν. Θέ­λουν νὰ σοῦ ἐ­πι­βλη­θοῦν ἢ σὲ πε­ρι­παί­ζουν. Σὲ φο­βε­ρί­ζουν ἢ προ­σπα­θοῦν νὰ σὲ ἐ­ξευ­με­νί­σουν. Σὲ κοι­τοῦν.

       Χά­ος ἀ­νά­με­σά σας. Τὰ κοι­τᾶς κι ἐ­σύ. Στα­μα­τᾶς τὸ βλέμ­μα στὸ κέν­τρο τους. Τί εἶ­ναι ἐ­κεῖ; Προ­χω­ρᾶς λί­γο. Ποῦ πᾶς; Ἔ­χει δί­ο­δο; Φαι­νό­ταν ἀ­δι­έ­ξο­δο πρίν. Ὄ­χι, περ­νά­ει. Δι­στα­κτι­κὰ στὴν ἀρ­χή, ψα­χου­λεύ­εις γιὰ στη­ρίγ­μα­τα. Τὸ πε­ρι­βάλ­λον γνω­στό, πρὸς τὸ πα­ρόν. Ἔ­γνοι­ες. Προ­σποι­ή­σεις. Φό­βος. Ἐ­δῶ στα­μα­τᾶς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου· φό­βος. Κα­λύ­τε­ρα νὰ γυ­ρί­σεις πί­σω. Λί­γο ἀ­κό­μη ἂν προ­χω­ρή­σεις, θὰ πα­γι­δευ­τεῖς. Συ­ναν­τᾶς τὸν ἑ­αυ­τό σου: τώ­ρα εἶ­ναι καὶ ἡ εἰ­κό­να σου ἐ­κεῖ. Αὐ­τὸ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἀ­πὸ δει­λί­α πρό­βα­λες αὐ­τὴν μπρο­στά σου, κά­τι γνώ­ρι­μο, γιὰ νὰ κερ­δί­σεις χρό­νο. Τε­λι­κά; Πῶς σὲ βλέ­πουν; Ὅ­πως εἶ­σαι; (Πῶς εἶ­σαι;) Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Μό­νον ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­σαι ἐ­σύ: ἡ ὄ­ψη σου ὅ­πως εἶ­ναι στὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­πὸ μέ­σα;

       Στὸ ’­πα, νὰ φύ­γεις. Τώ­ρα εἶ­ναι ἀρ­γά. Βλέ­πε, λοι­πόν. Ἀ­πό­λαυ­σέ το.

       Μιὰ μά­ζα ἀ­πὸ ἀν­τι­δρά­σεις ἀ­νά­κα­τες, ἀ­πὸ συμ­πε­ρι­φο­ρὲς τρυ­φε­ρὲς καὶ σκλη­ρές, ἀ­πὸ ἡ­λι­κί­ες μη­δε­νι­κὲς ἕ­ως ὥ­ρι­μες, ἀ­πὸ πρά­ξεις ἀ­νού­σι­ες ἕ­ως ἐ­πι­κίν­δυ­νες. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τά, πολ­λὰ ποὺ εἶ­χες ξε­χά­σει καὶ ἄλ­λα ποὺ θυ­μό­σουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, σὰν νὰ ’­ναι φω­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρῶ­μα τους τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κό, ἀ­πὸ τὴν ἴ­ρι­δα τὴν κα­στα­νή, πα­ρου­σί­α στα­θε­ρή, αἰ­γί­δα συ­νή­θως καὶ σπά­νια τι­μω­ρός. Δι­α­φο­ρε­τι­κὰ σὲ βλέ­πεις, λοι­πόν. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κα­στα­νὸ φίλ­τρο, φίλ­τρο στορ­γῆς καὶ πε­ρη­φά­νιας, φίλ­τρο θυ­σί­ας, φίλ­τρο ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, δὲν εἶ­σαι ὁ γνώ­ρι­μος ἑαυ­τός σου. Ξέ­νος, πα­ρά­ξε­νος, κά­ποι­ου ἄλ­λου δη­μι­ούρ­γη­μα, κά­ποι­ου ἄλ­λου ἀ­πο­κούμ­πι. Φυ­λα­κι­σμέ­νος ἐ­κεῖ, μὲ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις ποὺ πρέ­πει νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σεις, μὲ τι­μή­μα­τα πού, ἀ­νε­πί­γνω­στα καὶ ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἔ­χεις χρε­ω­θεῖ.

       Φύ­γε, φύ­γε. Θὰ δεῖς τὸ μέλ­λον καὶ θὰ φρί­ξεις. Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξέ­ρεις. Γύρ­να πί­σω. Κο­λύμ­πα μὲ ἁ­πλω­τὲς στὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα καὶ βγές. Πρό­σε­ξε μὴν πέ­σεις στὴν ὀ­πή, στὸ ἀ­δεια­νὸ δω­μά­τιο. Δὲν εἶ­ναι γιὰ τώ­ρα.

       Στη­ρί­ξου στὸν λευ­κὸ σκλη­ρὸ χι­τώ­να καὶ πή­δα ἔ­ξω. Ἔ­τσι. Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Σὲ κοι­τοῦν ἀ­κό­μα.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των «Σὲ κοι­τοῦν» (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2013)

 

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο.  Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας», Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

  

Παρακολουθῆστε

Νὰ ἔρχεται κάθε νέο ἄρθρο στὰ εἰσερχόμενά σας.

Ὑπάρχουν ἤδη 405 συνδρομητές. Ἐγγραφῆτε καὶ σεῖς.